← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Evawce Tchouake Tchawa κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5720/11, 11.7.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Evawce Tchouake Tchawa κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5720/11, 11.7.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5720/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Evawce Tchouake Tchawa
  2. Kamgang Bernard Ημερομηνία: 11.7.
  3. Για κατηγορούσα αρχή: κα Σάββα. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και μετά από αίτημα της μέχρι τότε συνηγόρου των κατηγορουμένων η υπόθεση ορίσθηκε για αγορεύσεις αναφορικά με το κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Κατά την επόμενη ορισθείσα δικάσιμο η συνήγορος υπεράσπισης με άδεια του Δικαστηρίου αποχώρησε από την εκπροσώπηση των κατηγορουμένων οπόταν αυτοί επέλεξαν όπως συνεχίσουν την υπόθεση χωρίς δικηγόρο. Ανέφεραν δε ότι είναι αθώοι και δεν διέπραξαν τα αδικήματα, θέση η οποία θα εξετασθεί από το Δικαστήριο ως εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, με δίκαιο τρόπο, ανέφερε ότι πράγματι από τη δοθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 2, 4 και
  4. Αντίθετη όμως ήταν η εισήγηση της κας Σάββα όσον αφορά τις κατηγορίες 1 και 3 για τις οποίες υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και εισηγήθηκε όπως αυτοί κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν σχετικά οι κατηγορούμενοι αλλά και η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Στην παρούσα υπόθεση και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1) και απόπειρας κλοπής χρημάτων, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 366 και 367 του Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και ο κατηγορούμενος 2 δύο κατηγορίες πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ. 154 (κατηγορίες 4 και 5). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3 οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 2 - 6.5.11 στην Πάφο, συνωμότησαν να διαπράξουν το κακούργημα της κλοπής που αναφέρεται στην κατηγορία 3 και στις 6.5.11 αποπειράθηκαν να κλέψουν το χρηματικό ποσό των €16,000, που ανήκε στο Σάββα Ανδρέου Βοσκού από την Πάφο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 ο κατηγορούμενος 1 στις 4.5.11 στην Πάφο, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €15,000, που ανήκε στο Σάββα Ανδρέου Βοσκού από την Πάφο. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 και 5 ο κατηγορούμενος 2 στις 6.5.11 στην Πάφο με σκοπό την καταδολίευση του Σάββα Ανδρέου Βοσκού από την Πάφο, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Alino από την Γαλλία και την ίδια μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου με σκοπό την καταδολίευση του Αστ. 4889 Μ. Αναστάση, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Joseph Gregory από την Γαλλία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Kamgang Bernard από το Καμερούν. Όσον αφορά το αδίκημα της κατηγορίας 1 αυτό βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «371. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος ...» Στη Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν σε σχέση με το υπό εξέταση αδίκημα τα ακόλουθα: «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει δε συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, το οποίο προβλέπεται από τα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, ως συνάγονται από το λεκτικό του άρθρου 255 είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή περιουσίας.
  2. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
  3. Ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο.
  4. Η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  5. Ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Σε σχέση με το εν λόγω αδίκημα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί με αναφορά και στην αγγλική νομολογία στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
  1. Ο ορισμός της απόπειρας δίδεται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως εξής: «
  2. Όποιος προτίθεται να διαπράξει ποινικό αδίκημα, αρχίζει να θέτει την πρόθεση του σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση της και φανερώνει τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη, αλλά δεν πραγματώνει την πρόθεση του σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι αποπειράται να το διαπράξει. Είναι αδιάφορο, εκτός καθόσον αφορά στην ποινή, κατά πόσο ο υπαίτιος διενήργησε οτιδήποτε το οποίο ήταν αναγκαίο εκ μέρους του για συμπλήρωση της διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή κατά πόσο η πλήρης πραγμάτωση της πρόθεσης του αποτράπηκε λόγω περιστατικών ανεξάρτητων από τη βούληση του ή κατά πόσο υπαναχώρησε εκούσια από την περαιτέρω επιδίωξη της πρόθεσης του. Είναι αδιάφορο ότι, λόγω περιστατικών που δεν είναι γνωστά στον υπαίτιο, η πραγμάτωση του ποινικού αδικήματος ήταν εξ αντικειμένου αδύνατος». Σε σχέση με το αδίκημα της απόπειρας σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγραμμα Archbold 35th edition par. 4104 σελ. 1583: «To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence:.................. ...................................... It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime». Θα πρέπει να γίνουν αρκετά προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι του actus reus του αδικήματος της απόπειρας (βλ. Russell on Crime, 10th edition p. 1788). Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του actus reus της απόπειρας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία να αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από το σκοπό της διάπραξης του (βλ. και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Οι κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 εδράζονται στο άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα, από το λεκτικό του οποίου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο.
