Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λούκας Κυπριανού, Αρ. Υπόθεσης: 5654/09, 20.7.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5654/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Λούκας Κυπριανού Ημερομηνία: 20.7.2011. Για κατηγορούσα αρχή: κα Παπαλαζάρου. Για κατηγορούμενο: κ. Χ. Γεωργιάδης με κα Πατσαλίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και απαλλάξει στον παρόν στάδιο. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και εισηγήθηκε όπως αυτός κληθεί σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης πυρκαγιάς στην ύπαιθρο, κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)(δ)(ii) του Νόμου 220/88. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 21.7.08 στην τοποθεσία Κεσπερίδες έδαφος του χωριού Κρήτου Μαρόττου, της Επαρχίας Πάφου, προκάλεσε πυρκαγιά στην ύπαιθρο, εξαιτίας πλημμελούς ή ελαττωματικής λειτουργίας μηχανοκίνητης υδραντλίας που χρησιμοποιούσε με αποτέλεσμα να καούν 2 δεκάρια από ξηρά χόρτα, 2 δεκάρια άγριας βλάστησης και 3.6 εκτάρια από πεύκα. Το αδίκημα της επίδικης κατηγορίας βασίζεται στο άρθρο 5
(1)(δ)(ii) του περί Προλήψεως Πυρκαγιών στην Ύπαιθρο Νόμου 220/88, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «5.-
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο- (δ) προκαλεί πυρκαγιά στην ύπαιθρο εξαιτίας - (ii) πλημμελούς ή ελαττωματικής λειτουργίας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος ή άλλου μηχανήματος το οποίο χρησιμοποιεί είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι 3 έτη ή σε χρηματική ποινή όχι μεγαλύτερη των €8,543 ή και στις δύο αυτές ποινές». Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να προκάλεσε πυρκαγιά στην ύπαιθρο.
- Αυτό να έγινε εξαιτίας πλημμελούς ή ελαττωματικής λειτουργίας οποιουδήποτε μηχανοκίνητου οχήματος ή άλλου μηχανήματος, το οποίο χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω θα εξετάσει στη συνέχεια την τεθείσα στην παρούσα μαρτυρία αντικειμενικά και μόνο. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 417 Χρίστος Νικολαίδης, εξεταστής της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό στις 21.7.08 μετά από πληροφορία για ύπαρξη πυρκαγιάς μετέβηκε στην περιοχή Κεσπέριδες του χωριού Κρήτου Μαρόττου στην Πάφο όπου βρήκε άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πάφου και του Δασονομείου Παναγιάς, οι οποίοι προσπαθούσαν να κατασβέσουν την πυρκαγιά. Στην εν λόγω περιοχή υπήρχε μια μηχανοκίνητη υδραντλία ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ο Μ.Κ.1 πήρε κατάθεση από τον Μ.Κ.4 καθώς και ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον οποίο κατηγόρησε και γραπτώς. Κατέθεσε δε στο Δικαστήριο μεταξύ άλλων, ως τεκμήριο 4, δύο κομμάτια μετάλλου, τα οποία λήφθηκαν από τη σκηνή της πυρκαγιάς από άλλο πρόσωπο. Ο μάρτυρας δεν έκανε οποιεσδήποτε εξετάσεις σε σχέση με την επίδικη μηχανή, ούτε εισήλθε στη μεγάλη περίφραξη δηλ. στον μεγαλύτερο χώρο όπου αυτή βρισκόταν. Ο εν λόγω χώρος εκτός από μερικές εστίες που υπήρχαν σε αυτόν ήταν ανέπαφος από φωτιά. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Θεόδωρος Χαραλάμπους, Επαρχιακός Υπεύθυνος των Πυροσβεστικών Σταθμών Πάφου. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ο υπεύθυνος αξιωματικός, για την πλήρη κατάσβεση της επίδικης πυρκαγιάς, μαζί με το Δασονομείο γιατί, ως ανέφερε, η πυρκαγιά ήταν μέσα στην οροθετική γραμμή του δάσους. Ο μάρτυρας ήταν επίσης αυτός που διερεύνησε, την επόμενη μέρα, τα αίτια της πυρκαγιάς, σε συνεργασία με την Αστυνομία και λειτουργό της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας (εν τοις εφεξής Η/Υ). Μετά τη διερεύνηση ετοίμασε την «Αναφορά Πυρκαγιάς» τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από την έρευνα του παρατήρησε ότι η πυρκαγιά άρχισε σε ξηρά χόρτα και εξαπλώθηκε σε άγρια βλάστηση και πευκοδάσος. Η συνολική έκταση της καμένης περιοχής και η ζημιά που προκλήθηκε από την πυρκαγιά ήταν 2 δεκάρια από ξηρά χόρτα, δύο δεκάρια από άγρια βλάστηση και 3.6 εκτάρια από πεύκα. Από τις εξετάσεις που έκανε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «πιθανή αιτία της πυρκαγιάς» ήταν «η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρα», η οποία προκλήθηκε από μηχανικό πρόβλημα που παρουσίαζε η επίδικη μηχανή. Αυτό αναγράφεται και στο τεκμήριο
- Στο Παράρτημα Α που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 6 αναφέρει όμως ότι από τις παρατηρήσεις και τα ευρήματα του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε «από υπέρθερμα μέταλλικα κομμάτια που λόγω βλάβης στο συμπλέκτη της μηχανής έσπασαν και εκσφενδονίστηκαν στην περίμετρο». Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι η μηχανή αυτή ήταν πετρελαιοκίνητη μηχανή εσωτερικής καύσης στην οποία υπήρχε άξονας με τροχαλία όπου έμπαιναν ιμάντες, οι οποίοι έδιδαν κίνηση σε αξονική υδραντλία. Η μηχανή βρισκόταν πάνω σε τσιμεντένια βάση, εντός μικρής περίφραξης (στο εξής η μικρή περίφραξη) ενώ η υδραντλία βρισκόταν έξω από την περίφραξη αυτή, επίσης πάνω σε τσιμεντένια βάση και ενώνονταν με ιμάντες πάνω στην τροχαλία της μηχανής. Τόσο η μηχανή όσο και η υδραντλία βρίσκονταν εντός μεγαλύτερου περιφραγμένου χώρου (στο εξής η μεγάλη περίφραξη). Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.2 είπε επίσης ότι κατά την εξέταση της επίδικης μηχανής εντόπισε σημεία κακής λειτουργίας του άξονα της μηχανής και λόγω του ότι η κινούμενη τροχαλία λόγω βλάβης του ρουλεμάν ή άλλης βλάβης εφάπτετο με ακίνητο μέρος-μέταλλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παραχθεί θερμότητα και σπινθήρας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εξήγησε, οι σπινθήρες ή μικρά κομμάτια μετάλλου λόγω της περιστροφικής κίνησης εκσφενδονίζονται στην περίμετρο και αν υπάρχουν ξηρά χόρτα τα αναφλέγουν. Σε σχέση όμως με την «κακή λειτουργία» της επίδικης μηχανής στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν κατέχει γνώσεις μηχανολογίας και δεν είναι εκπαιδευμένος αναφορικά με τη λειτουργία οποιοδήποτε μηχανών αλλά στο να διερευνά τα αίτια μιας πυρκαγιάς οπόταν ασχολείται μόνο με μεθοδικότητα αποκλείοντας μια μια την αιτία που μπορεί να προκαλέσει μια πυρκαγιά. Ανέφερε επίσης ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς όπου εμπλέκεται μηχανή κάνει τη δική του διερεύνηση με την βοήθεια ειδικών της Η/Υ τους οποίους συμβουλεύεται και με βάση τις πληροφορίες, παρατηρήσεις και ευρήματα που του δίδονται μπορεί να οδηγηθεί σε συμπέρασμα σε σχέση με τα αίτια της πυρκαγιάς. Παραδέχθηκε δε στην συνέχεια ότι το θέμα της βλάβης τόσο στην επίδικη μηχανή όσο και στον άξονα της δεν ήταν δική του παρατήρηση αλλά η γνωμάτευση του ειδικού της Η/Υ (δηλ. του Μ.Κ.3), ο οποίος ήταν μαζί του κατά τη διερεύνηση και παρέπεμψε στην ουσία σε εκείνον για να πει ποιο ήταν το μηχανικό πρόβλημα. Από τις έρευνες του ο Μ.Κ.2 εντόπισε κηλίδες πυρκαγιάς τόσο μέσα στην μεγάλη περίφραξη, όπου τα χόρτα ήταν κομμένα και ήταν σχετικά καθαρός χώρος αλλά υπήρχαν μικρά χόρτα, όσο και έξω αλλά πλησίον της μεγάλης περίφραξης. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εντόπισε τόσο μέσα όσο και έξω από τον περιφραγμένο χώρο εστίες πυρκαγιάς που δεν είχαν συνοχή μεταξύ τους. Το ότι κάποιες κηλίδες-εστίες πυρκαγιάς δεν είχαν συνοχή μεταξύ τους, είπε, φανερώνει το γεγονός ότι προκλήθηκαν από σπινθήρες ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να προκλήθηκαν περισσότερες εστίες έξω από την περίφραξη, οι οποίες λόγω της βλάστησης επεκτάθηκαν και ενώθηκαν. Εξήγησε δε ότι εστία πυρκαγιάς είναι το σημείο από όπου αρχίζει μια πυρκαγιά και κηλίδα πυρκαγιάς είναι μικρή καμένη έκταση εντός της οποίας υπήρχε μια εστία πυρκαγιάς. Ανέφερε επίσης ότι οι κηλίδες πυρκαγιάς μπορούν να θεωρηθούν και αυτές σαν εστίες. Είπε δε σχετικά ότι αναφέρθηκε σε κηλίδες πυρκαγιάς γιατί δεν βρήκε εκεί οτιδήποτε χειροπιαστό που να αποδεικνύει την ακριβή αιτία. Υπολόγισε όμως ότι μπορεί να προκλήθηκαν από σπινθήρες. Όταν του ζητήθηκε να δείξει ποια είναι η εστία στο σημείο-κηλίδα που φαίνεται στη φωτογραφία 13, το οποίο είναι εντός της μεγάλης περίφραξης, απάντησε ότι η εστία ήταν μέσα στην καμένη έκταση που προκλήθηκε από κάποια αιτία. Δεν μέτρησε τις διαστάσεις των τριών κηλίδων που βρήκε εντός της μεγάλης περίφραξης (βλ. φωτογραφίες 13, 14 και 16) ούτε την απόσταση τους από την επίδικη μηχανή και δεν βρήκε σε αυτές οποιοδήποτε μέρος της μηχανής. Είπε όμως ότι μπορούσε να προκληθούν από σπινθήρα. Παρόλα αυτά ανέφερε ότι οι εν λόγω κηλίδες σίγουρα δεν ήταν η αιτία που εξαπλώθηκε η πυρκαγιά στο δάσος. Η επίδικη μηχανή δεν ήταν καμένη όπως ούτε και το ντεπόζιτο με πετρέλαιο και τα βαρέλια που υπήρχαν εντός της μεγάλης περίφραξης έφεραν σημάδια από φωτιά. Εξήγησε ότι εντός του χώρου αυτού υπήρχε πολύ ψιλό χόρτο πεσμένο στο χώμα ενώ έξω από την μεγάλη περίφραξη υπήρχε και πράσινη βλάστηση που δεν ήταν ικανή να εμπλακεί στην πυρκαγιά και να παράξει τόση ακτινοβολημένη θερμότητα που να εμπλακεί το πλαστικό ντεπόζιτο καυσίμων και η μηχανή. Δεν δέχθηκε ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από αλλού και έφθασε μέχρι τις παρυφές του περιφραγμένου χώρου γιατί ως είπε τα τελικά σημεία κατάσβεσης της περιμέτρου της πυρκαγιάς ήταν σε αρκετή απόσταση νοτιανατολικά της περιφραγμένης περιοχής και σε αρκετή απόσταση βόρεια, πράγμα που σημαίνει ότι η πυρκαγιά άρχισε από σημεία κοντά στη μηχανή. Προς αυτό το συμπέρασμα τον οδήγησε και το ότι η πυρκαγιά βόρεια επεκτάθηκε «έρποντας» και όχι «επικόρυφα» γιατί τα πεύκα πλησίον της περίφραξης δεν επηρεάστηκαν από την πυρκαγιά κάτι που σημαίνει ότι αυτή εξαπλώθηκε από χαμηλό σημείο και δεν ήλθε από μακριά. Ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι τα κομμάτια μετάλλου (τεκμήριο 4) είναι μέρος από τη μηχανή και βρέθηκαν σε εστίες πυρκαγιάς εκτός της μεγάλης περίφραξης. Στην αντεξέταση του είπε ότι η κηλίδα που φαίνεται εκτός της μεγάλης περίφραξης (βλ. φωτογραφία 9) είναι αυτή που θεωρεί την πιο σημαντική. Αυτό γιατί στο σημείο εκείνο βρέθηκαν τα δύο κομμάτια μετάλλου (τεκμήριο 4) που, ως του ανέφερε ο ειδικός της Η/Υ (Μ.Κ.3), προέρχονταν από τον άξονα της μηχανής και βρέθηκαν μέσα στην εστία της πυρκαγιάς, η οποία είχε συνοχή με ολόκληρη την καμένη έκταση. Όσον αφορά την απόσταση που μπορεί να εκσφενδονιστεί το μέταλλο στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκε είπε στην κυρίως εξέταση ότι αυτό εξαρτάται από την ταχύτητα περιστροφής, το μέγεθος του μετάλλου που θα αποκοπεί και τυχόν εμπόδια που θα βρει στην πορεία του. Στην αντεξέταση του είπε όμως ότι δεν μέτρησε την απόσταση της αμέσως πιο πάνω αναφερόμενης κηλίδας από την μηχανή και δεν μπορεί να πει αν είναι 16 μέτρα. Εξέφρασε τη γνώμη ότι μπορεί ένα σπασμένο μέταλλο από ένα περιστρεφόμενο με χιλιάδες στροφές άξονα να εκσφενδονιστεί και σε τέτοια απόσταση. Παραδέχτηκε όμως ότι δεν γνώριζε πόσες ήταν οι στροφές της επίδικης μηχανής ούτε αν ήταν δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη. Είπε δε ότι ο λόγος που δεν μέτρησε την απόσταση είναι γιατί όλα τα ευρήματα του δηλαδή οι εστίες, οι κηλίδες και τα σημεία τριβής των μετάλλων που βρίσκονταν πάνω στον άξονα τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η πιθανή αιτία της πυρκαγιάς ήταν από ελαττωματική λειτουργία του συστήματος της μηχανής και της υδραντλίας. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δίπλα από τα κομμάτια μετάλλου (τεκμήριο 4) υπήρχαν φίλτρα καθώς και κάποια άλλα άχρηστα υλικά. Σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.2 η μικρή περίφραξη ήταν από συρμάτινο πλέγμα, είχε 4 πλευρές και ήταν ορθογώνιου σχήματος ενώ το πάνω μέρος της ήταν καλυμμένο με τσίγκο και δεν είχε ανοίγματα. Ο Μ.Κ.2 δεν μέτρησε τις πλευρές αυτές, ούτε τις διαστάσεις των οπών του πλέγματος και δεν μπορούσε να πει αν αυτές δεν ήταν 5Χ5 εκατοστά. Ήταν όμως η θέση του ότι το άνοιγμα τους ήταν αρκετό για να διέλθουν σπινθήρες. Δεν μέτρησε ούτε τις διαστάσεις της μεγάλης περίφραξης, η οποία ήταν επίσης από συρμάτινο πλέγμα, ούτε τις διαστάσεις των οπών του πλέγματος και δεν μπορούσε να απαντήσει αν δεν ήταν 5Χ5 εκατοστά. Περαιτέρω δεν μέτρησε ούτε το ύψος της μεγάλης περίφραξης και δεν μπορούσε να πει αν δεν ήταν 2.50 μέτρα. Ήταν επίσης η θέση του, παρά το ότι δεν προέβη στις πιο πάνω μετρήσεις και ενώ δεν μέτρησε ούτε τις διαστάσεις των κομματιών μετάλλου (τεκμήριο 4), - τα οποία σημειωτέον ότι μετρήθηκαν από το Μ.Κ.3 κατά τη μαρτυρία του και διαπιστώθηκε ότι είχαν μήκος 11 και 12 εκατοστά μήκος - ότι δεν θα ήταν δύσκολο να περάσουν κομμάτια πυρακτωμένου μετάλλου γιατί αν και ολόκληρη η μηχανή ήταν μέσα στο πλέγμα εκεί που γύριζαν οι ιμάντες και έβγαιναν έξω από το πλέγμα υπήρχε μεγαλύτερη σχισμή. Όταν όμως του ζητήθηκε να δείξει στις φωτογραφίες το προβληματικό μέρος της μηχανής είπε ότι δεν είναι ειδικός σε θέματα μηχανολογίας. Σε υποβολή ότι τα συγκεκριμένα μέταλλα δεν μπορούσαν να περάσουν από τις δύο περιφράξεις είπε ότι αυτός τα βρήκε έξω από τη μεγάλη περίφραξη κοντά στο δρόμο σε εστία πυρκαγιάς. Τα δύο αυτά μέταλλα ήταν κοντά το ένα στο άλλο μέσα στην ίδια εστία πυρκαγιάς. Όταν ρωτήθηκε αν μπορούσαν τα μέταλλα αυτά με βάση τις διαστάσεις τους να εκσφενδονιστούν και να περάσουν τα δύο πλέγματα και να βρεθούν εκεί που βρέθηκαν είπε ότι για τον ίδιο σημασία είχε η αξιοποίηση των τεκμηρίων αυτών που σύμφωνα με τον ειδικό της Η/Υ ήταν μέρος εξαρτημάτων της μηχανής τα οποία έφεραν σημεία τριβής. Σε σχέση με την αναφορά του σε πιθανή αιτία πυρκαγιάς στην κυρίως εξέταση του εξήγησε ότι η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρων προκαλείται όταν εφάπτονται μεταξύ τους ένα κινητό και ένα ακίνητο σώμα με αποτέλεσμα να προκαλείται παραγωγή θερμότητας και σε περίπτωση μετάλλου σπινθήρας. Όταν ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση αν δηλαδή δεν αποκλείει η αιτία να ήταν άλλη είπε ότι οι αιτίες που προκαλούν πυρκαγιές είναι πολλές και ότι όταν κάνει διερεύνηση των αιτίων βάση των ευρημάτων του αρχίζει να αποκλείει μια μια τις αιτίες μέχρι να καταλήξει στην πιο πιθανή. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση αφού απέκλεισε όλες τις άλλες τα ευρήματα τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πιθανή αιτία πυρκαγιάς ήταν η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρων. Διευκρίνισε επίσης ότι η μηχανική παραγωγή θερμότητας και ο εκσφενδονισμός υπέρθερμων σωματιδίων είναι δύο διαφορετικά πράγματα τα οποία δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Είπε επίσης ότι όταν εκσφενδονιστεί κάτι δεν παράγει μηχανική θερμότητα. Για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει τριβή μεταξύ δύο αντικειμένων. Σε ερώτηση ουσιαστικά αν τελικά η γνώμη του είναι ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από σπινθήρα ή μέταλλο που εκσφενδονίστηκε ή και από τα δύο είπε ότι η πιο πιθανή αιτία πυρκαγιάς στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρων που προκλήθηκε από ελαττωματική λειτουργία του συστήματος της μηχανής και της υδραντλίας σε συνδυασμό. Όταν ρωτήθηκε αν μηχανική παραγωγή θερμότητας και θρυμματισμός και εκσφενδόνιση μετάλλων είναι το ίδιο πράγμα είπε ότι ο σπινθήρας δεν είναι τίποτα άλλο από πολύ μικρά τεμάχια μετάλλου τα οποία υπερθερμάνθηκαν λόγω τριβής και εκσφενδονίστηκαν στην περίμετρο. Δέχθηκε όμως ότι τα κομμάτια μετάλλου τεκμήριο 4 δεν είναι πολύ μικρά κομμάτια. Σε ερώτηση δε εάν έχει τις γνώσεις για να πει πόσο μακριά μπορεί να πετάξει ένα σπινθήρα η επίδικη μηχανή απάντησε γενικά ότι η απόσταση που μπορεί να εκσφενδονιστεί ένας σπινθήρας ή ένα κομμάτι μετάλλου όταν υπάρξει τριβή εξαρτάται από την ταχύτητα περιστροφής του άξονα, το μέγεθος του μετάλλου και το κατά πόσο στην πορεία του θα βρει οποιοδήποτε εμπόδιο. Όταν δε ουσιαστικά του επαναλήφθηκε η ίδια ερώτηση είπε ότι δεν θέλει να κάνει τον ειδικό σε αυτό το θέμα. Ως ΜΚ3 κατέθεσε ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους, ο οποίος ήταν ο λειτουργός της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας, με τη συνδρομή του οποίου έκανε τη διερεύνηση ο Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτού όταν ο ίδιος πήγε στο σημείο, την επόμενη μέρα της πυρκαγιάς, έβαλε ένα ιμάντα πάνω στην υδραντλία, ξεκίνησε τη μηχανή και αμέσως είδε ότι είχε πρόβλημα το ρουλεμάν το οποίο ήταν στο σύστημα τροφοδοσίας της αντλίας. Εξήγησε πως λειτουργεί η επίδικη μηχανή. Συγκεκριμένα είπε ότι όταν ξεκινήσει η μηχανή δίνει κίνηση στον άξονα που είναι εφαρμοσμένη η τροχαλία, η οποία με τη σειρά της δίνει κίνηση στην υδραντλία. Για να γυρίζει εύκολα ο άξονας που δίνει κίνηση στην υδραντλία χρειάζεται ρουλεμάν, η δουλειά του οποίου, όταν είναι καλά συντηρημένο, είναι να αποφεύγονται οι τριβές και η θερμότητα. Ένα ρουλεμάν όταν δεν είναι καλά συντηρημένο λόγω των στροφών που παίρνει γίνεται τριβή και οι μπίλιες που υπάρχουν μέσα στο ρουλεμάν σε κάποια στιγμή θα φθαρούν και θα φύγουν από το ρουλεμάν. Εφόσον φύγουν θα μείνει η κάσια του ρουλεμάν πάνω στο σύστημα μετάδοσης της κίνησης και έτσι θα δημιουργήσει λάσκο ή κενό. Ο άξονας μιας μηχανής που δίνει κίνηση σε υδραντλία γυρίζει περί τις 2,500-2,800 στροφές το λεπτό και δημιουργεί τριβή, η οποία θα δημιουργήσει με τη σειρά της θερμότητας και αν δεν το δούμε εγκαίρως θα υπερθερμανθεί και όταν ένα μέταλλο θερμαίνεται διαστέλλεται, αδυνατίζει και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άξονας, ο οποίος έδινε κίνηση στην υδραντλία ταλαντευόταν, το πιο αδύνατο σημείο του συστήματος θα ραγίσει, θα σπάσει και θα εκσφενδονιστεί από την τροχαλία. Η συγκεκριμένη μηχανή είναι δεξιόστροφη όταν την βλέπεις από μπροστά και όταν πάς πίσω από την τροχαλία γυρίζει αριστερά. Ένα ρουλεμάν το οποίο δεν είναι σε κλειστό χώρο και να έχει λάδι μέσα χρειάζεται συντήρηση. Εφόσον δεν δουλεύει μέσα στο λάδι θα έχει γρασαδόρο, ο οποίος πρέπει να γρασάρεται τακτικά. Το ρουλεμάν δεν φαίνεται ούτε όταν δουλεύει η μηχανή. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν ανέφερε σε κανένα ότι διαπίστωσε βλάβη στο συμπλέκτη (ως ανέφερε ο Μ.