← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Δημήτρης Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11584/10, 19 Ιουλίου, 2011

Δημοκρατία ν. Δημήτρης Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11584/10, 19 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2011:14 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΦΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Α. Κονή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11584/10 Δημοκρατία ν.

  1. Δημήτρης Χρυσάνθου
  2. Φίλιος Γεωργιάδης Κατηγορουμένων ------------------ Ημερομηνία: 19 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού (κ. Στ. Ερωτοκρίτου για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Χ"Λοίζου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Ευσταθίου (κ. Χ"Λοίζου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δηλαδή συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν τα κακουργήματα των κατηγοριών 2 μέχρι και
  3. 2η κατηγορία Απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό, κατά παράβαση των άρθρων 250 και 20 του Κεφ. 154, δηλαδή του Rafat Alhmoud Alrachou, από τη Συρία. 3η κατηγορία Μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα σύλληψη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 31 του Νόμου που προβλέπει τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση Ν.163(Ι)/2005, δηλαδή του πιο πάνω προσώπου. 4η κατηγορία Σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση των άρθρων 5

(2)(β),
(3)που αφορά την Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας Ν.235/1990και άρθρου 20 του Κεφ. 154, σε βάρος του ιδίου προσώπου. 5η κατηγορία Απαίτηση χρημάτων δι' απειλών με σκοπό την κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 290 και 20 του Κεφ. 154, δηλαδή του ποσού των €1.200 από το ίδιο πρόσωπο. 6η κατηγορία Κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 105 και 20 του Κεφ. 154, δηλαδή απήγαγαν το ίδιο πρόσωπο και τον υπέβαλαν σε σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία με σκοπό το κέρδος. 7η κατηγορία Δεκασμός δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση των άρθρων 100 (α) και 20 του Κεφ. 154, δηλαδή δέχθηκαν το ποσό των €400 από το πιο πάνω πρόσωπο για χάρη παράλειψης εκπλήρωσης των καθηκόντων του λειτουργήματος τους, δηλαδή να αποτρέψουν τη σύλληψη του ο οποίος εν γνώσει τους διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. 8η κατηγορία Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ. 154, δηλαδή του ποσού των €400 από το πιο πάνω πρόσωπο. 9η κατηγορία Διαφθορά κατά παράβαση των άρθρων 2, 3(α), 5 και 6 του περί Προλήψεως Διαφθοράς Νόμου, Κεφ. 161 και άρθρο 20 του Κεφ. 154, δηλαδή έλαβαν από το ίδιο πρόσωπο το ποσό των €400 για τέλεση πράξης που υποδηλεί διαφθορά. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος τα πιο πάνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 18.9.2009 στη Πάφο, σε βάρος του Rafat Alhmoud Alrachou. Επιπλέον ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό (10η κατηγορία), δεκασμό δημόσιου λειτουργού (11η κατηγορία), κλοπή (12η κατηγορία), διαφθορά (13η κατηγορία), απαίτηση χρημάτων δι' απειλών με σκοπό την κλοπή (14η κατηγορία), κατάχρηση εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό (15η κατηγορία), σκληρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (16η κατηγορία) και τέλος για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 (17η κατηγορία). Τα αδικήματα της 10ης μέχρι και 13ης κατηγορίας διαπράχθηκαν στις 22.9.2009, ενώ εκείνα της 14ης μέχρι και της 17ης κατηγορίας στις 25.5.2010, στην Πάφο και όλα στρέφονται εναντίον του ιδίου προσώπου. Προτού προχωρήσουμε να παραθέσουμε με κάποια λεπτομέρεια τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και των κατηγορουμένων θα σκιαγραφήσουμε πολύ συνοπτικά την εκδοχή τους. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής Κατόπιν πληροφοριών ότι ένας αλλοδαπός με το όνομα Rafat αντιμετώπιζε προβλήματα κατά την διάρκεια κράτησης του στα κρατητήρια της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου με ενδεχόμενο την ανάμειξη μέλους ή μελών της Αστυνομικής Δύναμης, διορίστηκε από τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Κ. Ερωτοκρίτου ανακριτική ομάδα με προϊστάμενο τον Υπαστυνόμο Αργύρη Φωτίου (Μ.Κ. 13) και ως μέλη το Λοχία 1275 Χρυσόστομο Χρίστου (Μ.Κ.14), το Λοχία 1213 Φοίβο Ευθυβούλου (Μ.Κ.15) και τον αστυφύλακα 495 Γιώργο Δημητρίου (Μ.Κ.6) προς διερεύνηση της υπόθεσης. Αφετηρία των εξετάσεων ήταν η λήψη στις 27.5.2010 γραπτής κατάθεσης από τον Rafat Alhmoud Alrachou-παραπονούμενο (Μ.Κ.31) σε όλες τις κατηγορίες, ο οποίος πρόβαλε τους εξής ισχυρισμούς: Σε επιχείρηση της Αστυνομίας σε ανεγειρόμενη οικοδομή για έλεγχο παράνομων εργοδοτουμένων, ο παραπονούμενος εγκατέλειψε το μέρος στη προσπάθεια του να διαφύγει της σύλληψης, αφήνοντας πίσω το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής CAS
  1. Αυτό παραλήφθηκε από την Αστυνομία και μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου όπου και παρέμεινε στην αυλή. Ο παραπονούμενος, επειδή διέμενε παράνομα στη Κύπρο, ζήτησε από τον φίλο του Abdulrahim Alm Al Kadro (Μ.Κ.24) να μεριμνήσει ώστε να του επιστραφεί το αυτοκίνητο του. Για το σκοπό αυτό προσήλθαν μαζί στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, αλλά ο παραπονούμενος παρέμεινε απ' έξω. Στην απαίτηση του Abdulrahim να του επιστραφεί το αυτοκίνητο, η Αστυνομία του ζήτησε ορισμένα έγγραφα του αυτοκινήτου τα οποία ο ίδιος τους προμήθευσε την επόμενη μέρα. Αυτή τη φορά εισήλθε στον Σταθμό και ο παραπονούμενος αφού τον είχε πληροφορήσει τηλεφωνικά ο Abdulrahim, ενώ αυτός βρισκόταν ακόμα εντός του Αστυνομικού Σταθμού, ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα. Ο αστυνομικός που συνομιλούσε με τον Abdulharim ρώτησε τον παραπονούμενο από πού είχε αγοράσει τις ζάντες (ριμς) του αυτοκινήτου του και όταν αυτός του απάντησε ότι ήταν ήδη στο αυτοκίνητο όταν το αγόρασε, ο αστυνομικός τον χαστούκισε στην αριστερή πλευρά του προσώπου του. Ακολούθως, τον οδήγησε δια της βίας σε ένα μικρό δωμάτιο στο χώρο των κρατητηρίων όπου συνέχισε να τον χτυπά για μια ώρα περίπου στο πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματος του. Σε κάποιο στάδιο ο αστυνομικός εγκατέλειψε το μέρος κλειδώνοντας την πόρτα, με σκοπό να επικοινωνήσει ο παραπονούμενος με τον Halet που ήταν το πρόσωπο που του είχε πωλήσει το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια μετά 5 λεπτά ο αστυνομικός επέστρεψε μαζί με κάποιον άλλο ψηλό αστυνομικό και όταν ο παραπονούμενος τους είπε ότι δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Halet, άρχισαν και οι δύο να τον κτυπούν με τα χέρια τους σε όλα τα μέρη του σώματος του. Τους ζήτησε να σταματήσουν να τον κτυπούν γιατί είχε πρόβλημα με το αριστερό του αυτί, αλλά αυτοί άρχισαν να τον κτυπούν σ' αυτό το σημείο. Τον ανάγκασαν να κάτσει σε μια καρέκλα και ο αστυνομικός που συνάντησε αρχικά, κάθισε σε μια άλλη πίσω από το γραφείο ενώ ο ψηλός αστυνομικός ξάπλωσε πάνω στο γραφείο βάζοντας τα δύο του πόδια στο κεφάλι του παραπονούμενου και άκουγε μουσική από το κινητό του τηλέφωνο. Ο ψηλός αστυνομικός τον χτυπούσε με τα χέρια του στο κεφάλι και μετά κάθισε στη πλάτη του παραπονούμενου βιντεογραφώντας την όλη σκηνή με το κινητό του τηλέφωνο, ενώ ταυτόχρονα απαίτησε όπως ο παραπονούμενος "γκαρίσει". Δεν του άρεσε το "γκάρισμα" γι' αυτό και του ζήτησε να το επαναλάβει, όπως και έκαμε. Ακολούθως οι δύο αστυνομικοί έφυγαν και επέστρεψαν μαζί με ένα άντρα κρατούμενο, από την Μπαγκλαντές, ο οποίος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι θα έπρεπε να πληρώσει στους δύο αστυνομικούς €1.200 για τρεις λόγους δηλαδή για να πάρει το αυτοκίνητο του, γιατί ήταν παράνομος στη Κύπρο, και ως η αξία των ζαντών. Τότε ο παραπονούμενος κάλεσε τηλεφωνικά τον Abdulrahim να έλθει στην Αστυνομία όπως και έγινε. Τελικά οι αστυνομικοί συμφώνησαν με τον Abdulrahim να τους δώσει ο παραπονούμενος €1.000 μέχρι τις 20:30 διαφορετικά θα τον φυλάκιζαν επειδή ήταν παράνομος στη Κύπρο. Τότε ο παραπονούμενος ζήτησε από φίλους του να του φέρουν χρήματα και οι Abdullah και Jamil έδωσαν στον Abdulrahim €400 σε μετρητά, τα οποία o Abdulrahim έδωσε στη συνέχεια στον αστυνομικό. Αφού αυτός τα καταμέτρησε τους είπε ότι ήταν λίγα και συμφώνησαν όπως το υπόλοιπο δοθεί την επόμενη ημέρα. Ο παραπονούμενος δανείστηκε άλλα €300 από τον φίλο του Jamil τα οποία μετά 2-3 μέρες ο φίλος του Abdulrahim έδωσε στον αστυνομικό. Με την τελευταία πληρωμή, ο Abdulrahim κατάφερε και έβγαλε το αυτοκίνητο του από την αυλή της Αστυνομίας το οποίο ο παραπονούμενος, που είχε παραμείνει έξω, το πήρε και έφυγε. Μετά μια βδομάδα ο αστυνομικός του ζήτησε τηλεφωνικά άλλα €300 και ο παραπονούμενος του απάντησε ότι θα του τα έδινε όταν θα έβρισκε δουλειά. Στις 22.5.2010 ο παραπονούμενος συνελήφθη από την Αστυνομία για παράνομη παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τέθηκε υπό κράτηση. Κατά την διάρκεια της κράτησης του ανακρίθηκε για εξεταζόμενες υποθέσεις κλοπών. Μετά 2-3 μέρες είδε στο χώρο της Αστυνομίας τον αστυνομικό στον οποίο είχε δώσει τα €700 ο οποίος του ζήτησε το υπόλοιπο, δηλαδή άλλα €
  2. Επειδή ο παραπονούμενος δεν είχε στη κατοχή του τέτοιο ποσό, ο αστυνομικός τον χτύπησε μέσα στο κελλί του, και αφού τον μετέφερε ακολούθως σε ένα άλλο αστέγαστο χώρο των κρατητηρίων, τον άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του στα σίδερα των κρατητηρίων του Αστυνομικού Σταθμού. Ο αστυνομικός έλεγξε επίσης τα προσωπικά του αντικείμενα με σκοπό να αποσπάσει το ποσό των €300 και επειδή δεν εντόπισε οποιαδήποτε χρήματα, του ζήτησε να τηλεφωνήσει σε φίλους του για να του φέρουν. Το βράδυ προσήλθαν στην Αστυνομία ο φίλος του Mustafa μαζί με κάποιον άλλο, οι οποίοι πρότειναν στον αστυνομικό όπως αντί να του δώσουν τα €300 να του δώσουν πίσω τις ζάντες, πρόταση που απέρριψε ο αστυνομικός επιμένοντας στην απαίτηση του για πληρωμή των €
  3. Η εκδοχή των κατηγορουμένων Ήταν η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 ότι όσα του καταλογίζονται είναι ψέματα. Σε καμία περίπτωση δεν συνάντησε τον παραπονούμενο στις 18.9.2009 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Συνάντησε μόνο τον Abdulrahim τον οποίο πληροφόρησε ότι οι ζάντες του αυτοκινήτου που ήλθε να παραλάβει από την Αστυνομία, ήταν οι δικές του που είχαν κλαπεί στις 5.9.
  4. Η πρώτη φορά που είδε τον παραπονούμενο ήταν στις 25.5.2010, τυχαία στα κρατητήρια, όπου και του ζήτησε είτε την πληρωμή €300 ως την αξία των ζαντών ή την επιστροφή τους. Πρόσθεσε δε ότι ουδέποτε κακοποίησε τον παραπονούμενο ή δέχθηκε χρήματα για να του παραδώσει το αυτοκίνητο ή για άλλο σκοπό. Ο κατηγορούμενος 2 πρόταξε πλήρη άγνοια για όσα κατηγορείται, προβάλλοντας τη θέση ότι τον παραπονούμενο τον είδε για πρώτη φορά όταν κλήθηκε να τον αναγνωρίσει ο παραπονούμενος στο χώρο της Αστυνομίας και εκείνος δεν τον αναγνώρισε. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή Στη βάση της μαρτυρίας του παραπονούμενου η ανακριτική ομάδα άρχισε τις εξετάσεις της για διερεύνηση της υπόθεσης, με αρχικό της μέλημα τον εντοπισμό των δύο αστυνομικών που ενέχοντο στην υπόθεση. Σε όλες τις κατηγορίες ο παραπονούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο και αυτές πηγάζουν από δύο ξεχωριστά ουσιαστικά χρονικά σημεία. Η πρώτη ομάδα κατηγοριών αφορά σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμό επεσυνέβησαν στις 18.9.2009 και 22.9.2009 εντός του χώρου των κρατητηρίων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου και η δεύτερη στις 22.5.2010 εντός του ιδίου χώρου. Οι ημερομηνίες 18.9.2009 και 22.9.2009 ήταν επιλογή των μελών της ανακριτικής ομάδας, εφόσον ο παραπονούμενος δεν έδωσε συγκεκριμένη ημερομηνία όσον αφορά το πρώτο επεισόδιο της κακοποίησης του. Στις ημερομηνίες αυτές κατέληξαν οι ανακριτές κατόπιν μελέτης διαφόρων στοιχείων, κυρίως των ημερολογίων καθηκόντων της Αστυνομίας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου και τη σειρά που φέρεται να έλαβαν χώρα τα γεγονότα που περιέγραψε στη κατάθεση του, καθώς και το ότι οι δύο κατηγορούμενοι στις 18.9.2009 βρίσκονταν σε υπηρεσία στο Τμήμα Παραπόνων. Στον εντοπισμό τους συνέτεινε και το γεγονός ότι το μικρό όνομα του κατηγορούμενου 1 ήταν Δημήτρης που συμφωνούσε με εκείνο που είχε κάνει αναφορά ο παραπονούμενος ότι ήταν το όνομα του αστυνομικού στον οποίο πληρώθηκε το ποσό των €
  5. Εναντίον του κατηγορούμενου 1 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και συνελήφθηκε στις 28.5.
  6. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε "Είμαι αθώος". Ανακρινόμενος προφορικά από τον Μ.Κ.13 άρχισε να περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον παραπονούμενο, στην παρουσία των Μ.Κ.14 και Μ.Κ.