  2. Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος από τη φράση «άλλο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο» φαίνεται ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο πλαστοπροσωπείται θα πρέπει να είναι υπαρκτό ή να υπήρξε στο παρελθόν. Το ποιο είναι το πρόσωπο αυτό έχει άλλωστε ουσιώδη σημασία για αυτό και το αδίκημα όχι μόνο χαρακτηρίζεται ως «πλαστοπροσωπία» αλλά και διακρίνεται από και υπάρχει ανεξάρτητα από άλλα αδικήματα τα οποία περιέχουν το συστατικό στοιχείο των ψευδών παραστάσεων. Η πιο πάνω ερμηνεία ενισχύεται και από το ότι εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας να συνίσταται στο ότι ένα πρόσωπο απλά παριστάνει τον εαυτό του με όνομα διαφορετικό από το δικό του, ανεξάρτητα δηλ. αν το όνομα αυτό ανήκει σε κάποιο άλλο υπαρκτό πρόσωπο, θα το έκανε ρητά δηλ. δεν θα προχωρούσε στην προσθήκη της φράσης «ζωντανό ή πεθαμένο». Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια την τεθείσα στην παρούσα μαρτυρία αντικειμενικά και μόνο. Από την εν λόγω μαρτυρία χωρίς να υπεισέρχομαι λοιπόν σε αξιολόγηση της φαίνονται τα ακόλουθα: Ενάμιση μήνα πριν τις 6.5.11 ενώ οι παραπονούμενοι (Αντρέας και Σάββας Αντρέου - Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) ήταν στο γραφείο τους πήγαν εκεί δύο έγχρωμοι αλλοδαποί. Ο ένας του συστήθηκε ως Frank και ότι είναι από τη Γαλλία ενώ ο άλλος, που ήταν ο κατηγορούμενος 1, δεν τους είπε το όνομα του αλλά ο Frank του είπε ότι είναι φίλος του φοιτητής. Ο Frank είπε στους παραπονούμενους ότι ήθελε να κάνει επένδυση στην Κύπρο. Τότε ο Μ.Κ.3 του είπε ότι έχει 4 μεζονέτες για πώληση και αν ήθελε να του τις πουλήσει για €700,
  1. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ.3 πήρε τον Frank και του έδειξε τις μεζονέτες και συμφώνησαν προφορικά. Ο Frank του είπε ότι τα χρήματα ήταν στη Γαλλία και θα μετέβαινε να τα φέρει στη Γαλλική Πρεσβεία και θα τον πλήρωνε. Εκείνη τη μέρα μίλησαν μόνο με το Frank. Μετά από μέρες δυο με τρεις μέρες ο Frank τηλεφώνησε στο Μ.Κ.2 από αριθμό τηλεφώνου της Γαλλίας και του είπε ότι είναι εντάξει η κουβέντα με τις μεζονέτες και όταν θα επέστρεφε στην Κύπρο θα πήγαινε να μιλήσουν. Στις 2.5.11 ο Frank πήγε στο γραφείο των παραπονουμένων με τον κατηγορούμενο 1 και ο Frank κρατούσε μαζί του μια μαύρη ταξιδιωτική τσάντα και ανέφερε ότι πήρε τα χρήματα και ότι έπρεπε αυτά να καθαριστούν. Τους εξήγησε ότι τα χρήματα ήταν σε δέσμες των €500 και €100 και άνοιξε την βαλίτσα και έβγαλε από μέσα μια γκρίζα τετράγωνη μηχανή (για πρώτη φορά τότε) και όταν ρωτήθηκε τι κάνει αυτή είπε «Θα δεις». Στη συνέχεια ο Frank ζήτησε από τον Μ.Κ.3 να του δώσει λεφτά και θα του τα επέστρεφε. Ο Μ.Κ.3 του έδωσε 4 χαρτονομίσματα των €50 και 2 των €100 και είπε στον Μ.Κ.2 να πάει σπίτι με τον Frank για να μην είναι στο γραφείο και να τους βλέπει ο κόσμος. Έτσι ο Μ.