Κ.2). Σε ερώτηση αν διαπίστωσε ζημιά στον άξονα του συστήματος της μηχανής-υδραντλίας είπε ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί οποιαδήποτε ζημιά άλλη εκτός του ότι θερμάνθηκε γιατί ήταν πάνω στο σύστημα κίνησης της υδραντλίας. Ούτε και στρέβλωμα του άξονα μπορούσε να ελέγξει αν υπήρχε γιατί ακόμη όταν ξεκίνησαν τη μηχανή εφόσον το ρουλεμάν είχε χαλάσει δεν μπορούσε να γυρίζει ίσια. Λόγω της βλάβης που είχε και της θέρμανσης που πήρε το ρουλεμάν δεν μπορούσε να διαπιστωθεί αν ήταν γρασαρισμένο. Η τροχαλία είπε είναι στερεωμένη στον άξονα με σφήνες και περιστρέφεται μαζί με τον άξονα. Η τριβή δεν έγινε πάνω στην τροχαλία αλλά πάνω στον άξονα ο οποίος μετέδωσε την θερμοκρασία στη τροχαλία στην κάσια που είναι στερεωμένο το ρουλεμάν. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν πήγε και διαπίστωσε ότι έλειπαν μέρη από την τροχαλία και λόγω των στροφών που αυτή γύριζε είπε στα άτομα της Πυροσβεστικής ότι τα κομμάτια τα οποία έφυγαν από την τροχαλία, όσα δεν χτύπησαν μπροστά στη μηχανή, θα είναι στη γύρω περιοχή. Έψαξαν μαζί με την Αστυνομία και την Πυροσβεστική και βρήκαν ορισμένα κομμάτια μετάλλου (τεκμήριο 4) σε διάφορους χώρους δεξιά και αριστερά, όπως βλέπουμε τη μηχανή, έξω από τον περιφραγμένο χώρο. Ο ίδιος βρήκε τέτοια κομμάτια και πήρε το ένα από αυτά και το τοποθέτησε πάνω στην τροχαλία και εφάρμοσε ακριβώς. Την ώρα που έφυγαν αυτά σίγουρα ήταν ζεστά γιατί ένα μέταλλο για να τσακρίσει και να κοπεί από τη θέση του πρέπει να υπερθερμανθεί και να έχει και δόνηση. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το ένα από τα εν λόγω κομμάτια βρέθηκε δεξιά του περιφραγμένου χώρου δίπλα από φίλτρα λαδιού όχι της συγκεκριμένης μηχανής, τα οποία είχα τοποθετηθεί εκεί καθώς και άλλα άχρηστα υλικά. Το ένα βρέθηκε σε ένα μέρος και το άλλο σε άλλο. Μπορεί στην ίδια κατεύθυνση αλλά όχι στο ίδιο ακριβώς τόπο. Δεν γνωρίζει όμως σε πόση απόσταση από τη μηχανή βρέθηκαν τα μέταλλα αυτά. Δεν μέτρησε τις διαστάσεις των οπών των ανοιγμάτων των πλεγμάτων των δύο περιφράξεων. Δεν μπορούσε να πει αν οι διαστάσεις αυτές όσον αφορά τη μεγάλη περίφραξη δεν ήταν 5Χ5 εκατοστά ούτε όσον αφορά τη μικρή δεν ήταν 5Χ10 εκατοστά. Μέτρησε στο Δικαστήριο τα μέταλλα του τεκμηρίου 4 και διαπίστωσε ότι το ένα ήταν 11 και το άλλο 12 εκατοστά. Σε υποβολή ότι λόγω του μεγέθους τα κομμάτια μέταλλα τεκμήριο 4 ήταν αδύνατο να περάσουν τα ανοίγματα της εξωτερικής περίφραξης είπε ότι εφόσον ο άξονας που δίνει κίνηση στην υδραντλία γύριζε με 2,800 περίπου στροφές όταν ένα κομμάτι μετάλλου από την τροχαλία σπάσει και φύγει η τροχιά που θα πάρει εξαρτάται από τη θέση που είναι τροχαλία εκείνη τη στιγμή. Το μέταλλο το οποίο εκτροχιάζεται από την τροχαλία μπορεί να πάει σε οποιαδήποτε κατεύθυνση γύρω από την περιφέρεια της τροχαλίας. Μπορεί να πάει πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά. Οι περιφράξεις μπορεί να μην είχαν ίχνη πρόσκρουσης με τα μέταλλα τεκμήριο
- Είπε επίσης ότι τα κομμάτια μετάλλου μπορεί να περάσουν και από την περίφραξη εφόσον δεν θα χτυπήσουν σε πλάγια θέση. Μπορεί επίσης, όπως είπε, να μην χρειάστηκε να περάσει καν από την περίφραξη αλλά να πήγε προς τα ύψη. Περαιτέρω ανέφερε ότι εφόσον δεν ήταν περιφραγμένο και πάνω μπορεί να έφυγε και πάνω από την μεγάλη περίφραξη. Δέχθηκε όμως ότι όσον χώρο κρατούσε η μηχανή υπήρχε συμπαγές στέγαστρο. Το κομμάτι μέταλλο που έβαλε στην τροχαλία δεν είχε τοποθετηθεί εκεί που βρέθηκε πριν 10 μέρες γιατί ως του αναφέρθηκε η μηχανή δούλευε την προηγούμενη μέρα. Όταν δε ρωτήθηκε αν συμφωνεί με την γνώμη του Μ.