  7. Κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.13, ο Μ.Κ.14 άρχισε να τηρεί ημερολόγιο για τα τεκταινόμενα κατά την ανάκριση (Τεκμήριο 27) το οποίο υπεγράφη στο τέλος και από τους τρεις ανακριτές. Για μέρος του περιεχομένου του ημερολογίου και άλλες προφορικές δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 κατά την ανάκριση του, διεξήχθηκε δίκη εντός δίκης όσον αφορά την δεχτότητα των δηλώσεων του οι οποίες με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δεν έγιναν δεκτές ως μαρτυρία, για τους λόγους που αναφέρουμε στην εν λόγω απόφαση. Στις 30.5.2010 ο παραπονούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών εντός των κρατητηρίων και στις 2.6.2010 διενεργήθηκε αναγνωριστική παράταξη προσώπων με υπεύθυνο τον Υπαστυνόμο Κλεάνθη Κλεάνθους (Μ.Κ.16) στην οποία ο παραπονούμενος και άλλοι μάρτυρες Αραβικής καταγωγής αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος λάμβανε μέρος ιστάμενος σε διαφορετικές θέσεις δικής του επιλογής. Κατά την διαδικασία τηρείτο ημερολόγιο ενεργείας από τον Μ.Κ.14 (Τεκμήριο 27) και Αναφορά (Τεκμήρια 36Α, Β, Γ , Δ και Ε). Στην παράταξη ο Μ.Κ.16 φρόντισε όπως λάβουν μέρος μέλη της Αστυνομικής δύναμης περίπου της ίδιας ηλικίας, ιδίου σωματότυπου, χρώματος μαλλιών και προσώπου. Ο Μ.Κ.16 εξήγησε ότι κάθε φορά που θα αναγνωρίζετο από κάποιον, ο κατηγορούμενος 1 πληροφορείτο ότι ήταν ελεύθερος να αλλάξει θέση στην παράταξη, δικαίωμα που είχε ασκήσει. Κατά τη διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης ο αστυφύλακας 1825 Ανδρέας Χριστοφίδης (Μ.Κ.1) ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας λάμβανε φωτογραφίες (βλ. σετ 36 φωτογραφιών-Τεκμήριο 3). Ο Μ.Κ.1 προέβη επίσης στις 29.5.2010 σε φωτογράφηση των τραυμάτων του παραπονούμενου (βλ. σετ φωτογραφιών-Τεκμήριο 2) στην παρουσία και υπόδειξη του Ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (Μ.Κ.32). Την 1.6.2010 συνελήφθη επίσης ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος πληροφορούμενος για τους λόγους σύλληψης του δήλωσε πλήρη άγνοια. Ο αστυφύλακας 2588 Ανδρέας Π"Κλεοβούλου (Μ.Κ.2) ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας προέβη στις 30.5.2010 σε φωτογράφηση των υποδείξεων σκηνών από μέρους του παραπονούμενου εντός του χώρου των κρατητηρίων, στη παρουσία των Μ.Κ.6, Μ.Κ.13 και Μ.Κ.15, καθώς και του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής HPZ 227 (σετ 13 φωτογραφιών-Τεκμήριο 5). Ο ίδιος αστυφύλακας είχε επίσης συνοδεύσει πέντε πρόσωπα Αραβικής καταγωγής από τα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, όπου επιτηρούνταν από τον Μ.Κ.13, στην αίθουσα διαλέξεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου για να λάβουν μέρος στην αναγνωριστική παράταξη και ακολούθως σε γραφεία για λήψη της κατάθεσης τους. Κατά την διαδικασία υπόδειξης σκηνών τηρήθηκε ειδικό έντυπο (Τεκμήρια 13Α και Β) εκ των οποίων το Τεκμήριο 13(Α) υπογράφη από τον παραπονούμενο και το Τεκμήριο 13(Β) από τα μέλη της Αστυνομίας που έλαβαν μέρος. Μέσω του Λοχία 3695 Σάββα Ζήνωνος (Μ.Κ.3) εξασφαλίστηκε το κινητό τηλέφωνο του παραπονούμενου το οποίο μαζί με τα δύο κινητά τηλέφωνα του κατηγορούμενου 2 και άλλο ένα του κατηγορούμενου 1 στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις από τον αστυφύλακα 2886 Α. Αλεξάνδρου (Μ.Κ.4). Στις 9.6.2010 τα τηλέφωνα τοποθετήθηκαν στην αποθήκη τεκμηρίων της Αστυνομίας για ασφαλή φύλαξη από τον αστυφύλακα 1827 Μιχάλη Καλλή (Μ.Κ.10). Είναι παραδεκτό γεγονός ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε σχετικό με την παρούσα υπόθεση από την εξέταση τους (βλ. κατάθεση του αστυφύλακα 962 Α. Χριστοδούλου-Τεκμήριο 31), γι' αυτό και τα τηλέφωνα επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους. Εξασφαλίστηκε επίσης μέσω του αστυφύλακα 2026 Σίμου Χ"Γιαννάκη (Μ.Κ.5) το ημερολόγιο καθηκόντων του Τμήματος Μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου για την περίοδο από 28.5.2009 μέχρι 25.10.2009 (Τεκμήριο 9) και το Ημερολόγιο Καθηκόντων του Γραφείου Παραπόνων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου για την περίοδο από 19.8.2009 μέχρι 28.9.2009 (Τεκμήριο 10). Ο αστυφύλακας 3281 Χαράλαμπος Ιωάννου (Μ.Κ.7) ήταν εκείνος που εντόπισε τον παραπονούμενο σε πρατήριο καυσίμων στις 22.5.2010 και επειδή τον έκρινε ως ύποπτο για κλοπή, τον μετέφερε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου για εξακρίβωση στοιχείων. Περαιτέρω την ίδια μέρα διεξήχθηκε έρευνα στην κατοικία του Jamil Tatouz (Μ.Κ.29) από την Συρία στην οποία βρίσκονταν τα προσωπικά αντικείμενα του παραπονούμενου, και την ίδια μέρα ο Μ.Κ.7 παρέδωσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής CAS 815, που βρισκόταν στην κατοχή του παραπονούμενου, στον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του που ήταν φίλος του παραπονούμενου. Τελικά η ώρα 22:30 της 22.5.2010 ο παραπονούμενος συνελήφθη από τον αστυφύλακα 3491 Χάρη Χρυσοστόμου (Μ.Κ.8) για παράνομη είσοδο και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τέθηκε υπό κράτηση. Η Αναπληρωτής Λοχίας 1577 Αλεξία Πατριώτη (Μ.Κ.9) είχε χειριστεί την υπόθεση παράνομης εργοδότησης κατά την οποία συνελήφθηκαν δύο αλλοδαποί ενώ άλλοι δύο, ένας εκ των οποίων ο παραπονούμενος, διέφυγαν της σύλληψης. Στα πλαίσια των καθηκόντων της παρέλαβε στις 16.9.2009 από τον αστυφύλακα 3795 Γιώργο Μέρτα (Μ.Κ.27) που είχε λάβει μέρος στην επιχείρηση τα κλειδιά του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής CAS 815 που είχε εγκαταλειφθεί στο μέρος από τον παραπονούμενο και μαζί με την γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.27 τα παρέδωσε ακολούθως στην Γ/αστυφύλακα 3420 που θα την αντικαθιστούσε στη βάρδια. Ο Υπαστυνόμος Μιχάλης Νικολάου (Μ.Κ.11) ήταν το πρόσωπο που στις 26.5.2010 έλαβε την πληροφορία ότι κάποιος Σύριος ονόματι Rafat κακοποιείτο από άγνωστο αστυνομικό στα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Αφού εντοπίστηκε ο Rafat στις 27.5.2010 στα κρατητήρια από τον αστυφύλακα 3892 Αχιλλέα Νικολάου (Μ.Κ.12), αυτός οδηγήθηκε ενώπιον του Μ.Κ.11 στον οποίο υπέβαλε παράπονο ότι κακοποιήθηκε από κάποιον αστυνομικό ονόματι Δημήτρη, παραθέτοντας λεπτομέρειες. Ο Μ.Κ.11 ενημέρωσε στη συνέχεια τους ανώτερους του οι οποίοι ανέθεσαν στην ανακριτική ομάδα, που αναφέραμε ανωτέρω, την διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.14 μέλος της ανακριτικής ομάδας έλαβε δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον κατηγορούμενο 1 στις 28.5.2010 και 4.6.2010 (Τεκμήρια 23 και 25 αντίστοιχα) και από τον κατηγορούμενο 2 την 1.6.2010 (Τεκμήριο 24). Επίσης εκτέλεσε καθήκοντα υπευθύνου καταχωρήσεων κατά την διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης προσώπων, στην οποία έλαβε μέρος ο κατηγορούμενος 1, σε ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 27). Ο Μ.Κ.14 ήταν επίσης παρών όταν κλήθηκε ο παραπονούμενος στο γραφείο Αξιωματικών και Λοχιών του ΤΑΕ Πάφου να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 2 κατόπιν δικής του συγκατάθεσης, και ο παραπονούμενος ήταν σίγουρος ότι δεν τον αναγνώρισε ως ένα εκ των αστυνομικών που τον κακοποίησαν. Παρόντες κατά την διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου 2 ήταν και ο Μ.Κ.11, οι αστυφύλακες 1760 και 3990 καθώς και ο Μ.Κ.
  8. Σχετική αναφορά εντοπίζεται στο ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήρια 28 και 29). Ούτε ο Abdulrahim (Μ.Κ. 24) αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 να βρίσκεται εντός των κρατητηρίων στις 18.9.
  9. Ο αστυφύλακας 4026 Μάριος Στυλιανού (Μ.Κ.17) στις 25.5.2010 εργαζόταν στην ίδια βάρδια με τον κατηγορούμενο 1 και στο ίδιο τμήμα. Ενώ ήταν καθήκον στη πύλη του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού του ζητήθηκε και έλαβε μέρος στις προσπάθειες εντοπισμού ενός κινητού τηλεφώνου που ανήκε σε περιουσία κρατούμενου που τελικά διαφάνηκε ότι από παραδρομή είχε τεθεί σε περιουσία άλλου κρατούμενου. Με την ανεύρεση του, ο Μ.Κ.17 επέστρεψε στη θέση του ως φρουρός στην πύλη. Γύρω στις 21:00 τρεις άντρες Αραβικής καταγωγής μαζί με δύο γυναίκες ζήτησαν να δουν κάποιο αστυνομικό που σχετίζετο με κάποιες ζάντες αυτοκινήτου. Την ίδια στιγμή πλησίασε ο κατηγορούμενος 1 και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μετά από λίγο ο κατηγορούμενος 1 άνοιξε την πύλη και εισήλθαν στην αυλή οι δύο άντρες όπου συνέχισαν την συνομιλία τους έξω από το γραφείο Παραπόνων χωρίς ο μάρτυρας να αντιληφθεί να έχει συμβεί οτιδήποτε το ιδιαίτερο ή να έλθουν σε διαμάχη. Μετά 20 λεπτά οι δύο αλλοδαποί έφυγαν χωρίς να του υποβάλουν οποιοδήποτε παράπονο. Ο Μ.Κ.17 δεν πρόσεξε αν οι δύο άντρες είχαν εισέλθει καθόλου εντός του χώρου των κρατητηρίων μαζί με τον κατηγορούμενο
  10. Ούτε επίσης άκουσε να έχει συμβεί οτιδήποτε εκτός των κρατητηρίων και ούτε τον κάλεσε κανένας να παράσχει βοήθεια. Η Καίτη Παρασκευά (Μ.Κ.18) διαμένει με την οικογένεια της σε κατοικία δίπλα ακριβώς από το γκαράζ αυτοκινήτων του Jamil (Μ.Κ.29). Όπως ανέφερε, 3-4 μέρες πριν τις 29.5.2010 ήλθε στο σπίτι της ο Jamil και της ζήτησε να του γράψει σε ένα άσπρο χαρτί ένα αριθμό τον οποίο διάβαζε από το κινητό του τηλέφωνο καθώς και το όνομα Δημήτρης (Τεκμήριο 12). Η Γεωργία Μαυρομούστακου (Μ.Κ.19) η οποία διατηρεί ασφαλιστικό γραφείο προμήθευσε τον Abdulrahim (Μ.Κ.24) με καλυπτικό σημείωμα ασφαλιστικής κάλυψης (Τεκμήρια 40 και 41) για το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAS 815 στο όνομα της Alina-Constantina Filip για περίοδο 4 μηνών από τις 17.9.2009, όπως της είχε ζητήσει. Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 18.9.2009, ο Μ.Κ.24 την ξαναεπισκέφθηκε και της έδωσε πίσω το σημείωμα ζητώντας της να το ακυρώσει χωρίς οποιαδήποτε χρέωση, με το δικαιολογητικό ότι υπήρχε πρόβλημα στη μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Ο Γεώργιος Λαιλής (Μ.Κ.20) εκτέλεσε χρέη μεταφραστή κατά τη λήψη των δύο γραπτών καταθέσεων του παραπονούμενου (Τεκμήρια 63 και 64) ημερομηνίας 27.5.2010 και 2.6.2010 αντίστοιχα, κατά την διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης προσώπων που διοργανώθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό στις 2.6.2010 και κατά την αναγνώριση προσώπου δηλαδή του κατηγορούμενου 2 από τον παραπονούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ την ίδια ημερομηνία. Ο αστυφύλακας 1358 Χρίστος Μαρίνου (Μ.Κ.28) ενώ ήταν σε υπηρεσία στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος 1 του κατήγγειλε τηλεφωνικά γύρω στις 11:00 ότι στις 5.9.2009 άγνωστος του έκλεψε τις ζάντες του αυτοκινήτου του ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο έξω από το μηχανουργείο του Τάσου Θρασυβούλου στη Λεμεσό, αξίας €800 περίπου. Του ανέφερε επίσης ότι σκοπός της αναφοράς του ήταν μόνο για πληροφορία του Σταθμού και για πιθανή μελλοντική χρήση (βλ. καταχώρηση στο Ημερολόγια Παραπόνων και Συμβάντων-Τεκμήριο 60). Ο Μ.Κ. 28 θυμάται ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι είχε βρεί ένα αυτοκίνητο που πιθανόν οι ζάντες του να ήταν οι δικές του, χωρίς ο μάρτυρας να θυμάται οτιδήποτε άλλο από την συνομιλία τους. Ο Υπαστυνόμος Νίκος Χ"Οικονόμου (Μ.Κ.23) κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα καταχωρήσεων του Αξιωματικού Υπηρεσίας στο Ημερολόγιο Αξιωματικών Υπηρεσίας κατά την 18.9.2009, όσον αφορά τον έλεγχο των κρατητηρίων όπου διαφαίνονται τα εξής: Η ώρα 03:15 όλοι οι κρατούμενοι δηλαδή 12 άντρες και 3 γυναίκες κοιμούνταν στα κελιά τους και επικρατούσε ησυχία (αρ. καταχ. 257). Η ώρα 07:45 συνομίλησε με όλους τους κρατούμενους δηλαδή 12 άντρες και 3 γυναίκες και δεν εξέφρασε κανένας παράπονο (αρ. καταχ. 261). Η ώρα 16:00 συνομίλησε με όλους τους κρατούμενους δηλαδή 10 άντρες και 2 γυναίκες και δεν εξέφρασε κανένας παράπονο (αρ. καταχ. 266). Η ώρα 19:35 με τη συνοδεία του αστυφύλακα 71 Χρήστου Αγαθοκλέους (Μ.Υ.1) έλεγξε τα κρατητήρια των αντρών στα οποία κρατούντο 9 άντρες και με την Γ/αστυφύλακα 5161 εκείνα των γυναικών στα οποία κρατείτο μόνο 1 γυναίκα (αρ. καταχ. 271). Κατέθεσε επίσης αντίγραφα καταχωρήσεων για τις 25.5.2010 όπου στις 19:40 σε έλεγχο του αξιωματικού υπηρεσίας οι κρατούμενοι, 12 άντρες και 1 γυναίκα, συνομίλησαν μαζί του (αρ. καταχ. 357) και δεν εξέφρασε κανένας παράπονο. Σε έλεγχο στις 26.5.2010 η ώρα 23:00 οι κρατούμενοι ήταν 16 άντρες και 3 γυναίκες (αρ. καταχ. 370). Στις 27.5.2010 σε έλεγχο η ώρα 04:30 οι κρατούμενοι ήταν 16 άντρες και 2 γυναίκες (αρ. καταχ. 373). Σε άλλο έλεγχο η ώρα 23:25 της ίδιας μέρας οι κρατούμενοι ήταν 14 άντρες και 3 γυναίκες (αρ. καταχ. 382). Ο Μ.Κ. 23 ως ο Υπεύθυνος του Γραφείου Παραπόνων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου στις 18.9.2009, από έλεγχο που έκαμε στο Ημερολόγιο Καθηκόντων του Σταθμού διαπίστωσε ότι από η ώρα 07:00 μέχρι 19:00 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με τον αστυφύλακα 1844 ήταν σε υπηρεσία στο Τμήμα Παραπόνων ενώ στις 22.9.2009 τις ίδιες πιο πάνω ώρες ήταν σε υπηρεσία ο κατηγορούμενος 1 και οι αστυφύλακες 1200 και
  11. Από έλεγχο που έκαμε για τις 25.5.2010 στη βάρδια από 19:00 μέχρι 07:00 της επόμενης μέρας εργάζονταν ο κατηγορούμενος 1, ο Μ.Κ.17, ο Λοχίας 4501 και ο αστυφύλακας
  12. Τόσο για τις 25.5.2010 όσο και για τις 26.5.2010 δεν ενημερώθηκε για οποιοδήποτε επεισόδιο εντός των κρατητηρίων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Ούτε ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο 1 για οποιοδήποτε πρόβλημα ή διαφορά του με κρατούμενο κατά τον Σεπτέμβρη του 2009 ή στις 25-26.5.
  13. Ο αστυφύλακας 1784 Κώστας Κλεόπα (Μ.Κ.26) έλαβε κατάθεση από τον Abdulrahim (Τεκμήρια 52Α και Β) με τη βοήθεια του διερμηνέα (Μ.Κ.25). Αυτόπτες μάρτυρες στις δύο κατ' ισχυρισμό περιπτώσεις κακοποίησης του παραπονούμενου στις 18.9.2009 και 25.5.2010 αντίστοιχα, διατείνονται ότι υπήρξαν και δύο φίλοι του παραπονούμενου, Αραβικής καταγωγής, ενώ άλλοι δύο άντρες επίσης Αραβικής καταγωγής μαρτύρησαν για άλλα σχετικά ζητήματα. Ο Mustafa Tatuz (Μ.Κ.21) από τη Συρία διαμένει στη Κύπρο μαζί με την σύζυγο του από την Λεττονία και την ανήλικη θυγατέρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, 4-5 μέρες πριν τις 29.5.2010 του τηλεφώνησε ο Mannan Issa, Συριακής καταγωγής και του ζήτησε να τον συνοδεύσει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Κάποιος αστυνομικός που ήταν στην πύλη τους επέτρεψε να εισέλθουν χωρίς τις γυναίκες τους οι οποίες παρέμειναν απ' έξω. Ένας νεαρός αστυνομικός βγήκε έξω από ένα κτίριο στ' αριστερά της πύλης και τους ζήτησε να εισέλθουν στο εσωτερικό του κτιρίου, αφού του εξήγησαν το σκοπό της επίσκεψης τους. Ο ίδιος αστυνομικός άνοιξε δύο πόρτες σιδερένιες μέσα από τις οποίες βρίσκονταν περίπου είκοσι κρατούμενοι και φώναξε στον παραπονούμενο να βγει έξω. Επειδή ήταν δύσκολη η συνεννόηση με τον αστυνομικό λόγω γλώσσας, ο αστυνομικός ζήτησε από ένα ηλικιωμένο άντρα περίπου 90 χρονών, όπως αναφέρει στη κατάθεση του, επίσης κρατούμενο, να μεταφράζει την συνομιλία που είχαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα ο Mannan ρώτησε τον παραπονούμενο αν γνώριζε ότι οι τροχοί του αυτοκινήτου που του έδωσε ήταν κλοπιμαίοι και ο παραπονούμενος του απάντησε αρνητικά. Ο αστυνομικός τότε είπε στον Mannan ότι οι τροχοί ήταν δικοί του και ότι τους έκλεψε ο παραπονούμενος. Ο αστυνομικός ρώτησε τον Mannan πόσα τους αγόρασε και αυτός απάντησε €100 πλέον €160 η αξία των λαστίχων που αγόρασε ο ίδιος. Αμέσως μετά, ο αστυνομικός έπιασε τον παραπονούμενο από τα μαλλιά και χτύπησε το κεφάλι του στη πόρτα και ακολούθως τον χτυπούσε στο κεφάλι και στην κοιλιά και τον κλωτσούσε στα πόδια. Ο Mustafa διαμαρτυρήθηκε αλλά ο αστυνομικός του είπε ότι ο παραπονούμενος ήταν ψεύτης. Τότε ο παραπονούμενος του ζήτησε να δώσει στον αστυνομικό τους τροχούς για να σταματήσει να τον κτυπά, αφού τον είχε ξανακτυπήσει πολλές φορές. Ακολούθως ο αστυνομικός οδήγησε πίσω τον παραπονούμενο στα κρατητήρια και ενώ έφευγαν, ο αστυνομικός είπε στον Mannan να του δώσει €300 ή €400, αν ήθελε να κρατήσει τους τροχούς. Ο Mannan αρνήθηκε να δώσει χρήματα αναφέροντας στον αστυνομικό ότι την Παρασκευή θα του προσκόμιζε τους τροχούς. Έξω συνάντησαν τον αδελφό του Jamil που συζητούσε έντονα με τον αστυνομικό στη πύλη γιατί δεν του επέτρεπε να δει τον παραπονούμενο. Μαζί με τον Jamil ήταν και κάποιος ονόματι Hamis με την σύζυγο του που είχαν παραμείνει έξω. Τότε ήλθε ένας άλλος αστυνομικός και οδήγησε τον Jamil μέσα στο κτίριο. Μετά 15 λεπτά, ο Jamil του ζήτησε τηλεφωνικά να εισέλθει, όπως και έκαμε. Στο εσωτερικό του κτιρίου ο Jamil του είπε ότι συμφώνησαν με τον αστυνομικό ή να του δώσουν τα χρήματα που ζήτησε ή να του επιστρέψουν τους τροχούς. Φεύγοντας, είπε στο Mannan την απαίτηση του αστυνομικού αλλά εκείνος αρνήθηκε να δώσει τα χρήματα ή τους τροχούς. Ο Μ.Κ.21 αναγνώρισε στο Δικαστήριο αλλά και κατά την διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης τον κατηγορούμενο 1 ως τον αστυνομικό που χτύπησε τον παραπονούμενο. Ο Abdullah Ahmad Allali (Μ.Κ.22) Συριακής καταγωγής διαμένει στη Κύπρο με τη σύζυγο του που είναι Ελληνίδα και είναι φίλος και συγχωριανός με τον παραπονούμενο. Τον Σεπτέμβρη του 2009 ο παραπονούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και του ζήτησε δανεικά χρήματα για να τα δώσει σε ένα αστυνομικό, όπως του είπε, που τον χτυπούσε μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό και δεν τον άφηνε να φύγει. Όπως του εξήγησε, τον είχαν συλλάβει και υπολείποντο μόνο €
  14. Ο Abdullah συμφώνησε να τον βοηθήσει και ο παραπονούμενος του είπε να συναντήσει έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό τον Abdulrahim, που τον είχε γνωρίσει μέσω του παραπονούμενου, και να του δώσει τα χρήματα. Μετά ½ ώρα περίπου συνάντησε τον Abdulrahim έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό και του έδωσε τα €140 σε χαρτονομίσματα δηλαδή δύο των €50 και τέσσερα των €
  15. Ο Abdulrahim εισήλθε στον Σταθμό ενώ ο ίδιος τον ανέμενε έξω. Μετά 20 λεπτά περίπου βγήκε έξω ο παραπονούμενος και μετά πέντε λεπτά εξήλθε και ο Abdulrahim οδηγώντας το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Όπως τον πληροφόρησε την επόμενη μέρα ο παραπονούμενος, κάποιος αστυνομικός τον είχε κτυπήσει μέσα στον Αστυνομικό Σταθμό και για να τον αφήσει να φύγει αναγκάστηκε να του δώσει €700 περίπου. Καταλήγοντας, ο Abdullah διευκρίνισε ότι τα γεγονότα που περιέγραψε στη μαρτυρία του συνέβησαν κατά την δεύτερη σύλληψη του παραπονούμενου που έγινε τον Μάιο του
  16. Ο Abdulrahim (Μ.Κ.24) φίλος και αυτός του παραπονούμενου τον Σεπτέμβρη του 2009 ενέγραψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAS 815 στο όνομα της γυναίκας του για να μπορέσει ο παραπονούμενος να το πάρει από την Αστυνομία εφόσον ο ίδιος ήταν παράνομος και δεν θα του το έδιναν. Αφού φρόντισε μέσω της Μ.Κ.19 να εκδοθεί το σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο, ο Abdulrahim μετέβη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να παραλάβει το αυτοκίνητο προσκομίζοντας τα απαραίτητα έγγραφα. Τον πλησίασε ένας αστυνομικός, που αναγνώρισε μετά ως τον κατηγορούμενο 1, και τον ρώτησε αν το αυτοκίνητο ήταν δικό του αναφέροντας του ότι οι ζάντες ήταν οι δικές του που του έκλεψαν. Ο Abdulrahim του απάντησε ότι το αυτοκίνητο ανήκε στο φίλο του που περίμενε απ' έξω και τότε ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε να τον φωνάξει για να τον ρωτήσει πού βρήκε τις ζάντες. Ο Abdulrahim βγήκε έξω και είπε στον παραπονούμενο να εισέλθει στο χώρο της Αστυνομίας και να μην φοβάται. Τότε ο κατηγορούμενος 1 πήρε τον παραπονούμενο στα κρατητήρια και ενώ του ιδίου του είπε να περιμένει σ' ένα γραφείο των Μικροπαραβάσεων στο οποίο βρισκόταν ένας Λοχίας. Όμως επειδή είχε δουλειά, εγκατέλειψε το μέρος. Η ώρα 17:00 της ίδιας μέρας του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και του ζήτησε να του δώσει €
  17. Επειδή ο ίδιος δεν κρατούσε μετρητά έδωσε στον κατηγορούμενο 1 δύο επιταγές για €300 και €
  18. Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να τις παραλάβει οπότε ο Abdulrahim τις εξαργύρωσε σε ένα γραφείο το οποίο του απέκοψε €
  19. Ακολούθως ο παραπονούμενος του ζήτησε τηλεφωνικά να πάει στον Abdullah για να του δώσει €140 όπως και έκαμε. Στη συνέχεια προσήλθε στο γραφείο του κατηγορούμενου 1 στον Αστυνομικό Σταθμό όπου είδε ένα άλλο αστυνομικό να έχει "καβαλλικέψει" τον παραπονούμενο σαν να ήταν μουλάρι για 20 λεπτά, ενώ ο παραπονούμενος ήταν γονατιστός στο έδαφος, και να κτυπά μαζί με τον κατηγορούμενο 1 με τα χέρια και πόδια τους την πλάτη του παραπονούμενου. Τότε ο Abdulrahim έδωσε στον αστυνομικό τα €440, που είχε εξασφαλίσει, ο οποίος τα έβαλε στην τσέπη του αναφέροντας του ότι τα υπόλοιπα €60 του τα οφείλει ο ίδιος. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του έδωσε τα έγγραφα του που κατακρατούσε εκτός από το διαβατήριο του. Ο παραπονούμενος έδωσε επίσης στον αστυνομικό €200 που είχε στη τσέπη του και μετά έφυγε. Ακολούθως ο Abdulrahim μαζί με τον κατηγορούμενο 1 πήγαν σε ένα γραφείο όπου ο κατηγορούμενος 1 πήρε από ένα φάκελο τα κλειδιά του αυτοκινήτου του παραπονούμενου και του τα έδωσε. Τότε ο ίδιος οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από το Σταθμό το οποίο παρέδωσε στη συνέχεια στον παραπονούμενο που βρισκόταν απ' έξω. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και του ζήτησε το υπόλοιπο εκ €60 και τις ζάντες, διαφορετικά η απαίτηση του ήταν να του πληρώνουν €200 κάθε εβδομάδα. Του ξανατηλεφώνησε μετά μια βδομάδα αλλά ο μάρτυρας τον παρέπεμψε στον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος 1 συνέχισε να του τηλεφωνά, όπως και στον παραπονούμενο, και σε κάποια φάση σταμάτησε. Μετά 7 μήνες, μέσα στον Μάιο του 2010, όπως πληροφορήθηκε από τον Jamil, είχε συλληφθεί ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 1 τον χτυπούσε στα κρατητήρια. Τότε ο ίδιος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 να τον ρωτήσει γιατί τον χτυπά και εκείνος του απάντησε ότι ο λόγος ήταν γιατί δεν του έδωσε τα χρήματα. Ακολούθως ο Jamil κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία όπου τον κάλεσαν και έδωσε κατάθεση. Ο Abdulrahim κλήθηκε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 2 ως τον αστυνομικό που "καβαλίκεψε" τον παραπονούμενο αλλά δεν τον αναγνώρισε. Τον αναγνώρισε όμως όταν τον είδε στο Δικαστήριο μέσα στον Μάιο του
  20. Τον κατηγορούμενο 1 τον είχε αναγνωρίσει στο Δικαστήριο και προηγουμένως κατά την διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης. Ο Jamil Tatuz (Μ.Κ.29) διατηρεί γκαράζ αυτοκινήτων στην Πάφο. Όπως ανέφερε, 7-8 μήνες πριν τις 27.5.2010 τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος και του ζήτησε να εγγράψει το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής CAS 815 στο όνομα του για να μπορέσει να το παραλάβει από την Αστυνομία που το κρατούσε. Ο ίδιος αρνήθηκε γιατί δεν ήθελε να έχει μπλεξίματα με την Αστυνομία. Μετά 2-3 μέρες ο παραπονούμενος τον ξαναεπισκέφθηκε και τον πληροφόρησε ότι το θέμα είχε διευθετηθεί και ο φίλος του Abdulrahim ήδη βρισκόταν στην Αστυνομία για να παραλάβει το αυτοκίνητο. Ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν ακόμα στο γκαράζ του, του τηλεφώνησε ο Abdulrahim και τον πληροφόρησε ότι κάποιος αστυνομικός ισχυριζόταν ότι οι ζάντες του αυτοκινήτου ήταν δικές του και έπρεπε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό. Στη συνέχεια πέρασε από το γκαράζ του ο Abdulrahim και παρέλαβε τον παραπονούμενο. Μετά 2-3 μέρες τον ξαναεπισκέφθηκε ο παραπονούμενος και του ανέφερε ότι πήρε πίσω το αυτοκίνητο αλλά πλήρωσε στον αστυνομικό €700 που του είχε ζητήσει επειδή ήταν παράνομος, αφού τον είχε μάλιστα κτυπήσει. Όπως του είπε ο Abdulrahim, που ήταν παρών στη συζήτηση τους, εκείνου του είχε πάρει το alien card (βιβλιάριο αλλοδαπού) ως ενέχυρο, το οποίο θα του επέστρεφε με την πληρωμή των €
  21. Μετά 2-3 μήνες συναντήθηκε με τον Abdulrahim ο οποίος του ανέφερε ότι πήγε στο σπίτι του αστυνομικού στη Λεμεσό στην Ομόνοια και του έδωσε πίσω το alien card, χωρίς να του δώσει χρήματα. Στις 25.5.2010 του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και του ανέφερε ότι βρισκόταν στη φυλακή και ότι ο αστυνομικός στον οποίο είχε δώσει €700 τον κτυπούσε και του ζητούσε να του δώσει είτε €700 είτε τις ζάντες του αυτοκινήτου του. Τότε ζήτησε από τον φίλο του Hamis να τον μεταφέρει στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, αφού πληροφόρησε σχετικά προηγουμένως τον αδελφό του Mustafa. Όταν ανέφερε στον αστυνομικό που στεκόταν στη πύλη για το σκοπό της επίσκεψης του, εκείνος τηλεφώνησε σε κάποιον. Μετά μισό λεπτό τον πλησίασε ένας αστυνομικός, που αναγνώρισε μετά στην αναγνωριστική παράταξη ως τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος του ζήτησε τα χρήματα. Ο Jamil του απάντησε ότι τα χρήματα προορίζοντο για τον παραπονούμενο και τον ρώτησε γιατί τον κτυπούσε. Ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε ότι αν συνέχιζε να φωνάζει θα τον έβαζε και εκείνον φυλακή και έδωσε οδηγίες στον αστυνομικό της εισόδου να του επιτρέψει να εισέλθει στο χώρο του Σταθμού. Τον οδήγησε ακολούθως σε ένα δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν και ο παραπονούμενος. Ο ίδιος ρώτησε τον κατηγορούμενο 1 γιατί ζητά και άλλα €700 αφού ήδη πήρε €700 και σε ερώτηση του κατηγορούμενου 1 πώς το γνωρίζει, ο Jamil του είπε ψέματα ότι αυτός έδωσε τα χρήματα στον Abdulrahim για να του τα δώσει. Συμφώνησαν να πάει ξανά την ερχόμενη Παρασκευή όταν θα είχε υπηρεσία ο κατηγορούμενος 1, για να του πάρει τα χρήματα που ζήτησε. Φεύγοντας, κάλεσε τον κατηγορούμενο 1 να σταματήσει να κτυπά τον παραπονούμενο αλλά εκείνος του απάντησε ότι θα συνεχίσει να το κάνει και τον κάλεσε να σταματήσει να φωνάζει αρπάζοντας τον από το λαιμό και απειλώντας τον ότι θα τον βάλει στη φυλακή. Ο Jamil τότε ήθελε να πάει στο γραφείο του ΤΑΕ να τον καταγγείλει, αλλά δεν τον άφησαν και τον έβγαλαν έξω. Στις 26.5.2010 τον επισκέφθηκε στο γκαράζ του ο Abdulrahim και του ανέφερε ότι κάποιος αστυνομικός κτυπά τον παραπονούμενο και του ζητά χρήματα για τις ζάντες. Στην παρουσία του, ο Abdulrahim τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 1 και τον ρώτησε γιατί κτυπά τον παραπονούμενο καλώντας τον να σταματήσει να το κάνει γιατί θα έχει πρόβλημα. Αφού έφυγε ο Abdulrahim, ο Jamil του τηλεφώνησε και ζήτησε το όνομα του αστυνομικού και τον αριθμό τηλεφώνου του τα οποία κατέγραψε σε ένα άσπρο χαρτί (Τεκμήριο 12) η Μ.Κ.
  22. Ο παραπονούμενος, εκτός των όσων ανέφερε στις γραπτές του καταθέσεις το ουσιώδες μέρος των οποίων έχει παρατεθεί στην αρχή της απόφασης μας ως αντιπροσωπεύον την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, στη δια ζώσης μαρτυρία του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ως τον ψηλό αστυνομικό που τον υπέβαλε σε εξευτελιστική μεταχείριση, προβάλλοντας τη θέση ότι εκείνον που του υπέδειξαν οι αστυνομικοί να αναγνωρίσει κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, ήταν άλλο πρόσωπο και όχι ο κατηγορούμενος
  23. Για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής θα αναφερθούμε και στη μαρτυρία της Ιατρού Μάρως Σβανά (Μ.Κ.30) και του Ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (Μ.Κ.32). Η Μ.Κ.30 στις 27.5.2010 εξέτασε τον παραπονούμενο και τα κλινικά της ευρήματα ήταν μικροεκδορές αριστερού ώμου και υπεραιμία δηλαδή ερυθρότητα του αριστερού ακουστικού πόρου (βλ. Έκθεση-Τεκμήριο 62) ενώ της παραπονέθηκε για άλγος αριστερού ωτός και ήπιο άλγος της έξω επιφάνειας του αριστερού μηρού. Η ίδια δεν κάλεσε ωτορινολαρυγγολόγο να εξετάσει τον παραπονούμενο, αλλά τον συμβούλευσε να αποταθεί σε τέτοιον σε περίπτωση επιμονής των συμπτωμάτων. Στις 29.5.2010 ο παραπονούμενος εξετάστηκε επίσης, με τη χρήση των υπηρεσιών του διερμηνέα Nazntat Katie (Μ.Κ.25), από τον Ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους ο οποίος το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν θλαστική εκχύμωση 3,5 x 3,5 εκατοστών στην αριστερή ακρωμιακή χώρα ενώ ο παραπονούμενος κατά την ψηλάφηση αιτιάτο πόνο. Λόγω αναφοράς του παραπονούμενου ότι είχε κτυπηθεί σ' όλο του το σώμα με χέρια και πόδια ο Ιατροδικαστής εξέτασε "κομμάτι-κομμάτι λεπτομερέστατα" όλο το σώμα του παραπονούμενου και εκτός από την εκχύμωση που διέκρινε, δεν διαπίστωσε κάποια εκχύμωση ή εκδορά ή κάτι άλλο που να υποδηλοί ότι ο παραπονούμενος είχε κτυπηθεί με τον τρόπο που του ανέφερε είτε στον μηρό είτε σε άλλο μέρος του σώματος του. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης μικρός αριθμός καταθέσεων μαρτύρων το περιεχόμενο των οποίων εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Ιδιαίτερη αναφορά στα επί μέρους παραδεκτά γεγονότα θα γίνεται στα σημεία που ήθελε κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία για την υπεράσπιση Μετά που κλήθηκαν σε απολογία ο μεν κατηγορούμενος 1 επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ο δε κατηγορούμενος 2 να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν στις 18.9.2009 και 25.5.