Κ.2 με τον Frank πήγαν στο σπίτι των παραπονουμένων. Όταν πήγαν εκεί ο Frank έπιασε τα χαρτονομίσματα που του έδωσε ο Μ.Κ.3 και μετά έβγαλε από τη βαλίτσα που κρατούσε μαύρες κόλλες σε μέγεθος χαρτονομίσματος, έβαλε τις κόλλες πάνω σε ένα πάγκο και τις ανακάτεψε με τα προαναφερόμενα χαρτονομίσματα. Μετά το ανακάτεμα τους έβαλε, από ένα μπουκαλάκι, μια σκόνη κίτρινου χρώματος και τύλιξε με τέλλα. Ο Frank είπε στο Μ.Κ.2 να περιμένουν ένα τέταρτο και μετά αφαίρεσαν τις τέλλες. Μετά ο Frank πήρε βαμβάκι και το πέρασε πάνω από τις μαύρες κόλλες και ο Μ.Κ.2 τότε είδε ότι οι μαύρες κόλλες έγιναν ένα χαρτονομίσματα των €500, δύο των €100 και τέσσερα των €
  2. Τότε ο Frank είπε στο Μ.Κ.2 να τα βάλουν κάπου να στεγνώσουν και μετά να τα χρησιμοποιήσουν. Ο Μ.Κ.2 ρώτησε τον Frank αν τα λεφτά ήταν πλαστά και εκείνος του είπε ότι είναι καλά και μπορεί να τα ελέγξει σε τράπεζα. Στη συνέχεια δηλ. μισή με μια ώρα μετά που έφυγαν από το γραφείο ο Μ.Κ.2 με το Frank στο σπίτι πήγε και ο Μ.Κ.3 με τον κατηγορούμενο
  3. Όταν αυτοί οι δύο έφτασαν εκεί ο Frank είχε τελειώσει το «καθάρισμα», είχε «φτιάξει» τα λεφτά, δηλαδή τα χαρτονομίσματα ήταν έτοιμα και βρίσκονταν εκεί απλώς βρεγμένα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν βρισκόταν εκεί όταν ο Frank «έφτιαχνε τα λεφτά». Ο Frank είπε στον Μ.Κ.3 ότι είχε €1,500,000 τέτοια χρήματα και ήθελε €150,000 για να τα καθαρίσει. Ο Μ.Κ.3 του είπε ότι δεν έχει τόσα χρήματα και του πρότεινε να του δώσει €15,000 και αφού θα τα «καθάριζαν» αυτά ο Frank του είπε ότι θα γίνονταν €65,000 από τα οποία ο Frank του είπε ότι θα του έδινε το ποσό των €50,000 ως προκαταβολή για την αγορά των μεζονέτων. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.3, ανέφερε στην ουσία στο Δικαστήριο, διερωτήθηκε γιατί ο Frank δεν ήθελε να κάνει μόνος του τα λεφτά του και ήθελε να «αυξήσει» τα λεφτά του Μ.Κ.3 όμως παρόλα αυτά για λόγους που ο μάρτυρας δεν εξήγησε, ως θα φανεί στη συνέχεια αποφάσισε να συνεργαστούν. Μετά λοιπόν και από την πιο πάνω συζήτηση ο Frank άφησε στους παραπονούμενους όλα τα χαρτονομίσματα που «καθάρισε» και ο Μ.Κ.2 πήρε τον Frank και τον κατηγορούμενο 1 στον χώρο στάθμευσης στην Κ. Πάφο δίπλα από το γραφείο του. Λόγω του ότι είχε αμφιβολίες για τη γνησιότητα των εν λόγω χαρτονομισμάτων ο Μ.Κ.2 αγόρασε μηχανή ελέγχου χαρτονομισμάτων με την οποία έλεγξε τα χαρτονομίσματα και η μηχανή δεν του έδειξε ότι ήταν πλαστά. Τα χαρτονομίσματα αυτά τα πήρε στην τράπεζα ο Μ.Κ.3, τα έλεγξε και διαπίστωσε ότι ήταν γνήσια. Στις 3.5.11 ο Frank τηλεφώνησε στο Μ.Κ.3 και ο τελευταίος του είπε ότι θα ήθελε να συνεργαστεί μαζί του και ότι βρήκε τις €15,000 και ο Frank του είπε να κανονίσει να είναι σε χαρτονομίσματα των €100 και €500 και συμφώνησαν να συναντηθούν στο γραφείο των παραπονούμενων στις 4.5.
  4. Όλες τις πιο πάνω συζητήσεις για τα λεφτά ο Μ.Κ.3 τις έκανε μόνο με το Frank. Στις 4.5.11 ο Frank πήγε στο γραφείο των παραπονουμένων μόνος του αυτή τη φορά με την ταξιδιωτική τσάντα. Ο Μ.Κ.3 έδωσε το ποσό των €15,000 στον Μ.Κ.2 σε χαρτονομίσματα των €500 και €100 και ο Μ.Κ.2 πήγε στο σπίτι τους με τον Frank. Εκεί ο Μ.Κ.2 έδωσε τις €15,000 στο Frank και λίγο μετά πήγε και ο Μ.Κ.
  5. Στη συνέχεια ο Frank ανακάτεψε τα χαρτονομίσματα που του έδωσαν με μαύρες κόλλες σε μέγεθος χαρτονομισμάτων, έβαλε πάνω σκόνη, τα τύλιξε σε μαύρο σελοφάν, τα τέλλαρε και μετά έβγαλε από την τσάντα την μηχανή που προαναφέρθηκε, συνέδεσε τη μηχανή στο ρεύμα και την άναψε, έβαλε μέσα τις €15,000 μαζί με τις μαύρες κόλλες. Μετά από δύο με τρία λεπτά ο Frank τα έβγαλε από τη μηχανή τα έδωσε στο Μ.Κ.2 και του είπε να τα βάλει κάπου υπό πίεση. Ο Μ.Κ.2 τα έβαλε κάτω από ένα πλακάζ και από πάνω έβαλε μια πέτρα να τα κρατά. Ο Frank τους είπε ότι δεν πρέπει να τα ανοίξουν μέχρι την Παρασκευή δηλ. στις 6.5.11 γιατί θα καταστραφούν. Μετά ο Μ.Κ.2 πήρε το Frank με το αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης στην Κάτω Πάφο και επέστρεψε σπίτι του. Αργότερα το απόγευμα οι παραπονούμενοι υποψιάστηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και άνοιξαν το σελοφάν οπόταν διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχαν μόνο οι μαύρες κόλλες (τεκμήριο 6) και ότι έλειπαν οι €15,
  6. Τότε ο Μ.Κ.3 αντιλήφθηκε ότι τον ξεγέλασαν και το απόγευμα της ίδιας μέρα τηλεφώνησε στο Frank και του είπε ότι βρήκε ακόμη €16,000 για να τα «καθαρίσει» με σκοπό να τον δελεάσει να πάει για να τον συλλάβει η Αστυνομία. Ο Frank του υποσχέθηκε ότι θα πάει στις 6.5.
  7. Εδώ να σημειωθεί ότι οι παραπονούμενοι στις 4.5.11, μετά που συμφώνησαν σχετικά, έδωσαν γραπτές καταθέσεις με τις οποίες κατήγγειλαν στην Αστυνομία ότι ο Frank τους έκλεψε το ποσό των €15,000, αναφέροντας όμως ότι το ποσό αυτό κλάπηκε από συρτάρι του γραφείου τους στο οποίο το είχαν. Δήλωσαν όμως στην ουσία στο Δικαστήριο ότι δεν υιοθετούν το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων τους γιατί δεν ήταν η αλήθεια και ότι προέβηκαν σε αυτές γιατί ως ο Μ.Κ.2 ανέφερε φοβήθηκαν και ντράπηκαν για το ότι έγινε. Στις 6.5.11 περί ώρα 09:30 εμφανίσθηκαν στο γραφείο των παραπονουμένων ο κατηγορούμενος 1 με τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο οι παραπονούμενοι έβλεπαν για πρώτη φορά και όταν ο Μ.Κ.3 ρώτησε ποιος είναι αυτός του είπε ότι είναι o Alino από τη Γαλλία. Ο Μ.Κ.3 ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 γιατί δεν ήλθε ο Frank και εκείνος του είπε ότι είχε πρόβλημα και ότι θα «καθάριζε» αυτός τα χρήματα μαζί με τον κατηγορούμενο
  8. Οι κατηγορούμενοι δεν κρατούσαν οτιδήποτε μαζί τους π.χ. μαύρες κόλλες, μηχανή, βαλίτσα και δεν ζήτησαν λεφτά από τους παραπονούμενους. Οι δε παραπονούμενοι δεν έδωσαν στους κατηγορούμενους οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ως ανέφεραν άλλωστε οι παραπονούμενοι οι €16,000 δεν υπήρχαν αλλά ήταν απλά τέχνασμα για να δελεαστεί ο Frank να ξαναπάει ώστε να συλληφθεί από την Αστυνομία. Οι κατηγορούμενοι ποτέ δεν πήραν τηλέφωνο τους παραπονούμενους, οι οποίοι πάντα μιλούσαν με τον Frank. Όταν λοιπόν οι κατηγορούμενοι πήγαν στο γραφείο των παραπονουμένων αυτοί τηλεφώνησαν στην Αστυνομία και ανέφεραν ότι ένα από τα πρόσωπα που τους έκλεψε το πιο πάνω χρηματικό ποσό βρισκόταν στο γραφείο τους μαζί με δεύτερο άγνωστο τους πρόσωπο. Περί ώρα 09:45 πήγαν στο γραφείο των παραπονουμένων ο Α/Αστ. 2026 Συμεών Χ'Γιαννάκης (Μ.Κ.5) με τους Α/Αστ. 4554 και Αστ. 2495 όπου ο Μ.Κ.3 τους υπέδειξε τους κατηγορούμενους. Αμέσως ο Μ.Κ.5 υπέδειξε στους κατηγορούμενους την αστυνομική του ταυτότητα και τους ζήτησε να του παρουσιάσουν τα προσωπικά τους έγγραφα και του ανάφεραν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπικά έγγραφα στην κατοχή τους. Ακολούθως τους ρώτησε πως ονομάζονται και ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι ονομάζεται Αλινο από τη Γαλλία ενώ ο κατηγορούμενος 1 Εβανς από το Καμερούν. Στη συνέχεια και περί ώρα 09:50 ο κατηγορούμενος 2 έβγαλε από την τσέπη του μια κάρτα (τεκμήριο 5) την οποία έβαλε στο στόμα του και προσπάθησε να την καταστρέψει μασώντας την. Αμέσως επενέβηκε ο Μ.Κ.5 και κατάφερε να αποσπάσει την κάρτα η οποία όμως είχε σχιστεί στη μέση. Ο Μ.Κ.5 επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 2 στο νόμο στην αγγλική γλώσσα και εκείνος του είπε «It's mίne». Η εν λόγω κάρτα έγραφε «Coin star money transfer» και έφερε αριθμό αριθμό 213...2586 δηλ. φαινόταν ότι έλειπε μετά το 2132 ένας αριθμός στο σημείο που είχε σχιστεί. Λόγω του ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπικά έγγραφα στην κατοχή τους συνελήφθηκαν για εξακρίβωση στοιχείων και οδηγήθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου όπου βρισκόταν ο Αστ. 4889 Μάριος Αναστάση (Μ.Κ.1) εξεταστής της προαναφερόμενης εις βάρος των παραπονουμένων υπόθεσης κλοπής. Εκεί ο Μ.Κ.5 ενημέρωσε τον Μ.Κ.1 για τα γεγονότα που προηγήθηκαν και ο Μ.Κ.1 στην παρουσία του Μ.Κ.5 ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 πως ονομάζεται και εκείνος του ανάφερε ότι ονομάζεται Εβανς και είναι από το Καμερούν. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 πως ονομάζεται και αυτός του υπέδειξε μια ταυτότητα µε αριθµό 040397Β02164 (τεκμήριο 4) η οποία ανέγραφε ότι ανήκε σε κάποιον Joseph Gregοry. Ακολούθως από έλεγχο που έκαναν οι αστυφύλακες διαπίστωσαν ότι το πρόσωπο που υπήρχε στη φωτογραφία της ταυτότητας (τεκμήριο 4) δεν έμοιαζε με τον κατηγορούμενο 2 οπόταν ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε ξανά πως ονομάζεται και αυτός ανάφερε ότι ονομάζεται Bemard Kamgang και ότι είναι από το Καμερούν. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου 2 στο νόμο στην αγγλική γλώσσα και εκείνος απάντησε «I found it in the beach in Limassol» (Την βρήκα στη παραλία στη Λεµεσό). Ο Μ.Κ.1 από έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι η κάρτα τεκμήριο 5 ήταν κάρτα μεταφοράς χρημάτων και ανήκε στο όνομα που αναφερόταν στην ταυτότητα τεκμήριο
  9. Όσον αφορά το καθεστώς των κατηγορουμένων ο Μ.Κ.1 ενημερώθηκε από το Αστ.1292 Σ. Χρυσοστόμου της ΥΑΜ Πάφου ότι αυτοί διαμένουν νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας. Το τεκμήριο 4 στάληκε για εξετάσεις στο Εργαστήριο Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας όπου το εξέτασε ο Αστ. 2335 Στέφανος Φωτίου (Μ.Κ.4), ο οποίος και ετοίμασε σχετική έκθεση που κατέθεσε ως τεκμήριο
  10. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο ο Μ.Κ.4 «εξέτασε και σύγκρινε το τεκμήριο «Δελτίο ταυτότητας Γαλλίας με αρ. 040397Β02164 στο όνομα JOSEPH GREGORY, JEAN-YVES και το σύγκρινε με αντίστοιχο γνήσιο δείγμα που υπάρχει στη συλλογή του εργαστηρίου και διαπίστωσε ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ασφάλειας και κατά τη γνώμη του πρόκειται για γνήσιο δελτίο ταυτότητας Γαλλίας. Δεν είναι σε θέση όμως να γνωρίζει αν τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή αν αυτό εκδόθηκε από αρμόδια αρχή». Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.4 διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν το εν λόγω δελτίο ταυτότητας εκδόθηκε νόμιμα από τις αρχές της Γαλλίας. Στην αντεξέταση του σε ερώτηση αν μπορεί άλλη κυβέρνηση να εκδώσει τέτοιες ταυτότητες απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Στην παρούσα όλα τα στοιχεία ασφαλείας του εν λόγω δελτίου είναι σωστά οπόταν η έκδοση του έγινε με τον αρμόδιο τρόπο-μέθοδο αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο αυτός που το έκδωσε είχε την αρμοδιότητα ή την νομιμότητα να το εκδώσει. Σε ερώτηση ενόψει του προηγούμενου αν συμφωνεί ότι υπάρχει πιθανότητα το όνομα που αναγράφεται στο τεκμήριο 4 να μην είναι κάποιου πολίτη της Γαλλίας απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν υπήρχε στην πραγματικότητα τέτοιο όνομα ως αυτό που είναι αναγραμμένο στην ταυτότητα. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1 το τεκμήριο 4 δεν στάληκε για εξετάσεις στο εξωτερικό. Στο εξωτερικό στάληκαν τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό με αίτημα όπως δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες. Η σχετική επιστολή στάληκε στην Ιντερπόλ στις 10.5.2011 αλλά δεν λήφθηκε ακόμη σχετική απάντηση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις επίδικες κατηγορίες. Αρχίζοντας από την κατηγορία 2, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της οποίας ο κατηγορούμενος 1 στις 4.5.11 στην Πάφο, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €15,000 από τον Μ.Κ.3, θα πρέπει να λεχθεί ότι από την προαναφερθείσα μαρτυρία φαίνεται ξεκάθαρα ότι η μόνη «εμπλοκή» του κατηγορούμενου 1 ήταν ότι στις συναντήσεις που είχαν προηγουμένως με τον Frank οι παραπονούμενοι, ο κατηγορούμενος 1 απλά τον συνόδευε. Αλλά και κατά τις συναντήσεις αυτές ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν συνέχεια με το Frank. Στις 2.5.11 που ο Frank έκανε για πρώτη φορά το τέχνασμα με τον «καθαρισμό» χρημάτων στο σπίτι των παραπονουμένων η διαδικασία αυτή έγινε μόνο στην παρουσία του Μ.Κ.2 ενώ ο κατηγορούμενος 1 με τον Μ.Κ.3 πήγαν εκεί μετά που αυτό τελείωσε. Όλες δε οι συζητήσεις που έγιναν ήταν με τον Frank και ο κατηγορούμενος 1 δεν συμμετείχε σε καμία συζήτηση ή στις ενέργειες του Frank. Τέλος στις 4.5.11 όταν έγινε στην ουσία η κατ' ισχυρισμό κλοπή των €15,000 ο κατηγορούμενος 1 δεν πήγε καν εκεί αλλά όλα, συμπεριλαμβανομένης και της κλοπής του ποσού, τα έκανε ο Frank. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος. Σύμφωνα τώρα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 3 οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 2 - 6.5.11 στην Πάφο, συνωμότησαν να διαπράξουν το κακούργημα της κλοπής που αναφέρεται στην κατηγορία 3 δηλ. να κλέψουν από το Μ.Κ.3 το ποσό των €16,000 και στις 6.5.11 αποπειράθηκαν να κλέψουν από το Μ.Κ.3 το προαναφερόμενο ποσό. Σε σχέση με την κατηγορία της συνωμοσίας θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι κατήρτισαν μεταξύ τους συμφωνία για να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής. Η κατηγορούσα αρχή εδράζει ουσιαστικά την υπόθεση της και για τις δύο κατηγορίες στο γεγονός ότι στις 6.5.11 εμφανίσθηκαν στο γραφείο των παραπονουμένων οι κατηγορούμενοι αντί του Frank, με τον οποίο οι παραπονούμενοι είχαν συνεννοηθεί από πριν να πάει για να τους «καθαρίσει» το πιο πάνω ποσό, και ο κατηγορούμενος 2 είπε στους παραπονούμενους ότι θα το «καθάριζαν» αυτοί. Από τη μαρτυρία που έχει προαναφερθεί φαίνεται ότι όταν οι κατηγορούμενοι πήγαν εκεί δεν κρατούσαν κανένα αντικείμενο από αυτά, που σύμφωνα με τους παραπονούμενους, είχε χρησιμοποιήσει στις 2 και 4.5.11 ο Frank για να κάνει το τέχνασμα με το οποίο πέτυχε την κατ' ισχυρισμό κλοπή των €15,000 από τους παραπονούμενους. Πέραν της εμφάνισης των κατηγορουμένων και της αναφοράς του κατηγορούμενου 2 ότι θα «καθάριζαν» αυτοί τα χρήματα κανένας από τους κατηγορούμενους δεν ζήτησε να του δοθεί οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό ούτε και να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά. Με δεδομένο λοιπόν ότι η διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από τον Frank έγινε μέσα από ένα τέχνασμα που περιλάμβανε μια «διαδικασία καθαρίσματος» χρημάτων είναι εμφανές ότι οι κατηγορούμενοι δεν έκαναν καμία ενέργεια ακόμη και προς έναρξη αυτής της «διαδικασίας». Αυτά ανεξαρτήτως του ότι εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχε τέτοιο ποσό στην κατοχή των παραπονουμένων για να κλαπεί, κάτι που όμως σύμφωνα με το άρθρο 366, ως αντικειμενική αδυναμία πραγμάτωσης του αδικήματος είναι αδιάφορη. Το σύνολο λοιπόν των ενεργειών των κατηγορουμένων κρίνω ότι δεν καταδεικνύει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι αυτοί άρχισαν να θέτουν σε εφαρμογή με μέσα που είναι πρόσφορα για την πραγμάτωση πρόθεσης τους να διαπράξουν το εν λόγω αδίκημα και δεν φανερώνουν τέτοια πρόθεση με κάποια έκδηλη πράξη ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετείται απόπειρα διάπραξης της κλοπής. Η όλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν μπορεί να λεχθεί ότι ήταν άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξη του αδικήματος. Επανερχόμενος στην κατηγορία της συνωμοσίας, ελλείψει άμεσης μαρτυρίας για την κατάρτιση συμφωνίας, θα πρέπει να εξετασθεί αν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία τέθηκε σ' εφαρμογή ώστε να εξάγονται σχετικά συμπεράσματα από την κοινή δράση των κατηγορουμένων. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως φαίνεται ξεκάθαρα από τις λεπτομέρειες αδικήματος η συνωμοσία, η οποία προσάπτεται στους κατηγορούμενους, έλαβε χώραν μεταξύ αυτών και μόνο. Και αυτό παρά το ότι αποτελεί επίσης θέση της κατηγορούσας αρχής, ως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία που προσκόμισε, ότι στην ουσία η εμφάνιση των κατηγορουμένων στις 6.5.11 στο γραφείο των παραπονουμένων δεν μπορεί να έγινε παρά μόνο κατόπιν εμπλοκής του Frank, με δεδομένο ότι οι κατηγορούμενοι δεν μίλησαν πριν με τους παραπονούμενους για οτιδήποτε. Παρά ταύτα η κατηγορούσα αρχή επέλεξε να μην περιλάβει στην εν λόγω κατηγορία ως μέλος της συνομωσίας και τον Frank. Για αυτό λοιπόν θα πρέπει να αποδειχθεί προς στοιχειοθέτηση της κατηγορίας 1 ότι η συνωμοσία έγινε μεταξύ των κατηγορουμένων και μόνο και όχι μεταξύ αυτών αλλά και του Frank. Από τη μαρτυρία φαίνεται λοιπόν ότι όταν οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν στο γραφείο των παραπονουμένων αυτός που μίλησε ήταν μόνο ο κατηγορούμενος 2 και από το σύνολο της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, στη οποία έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε «κοινή δράση» τους που να οδηγεί ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σε συμπέρασμα ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων για διάπραξη του αδικήματος της κλοπής των €16,000 από το Μ.Κ.
  11. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά και στις καταθέσεις του κατηγορούμενου 1 (τεκμήρια 7 και 18) όπου αυτός δεν παραδέχεται ότι έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με οποιονδήποτε για το σκοπό αυτό αλλά ότι μετέβηκε με τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο των παραπονουμένων στην Πάφο, χωρίς να ξέρει τι θα έκανε, ουσιαστικά για να τον οδηγήσει εκεί μετά που του το ζήτησε ο Frank εφόσον ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε που ήταν το γραφείο των παραπονουμένων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμία από τις κατηγορίες 1 και
  12. Τέλος όσον αφορά τις κατηγορίες της πλαστοπροσωπίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, από τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι αυτός παρουσίασε στις 6.5.11 τον εαυτό του στο Μ.Κ.3 ως τον Alino από την Γαλλία και την ίδια μέρα στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, επιδεικνύοντας την ταυτότητα τεκμήριο 4, παρέστησε στην ουσία τον εαυτό του στον Μ.Κ.1 ως τον Joseph Gregory από την Γαλλία ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Kamgang Bernard από το Καμερούν. Απομένει λοιπόν να εξεταστεί αν από την υπάρχουσα μαρτυρία προκύπτει ότι τα πρόσωπα τα οποία παρέστησε τον εαυτό του ο κατηγορούμενος 2 δηλ. ο Alino και ο Joseph Gregory είναι υπαρκτά ή υπήρξαν στο παρελθόν. Αρχίζοντας από την κατηγορία 4 θα πρέπει να λεχθεί ότι για τον Alino δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό είναι ή ήταν υπαρκτό. Όσον αφορά την κατηγορία 5 η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίχθηκε βασικά στο ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε την ταυτότητα τεκμήριο 4, όπου αναγράφονται τα στοιχεία κάποιου Joseph Gregory. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1 τα στοιχεία αυτά στάληκαν, μέσω επιστολής ημερ. 10.5.11, στην Ιντερπόλ με αίτημα όπως δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες. Απάντηση όμως δεν λήφθηκε ακόμη. Το ερώτημα λοιπόν που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο το τεκμήριο 4 αποτελεί απόδειξη ότι το πρόσωπο, τα στοιχεία του οποίου αναγράφονται σε αυτό, είναι υπαρκτό ή υπήρξε στο παρελθόν. Ως προς το θέμα αυτό ο Μ.Κ.4 εξέτασε το τεκμήριο 4 και το σύγκρινε με αντίστοιχο «γνήσιο δείγμα» που υπάρχει στη συλλογή του εργαστηρίου και διαπίστωσε ότι διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία ασφάλειας και κατά τη γνώμη του πρόκειται για γνήσιο δελτίο ταυτότητας Γαλλίας. Παρόλα αυτά πέραν του ότι ο Μ.Κ.4 δεν ανέφερε τι ακριβώς ήταν, πως εξασφαλίστηκε και με ποιο τρόπο θεωρείται «γνήσιο» το δείγμα βάση του οποίο έγινε η σύγκριση με το τεκμήριο 4, ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή αν αυτό εκδόθηκε νόμιμα και από αρμόδια αρχή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η πιο πάνω μαρτυρία όπως και αν αξιολογηθεί στο τέλος της δίκης δεν μπορεί να άρει το κενό αλλά και την αμφιβολία που ήδη έχει δημιουργηθεί αναφορικά με το κατά πόσο το υπό αναφορά πρόσωπο ήταν ή είναι υπαρκτό. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συναφώς ο καθένας τους αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που τον αφορούν. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Συνωμοσία - Κλοπή και απόπειρα κλοπής - Πλαστοπροσωπία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.