Κ.2 ότι η πιθανή αιτία της πυρκαγιάς ήταν η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρα είπε ότι ο σπινθήρας είναι κάτι δύσκολο γιατί οι σπινθήρες που παράγει η τριβή που γίνεται πάνω στο ρουλεμάν όταν έλθουν σε επαφή με την ατμόσφαιρα κρυώνουν και δεν μπορούν να πεταχτούν πάνω από 1-2 μέτρα. Τα υπερθερμαινόμενα κομμάτια που έφυγαν από την τροχαλία λόγω της δύναμης στροφής που υπάρχει μπορούν να εκσφενδονιστούν σε μεγάλη απόσταση όμως δεν ξέρει αν ένα υπερθερμαινόμενο αντικείμενο μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά. Ως ΜΚ4 κατέθεσε ο Ευθύμιος Ιεζεκιήλ, λειτουργός στο Τμήμα Δασών στο Δασικό Γραφείο Παναγιάς. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 21.7.08 κατά τη διάρκεια περιπολίας πέρασε από τον περιφραγμένο χώρο όπου βρισκόταν η επίδικη μηχανή δύο φορές. Η μια ήταν περί τις 09:
- Η υδραντλία ήταν ορατή από το δρόμο που πέρασε ο μάρτυρας και την άκουσε να εργάζεται. Κινούνταν και οι ιμάντες. Δεν σταμάτησε. Περνούσε όμως αρκετά σιγά για να την ακούσει και να τη δει. Τα ίδια παρατήρησε και την δεύτερη φορά που πέρασε από εκεί την ίδια μέρα περί ώρα 10:
- Πάλι δεν σταμάτησε. Δεν αντιλήφθηκε δε οτιδήποτε πέραν από του μια μηχανή να εργάζεται. Ειδοποιήθηκε ότι άρχισε η πυρκαγιά γύρω στις 11:20 της ίδιας μέρας. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην επίδικη κατηγορία. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι ότι ο Μ.Κ.2, ο οποίος ήταν ο ειδικός για τη διαπίστωση των αιτίων της πυρκαγιάς, καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ανεφερόταν σε «πιθανή» αιτία πυρκαγιάς. Εξήγησε δε ότι αιτίες που προκαλούν πυρκαγιές είναι πολλές και ότι όταν ο ίδιος κάνει διερεύνηση των αιτίων βάση των ευρημάτων του αρχίζει να αποκλείει μια μια τις αιτίες μέχρι να καταλήξει στην πιο πιθανή. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση αφού απέκλεισε όλες τις άλλες αιτίες τα ευρήματα τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πιθανή αιτία πυρκαγιάς ήταν η μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρων. Σχετικό του τρόπου της πιο πάνω προσέγγισης του μάρτυρα είναι και ότι στην αντεξέταση του είπε ότι αναφέρθηκε σε κηλίδες πυρκαγιάς γιατί δεν βρήκε εκεί οτιδήποτε χειροπιαστό που να αποδεικνύει την ακριβή αιτία, υπολόγισε όμως ότι μπορεί να προκλήθηκαν από σπινθήρες. Εδώ να υπομνησθεί ότι ενώ στην «Αναφορά Πυρκαγιάς» κάνει λόγω, σε σχέση με την πιθανή αιτία της πυρκαγιάς, σε «Μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρα», στο Παράρτημα Α της ίδιας «Αναφοράς» αναφέρεται σε πρόκληση της πυρκαγιάς «από υπέρθερμα μεταλλικά κομμάτια που λόγω βλάβης στο συμπλέκτη της μηχανής έσπασαν και εκσφενδονίστηκαν στην περίμετρο». Στην αντεξέταση του διευκρίνισε όμως ότι τα δύο πιο πάνω είναι δύο διαφορετικά πράγματα τα οποία δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Είπε επίσης ότι όταν εκσφενδονιστεί κάτι δεν παράγει μηχανική θερμότητα. Για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει τριβή μεταξύ δύο αντικειμένων. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο σπινθήρας δεν είναι τίποτα άλλο από πολύ μικρά τεμάχια μετάλλου τα οποία υπερθερμάνθηκαν λόγω τριβής και εκσφενδονίστηκαν στην περίμετρο αλλά δέχθηκε ουσιαστικά ότι τα κομμάτια μετάλλου τεκμήριο 4 δεν είναι πολύ μικρά κομμάτια. Από αυτό δε συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η τελική θέση του μάρτυρα ήταν ότι η πυρκαγιά δεν είχε ως πιθανή αιτία των εκσφενδονισμών των εν λόγω κομματιών μετάλλων αλλά τη «μηχανική παραγωγή θερμότητας ή σπινθήρα» που προήλθε από τη λειτουργία της επίδικης μηχανής. Όσον αφορά το θέμα αυτό πέραν από το ότι, ως έχει προαναφερθεί, ο Μ.Κ.2 χαρακτήριζε και αυτό ως «πιθανή» και όχι ως την μόνη βέβαια και αναμφίβολη αιτία πυρκαγιάς, στοιχείο απαραίτητο ως προς την απόδειξη μιας ποινικής υπόθεσης, από τη μαρτυρία φαίνονται και τα ακόλουθα: Παρά το ότι ο Μ.