  24. Ότι δηλαδή ενώ στις 18.9.2009 βρισκόταν σε υπηρεσία στο Τμήμα Κρατητηρίων και Αλλαγών, από η ώρα 07:00 μέχρι 19:00 μαζί με τον κατηγορούμενο 2 και άλλο ένα αστυφύλακα, πρόσεξε στην αυλή της Αστυνομίας ένα αυτοκίνητο του οποίου οι ζάντες ήταν οι δικές του που είχαν κλαπεί από το αυτοκίνητο του. Τότε τηλεφώνησε στον Μ.Κ.28 του Αστυνομικού Σταθμού του Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό, στη περιοχή του οποίου έγινε η κλοπή, και προέβη σε σχετική καταγγελία απλά για καταχώρηση και για πιθανή μελλοντική χρήση. Αμέσως μετά μετέβη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομίας Πάφου και ζήτησε από τους αστυνομικούς εκεί όταν έλθει ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου να το παραλάβει να τον ειδοποιήσουν, εξηγώντας τους ότι οι ζάντες του αυτοκινήτου ήταν οι δικές του που είχαν κλαπεί. Μετά μισή ώρα ειδοποιήθηκε ότι προσήλθε στο Σταθμό ένας Σύριος ονόματι Rahim για να παραλάβει το αυτοκίνητο. Τον συνάντησε και του ανέφερε για τις ζάντες, ενώ ο Σύριος του είπε ότι το αυτοκίνητο ανήκε στο φίλο του ονόματι Rafat. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε όταν θα το παραλάβει, να τον ειδοποιήσει τηλεφωνικά για να του επιστρέψει τις ζάντες όταν αυτό εξέλθει από την αυλή της Αστυνομίας. Ακολούθως επέστρεψε στα καθήκοντα του. Προσπάθησε 3-4 φορές να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του, αλλά ο Rahim δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Στις 25.5.2010 ενώ ασχολείτο με την ανεύρεση ενός κινητού τηλεφώνου κάποιου κρατούμενου που είχε χαθεί, αντιλήφθηκε μετροφυλλώντας τις λίστες των ονομάτων των κρατουμένων ότι υπήρχε ένας κρατούμενος με το όνομα Rafat. Όταν τελικά ανευρέθηκε το κινητό, βγήκε στο προαύλιο που ήταν μεζεμένοι οι κρατούμενοι και τους ρώτησε ποιος ήταν ο Rafat. Του απάντησε ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος 1 του εξήγησε ότι οι ζάντες ήταν δικές του και εκείνος του απάντησε ότι ήταν πάνω στο αυτοκίνητο που είχε αγοράσει από κάποιον στη Λεμεσό και τώρα τις είχε πωλήσει σε ένα φίλο του. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του έδωσε το κινητό του τηλέφωνο για να τηλεφωνήσει στο φίλο του να έλθει στο Σταθμό για να συζητήσουν. Μετά 30-40 λεπτά ο αστυφύλακας που ήταν καθήκον στη πύλη, τον πληροφόρησε τηλεφωνικά ότι κάποιοι αλλοδαποί άντρες και γυναίκες ζητούν να δουν κάποιον αστυνομικό σε σχέση με ζάντες αυτοκινήτου. Τότε ο κατηγορούμενος 1 βγαίνοντας έξω πλησίασε στη πύλη και κάλεσε το άτομο που ήλθε για τις ζάντες, που όπως του είπε ονομαζόταν Mannan, να περάσει μέσα μαζί με κάποιον άλλον Άραβα που ο ίδιος ζήτησε να έλθει ως μεταφραστής και, όπως του ανέφερε, ονομαζόταν Mustafa. Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ τους μέσα στα κρατητήρια στη παρουσία του παραπονούμενου και ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον Mannan είτε την πληρωμή €300 που ήταν η αξία των ζαντών ή την επιστροφή τους. Ο Mannan του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει €300 εφόσον ο ίδιος τις αγόρασε €100 και συμφώνησαν να έλθει την ερχόμενη Παρασκευή για να του δώσει τις ζάντες. Έκτοτε δεν τον ξαναείδε. Ο αστυφύλακας 71 Χρήστος Αγαθοκλέους (Μ.Υ. 1) είναι συνάδελφος με τους κατηγορούμενους και το πρόσωπο που προέβη στις καταχωρήσεις με αρ. 1340/6, 1342/6 μέχρι 1344/6, 1346/6 μέχρι 1356/6 στις 18.9.2009 και στην 1366/6 στις 19.9.2009 του Τεκμηρίου
  25. Στις 18.9.2009 ήταν καθήκον από η ώρα 18:30 μέχρι 07:00 της επόμενης μέρας και είχε αντικαταστήσει τους κατηγορούμενους 1 και 2 και τον αστυφύλακα
  26. Εξήγησε ότι με την ανάληψη των καθηκόντων του έλεγξε τη λίστα κρατουμένων, τους είδε ένα προς ένα, τους ρώτησε αν είναι καλά και όταν διαπίστωσε ότι όλα ήταν εντάξει, ακολούθως μετέβη στο γραφείο του όπου έλεγξε την περιουσία τους. Στις 18.9.2009 όσα ονόματα υπήρχαν στη λίστα των κρατουμένων αυτοί ακριβώς βρίσκονταν στα κρατητήρια. Δεν υπήρχε κανένας άλλος. Όταν ανέλαβε η βάρδια του, τα μέλη της προηγούμενης έφυγαν, χωρίς να παραμείνει κανένας στο χώρο. Όμως η σχετική καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας έγινε η ώρα 23:00 από τον ίδιο λόγω φόρτου εργασίας του. Ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη δήλωση του πρόταξε ότι είναι αθώος και ότι ουδέποτε κτύπησε ή πρόσβαλε ποτέ κρατούμενο. Τον παραπονούμενο τον είδε για πρώτη φορά όταν κλήθηκε για να τον αναγνωρίσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Εξέφρασε περαιτέρω το παράπονο και την πικρία του για τον τρόπο που προωθήθηκε η υπόθεση εναντίον του από μέρους της Αστυνομίας της οποίας είναι μέλος. Ήταν δικαίωμα του να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και να μην καλέσει μάρτυρες. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another ν. Repubblic
(1973)2 C.L.R.139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R.152, 245-288, Δημοσθένους κα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Κρίνος Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Στις γραπτές τους καταθέσεις, οι οποίες είναι Τεκμήρια, οι κατηγορούμενοι δεν αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι αγορεύσεις Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν την αθώωση των πελατών τους λόγω του αναξιόπιστου της μαρτυρίας του παραπονούμενου και των φίλων του, αραβικής καταγωγής, που την υποστηρίζουν, δίνοντας έμφαση σε αριθμό αντιφάσεων που επισήμαναν στη μαρτυρία τους και σε σύγκριση της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την εκδοχή των κατηγορουμένων και να τους καταδικάσει ενόψει της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, ιδιαίτερα του παραπονούμενου και των ομοεθνών του. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο κατηγορούμενος 1 γύρω στις 20.8.2009 μετέφερε το αυτοκίνητο μάρκας Vokswagen Golf, στο γκαράζ του Στέφανου Θρασυβούλου στην περιοχή Ομόνοιας, στη Λεμεσό, για επιδιόρθωση το οποίο και παρέμεινε εκεί. Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου κλάπηκαν οι αλουμινένιες ζάντες του αυτοκινήτου μαζί με τους τροχούς του ενώ αυτό ήταν σταθμευμένο έξωθεν του γκαράζ. Ο Θρασυβούλου ενημέρωσε σχετικά για την κλοπή τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος επιθεώρησε το αυτοκίνητο αυθημερόν και ακολούθως αυτό μετακινήθηκε σε άλλο άγνωστο χώρο με την πλατφόρμα (βλ. κατάθεση Στέφανου Θρασυβούλου-Τεκμήριο 33). Συνιστά επίσης παραδεκτό γεγονός ότι πρίν οκτώ χρόνια περίπου ο κατηγορούμενος 1 αγόρασε από τον Χριστάκη Χριστοφή τέσσερα καινούργια ελαστικά του αυτοκινήτου μαζί με τέσσερεις ζάντες αλουμινίου συνολικής αξίας £1.000 περίπου εκ των οποίων ποσό εκ £350 ήταν η αξία των ζαντών και το υπόλοιπο εκ £650 των ελαστικών (βλ. κατάθεση Χριστάκη Χριστοφή-Τεκμήριο 34). Είναι κοινό έδαφος ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο ανήκε στον πατέρα του κατηγορούμενου 1 αλλά το χρησιμοποιούσε και ο κατηγορούμενος
  1. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι από τις 15.9.2009 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAS 815 βρισκόταν σταθμευμένο εντός της αυλής του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, στην οποία είχε μεταφερθεί μετά από επιχείρηση της Αστυνομίας για παράνομους εργοδοτούμενους και ήταν υπό τη φύλαξη του Τμήματος των Μικροπαραβάσεων. Συνιστά επιπρόσθετα κοινό έδαφος ότι στις 18.9.2009 ο Abdulrahim προσήλθε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό με σκοπό να παραλάβει το αυτοκίνητο και εκεί συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος τον πληροφόρησε ότι οι ζάντες του αυτοκινήτου που ήλθε να παραλάβει ήταν οι δικές του που είχαν κλαπεί. Ουσιαστικά η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στη μαρτυρία του παραπονούμενου και των ομοεθνών του όλοι Αραβικής καταγωγής, εφ' όσον η μαρτυρία των μελών της Αστυνομίας ήταν τυπική και αναφέρετο κυρίως στις διάφορες ενέργειες και διαβήματα που έκαναν στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Την μαρτυρία των μελών της Αστυνομίας είτε αυτοί κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την υπεράσπιση την αποδεχόμαστε ως καθόλα αληθινή και αντικειμενική. Δεν έχουμε διαπιστώσει σε καμία περίπτωση ότι σκόπιμα παραποίησαν την αλήθεια λόγω υπερβολικού ζήλου ή άλλου λόγου είτε υπέρ της μιας πλευράς είτε της άλλης. Σημειώνουμε ότι η παρούσα δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση διερεύνησης αδικήματος όπου οι κατηγορούμενοι είναι ως επί το πλείστον άγνωστα πρόσωπα στον ανακριτή. Εδώ επρόκειτο για δύο μέλη της Αστυνομικής Δύναμης που οι περισσότεροι αστυνομικοί μάρτυρες γνώριζαν είτε εξ όψεως είτε γιατί έτυχε να εργάζονταν ή να εργάζονται μαζί ή να συνταξιδεύουν που τέτοιο γεγονός άσκησε σίγουρα και επιπρόσθετη ψυχολογική πίεση στο άτομο τους, αλλά παρόλα ταύτα υπήρξαν αντικειμενικοί στο έργο τους. Το γεγονός ότι παρέλειψαν να λάβουν καταθέσεις από πρόσωπα που, όπως θα εξηγήσουμε πιο κάτω, κρίνουμε ότι θα ήταν βασική η μαρτυρία τους, κατ' ουδένα λόγο υποδηλοί έλλειψη αντικειμενικότητας ή μεροληψίας σε βάρος των κατηγορουμένων. Σημειώνουμε ότι το ανακριτικό έργο που είχαν να επιτελέσουν δεν ήταν απλό ενόψει των ασαφειών στην πληροφόρηση που είχαν από τον παραπονούμενο. Καθόλα αξιόπιστη κρίνουμε επίσης τη μαρτυρία των Μ.Κ.18 και 19 την οποία αποδεχόμαστε πλήρως. Μελετήσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία του παραπονούμενου είτε απομονωμένα είτε σε συνδυασμό με εκείνη των Mustafa (Μ.Κ.21), Abdullah (Μ.Κ.22), Abdulrahim (Μ.Κ.24) και Jamil (Μ.Κ.29). Εν ολίγοις η μαρτυρία των πιο πάνω ήταν ένα συνονθύλευμα ψεμάτων. Δεν ήταν πειστικοί στις θέσεις που πρόβαλαν. Κατ' αρχάς σαν μάρτυρες στο εδώλιο οι Mustafa, Abdullah, Abdulrahim και Jamil μας έδωσαν την εντύπωση ατόμων που δεν είχαν κανένα δισταγμό στο τι θα μπορούσαν να ισχυριστούν, φτάνει να κατάφερναν να ενισχύσουν σε ορισμένες πτυχές της τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στους Abdulrahim και Mustafa. Δεν δίστασαν να ισχυριστούν ο μεν Abdulrahim ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας της φερόμενης κακοποίησης του παραπονούμενου στις 18.9.2009, ο δε Mustafa εκείνης στις 25.5.2010, που διαπράχθηκαν και οι δύο εντός του χώρου των κρατητηρίων της Αστυνομίας. Όμως ο ίδιος ο παραπονούμενος αποκλείει την παρουσία τους στη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για μεν την κατ' ισχυρισμό κακοποίηση του στις 25.5.2009 ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι εκτός από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο 1 δεν είχε κανένα άλλο παρόντα, για δε εκείνη της 18.9.2009, τοποθετεί ονομαστικά τον Abdulrahim εκτός του χώρου κακοποίησης του, στον οποίο βρισκόταν μόνος του μαζί με τους δύο κατηγορούμενους. Σημειώνουμε ότι ο Mustafa και ο Abdulrahim δεν παρέμειναν μόνο στην απλή αναφορά τους ότι η κακοποίηση έγινε στην παρουσία τους, αλλά προχώρησαν και σε παράθεση πλείστων λεπτομερειών σε σχέση με τις συνθήκες και τον τρόπο κακοποίησης του παραπονούμενου που δήθεν έγινε στην παρουσία τους. Ο μεν Mustafa φρόντισε ώστε η περιγραφή του να συμβαδίζει στα γενικά σημεία με εκείνη του παραπονούμενου, ο δε Abdulrahim περιέπεσε σε αντιφάσεις ιδιαίτερα σε σχέση με το επεισόδιο με τον κατηγορούμενο
  2. Για το τελευταίο αν και στη δια ζώσης μαρτυρία του ισχυρίστηκε περίπου τα ίδια με τον παραπονούμενο εντούτοις κατά την αντεξέταση του αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι εκείνο που γράφει στη κατάθεση του είναι το σωστό ότι δηλαδή ο παραπονούμενος ήταν κάτω στο έδαφος γονατιστός στα τέσσερα όπως το άλογο και πάνω στη ράχη του ήταν "καβαλλικεμένος" ένας άλλος αστυνομικός. Σημειώνουμε ότι ο παραπονούμενος τοποθετεί τον εαυτό του να κάθεται σε καρέκλα και τον κατηγορούμενο 2 να κάθεται πάνω στη πλάτη του βιντεογραφώντας τη σκηνή, με το κινητό του τηλέφωνο ενώ ταυτόχρονα τον είχε υποχρεώσει να "γκαρίσει" δύο φορές. Η πιο πάνω περιγραφή που έδωσαν οι Abdulrahim και Mustafa είτε στις καταθέσεις τους είτε στη δια ζώσης μαρτυρία τους δεν μπορεί παρά να υποδηλοί προσυνεννόηση μεταξύ τους. Για σκοπούς διευκόλυνσης στον εντοπισμό των κατ' ιδίαν σημείων από τη μαρτυρία του παραπονούμενου και των ομοεθνών του, για τα οποία δεν υπάρχει συνέπεια ή σύμπτωση θέσεων, θα εξετάσουμε κατά πρώτον, όπου αυτό είναι δυνατόν, τη μαρτυρία που αναφέρεται στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 18.9.2009 και μετά εκείνη που αφορά στα γεγονότα της 25.5.
  3. Τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο Abdulrahim τοποθετούν την κακοποίηση του παραπονούμενου στις 18.9.2009, να έχει διαπραχθεί εντός του χώρου των κρατητηρίων. Σημειώνουμε τη διάσταση στον ακριβή χώρο των κρατητηρίων. Ο μεν παραπονούμενος τοποθετεί την κακοποίηση του να διαπράττεται σε ένα μικρό δωμάτιο εντός του οποίου υπήρχε ένα γραφείο και καρέκλες υποδεικνύοντας στους ανακριτές το χώρο των επισκεπτών (βλ. Τεκμήριο 13(β) και φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 5), ο δε Abdulrahim πίσω από τον "πάγκο" της εισόδου. Μάλιστα ο παραπονούμενος προέβη και σε υποδείξεις σκηνών στον εν λόγω χώρο οι οποίες φωτογραφήθηκαν από τον Μ.Κ.2 (βλ. Τεκμήριο 5). Η θέση αυτή δεν συμβαδίζει όμως με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  4. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση, από τον έλεγχο του ηλεκτρονικού υπολογιστή και της οθόνης που κατέγραφε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το χώρο των κρατητηρίων στις 18.9.2009, από τον τεχνικό στην παρουσία του Μ.Κ.14, δεν εντοπίστηκε ο παραπονούμενος στο χώρο των κρατητηρίων. Τονίζουμε ότι, σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονούμενου, η κατακράτηση και κακοποίηση του από μέρους του κατηγορούμενου 1 και του ψηλού αστυνομικού που υπέδειξε στο Δικαστήριο ως τον κατηγορούμενο 2, δεν διήρκησε για μικρό χρονικό διάστημα αλλά για 9-10 ώρες στο χώρο των κρατητηρίων. Αυτό επιβεβαιώνουν και οι ομοεθνείς του μάρτυρες. Είναι λογικά αναμενόμενο να εμφανίζετο ο παραπονούμενος αν όχι σε συνεχόμενες ώρες κάποια στιγμή έστω εντός του χώρου. Εξάλλου αυτός είναι και ο σκοπός εγκατάστασης του συστήματος, δηλαδή ελέγχου των κρατητηρίων. Δεν μας διαφεύγει ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι οι κατηγορούμενοι τον οδήγησαν σε ένα άλλο γραφείο που δεν υπήρχαν κάμερες, όταν του έδωσαν τα χρήματα. Εύλογα γεννάται κατ' αρχάς το ερώτημα πώς γνώριζε ότι δεν υπήρχαν κάμερες; Κρίνουμε στοχευμένη την πιο πάνω δήλωση του για να δικαιολογηθεί προφανώς σε περίπτωση που δεν εντοπιστεί τέτοιο γεγονός στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ο Abdulrahim όμως κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στην ύπαρξη κάμερας προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του περί πληρωμής χρημάτων στον κατηγορούμενο. Όχι μόνο δεν εντοπίστηκε στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης η δοσοληψία πληρωμής χρημάτων στον κατηγορούμενο 1 αλλ' ούτε και η παρουσία του παραπονούμενου γενικά στο χώρο των κρατητηρίων. Η μαρτυρία του τεχνικού καθώς και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν ουσιώδης μαρτυρία η οποία όμως, για άγνωστους λόγους, δεν έχει προσαχθεί ενώπιον μας. Όπως ουσιώδης μαρτυρία θα ήταν και εκείνη του αστυφύλακα 1844 που, σύμφωνα με τους Μ.Κ.14 και Μ.Κ.23, ήταν σε υπηρεσία με τους κατηγορούμενους στο ίδιο τμήμα και στην ίδια βάρδια στις 18.9.2009, από τον οποίο δεν λήφθηκε καν κατάθεση. Το γεγονός ότι ήταν σε υπηρεσία στην πύλη δεν καθιστά τη μαρτυρία του επουσιώδη. Ίσως ο εν λόγω αστυφύλακας να ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι συνέβαινε στο χώρο των κρατητηρίων, εφόσον αυτά ήταν πλησίον της πύλης αλλά και ελέγχοντας την είσοδο να εντοπίσει όλους εκείνους που μπαινόβγαιναν στο χώρο του Αστυνομικού Σταθμού περιλαμβανομένων και των ομοεθνών του παραπονούμενου, όπως συνέβη με τον Μ.Κ.
  5. Σημειώνουμε ότι η είσοδος στο Σταθμό δεν ήταν ανεξέλεγκτη εξού και ήταν απαραίτητη η παρουσία στο σημείο αστυνομικού. Ούτε και από τους αστυφύλακες που αντικατέστησαν η ώρα 19:00 της 18.9.2009 τους κατηγορούμενους λήφθηκαν καταθέσεις. Σημειώνουμε ότι ο παραπονούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στο χώρο των κρατητηρίων μέχρι τις 20:30 που ήδη είχε αναλάβει υπηρεσία η επόμενη βάρδια. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Είναι η υπεράσπιση που φρόντισε να φέρει ως μάρτυρα τον αστυφύλακα 71 (Μ.Υ.1), τον μοναδικό που κλήθηκε από την υπεράσπιση, για να μαρτυρήσει ότι από τις 18:40 της 18.9.2009 που ανέλαβε καθήκον και μετά, δεν συνέβηκε οτιδήποτε το ιδιαίτερο στο χώρο των κρατητηρίων. Πόσο μάλλον κακοποίηση κρατουμένου με τον τρόπο που περιγράφηκε ή κατακράτηση του δια της βίας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το μεγαλύτερο ρήγμα όμως στην αξιοπιστία της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής είναι η νέα θέση που προβλήθηκε μέσω της μαρτυρίας του παραπονούμενου και του Abdulrahim περί αναγνώρισης από μέρους τους του κατηγορούμενου 2, από τη θέση που βρισκόταν εντός του Δικαστηρίου, ως τον ψηλό αστυνομικό που κάθισε στην πλάτη του παραπονούμενου και επίσης τον κτυπούσε. Στην υπόθεση R. v. Turnbull and others
(1977)Q. B. 224, στην οποία εξετάστηκε η ανάγκη αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας σε περιπτώσεις αντιπαράθεσης αναφορικά με την αναγνώριση ενός κατηγορούμενου, το Ποινικό Εφετείο καθόρισε ορισμένες οδηγίες που θα πρέπει να τηρούνται, στην προσπάθεια διασφάλισης της ορθής αναγνώρισης, οι οποίες υιοθετήθηκαν από Αγγλική και Κυπριακή νομολογία. Η αναγνώριση ενός κατηγορούμενου ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου (dock identification) για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης, έχει επί μακρόν θεωρηθεί ως άδικη και μη ικανοποιητική διαδικασία (βλ. Edwards v. The Queen
(2006)UKPC. 29). Συνεπώς καθιερώθηκε η πρακτική, αν και εξακολουθεί να είναι νομικά αποδεκτή η αναγνώριση του κατηγορούμενου από το εδώλιο του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή να μη καλεί το μάρτυρα να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο τον οποίο δεν είχε προηγουμένως αναγνωρίσει σε αναγνωριστική παράταξη, εκτός και αν δεν ήταν απαραίτητη η αναγνωριστική παράταξη ή ήταν αδύνατο να γίνει. Υπάρχει ο κίνδυνος ο μάρτυρας μερικές φορές να προβεί σε αναγνώριση του κατηγορούμενου από το εδώλιο ακόμη και αν δεν καθοδηγηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ακόμη και αν αυτό συμβεί (όπως στην Thomas
(1994)Crim. LR 128) είναι αναγκαίο να προειδοποιηθούν οι ένορκοι στο να μην δοθεί βαρύτητα ή αξιοπιστία στο σημείο αυτό της μαρτυρίας. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος αν ο κατηγορούμενος δεν τελεί υπό κράτηση και δεν έχει διευθετηθεί προηγουμένως η διαδικασία αναγνώρισης, ο μάρτυρας να τον αναγνωρίσει με την άφιξη ή παραμονή του εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Είναι απίθανο, εξάλλου, οι συνθήκες τέτοιας αναγνώρισης να είναι εξ ολοκλήρου ικανοποιητικές (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις παρέλευσης σημαντικού χρονικού διαστήματος από το αδίκημα) και μπορεί να κριθεί απαραίτητο σε μερικές περιπτώσεις να αποκλειστεί τέτοια μαρτυρία (βλ. Martin
(1994)Crim. LR 218 και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, παράγρ. 18.16, σελ. 2692). Εκείνο που θα πρέπει να κριθεί εδώ δεν είναι μόνο κατά πόσο οι δύο πιο πάνω μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ειλικρινείς αλλά και κατά πόσο οι συνθήκες αναγνώρισης του κατηγορούμενου 2 ήταν ικανοποιητικές στο να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο η σχετική μαρτυρία. Σύμφωνα με τις γραπτές τους καταθέσεις αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Κ.14, ο παραπονούμενος και ο Abdulrahim κλήθηκαν στην Αστυνομία να αναγνωρίσουν τον κατηγορούμενο 2, με την συγκατάθεση του, εντός του γραφείου του ΤΑΕ . Όχι μόνο ο Abdulrahim δεν τον αναγνώρισε στις 3.6.2010 αλλά και για να είναι σίγουρος ότι δεν τον αναγνώρισε ζήτησε όπως δει τον κατηγορούμενο 2 και με την υπηρεσιακή στολή της Αστυνομίας και ο κατηγορούμενος 2 άλλαξε το υποκάμισο του, αλλά πάλι δεν τον αναγνώρισε. Το ίδιο έγινε και με τον παραπονούμενο. Κλήθηκε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 2 στις 2.6.2010 και δεν τον αναγνώρισε. Ο Μ.Κ.14 τον ρώτησε εκ νέου κατά πόσο ήταν σίγουρος για την απάντηση του και ο παραπονούμενος απάντησε ότι ήταν σίγουρος (βλ. Ημερολόγιο Ενεργείας-Τεκμήριο 28). Τονίζουμε το χρονικό διάστημα των 8½ μηνών περίπου που διέρρευσε από τα γεγονότα που φέρεται να έλαβαν χώρα στις 18.9.2009. Όλως παραδόξως μετά από άλλους 10 μήνες από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος 2 δεν αναγνωρίστηκε αρχικά, ο Rafat και ο Abdulrahim τον αναγνώρισαν εντός του χώρου του Δικαστηρίου δίνοντας ο καθένας και ένα λόγο που δεν τον είχαν αναγνωρίσει τότε. Ο μεν παραπονούμενος ότι στις 2.6.2010, που κλήθηκε για την αναγνώριση, δεν ήταν ο κατηγορούμενος 2 το πρόσωπο που του υπέδειξαν να αναγνωρίσει, αλλά κάποιος άλλος, θέση, σημειώνουμε, άκρως αντίθετη με εκείνη των μελών της ανακριτικής ομάδας την οποία έχουμε αποδεχθεί. Ο δε Abdulrahim ότι τότε δηλαδή στις 3.6.2010 ο κατηγορούμενος 2 είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά δηλαδή δεν είχε γενειάδα και τα μαλλιά του ήταν καστανόξανθα-κόκκινα και όχι μαύρα, όπως σήμερα. Δηλαδή αν υπήρχε μια πιθανότητα να τον αναγνωρίσει αναμένεται να το έκανε τότε και όχι τώρα που φέρεται να έχουν αλλάξει τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Θα ήταν παράλειψη μας αν δεν αναφέρουμε και τη θέση του Μ.Κ.13 στη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι όταν κλήθηκε ο παραπονούμενος να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 2, ο κατηγορούμενος 2 εμφανίστηκε με τα μαλλιά του κουρεμένα "πρώτο νούμερο". Αυτή η αλλαγή στα μαλλιά του κατηγορούμενου 2, όπως την περιέγραψε ο Μ.Κ.13, δεν ήταν όμως το αποφασιστικό κριτήριο για την μη αναγνώριση του από τους πιο πάνω μάρτυρες ενόψει των διαφορετικών λόγων που επικαλέστηκαν ο καθένας. Σημειώνουμε τις άριστες συνθήκες κάτω από τις οποίες κλήθηκαν και οι δύο μάρτυρες να αναγνωρίσουν τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του ΤΑΕ. Όχι σε αναγνωριστική παράταξη, αλλά στην μεν περίπτωση του Abdulrahim ο Μ.Κ.14 του υπέδειξε τον κατηγορούμενο 2 και τον ρώτησε αν ήταν ο συγκεκριμένος αστυφύλακας που ενέχετο στην υπόθεση, στη δε περίπτωση του παραπονούμενου κλήθηκε να τον αναγνωρίσει στη παρουσία των Μ.Κ.11, Μ.Κ.15 και δύο άλλων μελών της Αστυνομίας. Παραπέμπουμε στις καταχωρήσεις του Μ.Κ.14 στα Ημερολόγια Ενεργείας (Τεκμήρια 28 και 29) που επιβεβαιώνονται οι πιο πάνω ενέργειες. Η νέα θέση του παραπονούμενου και του Abdulrahim και οι δικαιολογίες που έδωσαν για αλλαγή της αρχικής τους θέσης όχι μόνο κρίνονται ως ανεδαφικές και εκτός πραγματικότητας, αλλά πλήττουν καίρια και την αξιοπιστία τους. Επίσης δεν αποκλείουμε και προσυνεννόηση μεταξύ τους στο τι θα πουν στο Δικαστήριο. Είναι τυχαίο που και οι δύο δεν τον αναγνώρισαν ο μεν παραπονούμενος στις 2.6.2009, ο δε Abdulrahim στις 3.6.2009 αλλά τον αναγνώρισαν εντός του χώρου του Δικαστηρίου και μάλιστα μετά 10 μήνες; Βέβαια και σε πλείστα άλλα σημεία ήταν εμφανής η προσυνεννόηση μεταξύ τους καθώς και με τους άλλους μάρτυρες Αραβικής καταγωγής. Καταλήγοντας, κρίνουμε ότι η αναγνώριση του κατηγορούμενου 2 στο χώρο του Δικαστηρίου και ενώ αυτός βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου, κάτω από τις συνθήκες που έγινε αφού προηγήθηκε η μη αναγνώριση του 10 μήνες προηγουμένως όταν κλήθηκε ειδικά γι' αυτό το σκοπό, σε συνάρτηση με την παρέλευση τόσο μεγάλου χρόνου από της 18.9.2009, που φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα, όχι μόνο είναι άδικη για τον κατηγορούμενο 2 και θα πρέπει να αποκλειστεί τέτοια μαρτυρία, αλλά είναι και ένας από τους λόγους που κρίνουμε τους συγκεκριμένους μάρτυρες ως αναξιόπιστους. Οι συνήγοροι υπεράσπισης στάθηκαν ιδιαίτερα σε αριθμό αντιφάσεων που επισήμαναν στη μαρτυρία του παραπονούμενου συγκρίνοντας την και με εκείνη των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Σημειώνουμε ότι δεν είναι όλες οι αντιφάσεις που επηρεάζουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Θα πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Να είναι ουσιαστικής μορφής δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν την διάθεση του να ψευσθεί. Πρέπει τέλος να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2Α.Α.Δ. 506, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75 και Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 558). Τόνισαν επίσης ότι σημαντικά γεγονότα που περιέγραψαν ο παραπονούμενος και οι ομοεθνείς του μάρτυρες δεν περιλαμβάνονται στις γραπτές τους καταθέσεις. Θα αναφερθούμε σε ορισμένα από τα γεγονότα που περιέγραψαν οι μάρτυρες Αραβικής καταγωγής, ουσιαστικά κατά την άποψη μας, για τα οποία είτε προβλήθηκαν αντιφατικές θέσεις είτε φανερώνουν το παράδοξο ή απίθανο της εκδοχής τους. Το πρώτο επεισόδιο κακοποίησης φέρεται να έλαβε χώρα στις 18.9.2009 ημερομηνία στην οποία είχαν καταλήξει τα μέλη της ανακριτικής ομάδας εφόσον τόσο ο παραπονούμενος όσο και οι άλλοι μάρτυρες Αραβικής καταγωγής αναφέροντο αόριστα σε 3-4 ή 6-7 ή και 7-8 μήνες προηγουμένως. Η ημερομηνία 18.9.2009 επιβεβαιώνεται και από τον κατηγορούμενο 1, ότι ήταν η μέρα που εντόπισε τις ζάντες που του έκλεψαν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAS 815 και επίσης η μέρα που συνάντησε τον Abdulrahim για πρώτη φορά. Σύμφωνα με τον Abdulrahim, κατά την πιο πάνω ημερομηνία αυτός προσήλθε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για να παραλάβει το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, προσκομίζοντας τα έγγραφα που του είχε ζητήσει η Αστυνομία. Σημειώνουμε την αναφορά του ότι καμία πρόθεση δεν είχε για αγορά του αυτοκινήτου αλλά η μεταβίβαση στο όνομα της συζύγου του, όπως άφησε έμμεσα να νοηθεί, ήταν για παραπλάνηση της Αστυνομίας ώστε να καταστεί δυνατή η παραλαβή του από τον παραπονούμενο που ήταν παράνομος στη Κύπρο και είχε διαφύγει της σύλληψης κατά την επιχείρηση της Αστυνομίας για παράνομους εργοδοτούμενους. Σημειώνουμε την αντίθετη θέση που προβάλλει στη κατάθεση του ότι δηλαδή συμφώνησε με τον παραπονούμενο να το αγοράσει αλλά θα του πλήρωνε μόνο την μισή αξία γιατί δεν είχε χρήματα. Εν πάση περιπτώσει για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση δεν έγινε κατορθωτή γιατί το αυτοκίνητο δεν είχε περάσει από μηχανικό έλεγχο (ΜΟΤ). Στον Αστυνομικό Σταθμό, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, τον πλησίασε ο κατηγορούμενος 1, αναφέροντας του το θέμα των ζαντών που του είχαν κλέψει και τις οποίες είχε εντοπίσει στο αυτοκίνητο. Ο Abdulrahim ανέφερε στον κατηγορούμενο 1 ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ανέμενε απ' έξω οπότε εκείνος του ζήτησε να τον φωνάξει για να μιλήσουν. Άλλη εκδοχή έδωσε ο παραπονούμενος, αν και συμφωνεί ότι είχε παραμείνει έξω. Ότι δηλαδή μετά πέντε λεπτά από την είσοδο στον Αστυνομικό Σταθμό του Abdulrahim, του τηλεφώνησε για να τον ρωτήσει γιατί αργούσε και ο Abdulrahim τον κάλεσε να εισέλθει και αυτός και ότι δεν θα είχε πρόβλημα. Εντελώς διαφορετική εκδοχή προωθήθηκε από τον Jamil για το θέμα. Ήταν ισχυρισμός του ότι 7-8 μήνες πριν τις 27.5.2010 τον επισκέφθηκε στο γκαράζ του ο παραπονούμενος. Κατά την παραμονή του εκεί, ο Abdulrahim τηλεφώνησε στον παραπονούμενο και του είπε ότι ένας αστυνομικός ήγειρε θέμα για τις ζάντες του αυτοκινήτου του. Μετά από λίγο πέρασε ο Abdulrahim από το γκαράζ και παρέλαβε τον παραπονούμενο. Τίθεται εύλογα το ερώτημα ποιά από τις τρεις εκδοχές που προβλήθηκαν αντιπροσωπεύει την αλήθεια; Αυτή η διαφορά στη μαρτυρία των πιο πάνω δεν αναφέρεται σε μικρολεπτομέρεια. Αντίθετα η είσοδος του παραπονούμενου στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό στις 18.9.2009 ήταν το έναυσμα των όσων επακολούθησαν, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή του, δηλαδή η κακοποίηση του, η πληρωμή χρημάτων από τον ίδιο, η κατακράτηση του δια της βίας, και άλλα. Αντιφάσεις και ανακρίβειες στη μαρτυρία των μαρτύρων Αραβικής καταγωγής εντοπίσαμε και σ' όσον αφορά την φερόμενη δοσοληψία με τον κατηγορούμενο 1 κατά την πιο πάνω ημερομηνία και τον ρόλο του κάθε ενός από τους μάρτυρες σε αυτήν. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 αρχικά του ζήτησε €1.200 γι' αυτό και τηλεφώνησε στον Abdulrahim ο οποίος ήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό και κατέληξε τελικά με τον κατηγορούμενο 1 στο ποσό των €1.000, με τον κατηγορούμενο 1 να θέτει προθεσμία μέχρι τις 20:30 για να πληρωθεί το ποσό. Ο παραπονούμενος τηλεφώνησε σε φίλους του να του δώσουν χρήματα και τελικά ο Abdullah και ο Jamil έδωσαν €400 σε μετρητά στον Abdulrahim έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό. Διάσταση υπάρχει στη μαρτυρία όσον αφορά την προέλευση των €400 που δόθηκαν στον Abdulrahim. Ο ίδιος ο Abdulrahim στην μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι εξαργύρωσε μια επιταγή των €300 ενώ ο Abdullah του έδωσε άλλα €140 σε μετρητά. Στο σημείο αυτό επισημάναμε την εξής ανακολουθία στην εκδοχή του Abdulrahim. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι εξαργύρωσε και τις δύο επιταγές που η μια ήταν για €300 και η άλλη για €150 με εκδότη την εταιρεία στην οποία εργαζόταν και δικαιούχο τον ίδιο και ότι πήρε το αντίτιμο τους σε μετρητά από ένα γραφείο κοντά στην υπεραγορά "Παπαντωνίου". Όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση πρόβαλε άλλο ισχυρισμό ότι δηλαδή δεν εξαργύρωσε εκείνη των €150 γιατί ίσως θα είχε πρόβλημα, γεγονός που ανέφερε μάλιστα στον παραπονούμενο. Μετά ισχυρίστηκε ότι καθ' οδόν για εξαργύρωση τους, του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και του είπε ότι είχε εξασφαλίσει €140 από τον Abdullah, οπότε έκρινε ότι δεν χρειάστηκε να εξαργυρώσει εκείνη που είχε πρόβλημα. Σημειώνουμε ότι ο Jamil ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι έδωσε χρήματα για τον Rafat, σε αντίθεση με τα λεχθέντα του παραπονούμενου. Τελικά δεν υπάρχει σύμπτωση θέσεων και ως προς το ύψος του ποσού που φέρεται να πληρώθηκε στις 18.9.2009 στον κατηγορούμενο
  1. Ο Abdulrahim επέμενε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 1 €440 που είχε εξασφαλίσει με τον τρόπο που περιέγραψε στη μαρτυρία του, ο δε παραπονούμενος ότι του έδωσε €400 τα οποία μάλιστα ο κατηγορούμενος 1 αφού μέτρησε στη παρουσία του ιδίου και του Abdulrahim τα έβαλε στη τσέπη του. Δεν αποκλείει όμως, όπως αναφέρει στη δεύτερη του κατάθεση (Τεκμήριο 64) ημερομηνίας 2.6.2010, ότι μπορεί να ήταν και περισσότερα. Ίσως η νέα του θέση να ήταν αποτέλεσμα διευκρίνισης που του ζητήθηκε από τους ανακριτές που είχαν υπόψη τους τη θέση του Abdulrahim στη γραπτή του κατάθεση που του λήφθηκε στις 27.5.2010 (Τεκμήριο 52Α) στην οποία αναφέρετο σε €
  2. Γιατί διαφορετικά δεν εξηγείται η άνευ λόγου προσπάθεια του παραπονούμενου να αυξήσει το ύψος του ποσού. Εν πάση περιπτώσει όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 τα μέτρησε. Προφανώς για να βγει από τη δύσκολη θέση γιατί αν μετρήθηκαν στη παρουσία του από τον κατηγορούμενο 1 θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί και πόσα πληρώθηκαν. Διαφωνία υπάρχει και ως προς το είδος των χαρτονομισμάτων που δόθηκαν. Ο Abdulrahim αναφέρθηκε στην πληρωμή του ποσού των €440 με χαρτονομίσματα των €50 και τέσσερα των €10 που τα τελευταία προφανώς ήταν εκείνα που φέρεται να του είχε δώσει ο Abdullah, ενώ ο παραπονούμενος σε χαρτονομίσματα των €50, οπότε αποκλείεται να ήταν €
  3. Δεν υπάρχει ταύτιση θέσεων και ως προς το επιπρόσθετο ποσό που φέρεται να πληρώθηκε πέραν του πιο πάνω ποσού. Ο μεν παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι μετά που αφέθηκε ελεύθερος, ο Jamil του δάνεισε €300 τα οποία μετά 2-3 μέρες και προφανώς εννοούσε από τις 18.9.2009, έδωσε στον Abdulrahim με τον οποίο ακολούθως προσήλθαν στον Αστυνομικό Σταθμό όπου ο Abdulrahim μπήκε μέσα, έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο 1 και έβγαλε στη συνέχεια το αυτοκίνητο. Από την άλλη ήταν ισχυρισμός του Abdulrahim ότι στις 18.9.2009, που φέρεται ως η ημερομηνία της πρώτης κακοποίησης του παραπονούμενου, είδε τον παραπονούμενο, μετά την κακοποίηση του από τους κατηγορούμενους, να βγάζει από την τσέπη του €200 και να τα δίνει στον κατηγορούμενο
  4. Σημειώνουμε ότι ο Abdulrahim για πρώτη φορά προβάλλει τον πιο πάνω ισχυρισμό στη δια ζώσης μαρτυρία του, εφόσον δεν τον αναφέρει στην κατάθεση του. Η μόνη σχετική αναφορά του που επισημάναμε είναι το σημείο από την κατάθεση του ότι μετά 2-3 μέρες, όταν συναντήθηκε με τον παραπονούμενο, ο παραπονούμενος του είπε ότι τον έδειρε και ο αστυνομικός που τον είχε "καβαλικέψει" και ότι έδωσε €200 στον κατηγορούμενο
  5. Δεν κρίνουμε τη διάσταση αυτή στη μαρτυρία του να αναφέρεται σε λεπτομέρειες. Διάσταση στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής υπάρχει και σ' όσον αφορά το χρόνο που εξήλθε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου από τον Αστυνομικό Σταθμό και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Σημειώνουμε τη σημασία του γεγονότος αυτού για τον παραπονούμενο που το κατατάσσει ως ένα από τους λόγους που απαιτούσε από αυτόν χρήματα ο κατηγορούμενος
  6. Ο μεν Abdulrahim τοποθετεί την έξοδο του αυτοκινήτου από τον Σταθμό την ίδια μέρα και αμέσως μετά που δόθηκαν τα €440 από τον ίδιο και τα άλλα €200 από τον παραπονούμενο, που είναι και η μέρα που κατ' ισχυρισμό κακοποιήθηκε ο παραπονούμενος από τους δύο κατηγορούμενους, δηλαδή στις 18.9.2009, ο δε παραπονούμενος 2-3 μέρες μετά όταν έδωσε στον κατηγορούμενο 1, μέσω του Abdulrahim τα €300 που είχε δανειστεί από τον Jamil, εξού και οι κατηγορίες που φέρουν ως ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων την 22.9.
  7. Με τον Abdulrahim συμφωνεί και ο Abdullah ότι δηλαδή ενώ ανέμενε έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό τον Abdulrahim, στον οποίο είχε δώσει αμέσως προηγουμένως τα €140, είδε πρώτα τον παραπονούμενο και μετά τον Abdulrahim οδηγώντας το αυτοκίνητο, να εξέρχονται του Σταθμού. Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι ο Jamil ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι δάνεισε €300 ή οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο. Η μόνη σχετική αναφορά του εντοπίζεται στο ότι στις 25.5.2010 επισκέφθηκε τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό γιατί πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 κτυπούσε τον παραπονούμενο και ότι είπε στον κατηγορούμενο 1 ότι την ερχόμενη Παρασκευή θα του έφερνε χρήματα, τα οποία όμως δεν του έδωσε τελικά. Τονίζουμε την χειρονομία του, ενώ βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα, να βγάλει από την τσέπη του και να επιδείξει στο Δικαστήριο μια δέσμη από χαρτονομίσματα, ότι τάχα ήταν εκείνα που θα του έδινε. Ούτε επίσης ο Abdulrahim ισχυρίστηκε ότι του έδωσε ποτέ ο Jamil €300 τα οποία παρέδωσε περαιτέρω στον κατηγορούμενο
  8. Πολλοί άλλοι ισχυρισμοί στη δια ζώσης μαρτυρία του Abdulrahim που είναι ο πρωταγωνιστής ουσιαστικά της φερόμενης δοσοληψίας με τον κατηγορούμενο 1, δεν περιλαμβάνονται στη κατάθεση του (Τεκμήρια 52(Α)(Β)). Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε όλους. Ενδεικτικά παραθέτουμε τα εξής σημεία: Στη δια ζώσης μαρτυρία του πρόβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 κράτησε το διαβατήριο του, το οποίο του επέστρεψε στο Αεροδρόμιο Πάφου όταν θα ταξίδευε η σύζυγος του κατηγορούμενου 1 στο εξωτερικό. Όχι μόνο δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στη κατάθεση του, αλλά σ' αυτήν ισχυρίστηκε διαφορετικά. Ότι δηλαδή με την πληρωμή του ποσού που συμφωνήθηκε και παίρνοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος 1 του επέστρεψε όλα τα έγγραφα του που κατακρατούσε, περιλαμβανομένων των διαβατηρίων του ιδίου και της συζύγου του. Σημειώνουμε ότι ακόμα και για το θέμα κατακράτησης του διαβατηρίου του υπήρξαν αντιφατικές θέσεις εφόσον οι άλλοι μάρτυρες αναφέροντο σε κατακράτηση του alien card, όπως τους είχε αναφέρει βέβαια ο Abdulrahim. Ο ισχυρισμός του ότι του είπε ο παραπονούμενος ότι ο κατηγορούμενος 1 τον απείλησε ότι αν δεν επιστρέψουν τις ζάντες, κάποια μέρα θα τον συλλάβει και θα τον βάλει στα κρατητήρια και θα τον σφάξει, επίσης δεν περιλαμβάνεται στη γραπτή του κατάθεση αν και σ' αυτήν περιλαμβάνονται πολλές άλλες λεπτομέρειες ακόμα και για επουσιώδη θέματα. Ούτε επίσης αναφέρει στη κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος 1, μετά που ο παραπονούμενος παρέλαβε το αυτοκίνητο του, του τηλεφωνούσε και ζητούσε τις ζάντες απειλώντας τον ότι θα απαιτούσε να του δίνουν €200 την εβδομάδα. Σημειώνουμε ότι είναι σ' αυτή την περίπτωση που ο ίδιος φέρεται να ζήτησε το διαβατήριο του από τον κατηγορούμενο
  9. Διαφωνία υπήρξε μεταξύ της μαρτυρίας του Abdulrahim και εκείνης του Abdullah ως προς τον τόπο και το χρόνο που έδωσε τα κατ' ισχυρισμό €140 ο Abdullah στον Abdulrahim. Ο Abdullah τοποθετεί τον εαυτό του έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, όπου συναντήθηκε τυχαία με τον Abdulrahim, ο δε Abdulrahim κοντά στον "Παπαντωνίου" δηλαδή στο χώρο που εξαργύρωσε την επιταγή των €
  10. Αντίφαση υπάρχει και σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό για την μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Ο μεν παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι το μεταβίβασε τελικά στο όνομα του Abdulrahim γι' αυτό και κατάφερε και το πήρε από την Αστυνομία, ο δε Abdulrahim ότι δεν έγινε κατορθωτή η μεταβίβαση γιατί δεν του είχε γίνει τεχνικός έλεγχος (ΜΟΤ) και αυτός είναι και ο λόγος που ακύρωσε την ασφάλεια. Η παρουσία του παραπονούμενου στις 18.9.2009 στα κρατητήρια εκτός από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης αποκλείεται επίσης και από τον μάρτυρα υπεράσπισης που είχε αναλάβει καθήκον στα κρατητήρια η ώρα 18:30 της 18.9.2009 και τελείωσε η ώρα 07:00 της επόμενης μέρας. Ο μάρτυρας υπεράσπισης μας άφησε απόλυτα θετική εντύπωση. Παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστη, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του οι οποίες εξάλλου επιβεβαιώνονται και από τις σχετικές καταχωρήσεις στα ημερολόγια του Τμήματος του. Τον κρίνουμε ως μάρτυρα της αλήθειας. Ο Μ.Υ.1 ήταν σαφής στη μαρτυρία του ότι έλεγξε τη λίστα κρατουμένων και αυτή ήταν σύμφωνη με την υπάρχουσα κατάσταση στα κρατητήρια, γι' αυτό και προχώρησε σε άλλες εργασίες. Σημειώνουμε τις σχετικές καταχωρήσεις του στο Τεκμήριο 10 ότι προέβη σε έλεγχο των κρατητηρίων χωρίς να αναφερθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Η ώρα 18:45 ο κατηγορούμενος 2 του παρέδωσε την ευθύνη του Σταθμού μαζί με όλη την Κυβερνητική περιουσία η οποία ελέγχθηκε και ήταν ορθή. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο αστυφύλακας 1844 που ήταν η προηγούμενη βάρδια τελείωσαν την εργασία τους η ώρα 19:
  11. Το γεγονός ότι οι σχετικές καταχωρήσεις έγιναν από τον Μ.Υ.1 η ώρα 23:00 μέχρι 23:05 και όχι η ώρα 19:00 δεν φαίνεται να ήταν η μοναδική περίπτωση εκ των υστέρων καταχώρησης. Τέτοιες καταχωρήσεις που έγιναν εκ των υστέρων είναι διάσπαρτες στο Ημερολόγιο Καθηκόντων του Τμήματος Παραπόνων (Τεκμήριο 10). Ο Μ.Υ.1 εξήγησε ότι δεν είναι ασυνήθης τέτοια τακτική, εξαρτάται από το φόρτο εργασίας. Δεν προσδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στην εκ των υστέρων καταχώρηση από τον Μ.Υ.1 και ούτε πιστώνουμε τον μάρτυρα με οποιαδήποτε κίνητρα. Ο Μ.Υ.1 ήταν απόλυτα ειλικρινής στη μαρτυρία του. Δεν διαπιστώσαμε να διακατέχετο από τέτοια φιλικά αισθήματα για τους κατηγορούμενους ή η σχέση του με τους κατηγορούμενους να ήταν τόσο στενή ώστε να μαρτυρήσει για γεγονότα αν αυτά δεν ήταν η αλήθεια. Όπως ανέφερε, οι κατηγορούμενοι είναι απλά γνωστοί του ως συναδέλφοι του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 είναι βασική έχοντας κατά νου ότι ο παραπονούμενος τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο χώρο των κρατητηρίων μέχρι τις 20:30 της 18.9.2009 και ήταν σίγουρος για την ώρα εφόσον, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, κοίταξε το ρολόι του. Ακόμα και αν οι κατηγορούμενοι παρέμειναν στο χώρο εργασίας τους και μετά τις 19:00, που δεν τίθεται τέτοιο θέμα εφόσον ο Μ.Υ.1 ήταν σαφής ότι έφυγαν, και συνέβαιναν σε βάρος του παραπονούμενου τα όσα καταλογίζει στους κατηγορούμενους ότι του έκαμαν, αυτά θα γίνονταν αντιληπτά όχι μόνο από τον Μ.Υ.1 αλλά και από τον αξιωματικό υπηρεσίας. Σημειώνουμε ότι η θέση του παραπονούμενου περί κακοποίησης του στο χώρο των κρατητηρίων δεν συμβαδίζει με τις καταχωρήσεις του αξιωματικού υπηρεσίας στο Τεκμήριο
  12. Κατά τους ελέγχους του αξιωματικού υπηρεσίας η ώρα 16:00 και 19:35 των κρατουμένων, δεν του υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο. Για τον μη εντοπισμό οποιουδήποτε προβλήματος στα κρατητήρια σχετική είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ.23 ο οποίος στις 18.9.2010 ήταν ο υπεύθυνος του Γραφείου Παραπόνων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Η θέση του παραπονούμενου περί παράνομης κατακράτησης και συνακόλουθα κακοποίησης του στις 18.9.2009 είναι απορριπτέα και για τον εξής λόγο: Σύμφωνα με τον παραπονούμενο δεν ήταν κανένας παρών κατά την κακοποίηση του. Αυτό εξυπακούει ότι ο χώρος των κρατητηρίων και ολόκληρο το Τμήμα Παραπόνων της Αστυνομίας που είχε την ευθύνη κρατουμένων και στεγαζόταν σε ξεχωριστό κτίριο, δεν είχε έστω και ένα αστυνομικό σε υπηρεσία από η ώρα 19:00 και μετά. Διαφορετικά θα καλείτο ως μάρτυρας. Δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε τέτοιο σενάριο αν λάβουμε υπόψη την τυπικότητα των μελών της Αστυνομίας, όπως εξάγεται από τα ημερολόγια καθηκόντων που είναι Τεκμήρια, στα οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά σε σχέση με την ανάληψη και λήξη καθηκόντων του κάθε ενός των μελών της Αστυνομίας και όλων των ενεργειών τους. Δεν αποκλείουμε και αυτή η δήλωση του παραπονούμενου να ήταν στοχευμένη στο να δικαιολογήσει ίσως την απουσία μελών της Αστυνομίας ως αυτόπτων μαρτύρων, που κανονικά έπρεπε να υπήρχαν. Ο παραπονούμενος αποδίδει στον κατηγορούμενο 1 και άλλες ενέργειες, όπως ότι έψαξε στην προσωπική του περιουσία να βρει χρήματα ή ότι πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από ένα γραφείο και του τα έδωσε. Σημειώνουμε το σημείο από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9 ότι παρέδωσε τα κλειδιά στην Γ/αστυφύλακα 3420 που θα την αντικαθιστούσε στη βάρδια. Η Γ/αστυφύλακας 3420 δεν κλήθηκε ως μάρτυρας αν και η μαρτυρία της θα ήταν βασική στο να διαφωτίσει το Δικαστήριο κάτω από ποιές συνθήκες τα κλειδιά του αυτοκινήτου CAS 815 από τη φύλαξη του Τμήματος Μικροπαραβάσεων βρέθηκαν στην κατοχή του Abdulrahim και ακολούθως στον παραπονούμενο. Αποδίδονται έμμεσα στον κατηγορούμενο 1 υπερεξουσίες εντός του χώρου της Αστυνομίας Πάφου ενώ βρίσκονταν σε υπηρεσία ανώτεροι του. Εκτός του ότι τέτοια θέση κρίνουμε ως απίθανη και εκτός πραγματικότητας, διαψεύδεται επιπρόσθετα από τους υπόλοιπους μάρτυρες-μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Ο παραπονούμενος δεν ήταν συνεπής και ως προς τον λόγο που κατ' ισχυρισμό συνελήφθηκε παράνομα η κακοποιήθηκε στις 18.9.
  13. Ενώ ήταν η αρχική του θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 τον συνέλαβε και απαίτησε χρήματα για τους τρεις λόγους, δηλαδή για να του δώσει το αυτοκίνητο, γιατί ήταν παράνομος και ως την αξία των ζαντών, πρόβαλε στη δια ζώσης μαρτυρία του έμμεσα ακόμα ένα λόγο ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 τον χαστούκισε γιατί δεν δέχθηκε να του πουλήσει το αυτοκίνητο. Αντίφαση εντοπίζεται και στην επιμονή του ότι ανέφερε τον τελευταίο ισχυρισμό στη κατάθεση του, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ειδικά για το χαστούκι στη κατάθεση του ισχυρίζεται διαφορετικά, ότι δηλαδή όταν κλήθηκε να εισέλθει στο Σταθμό και είδε το αυτοκίνητο του, ο κατηγορούμενος 1 τον ρώτησε πού βρήκε τις ζάντες και τον χαστούκισε στην παρουσία του Abdulrahim. Σημειώνουμε την παράλειψη του Abdulrahim να αναφερθεί σε τέτοιο επεισόδιο που φέρεται να συνέβηκε στο χώρο που βρισκόταν το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, στη μαρτυρία ή στην κατάθεση του. Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε και την υπόλοιπη μαρτυρία όσον αφορά τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα στις 25.5.2010 στο χώρο των κρατητηρίων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου. Και γι' αυτό το θέμα η μαρτυρία του παραπονούμενου και των ομοεθνών του χαρακτηρίζεται από ασάφειες και ανακρίβειες. Και εξηγούμε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.7, ο παραπονούμενος στις 22.5.2010 μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου για εξακρίβωση στοιχείων και ακολούθως συνελήφθηκε η ώρα 22:30 της ίδιας μέρας. Αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 ότι στις 25.5.2010 κακοποίησε τον παραπονούμενο σε δύο περιπτώσεις ενώ αυτός βρισκόταν πάλι στα κρατητήρια του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού επειδή, σύμφωνα με τα λεχθέντα του παραπονούμενου, δεν είχε τηρήσει την μεταξύ τους συμφωνία για τις ζάντες. Εκτός από τη μαρτυρία του παραπονούμενου και των ομοεθνών του σχετική επίσης είναι εκείνη της Ιατρού Σβανά των Α' Βοηθειών και του Ιατροδικαστή Σοφοκλέους. Οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν αμφισβήτησαν ούτε τα προσόντα, αλλ' ούτε και τα ευρήματα τους. Τους κρίνουμε εμπειρογνώμονες για τα θέματα που κατέθεσαν και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους στην ολότητα της ως καθόλα αληθινή. Έχουμε είδη αναφέρει πιο πάνω τα κλινικά ευρήματα τους από την εξέταση του παραπονούμενου στις 27.5.2010 από την Ιατρό Σβανά και στις 29.5.2010 από τον Ιατροδικαστή. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε ότι η Ιατρός Σβανά μόνο μικροεκδορές πρόσεξε στον αριστερό ώμο ενώ ο Ιατροδικαστής μια θλαστική εκχύμωση στην αριστερή ακρωμιακή χώρα. Ούτε η Σβανά ούτε ο Ιατροδικαστής ανέφεραν οτιδήποτε σχετικό με το χρόνο που προκλήθηκαν τα τραύματα ή τον αναγκαίο χρόνο επούλωσης των συγκεκριμένων ή άλλων τραυμάτων. Σημειώνουμε ότι δεν ρωτήθηκαν σχετικά από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ή από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Τονίζουμε ότι η Ιατρός Σβανά δεν κάλεσε ωτορινολαρυγγολόγο για την υπεραιμία (ερυθρότητα) που πρόσεξε στο αριστερό αυτί του παραπονούμενου, απλά τον συμβούλευσε, επειδή της παραπονέθηκε για πόνο, να αποταθεί σε ωτορινολαρυγγολόγο αν εξακολουθούσε να επιμένει ο πόνος. Από την άλλη ουδέποτε ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος ότι αποτάθηκε σε ωτορινολαρυγγολόγο. Σημαντική για το θέμα θεωρούμε την μαρτυρία του Ιατροδικαστή. Εξέτασε όλο το σώμα του παραπονούμενου "κομμάτι-κομμάτι" ενόψει της αναφοράς του ότι είχε κτυπηθεί με χέρια και πόδια και ο Ιατροδικαστής δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε άλλο κλινικό εύρημα που να κατατείνει στην αλήθεια των λεχθέντων του παραπονούμενου περί κακοποίησης του με τον τρόπο που ανέφερε. Θα ήταν παράλειψη μας να μην αναφέρουμε και την διαφορά στα ευρήματα των δύο εμπειρογνωμόνων εφόσον η Ιατρός Σβανά αναφέρεται σε μικροεκδορές που ο Ιατροδικαστής απέκλεισε το ενδεχόμενο η εκδορά να είναι μώλωπας, όπως είναι το δικό του εύρημα. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω κλινικά ευρήματα των εμπειρογνωμόνων οι θέσεις του παραπονούμενου από τη μια, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 1 στις 25.5.2010 τον άρπαξε από τα μαλλιά και κτυπούσε το κεφάλι του στα σίδερα των κρατητηρίων καθώς και του Mustafa από την άλλη, ότι δήθεν ο κατηγορούμενος 1 τράβηξε τον παραπονούμενο από τα μαλλιά και τον κτυπούσε στην κοιλιά και στο κεφάλι για να το ανοίξει στα δύο και ότι τον κλωτσούσε με τα πόδια του αποκλείονται. Ούτε επίσης εκείνη του Jamil ότι στις 25.5.2010 που είδε τον παραπονούμενο στο χώρο των κρατητηρίων αυτός ήταν μελανιασμένος και κτυπημένος και έφερε πολλά σημάδια στη πλάτη και στα δύο του χέρια ανταποκρίνεται στην παραγματικότητα. Σημειώνουμε την παράλειψη του Jamil να αναφέρει στη κατάθεση του τον πιο πάνω ισχυρισμό του που σίγουρα δεν αναφέρεται σε λεπτομέρεια αλλά και τη σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του παραπονούμενου με εκείνη του Mustafa που ο παραπονούμενος αποκλείει την παρουσία του Mustafa κατά την κακοποίηση του στις 25.5.2010, ισχυριζόμενος ότι μόνο κρατούμενοι μπορεί να άκουσαν ή να είδαν κάτι. Ο παραπονούμενος επιλεκτικά κατά την γνώμη μας παραλείπει από την γραπτή του κατάθεση να αναφέρει την παρουσία του Mannan στα κρατητήρια στις 25.5.
  14. Αναφέρει απλώς ότι τον επισκέφθηκε ο Mustafa με ένα φίλο του από τον οποίο ζήτησε €
  15. Ο Mannan δεν του ήταν άγνωστος εφόσον ήταν το πρόσωπο στο οποίο πώλησε τις ζάντες. Μόνο όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι τον επισκέφθηκε και ο Mannan στα κρατητήρια μαζί με τον Mustafa. Δεν αποκλείουμε η παράλειψη αναφοράς του γεγονότος στη κατάθεση του να οφειλόταν στην πεποίθηση του ότι θα θεωρείτο ότι ήταν εναντίον της εκδοχής του. Διαφωνία ως προς τον λόγο παρουσίας του Mustafa στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό το βράδυ της 25.5.2010 υπάρχει μεταξύ του ιδίου και των άλλων μαρτύρων Αραβικής καταγωγής. Ο Jamil ισχυρίστηκε ότι του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος πληροφορώντας τον ότι βρισκόταν στη φυλακή και ότι τον κτυπούσε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος απαιτούσε €700 ή τις ζάντες του αυτοκινήτου του. Κατά τη διαδρομή προς τον Σταθμό μαζί με τον Hamis, τηλεφώνησε στον αδελφό του Mustafa και αφού τον ενημέρωσε για τα συμβάντα σε σχέση με τον παραπονούμενο, του ζήτησε να πάει και εκείνος στο Σταθμό. Άλλη εκδοχή πρόβαλε ο Mustafa, περί τυχαίας δηλαδή συνάντησης του με τον Jamil έξω από τον Σταθμό αλλά και προσέλευσης του στο μέρος. Εξήγησε ότι ενώ βρισκόταν κάπου με την σύζυγο του, του ζήτησε τηλεφωνικά ο Mannan Issa να τον συνοδεύσει στην Αστυνομία γιατί υπήρχε ένα πρόβλημα με τους τροχούς του αυτοκινήτου του και τον ήθελε για διερμηνέα όπως και έγινε. Βγαίνοντας έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό είδε τον Jamil με κάποιον Hamis. Η θέση του παραπονούμενου για το λόγο της παρουσίας του Mustafa στον Αστυνομικό Σταθμό είχε να κάμει με χρήματα, ότι δηλαδή τηλεφώνησε στον Mustafa για να του ζητήσει να τον επισκεφθεί στα κρατητήρια και να του δώσει €300 που του ζητούσε ο κατηγορούμενος
  16. Ποιά τελικά από τις τρεις εκδοχές είναι η αλήθεια; Δεν παραβλέπουμε ότι γενικά ιδωμένη η θέση του Mustafa σε σχέση με τον σκοπό επίσκεψης του στον Αστυνομικό Σταθμό, έχει κοινά στοιχεία με την εκδοχή του κατηγορούμενου 1, ότι δηλαδή ο ίδιος κάλεσε τον παραπονούμενο να τηλεφωνήσει στο Mannan να προσέλθει στον Αστυνομικό Σταθμό για να συζητήσουν για τις ζάντες. Παρά την ταύτιση όμως της συγκεκριμένης θέσης του με εκείνη του κατηγορούμενου 1, ο Mustafa περιέπεσε σε πολλές ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του, συγκρινόμενη με εκείνη των υπόλοιπων μαρτύρων, σε βασικά θέματα. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο θέμα της δήθεν παρουσίας του κατά την κακοποίηση του παραπονούμενου. Τονίζουμε επιπρόσθετα το σημείο από την μαρτυρία του περί παρουσίας ενός ηλικιωμένου αντρός κρατούμενου που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 ως διερμηνέας. Το τελευταίο δεν συμβαδίζει με την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων Αραβικής καταγωγής που δεν αναφέρθησαν καθόλου στην ύπαρξη διερμηνέα κρατούμενου στις 25.5.
  17. Εκτός και αν ο Mustafa αναφέρεται στον κρατούμενο από την Μπαγκλαντές στον οποίο έκαναν αναφορά ο Abdulrahim και ο παραπονούμενος, ότι εκτελούσε χρέη διερμηνέα στις 18.9.2009, όχι όμως στις 25.5.
  18. Εν πάση περιπτώσει ο παραπονούμενος αποκλείει την παρουσία του διερμηνέα κρατούμενου στις 25.5.2010 στα κρατητήρια, ισχυριζόμενος ότι είχεν ήδη απελαθεί. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τους λόγους για τη θέση αυτή του Mustafa, έχοντας κατά νου και την αναφορά του ότι ο ίδιος ζήτησε να εισέλθει μαζί με τον Mannan στο Σταθμό για να εκτελεί χρέη διερμηνέα. Δεν αποκλείουμε να ήταν μέρος της προσπάθειας του να ενισχύσει την εκδοχή των υπόλοιπων ομοεθνών του. Διαφωνία υπήρξε και ως προς το τι ακολούθησε μετά την έξοδο του Mustafa από τον Σταθμό. Ο Mustafa ισχυρίστηκε ότι ενώ ο Jamil ήταν μέσα στο οίκημα, και εννοούσε προφανώς το χώρο των κρατητηρίων, ο Jamil του τηλεφώνησε να εισέλθει και ο ίδιος. Γι' αυτό ξαναμπήκε μέσα για δεύτερη φορά, όπου ο Jamil τον πληροφόρησε για τη συμφωνία που είχε καταλήξει με τον κατηγορούμενο 1 δηλαδή είτε να του δώσουν τα χρήματα είτε τις ζάντες. Μετέφερε ακολούθως την πληροφορία στον Mannan ο οποίος και την απέρριψε. O Jamil δεν έκαμε καμία αναφορά σε σχέση με τους αμέσως πιο πάνω ισχυρισμούς του Mustafa στην κατάθεση του, αλλ' ούτε και ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στην δια ζώσης μαρτυρία του. Ήταν η θέση του ότι αφού υποσχέθηκε στον κατηγορούμενο 1 ότι την ερχόμενη Παρασκευή θα του έπαιρνε τα χρήματα που ζήτησε, έφυγε. Εν πάση περιπτώσει αυτή η θέση του Mustafa διαψεύδεται από τον φρουρό της πύλης (Μ.Κ.17) ότι μόνο δύο άντρες Αραβικής καταγωγής εισήλθαν στο Σταθμό, ενώ ο τρίτος παρέμεινε έξω με τις γυναίκες. Στο σημείο αυτό τονίζουμε την σημαντική αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας του Abdullah με εκείνη των υπολοίπων ομοεθνών του σε σχέση με τον χρόνο που φέρεται να έδωσε τα €140 στον Abdulrahim έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Ο ίδιος τον τοποθετεί στην περίπτωση της δεύτερης σύλληψης του παραπονούμενου και διευκρίνισε ότι αυτή έγινε μέσα στον Μάιο του 2010 δηλαδή κατά την περίοδο της δεύτερης κακοποίησης του παραπονούμενου. Αυτή του η θέση ανατρέπει το όλο σενάριο του παραπονούμενου και του Abdulrahim οι οποίοι περιλαμβάνουν τα €140 ως μέρος του ποσού των €400 κατά τον παραπονούμενο ή €440 κατά τον Abdulrahim, που πλήρωσαν στις 18.9.2009 στον κατηγορούμενο
  19. Ο ισχυρισμός του Jamil ότι το βράδυ της 25.5.2010 κατήγγειλε τον κατηγορούμενο 1 σε αξιωματικό του ΤΑΕ και στον αστυνομικό της εισόδου, που προφανώς εννοούσε τον Μ.Κ.17 που την ώρα εκείνη ήταν σε υπηρεσία στη πύλη, για κακοποίηση του παραπονούμενου εντός των κρατητηρίων, δεν επιβεβαιώνεται από καμία άλλη μαρτυρία. Αντίθετα διαψεύδεται από τον Μ.Κ.17 που αποκλείει τέτοια θέση. Ούτε επίσης εντοπίστηκε ο κατ' ισχυρισμόν αξιωματικός που δέχθηκε το παράπονο. Μέρος του όλου σεναρίου που κατασκεύασαν ο παραπονούμενος και οι ομοεθνείς του δεν αποκλείουμε να είναι και η αναγραφή του τηλεφώνου και του ονόματος "Δημήτρης" στο Τεκμήριο 12 από την Μ.Κ.18, έχοντας κατά νου την όλη μαρτυρία του Jamil. Με τον κατηγορούμενο 1 ο Jamil είχε προσωπική επικοινωνία, σύμφωνα πάντοτε με τα λεχθέντα του, στις 25.5.2010 στο χώρο των κρατητηρίων και είχαν μάλιστα έντονη συζήτηση και ο κατηγορούμενος 1 τον έπιασε από τον λαιμό και ήθελε ακόμα να τον καταγγείλει στο ΤΑΕ, όπως και έκανε το ίδιο βράδι, όχι μόνο στον αξιωματικό αλλά και στον φρουρό της πύλης. Άρα είναι φυσικό να γνώριζε τον κατηγορούμενο
  20. Ανέφερε ακόμα o Jamil ότι στις 25.5.2010 διευθέτησε με τον κατηγορούμενο 1 να συναντηθούν στην Αστυνομία για να του φέρει τα χρήματα που απαιτούσε. Τι μεσολάβησε ώστε την επόμενη μέρα δηλαδή στις 26.5.2010 να ζητήσει από την Μ.Κ.18 να καταγράψει το όνομα και το τηλέφωνο του κατηγορούμενου 1 σε χαρτί για λογαριασμό του; Ο ίδιος έδωσε ως δικαιολογία ότι στις 26.5.2010 τον επισκέφθηκε ο Abdullrahim και τον πληροφόρησε ότι ο αστυνομικός κτυπούσε τον παραπονούμενο και του ζητούσε χρήματα για τις ζάντες. Όμως το γεγονός της φερόμενης κακοποίησης του παραπονούμενου εντός του χώρου των κρατητηρίων το γνώριζε προσωπικά και ο ίδιος ο Jamil αφού τον είδε, όπως είπε, κτυπημένο και μελανιασμένο το βράδυ της 25.5.
  21. Γνώριζε επίσης τις απαιτήσεις του αστυνομικού εφόσον πληροφορήθηκε σχετικά από τον παραπονούμενο αρχικά τηλεφωνικά και κατόπιν κατά την επίσκεψη του στο Σταθμό στις 25.5.
  22. Συνεπώς δεν ήταν κάτι καινούργιο εκείνο που του ανέφερε ο Abdulrahim. Σε τι αποσκοπούσε η προσπάθεια εμπλοκής της Μ.Κ.18 στην υπόθεση; Μήπως γιατί έκρινε ότι χρειαζόταν ακόμα ένας μάρτυρας σαν μέρος του όλου σεναρίου; Σημειώνουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανεγράφη από την Μ.Κ.18 η σημείωση. Ανέμενε να φύγει ο Abdulrahim από το γκαράζ του για να του τηλεφωνήσει να ζητήσει δήθεν τα στοιχεία του κατηγορούμενου 1 για να τα γράψει στο χαρτί η Μ.Κ.
  23. Φαντάζει απίθανο το κίνητρο του Jamil με βάση τα πιο πάνω δεδομένα. Πολλοί άλλοι ισχυρισμοί επίσης του Jamil δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής ή δεν περιλαμβάνονται στη γραπτή του κατάθεση. Περιοριζόμαστε στους εξής: Δεν δίστασε ο Jamil να ισχυριστεί ότι είδε προηγουμένως τα χρήματα που έδωσε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο 1 πριν 7-8 μήνες. Πρόσθεσε μάλιστα ότι από το γκαράζ του ο παραπονούμενος τηλεφωνούσε σε φίλους του να του δώσουν χρήματα και ότι αφού πήγε και τα πήρε ακολούθως επέστρεψε και του τα έδειξε. Σημειώνουμε την αντίθετη θέση του παραπονούμενου. Ότι από το χώρο των κρατητηρίων, όπου κατακρατείτο παράνομα, τηλεφωνούσε σε φίλους του από το κινητό του τηλέφωνο για να εξασφαλίσει χρήματα, όπως και εξασφάλισε τα €400 με τον τρόπο που περιέγραψε πιο πάνω. Ο Jamil ισχυρίστηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι και τον ίδιο έπιασε από τον λαιμό ο κατηγορούμενος 1 για να μην φωνάζει, ισχυρισμό που δεν αναφέρει στη κατάθεση του αν και θεωρούμε ουσιώδη. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός του Jamil ότι το βράδυ της 25.5.2010 συνάντησε τον παραπονούμενο στα κρατητήρια, του έδωσε τσιγάρα και συνομίλησαν, αναφέροντας του να μην φοβάται και ότι έφερε χρήματα και θα τα κανόνιζε. Τέτοια επίσκεψη του στο Σταθμό που θεωρούμε βασική παραλείπεται από την γραπτή του κατάθεση. Δεν αποκλείουμε να ήταν στοχευμένη στο να καταδείξει ότι είδε τον παραπονούμενο στις 25.5.2010 και ήταν κτυπημένος και μελανιασμένος. Γενικά ιδωμένη η μαρτυρία των Jamil, Abdulrahim, Abdullah και Mustafa δίνει έντονα την εντύπωση προσυνεννόησης μεταξύ τους στο τι θα πουν στο Δικαστήριο και μάλιστα για φανταστικά γεγονότα. Διαφορετικά δεν εξηγούνται τόσες πολλές αντιφάσεις στην μεταξύ τους μαρτυρία, αλλά και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, σε βασικά μάλιστα θέματα. Εμφανής επίσης ήταν και η επιθυμία τους πάση θυσία να επιβεβαιώσουν τον παραπονούμενο στο ότι έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο 1 και ότι κτυπήθηκε. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τους λόγους. Δεν αποκλείουμε να οφείλετο στην προσπάθεια τους να παρατείνουν την παραμονή του παραπονούμενου στη Δημοκρατία, όπως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης και αποδείχθηκε ότι έγινε στο τέλος. Αφέθη ελεύθερος αμέσως μετά την διεξαγωγή της αναγνωριστικής παράταξης άσχετα αν συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για 4 μήνες για άσχετο λόγο, δηλαδή για εξεταζόμενη υπόθεση κλοπής για την οποίαν παραδέχθηκε ο παραπονούμενος ότι καταχωρήθηκε σχετική υπόθεση εναντίον του στο Δικαστήριο, η οποία εκκρεμεί. Αυτή την εισήγηση της υπεράσπισης δεν κρίνουμε αυθαίρετη. Τονίζουμε από τη μαρτυρία του παραπονούμενου κατά την αντεξέταση το σημείο ότι από το 2009 που ήλθε παράνομα στη Κύπρο μέσω των κατεχομένων εδαφών, δεν προσήλθε στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης να διευθετήσει την άδεια παραμονής του, παρά μόνο αποτάθηκε μετά το πρόβλημα με τον κατηγορούμενο
  24. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "Ε. Στη μαρτυρία σου την ένορκη ανέφερες ότι επήγες εις το Immigration για να διευθετήσεις τα χαρτιά σου. Ποια είναι η αλήθεια, επήες ή δεν επήες; Α. Αφού είχε γίνει το πρόβλημα με τον Δημήτρη πήγα στο Immigration, προηγουμένως δεν είχα πάει". Δεν αποκλείουμε ακόμα το ενδεχόμενο σκοπός τους να ήταν η υποστήριξη ενός ομοεθνή τους στη δύσκολη θέση που προφανώς βρέθηκε με το να διαθέσει τις ζάντες σε τρίτο άτομο αν και γνώριζε ή αναμένετο να γνωρίζει, ότι αυτές ανήκαν στον κατηγορούμενο 1 ή περαιτέρω να σκιάσουν τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες εξήλθε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου από τον Αστυνομικό Σταθμό. Σημασία έχει ότι ούτε ο παραπονούμενος αλλ' ούτε και οι υπόλοιποι μάρτυρες Αραβικής καταγωγής ήταν ειλικρινείς στο Δικαστήριο. Δεν ήταν σταθεροί σε μια θέση αλλ' αντίθετα ελίσσονταν συνεχώς ή πρόσθεταν και άλλα στοιχεία ώστε αυτή να συμβαδίζει, όπως οι ίδιοι πίστευαν, με εκείνη των υπολοίπων, με κοινό πάντοτε στόχο την ενίσχυση εκείνης του παραπονούμενου. Υπήρξαν και πολλά άλλα στοιχεία διάστασης στην μεταξύ τους μαρτυρία ή παράλειψης αναφοράς βασικών γεγονότων στις καταθέσεις τους. Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε ειδικά στο καθένα ξεχωριστά. Χρησιμοποιήσαμε εκείνα που κατά την άποψη μας πλήττουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας τους. Τονίζουμε ότι δεν υπήρξε καμία άλλη ανεξάρτητη και αυτοτελής μαρτυρία πέραν από τη δική τους που να ενισχύει αντικειμενικά την εκδοχή του παραπονούμενου. Εν κατακλείδι κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε μόνο τα εξής προς συμπλήρωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Ο παραπονούμενος ανέφερε αρχικά ότι εργάστηκε και ξόφλησε το ποσό των €300 στον Jamil και το άλλο ποσό των €400 στον Abdulrahim. Καμία σχετική αναφορά έκαναν στη δια ζώσης μαρτυρία τους ή στις καταθέσεις τους οι Jamil και Abdulrahim. Εκτός αυτού κατά την αντεξέταση του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε διαφορετικά, ότι δηλαδή δανείστηκε €300 από τον Jamil αναμένοντας να του στείλουν κάποια χρήματα από τη Συρία και μετά λίγες μέρες τα επέστρεψε θεωρώντας την πράξη αυτή κάτι το κανονικό. Ήταν η θέση του παραπονούμενου στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους ομοεθνείς του μάρτυρες. Δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι το μόνο που γνώριζε από το πλήρες όνομα του Abdulrahim ήταν Rahim. Και όμως του αποδίδει να είναι ο πρωταγωνιστής της δοσοληψίας με τον κατηγορούμενο 1 και ότι ήταν έτοιμος να παρανομήσει ενδεχομένως για χάρη του μόνο και μόνο για να καταφέρει να πάρει το αυτοκίνητο του. Σίγουρα τέτοια θέση του παραπονούμενου όχι μόνο δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής, αλλά αποκλείεται και από τον Abdulrahim που αποκαλεί τον παραπονούμενο ως φίλο του τόσο στην κατάθεση του όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία του. Το ίδιο ισχύει και για τον Jamil όπου ενώ στη κατάθεση του ο παραπονούμενος τον αποκαλεί φίλο του, στη δια ζώσης μαρτυρία του αρνήθηκε ότι είναι φίλοι. Ο παραπονούμενος διαψεύδεται επίσης από τον ίδιο τον Jamil που τον αποκαλεί ως φίλο και πελάτη του. Δεν αποκλείουμε η νέα αυτή τάση του παραπονούμενου αναφορικά με τις σχέσεις του με τα συγκεκριμένα άτομα να αποσκοπούσε στο να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κριθεί ως μη αντικειμενική η μαρτυρία τους. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά την παράνομη κατακράτηση του την πρώτη φορά δηλαδή στις 18.9.2009, αστυνομικοί ακόμα και αξιωματικοί μπαινόβγαιναν στο χώρο των κρατητηρίων, ότι έβλεπαν και έφευγαν, ή έκαναν κάτι. Καμία τέτοια μαρτυρία έχει προσαχθεί. Σίγουρα οι μάρτυρες αυτοί θα ήταν βασικοί και ιδιαίτερα οι αστυφύλακες που ήταν σε υπηρεσία στις 25.5.2010 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 καθώς και ο Λοχίας των Μικροπαραβάσεων στον οποίον αποτάθηκε ο Abdulrahim για να του επιστραφεί το αυτοκίνητο ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, του είχε ζητήσει να παραμείνει στο χώρο όταν ο κατηγορούμενος 1 πήρε τον παραπονούμενο και έφυγε στις 18.9.
  25. Βασική επίσης θα ήταν η μαρτυρία σε σχέση με τις τηλεφωνικές κλήσεις του παραπονούμενου κατά την σύλληψη του τον Μάιο του 2010, εφόσον πάλι ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε αριθμό τηλεφωνικών επικοινωνιών του για το θέμα με τις ζάντες, κατά τον χρόνο κράτησης του. Δεχόμαστε το λόγο που προβλήθηκε από τον Μ.Κ.14 ότι οι κλήσεις που σχετίζονται με τα γεγονότα της 18.9.2009 είχαν ήδη διαγραφεί, λόγω παρέλευσης 6 μηνών. Δεν ετίθετο θέμα διαγραφής των κλήσεων όμως για τα γεγονότα της 25.5.2010 Δεν έχει προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία και δεν γνωρίζουμε το λόγο της παράλειψης. Δεν αποκλείουμε όμως αυτή να οφείλεται στις ασάφειες και ανακρίβειες των λεχθέντων από τον παραπονούμενο που ήταν δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τέτοιας μαρτυρίας. Σημειώνουμε όμως την απουσία από τα κινητά τηλέφωνα του κατηγορούμενου 2, φωτογραφιών ή βίντεο σχετικών με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το Τεκμήριο 31 που είναι παραδεκτό γεγονός. Σημασία έχει ότι ο παραπονούμενος σε καμία περίπτωση δεν έδωσε μια καθαρή εικόνα για όσα φέρεται να έχουν συμβεί σε βάρος του είτε τον Σεπτέμβρη του 2009 είτε τον Μάιο του
  26. Αντίθετα άλλαζε συνεχώς τις θέσεις που πρόβαλλε αρχικά ή προσπαθούσε να δικαιολογήσει καταστάσεις που έκρινε ότι εξασθενούσαν την εκδοχή του, με αποτέλεσμα κάθε φορά να προβάλλει και νέους ισχυρισμούς. Η ίδια τάση διακατείχε και τους ομοεθνείς του που κλήθηκαν να ενισχύσουν την μαρτυρία του. Οι αντιφάσεις, ασάφειες, αβεβαιότητες και ερωτηματικά που κυριαρχούν στη μαρτυρία του παραπονούμενου και των άλλων μαρτύρων Αραβικής καταγωγής είναι ουσιαστικής μορφής και έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και τον πυρήνα των ισχυρισμών του παραπονούμενου. Πλήττουν καίρια την αξιοπιστία τους. Παρέμεινε τέλος να εξεταστεί η θέση που πρόβαλε ο κατηγορούμενος 1 στην ένορκη μαρτυρία του της οποίας μέρος έχουμε ήδη σχολιάσει πιο πάνω. Σημειώνουμε επιπρόσθετα τα εξής: Σε πολλά σημεία η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 επιβεβαιώνεται από μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ότι δεν συναντήθηκε με τον παραπονούμενο στις 18.9.2009 και ούτε επεσυνέβη οτιδήποτε το ιδιαίτερο εντός του χώρου των κρατητηρίων είτε στις 18.9.2009 είτε στις 25.5.
  27. Ασφαλώς όσα περιέγραψαν να έχουν διαπραχθεί εντός του χώρου των κρατητηρίων ο παραπονούμενος και οι υπόλοιποι μάρτυρες Αραβικής καταγωγής, δεν ήταν γεγονότα που θα περνούσαν απαρατήρητα. Σε κάποιο μέλος της Αστυνομίας αναμένεται να γινόταν αντιληπτό κάτι από τα δήθεν τεκταινόμενα. Επίσης οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 συνάντησε για πρώτη φορά τον παραπονούμενο, όπως τις περιέγραψε ο κατηγορούμενος 1, επιβεβαιώνονται από τον Μ.Κ.17 ότι δηλαδή στις 25.5.2010 είχε χαθεί ένα κινητό τηλέφωνο κάποιου κρατούμενου και οι αστυνομικοί που ήταν σε υπηρεσία στα κρατητήρια ασχολήθηκαν με την ανεύρεση του περιλαμβανομένου και του ίδιου που ήταν επιφορτισμένος με την φρουρά της πύλης. Δεν φαντάζει απίθανο μετροφυλλώντας τη λίστα των κρατουμένων κατά την πιο πάνω διαδικασία, ο κατηγορούμενος 1 να πρόσεξε το όνομα Rafat και στη βάση αυτού να εντοπίσει τον παραπονούμενο. Σημειώνουμε ότι το όνομα του Rafat δεν ήταν άγνωστο στον κατηγορούμενο 1 αφού του το αποκάλυψε ο Abdulrahim στις 18.9.
  28. Ήταν φυσικό επακόλουθο για τον Abdulrahim να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 1 στην αναγνωριστική παράταξη εφόσον και ο κατηγορούμενος 1 παραδέχεται ότι τον συνάντησε στις 18.9.2009 εντός του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού και ότι συνομίλησε μαζί του για τις ζάντες και ότι αντάλλαξαν τηλέφωνα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν έχουμε αντιληφθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο στη διαδικασία της αναγνωριστικής παράταξης. Ούτε επίσης οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν αντικανονικότητα της διαδικασίας στη τελική τους αγόρευση, αν και αντεξέτασαν εν εκτάσει τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής για το συγκεκριμένο θέμα. Γι' αυτό θεωρούμε ότι οι οποιεσδήποτε επιφυλάξεις της υπεράσπισης για την αναγνωριστική παράταξη έχουν εγκαταλειφθεί. Ούτε επίσης μας δημιουργεί ερωτηματικά η αναγνώριση του κατηγορούμενου 1 και από τους Jamil και Mustafa κατά την αναγνωριστική παράταξη. Αυτοί είχαν την ευκαιρία να δουν τον κατηγορούμενο 1 το βράδυ της 25.5.
  29. Σημειώνουμε το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.17 ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε μια συζήτηση στην πύλη με τρεις άντρες Αραβικής καταγωγής και δύο γυναίκες. Και ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι συνάντησε στη πύλη τον Mustafa, τον Mannan και άλλα άτομα Αραβικής καταγωγής. Συνεπώς όλοι αυτοί ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσουν κατά την αναγνωριστική παράταξη. Η θέση του κατηγορούμενου 1 ότι στις 18.9.2009 αντιλήφθηκε τις ζάντες που του είχαν κλέψει στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAS 815 εντός της αυλής του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού, επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.23 ο οποίος έλαβε τη σχετική πληροφόρηση τηλεφωνικά η ώρα 11:00 της ίδιας μέρας. Σημειώνουμε την ώρα που ο Abdulrahim, προσήλθε στο Σταθμό για να παραλάβει το αυτοκίνητο που ήταν, όπως ανέφερε ο ίδιος, η ώρα 12:
  30. Το γεγονός ότι η καταγγελία του κατηγορούμενου 1 στον Μ.Κ.23 ήταν μόνο για σκοπούς καταχώρησης και πιθανής μελλοντικής ενέργειας, συμφωνεί με ό,τι είχε κατά νού ο κατηγορούμενος 1, να ζητήσει δηλαδή από τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου την επιστροφή των ζαντών και ίσως, όπως πιστεύουμε, όχι την τιμωρία του. Ήταν εισήγηση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής στην αγόρευση του ότι δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής η εκδοχή της υπεράσπισης. Διαφωνούμε με την θέση αυτή. Έχει τεθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του η εκδοχή της υπεράπσισης και τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αμφισβητούνται και αυτός έχει τοποθετηθεί. Το ίδιο έγινε και με τους υπόλοιπους ομοεθνείς του μάρτυρες. Τέθηκαν σε αυτούς οι επί μέρους ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που τους αφορούσαν και αυτοί έχουν τοποθετηθεί επίσης (βλ. Τάκη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599, 609). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνουμε αναξιόπιστους τον παραπονούμενο και τους μάρτυρες Αραβικής καταγωγής που κλήθηκαν να τον ενισχύσουν, γι' αυτό και απορρίπτουμε τη μαρτυρία τους στο σύνολο της, εκτός εκείνων των σημείων που συμφωνούν με τα λεχθέντα του κατηγορούμενου
  1. Η εκδοχή της υπεράσπισης περί κατασκευασμένης υπόθεσης σε βάρος των δύο κατηγορουμένων για τον προβαλλόμενο ή οποιονδήποτε άλλο λόγο κρίνεται ως βάσιμη. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 καμία απολύτως μαρτυρία τον συνδέει με τα γεγονότα. Αντίθετα ο παραπονούμενος και ο Abdulrahim απέκλεισαν τη συμμετοχή του στην υπόθεση με την μη αναγνώριση του. Ο μόνος συνδετικός κρίκος, αν μπορεί να θεωρηθεί έτσι, ήταν ότι στις 18.9.2009 υπήρξε μέλος της βάρδιας στην οποία υπηρετούσε ο κατηγορούμενος 1 και ότι στη βάση σχετικών καταχωρήσεων στο Τεκμήριο 10, η ώρα 06:50 ο αστυφύλακας 4008 του παρέδωσε την ευθύνη του Τμήματος την οποία ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στη συνέχεια με τη λήξη της βάρδιας του στις 18:45 στον Μ.Υ.
  2. Μέλη της ίδιας βάρδιας υπήρξαν όμως και άλλοι αστυφύλακες που δεν κλήθηκαν κάν ως μάρτυρες στην υπόθεση, πόσο μάλλον να προστεθούν και ως συγκατηγορούμενοι. Καταλήγοντας, από τη στιγμή που κρίναμε τη μαρτυρία του παραπονούμενου και των ομοεθνών του δηλαδή των Μ.Κ.21, 22, 24 και 29 αναξιόπιστη, δεν υπάρχει κανένα μαρτυρικό υλικό ή εύρημα ενώπιον μας που να στοιχειοθετεί τα αδικήματα και επομένως όλες οι κατηγορίες εναντίον και των δύο κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθούν. Συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 μέχρι και 17 πέραν από κάθε λογική αμφιβολία οι οποίες και απορρίπτονται. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν από κοινού ή ξεχωριστά. (Υπ.) .............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. .Ο.Ρ. Α. Κονής, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.