← Κύπρος

Μακάριος Παναγιώτου ν. Γεωργία Φουρνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6022/10, 30/6/2011

Μακάριος Παναγιώτου ν. Γεωργία Φουρνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6022/10, 30/6/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6022/10 Μακάριος Παναγιώτου Παραπονούμενου Εναντίον Γεωργία Φουρνίδου Κατηγορουμένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/6/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τoν παραπονούμενο: κος Σάββας Ζανούπας Για την Κατηγορουμένη : κα Βάσω Ξενοφώντος Πρωτοπαπά Κατηγορούμενη : παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 (Α)

(1), του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη κατά/ή περί τις 10/4/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε προς τον Μακάριο Παναγιώτου την επιταγή με αριθμό 16357206 της ALPHA BANK CYPRUS LTD για το ποσό των Ευρώ 1,400, η οποία ήταν πληρωτέα την 10/4/2010, όμως κατά την εμφάνιση της εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα, δεν εξοφλήθει λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κος Μακάριος Παναγιώτου. Ανέφερε ότι κατά ή μετά τις 10/4/2010, ήρθε στο πρακτορείο στοιχημάτων ¨ΟΠΑΠ¨ όπου διατηρεί, ο Ανδρέας Κλεάνθους και του ζήτησε όπως του αλλάξει την επιταγή της ALPHA BANK CYPRUS LTD με αριθμό 16357206 η οποία ήταν για το ποσό των Ευρώ 1,400, δηλαδή ο Ανδρέας Κλεάνθους του ζήτησε να του παραδώσει την εν λόγω επιταγή και να του δώσει το αντίστοιχο ποσό το οποίο ήταν αναγραμμένο στην επιταγή σε μετρητά. Η επιταγή όταν του παραδόθηκε από τον Ανδρέα Κλεάνθους, ήταν υπογραμμένη από την εκδότρια της επιταγής, δηλαδή την κατηγορούμενη, την οποία γνωρίζει προσωπικά και ήταν επίσης συμπληρωμένο το ποσό των Ευρώ 1,400, τόσο ολογράφως, τόσο και σε αριθμό. Το μόνο το οποίο δεν ήταν συμπληρωμένο όταν η πιο πάνω επιταγή του παραδόθηκε από τον Ανδρέα Κλεάνθους, ήταν το όνομα του δικαιούχου το οποίο και το συμπλήρωσε ο παραπονούμενος, αναγράφοντας στον χώρο του δικαιούχου το όνομα του. Η ίδια τακτική και διαδικασία έγινε και στο παρελθόν χωρίς κανένα πρόβλημα. Η εν λόγω επιταγή ανέφερε δεν του έχει πληρωθεί μέχρις στιγμής και εξ΄ όσων πληροφορήθηκε, παρέμεινε απλήρωτη για τον λόγο ότι δεν υπήρχαν σε αυτή διαθέσιμα κεφάλαια και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 1 την επίδικη επιταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο Ανδρέας Κλεάνθους ονομάζεται και υπογράφτηκε και ως Κρατίνος, δεν γνωρίζει τι δουλειά κάνει, δεν ξέρει που μένει, τον γνωρίζει δε εδώ και 2-3 χρόνια. Ο ίδιος μένει στη Αργάκα και το πρακτορείο του είναι στην Πόλη Χρυσοχούς. Την επίδικη επιταγή την άλλαξε επειδή ήξερε τόσο τον Ανδρέα Κλεάνθους ο οποίος έπαιζε παιγνίδια στο πρακτορείο του και μετά που τελείωσε ο Ανδρέα Κλεάνθους τα παιγνίδια, του ζήτησε να του αλλάξει την επίδικη επιταγή. Όταν ρώτησε τον Ανδρέα Κλεάνθους ποιού ήταν επιταγή και όταν έμαθε ότι ήταν της κατηγορούμενης, δέχθηκε να την εξαργυρώσει, ήτοι να πάρει την επίδικη επιταγή από τον Ανδρέα Κλεάνθους και να του δώσει το ποσό των Ευρώ 1,400, επειδή ξέρει την κατηγορούμενη και της έχει εμπιστοσύνη. Η κατηγορούμενη ανέφερε, είναι φερέγγυο άτομο διότι στο παρελθόν πήρε και άλλες επιταγές της Φουρνίδου και τις άλλαξε. Επίσης είδε την κατηγορούμενη 2-3 φορές απογευματινές ώρες, όταν ερχόταν έξω από το μαγαζί του και έδινε τις επιταγές στον Ανδρέα Κλεάνθους. Παρουσίασε την επίδικη επιταγή εκείνην την περίοδο και του ανέφεραν ότι δεν έχει κεφάλαια μέσα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Δεν ήταν σίγουρος εάν ξαναπαρουσίασε την επιταγή στην τράπεζα διότι είναι πολυάσχολος. Ήθελε να πάρει τα χρήματα αυτά και από ότι θυμάται, η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι αυτά τα χρήματα δεν υπήρχαν και ότι θα πουλούσε το αυτοκίνητο της και θα του έδινε τα χρήματα. Νομίζει ότι η κατηγορούμενη μόνη της πήγε από μόνη της να τον βρει κατόπιν τηλεφωνήματος της τράπεζας για να συζητήσουν για την επίδικη επιταγή. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι δεν ξαναπήγε στην τράπεζα διότι βρέθηκε με την κατηγορούμενη και του είπε ότι δεν μπορούσε να πληρωθεί η επίδικη επιταγή. Ο Ανδρέας Κλεάνθους του έδωσε την επίδικη επιταγή απόγευμα γύρω στις 4-6 μ.μ. και πρέπει να ήταν γύρω στις 7-8/4/2010, με τον οποίον δεν είχε συναλλαγές και ούτε γίνονταν παράνομα στοιχήματα. Η επίδικη επιταγή δεν δόθηκε για παράνομο στοίχημα και στα 6 χρόνια που διατηρεί πρακτορείο ΄΄ΟΠΑΠ΄΄ ΄΄GLORY΄΄ δεν έχει καμία καταδίκη για παράνομο στοίχημα. Δεν διερωτήθηκε γιατί του δίνονταν επιταγές, εννοώντας της κατηγορούμενης, διότι όταν άλλαξε την πρώτη και την δεύτερη επιταγή, είπε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα αφού ο κάτοχος των επιταγών θα ενημερώθηκε. Επίσης ανέφερε ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν διαμένει στο Προδρόμι διότι ξέρει όλους προσωπικά τους κατοίκους στο Προδρόμι, πλην όμως δεν ξέρει τον πατέρα του Ανδρέα Κλεάνθους. Ανέφερε επιπλέον ότι δεν διερωτήθηκε γιατί η κατηγορούμενη έδιδε τις επιταγές, ούτε ήξερε εάν υπήρχε παλαιοπωλείο στο Προδρόμι. Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα, η δικηγόρος της κατηγορούμενης, με την σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου του παραπονουμένου, προέβη στα πιο κάτω παραδεχτά γεγονότα τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: Παραδεχτά γεγονότα: << Η επιταγή που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, έχει εκδοθεί από την κατηγορούμενη, παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 15/4/2010, επιστράφηκε από την πληρώτρια τράπεζα ΑLPHA BANK λόγω μη επαρκών υπολοίπων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της παρουσίασης της >>. Με τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η κατηγορούμενη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Η κατηγορούμενη ανέφερε στην κύρια εξέταση της ότι είναι εκπαιδευτικός και εργάζεται στο λύκειο Πόλεως Χρυσοχούς, είναι λάτρης παλαιών και αρχαίων αντικειμένων και συλλέκτης νομισμάτων. Ο Ανδρέας Κλεάνθους, άλλως Κρατίνος και ο πατέρας του Κρατίνος Κλεάνθους, διατηρούν παλαιοπωλείο στο χωριό Προδρόμι. Κατά/ή περί τα τέλη Μαρτίου του 2010, παράγγειλε από τον Ανδρέα Κλεάνθους, μια διακοσμητική άμαξα για κήπο και ένα χρυσό νόμισμα για το τίμημα των ευρώ 5,500 και 2,500 αντίστοιχα και η παράδοση τους θα γινόταν τέλος Μαρτίου- αρχές Απριλίου του
  1. Για την πληρωμή του πιο πάνω τιμήματος, εξεδόθηκε η επιταγή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης και δύο άλλες επιταγές, ήτοι η επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ με αρ. 89796455 για το ποσό των ευρώ 1,600 πληρωτέα την 30/3/2010 και η επιταγή του ( Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ. ) Λτδ με αρ. 17102648 για το ποσό των ευρώ 5,000 πληρωτέα την 14/4/2010, η οποία αντικαταστάθηκε από την επιταγή του ( Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ. ) Λτδ με αρ. 17102649 πληρωτέα την 15/4/
  2. Όλες οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες, ούτως ώστε αν κάτι δεν πήγαινε καλά με την συναλλαγή, να μπορούσε να προκαλέσει την μη εξόφληση τους ( STOP PAYMENT ). Κατά την έκδοση των εν λόγω επιταγών ο Ανδρέας Κλεάνθους, της ζήτησε να αφήσει κενό το όνομα του δικαιούχου, όπως και έκανε. Η ίδια πίστευε ότι ο λόγος για τον οποίο της ζητήθηκε κάτι τέτοιο, ήταν για να δοθούν οι επιταγές απευθείας στον προμηθευτή από όπου θα έπαιρνε τα παραγγελθέντα. Με τον Ανδρέα Κλεάνθους είχε και στο παρελθόν συναλλαγές και πάντα οι επιταγές που του έδινε τις εξέδιδε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μεταχρονολογημένες, με κενό το όνομα του δικαιούχου και ουδέποτε δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους. Από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τις αρχές Απριλίου 2010, κατά διάφορες ημερομηνίες όχλησε τον Ανδρέα Κλεάνθους, ρωτώντας τι γίνεται με την άμαξα και το νόμισμα και αυτός της απαντούσε κάθε φορά ότι θα της τα έφερνε εντός των ημερών. Η επιταγή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήταν η πρώτη επιταγή που παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περί τις αρχές Απριλίου 2010 δέχθηκε τηλέφωνο από υπάλληλο της ALPHA BANK CYPRUS LTD, η οποία της ανέφερε ότι η εν λόγω επιταγή δεν μπορούσε να πληρωθεί, καθ΄ ότι ο λογαριασμός της δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για την πληρωμή του ποσού των ευρώ 1,
  3. Η κατηγορούμενη ζήτησε διευκρινήσεις για την εν λόγω επιταγή και της εξήγησαν από την τράπεζα ότι δικαιούχος είναι ο παραπονούμενος. Η απάντηση της στην τράπεζα ήταν ότι θα διερευνούσε τι έγινε καθ΄ ότι δεν εξέδωσε οποιαδήποτε επιταγή στο όνομα του παραπονούμενου. Από έλεγχο που έκανε στο βιβλιάριο επιταγών της, διαπίστωσε ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε από την ίδια στον Ανδρέα Κλεάνθους και ζήτησε εξηγήσεις για το πως βρέθηκε η εν λόγω επιταγή στα χέρια του παραπονούμενου και γιατί δεν της έφερε τα εμπορεύματα που παράγγειλε. Ο Ανδρέας Κλεάνθους της απάντησε ότι θα έρχονταν από τα κατεχόμενα και γι΄ αυτό καθυστέρησαν. Το γεγονός αυτό την φόβισε και της έδωσε το έναυσμα να ρωτήσει τον περίγυρο του παραπονούμενου και του Ανδρέα Κλεάνθους για την ποιότητα των χαρακτήρων τους και πληροφορήθηκε για τα δύο αυτά άτομα ότι ασχολούνται με παράνομα στοιχήματα και επίσης ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους εμπορεύεται αντικείμενα από το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου παράνομα. Το γεγονός ότι δεν της παραδόθηκαν η άμαξα και το νόμισμα σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και επίσης το γεγονός ότι οι πληροφορίες που είχε για τα εν λόγω άτομα δεν ήταν καλές, την οδήγησαν να μην μεριμνήσει για την πληρωμή της επίδικης επιταγής και να προκαλέσει την μη εξόφληση των υπολοίπων επιταγών. Μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει η κατηγορούμενη οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τις αναφερόμενες επιταγές. Με τον Ανδρέα Κλεάνθους επικοινώνησε για τελευταία φορά τέλος της δεύτερης εβδομάδας του Απρίλη του
  4. Έκανε ξανά προσπάθειες να επικοινωνήσει ξανά μαζί του και δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Δεν τον έχει δει ξανά στην περιοχή και από πληροφορίες που έχει βρίσκεται στην Λάρνακα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν ξέρει αν θα ερχόταν στο Δικαστήριο ο Ανδρέας Κλεάνθους, ούτε αν θα της φέρει τα παραγγελθέντα προϊόντα. Ερωτώμενη αν θα ήταν ικανοποιημένη αν ο Ανδρέας Κλεάνθους της φέρει τα παραγγελθέντα προϊόντα, απάντησε ότι θα πρέπει να μιλήσει μαζί του και ότι τερμάτισε την συμφωνία που είχε με τον Ανδρέα Κλεάνθους αρχές Απριλίου 2010, διότι την τελευταία χρονιά και μέχρι την ημέρα που δημιουργήθηκε το πρόβλημα με την επίδικη επιταγή, έκανε συμφωνίες μαζί του για να τις φέρνει παλιά αντικείμενα και νομίσματα των οποίων είναι λάτρης και συλλέκτης. Του έδινε επιταγές λευκές, αφού ο ίδιος το ζητούσε για μεταγενέστερες ημερομηνίες προς πληρωμή, έτσι ώστε όταν της έφερνε τα πράγματα για τα οποία είχαν συμφωνήσει, να διευθετήσει η ίδια να έχει λεφτά στην τράπεζα για να πληρωθούν, νοουμένου ότι η ίδια τα έλεγχε και ήταν πράγματι αυτά για τα οποία συμφώνησαν. Η συμφωνία για την επίδικη επιταγή αλλά και για τις άλλες, ήταν για να της φέρει μια διακοσμητική άμαξα αξίας € 5,500, παρόμοια της οποίας υπάρχει στο πάρκο Ελούδια στην Πάφο και ένα νόμισμα χρυσό για την συλλογή της αξίας € 2,
  5. Τις επιταγές τις έδωσε στον Ανδρέα Κλεάνθους τέλος Μαρτίου 2010 μέχρι τέλος Απριλίου
  6. Συγκεκριμένα συμφώνησαν όπως ο Ανδρέας Κλεάνθους της φέρει την άμαξα και το νόμισμα τέλος Μαρτίου- αρχές Απριλίου
  7. Όταν πήγε στην πληρώτρια τράπεζα για να μάθει τι έγινε με την επίδικη επιταγή και διαπίστωσε ποιό όνομα φέρει ως δικαιούχο και αφού έμαθε για το ποιόν του παραπονούμενου και του Ανδρέα Κλεάνθους, σταμάτησε την πληρωμή όλων των επιταγών και έτσι τερμάτισε την συμφωνία που είχε μαζί με τον Ανδρέα Κλεάνθους. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν στο παρελθόν πληρώθηκαν επιταγές της στον παραπονούμενο αφού δεν φαίνεται αυτό μέσα από τις καταστάσεις της τράπεζας, πλην όμως ανέφερε ότι τις λευκές επιταγές που έδιδε στον Ανδρέα Κλεάνθους, τις έδινε για να τις δώσει κατευθείαν στον προμηθευτή και όχι σε οποιονδήποτε. Συναλλαγές με τον Ανδρέα Κλεάνθους είχε περίπου δέκα χρόνια, διότι είναι οικογενειακοί φίλοι με τον ίδιο και με τον πατέρα του. Της έφερναν πράγματα από το παλαιοπωλείο τους στο Προδρόμι της Πόλης, αλλά και από φωτογραφίες που της έδειχναν. Ανέφερε ότι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε ότι υπήρχε πρόβλημα με το να μην της φέρει την άμαξα και το νόμισμα. Αν ο Ανδρέας Κλεάνθους της έφερνε τα παραγγελθέντα και ήταν εντάξει μετά και από τον έλεγχο που θα έκαμνε η ίδια και διαπίστωνε ότι δεν έχουν εμπλακεί άνθρωποι του υποκόσμου και της παρανομίας, θα δεχόταν να πληρωθούν όλες οι επιταγές συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης. Δεν ήξερε από που ο Ανδρέας Κλεάνθους θα τις έφερνε τα παραγγελθέντα προϊόντα μέχρι τις αρχές Απριλίου που του τηλεφώνησε και της το ανέφερε και υποψιάστηκε ότι ήταν παράνομα. Σκέφτηκε να πάει στην Αστυνομία αλλά δεν πήγε διότι δεν ήταν τόσα πολλά λεφτά, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, αλλά και επειδή δεν είχε αποδείξεις. Ανησύχησε για το που θα περιπέσουν οι επίδικες επιταγές, διότι και η επίδικη επιταγή είχε δοθεί από τον Ανδρέα Κλεάνθους στον παραπονούμενο. Υποψιάστηκε δε τα παράνομα παιγνίδια και για αυτούς τους σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών. Δεν κατάγγειλε τον παραπονούμενο στην αστυνομία διότι όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν είχε πάρε δώσε μαζί του και ούτε αποδείξεις, συνεπώς δεν είχε κανένα λόγο να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Δεν γνωρίζει από που έρχονταν τα αντικείμενα που του έφερνε ο Ανδρέας Κλεάνθους στο παρελθόν, αλλά για μερικά ήξερε εάν τα έβλεπε στο σπίτι του. Η επίδικη επιταγή αφορούσε προκαταβολή για να της φέρει ο Ανδρέας Κλεάνθους την άμαξα την οποία θα την έφερνε τέλη Μαρτίου-αρχές Απριλίου και δεν ξέρει τι έκανε ο Ανδρέας Κλεάνθους το ποσό των € 1,
  8. Ως Μ.Υ. 2 κατέθεσε ο κος Ανθούλλης Στυλιανού. Ανέφερε ότι είναι εργολάβος οικοδομών και κατά τον Απρίλιο του 2010 η κατηγορούμενη του ανέθεσε διάφορες οικοδομικές εργασίες για τον εξωτερικό χώρο της οικίας της στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς, οι οποίες διήρκησαν περίπου δύο μήνες και η παράδοση του έργου έγινε κατά τον Ιούνιο του 2010 και η κατηγορούμενη τον εξόφλησε πλήρως. Κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικία της κατηγορούμενης, η κατηγορούμενη του ζήτησε να αφήσει ένα μέρος του κήπου της κενό, διότι όπως του ανέφερε θα τοποθετούσε μια διακοσμητική άμαξα την οποία παράγγειλε από τον Ανδρέα Κλεάνθους, άλλως Κρατίνο. Κατά την διάρκεια των εργασιών στην οικία της κατηγορούμενης, παρατήρησε ότι ουδέποτε τοποθετήθηκε η εν λόγω διακοσμητική άμαξα στον κήπο της και για αυτό ρώτησε την κατηγορούμενη τι γίνεται με αυτήν. Η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι δημιουργήθηκε πρόβλημα, δηλαδή δεν της παραδόθηκε η άμαξα και κάποια άλλα αντικείμενα από τον Ανδρέα Κλεάνθους όπως είχαν συμφωνήσει, αναφέροντας του επίσης ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους θα έφερνε την άμαξα και τα άλλα αντικείμενα από το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, πέρασε αρκετές φορές έξω από την οικία της κατηγορούμενης και πρόσεξε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμαξα στον κήπο της. Με την κατηγορούμενη είχε και άλλες συναλλαγές εδώ και χρόνια χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τις εργασίες τις ξεκίνησε τον Απρίλη του 2010, αλλά αν κοιτάξει τα τιμολόγια πρέπει να δούλεψε και τον Μάρτη του
  9. Δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς την χρονική στιγμή που η κατηγορούμενη του ανέφερε για το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την άμαξα και το πότε η κατηγορούμενη του ζήτησε να αφήσει κενό ένα μέρος του κήπου της για να τοποθετηθεί η άμαξα. Δεν ήξερε τι σχέση είχαν η κατηγορούμενη με τον Ανδρέα Κλεάνθους, αλλά ξέρει ότι εκείνην την περίοδο είχαν κάποια συναλλαγή για την εν λόγω άμαξα. Επίσης δεν ήξερε αν η άμαξα θα ερχόταν από τα κατεχόμενα αλλά αυτό της το είπε η κατηγορούμενη. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία για διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Είναι με ιδιαίτερη λύπη που διαπιστώνω ότι όλοι οι μάρτυρες που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι αναξιόπιστοι και οι εκδοχή που έδωσε ο καθένας είναι αναξιόπιστη, ψευδής, ανειλικρινής, υστερόβουλη και ήρθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας μια επίπλαστη εκδοχή ο καθένας τους και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μια αξιόπιστη εκδοχή ως προς τα αμφισβητούμενα σημεία, ήτοι τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, ως επίσης και για το αντάλλαγμα αυτής. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του παραπονούμενου για τους πιο κάτω λόγους: Α) Η συμπεριφορά του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καταδείκνυε άτομο το οποίο δεν ήταν φιλαλήθης, δεν ήταν πειστικός, ο τρόπος που έδινε μαρτυρία δεν ήταν πηγαίος, απαντούσε με δισταγμό, αβεβαιότητα και γενικά η όλη του συμπεριφορά δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αξιοπιστία και φιλαλήθεια του. Β) Συγκεκριμένα δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι είδε την κατηγορούμενη 2-3 φορές απογευματινές ώρες έξω από το μαγαζί του και να δίνει επιταγές στον Ανδρέα Κλεάνθους. Ο εν λόγω ισχυρισμός τέθηκε υστερόβουλα, σε μια προσπάθεια του παραπονούμενου να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτό συνηθίζετο να γίνεται άρα και σε αυτήν την περίπτωση η κατηγορούμενη έδωσε την επίδικη επιταγή στον Ανδρέα Κλεάνθους με σκοπό να την χρησιμοποιήσει όπως αυτός επιθυμούσε, άρα και να νομιμοποιείτο ο οποιοσδήποτε κομιστής να την εξαργυρώσει. Γ) Ούτε είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι η κατηγορούμενη του υποσχέθηκε όπως του εξοφλήσει την επίδικη επιταγή με την πώληση του αυτοκινήτου της, διότι αυτός ο ισχυρισμός λέχθηκε από τον ίδιο για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και σε μια προσπάθεια του να ενισχύσει την επίπλαστη, υστερόβουλη και ψευδής εκδοχή του. Δεν διακρίνω για ποιόν λόγο η κατηγορούμενη να δώσει μια τέτοια υπόσχεση στον παραπονούμενο όπως πουλήσει το αυτοκίνητο της και εξοφλήσει την επίδικη επιταγή και ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως άστοχος, ατυχής και στερείται σοβαρότητας και πειστικότητας. Δ) Ούτε είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι δεν διερωτήθηκε για τον λόγο που του δίνονταν οι επιταγές διότι ο κάτοχος των επιταγών, εννοώντας προφανώς τον εκδότη της, θα ενημερώθηκε, εννοώντας τον εκδότη τους, διότι δεν έχω ικανοποιηθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι στο παρελθόν ο παραπονούμενος εξαργύρωσε ως δικαιούχος άλλες επιταγές που έφεραν την κατηγορούμενη ως εκδότρια. Το αναμενόμενο θα ήταν να ρωτήσει ο παραπονούμενος για τον λόγο για τον οποίο η κατηγορούμενη εξέδωσε τις επιταγές αφού γνωρίζει την κατηγορούμενη από πολύ πιο παλιά από ότι γνωρίζει τον Ανδρέα Κλεάνθους, εν ΄ όψει και του γεγονότος ότι το ποσό της επίδικης επιταγής είναι αρκετά σημαντικό. Αναφορικά με την εκδοχή που έδωσε η κατηγορούμενη στο Δικαστήριο, επίσης δεν έπεισε το Δικαστήριο και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, υστερόβουλη και γενικά ούτε η κατηγορούμενη ήρθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διαπίστωσα ότι η κατηγορούμενη με την συμπεριφορά της μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της και προσέφευγε πολλές φορές στα όσα κατά την ίδια συμφωνήθηκαν μεταξύ της ίδιας και του Ανδρέα Κλεάνθους. Η απουσία του εν λόγω ατόμου από το εδώλιο του μάρτυρα, δημιούργησε πολλές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου τόσο για την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος, τόσο και για την εκδοχή που παρουσίασε η κατηγορούμενη, διότι ήταν το πρόσωπο που επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές στην μαρτυρία τους, για να δώσουν την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή τους ως προς το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στα χέρια του παραπονουμένου, που ήταν και τα κύρια αμφισβητούμενα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης η εκδοχή της κατηγορούμενης απορρίπτεται για τους πιο κάτω λόγους: Α) Δεν είναι λογικός, σοβαρός και πιστευτός ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι πίστευε πως ο λόγος για τον οποίο της ζήτησε ο Ανδρέας Κλεάνθους να αφήσει κενό το όνομα του δικαιούχου ήταν για να δοθούν οι επιταγές απευθείας στον προμηθευτή, διότι δεν είναι λογικό και αναμενόμενο μια γυναίκα ώριμη και μορφωμένη όπως είναι η κατηγορούμενη, να μην μπαίνει καν στην διαδικασία να ρωτήσει τον Ανδρέα Κλεάνθους γιατί να παραμείνει το όνομα του δικαιούχου και μάλιστα για ένα σημαντικό ποσό όπως στην παρούσα υπόθεση. Τουλάχιστον θα αναμενόταν η κατηγορούμενη να ρωτήσει τον Ανδρέα Κλεάνθους κατά την έκδοση των επιταγών συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, από που και από ποιόν θα προμηθευόταν τα ισχυριζόμενα παραγγελθέντα προϊόντα μιας τόσης μεγάλης αξίας, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Β) Δεν είναι λογικός, σοβαρός και πιστευτός ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι στην τράπεζα απάντησε ότι θα διερευνούσε τι έγινε διότι δεν εξέδωσε οποιαδήποτε επιταγή με το όνομα του παραπονουμένου, καθ΄ότι θα ήταν λογικό και αναμενόμενο από μια γυναίκα ώριμη και μορφωμένη όπως είναι η κατηγορούμενη, να καταγγείλει τον παραπονούμενο ή τουλάχιστον τον Ανδρέα Κλεάνθους στην Αστυνομία είτε για κλοπή ή πλαστογραφία, είτε για να αναφέρει στην αστυνομία τουλάχιστον τις υποψίες της για παράνομο εμπόριο με τα κατεχόμενα, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Μια εκπαιδευτικός της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι λογικό αλλά και υποχρέωση της να γνωρίζει ότι οι συναλλαγές με τα κατεχόμενα είναι τουλάχιστον ύποπτες και όφειλε να ενημερώσει δεόντως και άμεσα τις αστυνομικές αρχές. Γ) Οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης ότι δεν κατάγγειλε τον παραπονούμενο στην Αστυνομία επειδή δεν είχε δοσοληψίες μαζί του, είναι τουλάχιστον άστοχος διότι είναι λογικό και αναμενόμενο μια γυναίκα με το μορφωτικό επίπεδο της κατηγορουμένης να καταγγείλει τον παραπονούμενο στην αστυνομία για να προστατέψει τα συμφέροντα της. Δ) Η κατηγορούμενη αρχικά ανέφερε ότι την συμφωνία που είχε με τον Ανδρέα Κλεάνθους την τερμάτισε με την ανάκληση των επιταγών που του έδωσε, ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι αν ο Ανδρέας Κλεάνθους της έφερνε τα παραγγελθέντα και ήταν εντάξει μετά και από τον έλεγχο που θα έκαμνε η ίδια και διαπίστωνε ότι δεν έχουν εμπλακεί άνθρωποι του υποκόσμου και της παρανομίας, θα δεχόταν να πληρωθούν όλες οι επιταγές συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, παρουσιάζοντας έτσι μια ασαφή εικόνα ως προς τις προθέσεις της αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Υ. 2, επίσης απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, διότι διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορουμένης. Επίσης η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, διότι έτεινε να επιβεβαιώσει ένα μέρος της μαρτυρίας και της εκδοχής της κατηγορουμένης η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ήτοι της ισχυριζόμενης συμφωνίας που είχε η κατηγορούμενη με τον Ανδρέα Κλεάνθους για τα πιο πάνω αναφερθέντα προϊόντα της διακοσμητικής άμαξας και του νομίσματος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Εν όψει της απόρριψης ως αναξιόπιστων όλων των μαρτυριών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα μόνα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που μπορεί να εξάξει το Δικαστήριο, είναι αυτά των παραδεχτών γεγονότων ήτοι: Η επιταγή που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, ήτοι η επιταγή με αριθμό16357206 της ALPHA BANK CYPRUS LTD για το ποσό των Ευρώ 1,400 η οποία ήταν πληρωτέα την 10/4/2010, έχει εκδοθεί από την κατηγορούμενη, παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 15/4/2010, επιστράφηκε από την πληρώτρια τράπεζα ΑLPHA BANK CYPRUS LTD λόγω μη επαρκών υπολοίπων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της παρουσίασης της. Όμως εν όψει των σοβαρών αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και περιήλθε στην κατοχή του παραπονουμένου, και ιδίως ως προς το αντάλλαγμα αυτής και από την στιγμή που το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες όλες τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα, δεν απομένει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να αθωώσει και να απαλλάξει την κατηγορούμενη από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση του, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει, λόγω ύπαρξης σοβαρών αμφιβολιών αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και περιήλθε στην κατοχή του παραπονουμένου, και ιδίως ως προς το αντάλλαγμα αυτής. Επειδή το Δικαστήριο απέρριψε τόσο την μαρτυρία του παραπονουμένου, τόσο την μαρτυρία της κατηγορουμένης και του μάρτυρα που κάλεσε ως αναξιόπιστες, δεν εκδίδω καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.