Κ.2 δεν μέτρησε την απόσταση από την επίδικη μηχανή καμίας από τις κηλίδες πυρκαγιάς που βρήκε τόσο εντός της μεγάλης περίφραξης όσο και εκτός αυτής είπε ότι για τις τρεις που βρήκε εντός δεν βρήκε σε αυτές οποιοδήποτε μέρος της μηχανής και έτσι κατέληξε ότι «μπορούσε να προκληθούν από σπινθήρα». Δεν γνώριζε όμως να πει πόσο μακριά μπορεί να πετάξει ένα σπινθήρα η επίδικη μηχανή εφόσον ως είπε δεν είναι ειδικός. Ως φαίνεται επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ειδικός για τα όσα αφορούσαν την μηχανή ήταν ο λειτουργός της Η/Υ (δηλ. ο Μ.Κ.3) με τη βοήθεια του οποίου προέβη στη διερεύνηση. Εν πάση όμως περιπτώσει ο Μ.Κ.2 ήταν κατηγορηματικός ότι οι κηλίδες που βρέθηκαν εντός της μεγάλης περίφραξης «σίγουρα δεν ήταν η αιτία που εξαπλώθηκε η πυρκαγιά στο δάσος». Ήταν δε η θέση του Μ.Κ.3 ότι οι σπινθήρες που παράγει η τριβή που γίνεται πάνω στο ρουλεμάν όταν έλθουν σε επαφή με την ατμόσφαιρα κρυώνουν και δεν μπορούν να πεταχτούν πάνω από 1-2 μέτρα. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω και με δεδομένο ότι δεν μετρήθηκαν οι αποστάσεις τους από την επίδικη μηχανή εύλογα δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το ότι οι κηλίδες που βρέθηκαν εντός του περιφραγμένου χώρου προκλήθηκαν από σπινθήρες που δημιουργήθηκαν κατά τη λειτουργία της μηχανής αυτής πόσο μάλλον ότι προκλήθηκε από κάτι τέτοιο η κηλίδα που εντόπισε ο Μ.Κ.2 εκτός της μεγάλης περίφραξης, και την οποία θεώρησε ουσιαστικά ως αυτή που προκάλεσε την εξάπλωση της πυρκαγιάς, εφόσον αυτή ήταν, ως φαίνεται από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 5, αναμφίβολα σε απόσταση πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που οι πιο πάνω αναφερόμενες κηλίδες βρίσκονταν από τη μηχανή και σίγουρα πολύ πέραν των 2 μέτρων από αυτήν. Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τη λειτουργία της επίδικης μηχανής. Ακόμη όμως και αν αποδεικνυόταν αυτό και πάλι το θέμα δεν θα τελείωνε εδώ. Αυτό γιατί θα πρέπει να εξετασθεί αν η πυρκαγιά προκλήθηκε στην «ύπαιθρο». Σύμφωνα με την έννοια που δίδεται στο άρθρο 2 του επίδικου νόμου «ύπαιθρος» σημαίνει οποιαδήποτε περιοχή της Δημοκρατίας που βρίσκεται εκτός της κατοικημένης περιοχής οποιουδήποτε δήμου, περιοχής βελτιώσεως ή χωριού αλλά δεν περιλαμβάνει (α) κρατικό δάσος, (β) περιοχή ή σημείο που βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από την οροθετική γραμμή κρατικού δάσους και (γ) οποιοδήποτε υποστατικό που χρησιμοποιείται για διαμονή ή εργασία και τον περίβολο του». Κρατικό δε δάσος έχει την έννοια που απέδωσαν στον όρο αυτό οι περί Δασών νόμοι 1967 και
- Σύμφωνα με την δοθείσα μαρτυρία η επίδικη πυρκαγιά έγινε στην περιοχή Κεσπέριδες του χωριού Κρήτου Μαρόττου στην Πάφο. Ο Μ.Κ.2 είπε ότι ήταν σε αγροτική και δασική περιοχή μέσα στην οροθετική γραμμή του δάσους. Στο σημείο «Περιγραφή Περιουσίας:» στο τεκμήριο 6 ο Μ.Κ.2 τοποθέτησε τη λέξη «Δασική» γιατί ως ανέφερε η καμένη έκταση ήταν πέραν του μισού εκταρίου από πεύκα και άγρια βλάστηση. Δεν έχει δε αποδειχθεί σε ποια απόσταση από την οροθετική γραμμή του δάσους άρχισε η πυρκαγιά και δεν διευκρινίστηκε από την κατηγορούσα αρχή κατά πόσο η αναφορά του Μ.Κ.2 σε δάσος δεν αφορούσε κρατικό δάσος. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε ότι η επίδικη πυρκαγιά προκλήθηκε στην «ύπαιθρο». Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει λοιπόν μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις περιστάσεις η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων επιτρέπονται, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Πρόκληση πυρκαγιάς στην ύπαιθρο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο