← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Σόλωνος, Αρ. Υπόθεσης: 2316/09, 25.7.2011.

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Σόλωνος, Αρ. Υπόθεσης: 2316/09, 25.7.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2316/09 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Σόλωνος Ημερομηνία: 25.7.
  2. Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Kατηγορούμενο: κ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (κατηγορία 2) και αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία 4). Αντιμετωπίζει επίσης κατηγορίες μη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 58

(2)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 και του άρθρου 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 5), αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 7 και 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 6), οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πινακίδες εγγραφής, κατά παράβαση των Κανονισμών 16
(1)και 72 των προαναφερόμενων Κανονισμών και του άρθρου 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 7), παράβασης σήματος τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(δ) και 72 των προαναφερόμενων Κανονισμών και του άρθρου 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 8), μη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 66Α, 66Β, 71 και 72 των προαναφερόμενων Κανονισμών και του άρθρου 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 9), χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος με παράθυρα τα οποία παρεμποδίζουν την καλή ορατότητα, κατά παράβαση των Κανονισμών 50
(21)και 72 των προαναφερόμενων Κανονισμών και του άρθρου 19 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 10), οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, κατά παράβαση του άρθρου 9
(1), 19 και 20 του Νόμου 86/72 (κατηγορία 11) και αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής, κατά παράβαση των άρθρων 6, 7
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 (κατηγορία 12). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος την 1.6.08 στον κύριο δρόμο Πέγειας - Πάφου παρά τα Πότιμα της Επαρχίας Πάφου: · Επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξεως δηλαδή εναντίον του Αστυφύλακα 5186 Π. Έκτωρος του Αρχηγείου Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθηκόντος του (κατηγορίες 1 και 2). · Αντιστάθηκε στην νόμιμη σύλληψη του (κατηγορία 4). · Οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΧΤ 988: § Και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αστυνομικού με στολή δηλαδή ενώ του υπεδείχθη να σταματήσει αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί (κατηγορία 5). § Αλόγιστα και επικίνδυνα για το κοινό (κατηγορία 6), § Χωρίς πισινές πινακίδες εγγραφής (κατηγορία 7), § Παρέβηκε σήμα τροχαίας δηλαδή παραβίασε τη συνεχόμενη άσπρη γραμμή (κατηγορία 8), § Και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε φώτα τροχαίας, δηλ. πέρασε ενώ άναβε το κόκκινο φως (κατηγορία 9), § Τα παράθυρα του αυτοκινήτου του ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να παρεμποδίζουν την καλή ορατότητα του ενώ αυτός οδηγούσε το όχημα (κατηγορία 10), § Ενώ ήταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών (κατηγορία 11), § Και απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής όταν του ζητήθηκε για προκαταρκτικό έλεγχο της ποσότητας αλκοόλης που είχε στο αίμα του (κατηγορία 12). Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στις πιο πάνω κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε δύο μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 4098 Παναγιώτης Έκτωρος, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Β' του Αρχηγείου Αστυνομίας και ήταν αποσπασμένος στον Ε.Ο.Μ.Ο. Σύμφωνα με το Μ.Κ.1 κατά τον επίδικο χρόνο ενώ αυτός βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στο δρόμο Πέγειας-Πάφου έκανε σήμα στον κατηγορούμενο, που οδηγούσε στον εν λόγω δρόμο, να σταματήσει και όταν αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί, τον καταδίωξε με τη υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα και τον ανέκοψε. Για τα όσα επακολούθησαν της ανακοπής (θα γίνει αναφορά σε άλλο σημείο) ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον του Μ.Κ.1 παράπονο και συγκεκριμένα ότι χτυπήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και το όχημα του, κάτι που σύμφωνα με το Μ.Κ.1 δεν συνέβηκε. Ο Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια και αμεσότητα τα γεγονότα όπως τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνέχεια και λογική και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Η όλη εικόνα του δεν κλονίστηκε δε κατά την αντεξέταση του. Δεν μου διαφεύγει ότι όσον αφορά το πόσες στροφές είχε ο δρόμος που καταδίωξε τον κατηγορούμενο πριν το στρίψιμο προς Κισσόνεργα ανέφερε ότι ήταν 3-4 ενώ από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, φαίνεται ότι οι στροφές αυτές ήταν δύο. Λαμβάνοντας όμως υπόψην τις συνθήκες της καταδίωξης δηλ. ότι αυτή έλαβε χώραν βράδυ, σε δρόμο που δεν φαίνεται ο μάρτυρας να γνώριζε καλά, τις ταχύτητες των δύο οχημάτων και τον τρόπο που αυτά κινήθηκαν, δεν θεωρώ ότι η εν λόγω θέση του Μ.Κ.1 καταδεικνύει προσπάθεια αυτού να ψευστεί και δεν κλονίζει την όλη εικόνα του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του, με εξαίρεση αυτή που αφορά τον αριθμό των στροφών στο δρόμο, γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Γ/Αστ. 3315 Ξένια Ζαχαρίου, η οποία στα πλαίσια της παρούσας η μόνη ενέργεια της ήταν η λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2). Κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου για χτύπημα στο αυτοκίνητο του. Γνωρίζει την τοποθεσία Πότιμα, δεν γνωρίζει όμως πόσες στροφές έχει ο δρόμος από το μέσο της ευθείας μέχρι τα φώτα που στρίβει κάποιος αριστερά για να πάει προς τη Κισσόνεργα. Η ίδια υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας για 9 μήνες. Διαμένει στην Αργάκα. Τον δρόμο από την Πέγεια προς την Πάφο δεν τον έχει διανύσει αρκετές φορές και δεν γνωρίζει εάν έχει μία μεγάλη στροφή με μεγάλη κλίση. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία περιορίστηκε στα πιο πάνω θέματα, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση και συνεπώς γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 564 Αντώνης Ξιναρής, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Σύμφωνα με το μάρτυρα την 1.6.08 περί ώρα 05:00 ο Μ.Κ.1 μετέφερε στον προαναφερόμενο Σταθμό τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε συλληφθεί προηγουμένως. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε στον μάρτυρα τι προηγήθηκε σε σχέση με τον κατηγορούμενο και του τον παρέδωσε για συνέχιση των εξετάσεων. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο Σταθμό και συγκεκριμένα ότι αυτός φώναζε και προκαλούσε ανησυχία ενώ στον σταθμό βρίσκονταν και άλλοι πολίτες για διερευνούμενες υποθέσεις και έβρισε και τον μάρτυρα. Όταν ο μάρτυρας ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί για τα αδικήματα της εξύβρισης και της ανυσηχίας απάντησε «Εν να πιατε τα αρτζιθκια μου». Ακολούθως ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε στο κρατητήριο. Καθ' όλη την διάρκεια που βρισκόταν στην παρουσία του μάρτυρα ήταν εριστικός, έβριζε τους συναδέλφους του μάρτυρα και τους απειλούσε ότι θα τους κανονίσει όταν θα βγει. Σε καμία περίπτωση παραπονέθηκε ο κατηγορούμενος ότι χτυπήθηκε ή ότι του χτύπησαν το αυτοκίνητο του οι αστυνομικοί. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ο ίδιος κατοικεί στη Λεμεσό. Υπηρέτησε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας περίπου 6 μήνες από τους οποίους τους δύο μήνες απουσίαζε από την εργασία του λόγω τραυματισμού του. Γνωρίζει την περιοχή Πότιμα μεταξύ Πέγειας και Κισσόνεργας. Δεν έχει όμως μετρήσει καμία φορά ούτε τις στροφές ούτε τις κλίσεις και δεν μπορεί να απαντήσει σε σχέση με το πόσες στροφές δηλαδή αν είναι δύο, τρεις ή περισσότερες και τι κλίσεις έχει ο δρόμος στην περιοχή εκείνη από το μέσο της ευθείας με κατεύθυνση την Πάφο και μέχρι τα φώτα τροχαίας που στρίβεις για την Κισσόνεργα. Διαφώνησε δε ότι υπάρχει μόνο μία στροφή με μεγάλη κλίση και βλέπεις μπροστά σου 200 μέτρα. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν οι συνάδελφοι του έκαναν τελική εξέταση αλκοόλης στον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της υπεράσπισης, με άδεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 74
(1)(ε) του Κεφ. 155, κλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή άλλος ένας μάρτυρας προς αντίκρουση κάποιων από τους ισχυρισμούς της Μ.Υ.
  1. Έτσι ως Μ.Κ.4 κλήθηκε ο Αστ. 2622 Ευέλθων Μίτας, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που έλαβε στην αγγλική γλώσσα την κατάθεση της Μ.Υ.1 (τεκμήριο 4) και προέβη σε πιστή μετάφραση αυτής στα ελληνικά (τεκμήριο 4). Κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι γνωρίζει αγγλικά καθότι σπούδασε στην Αμερική από το 1990-1996 και είναι κάτοχος διπλώματος Πανεπιστημίου Αμερικής. Ανέφερε επίσης ότι την κατάθεση από τη Μ.Υ.1 (τεκμήριο 5) την πήρε με αφηγηματικό τρόπο. Ό,τι του είπε η Μ.Υ.1 τα κατέγραψε και δεν είχε κανένα λόγο να μην καταγράψει κάτι. Όταν τελείωσε την λήψη της κατάθεσης, την έδωσε στη Μ.Υ.1, η οποία την διάβασε και μετά την υπέγραψε. Συγκεκριμένα αυτή μονόγραψε στην αρχή και στο τέλος κάθε σελίδας και στο τέλος την υπέγραψε. Τέλος ο μάρτυρας δεν δέχθηκε ότι παρέλειψε να γράψει αυτά που του έλεγε η Μ.Υ.1 και ότι της είπε να τα πει στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.4 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περιέγραψε με σαφήνεια τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης της Μ.Υ.1, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν, οι θέσεις του ήταν σταθερές και λογικές και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς και αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 2 στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Γύρω στα μεσάνυκτα του Σαββάτου 31.5.08 αναχώρησε μαζί με τη φίλη του (Μ.Υ.1) με το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΗΧΤ988 για διασκέδαση. Περί ώρα 00:30 της 1.06.08 πήγαν σε μπαρ στο Κόλπο των Κοραλλίων όπου ήπιαν από ένα ποτό και περί ώρα 01:00 πήγαν σε δισκοθήκη επίσης βρίσκεται στο Κόλπο των Κοραλλίων. Εκεί έμειναν μέχρι η ώρα 04:00 περίπου και αφού αυτός ήπιε δύο βότκες και η Μ.Υ.2 δύο άλλα ποτά έφυγαν για να πάνε στο διαμέρισμα της Μ.Υ.1 που βρίσκεται στην Πάφο. Ενώ αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του με συνοδηγό τη Μ.Υ.1 και βρίσκονταν λίγο πριν από το καμπαρέ «Μπανάνα» πρόσεξε στην αριστερή πλευρά, σύμφωνα με την πορεία του, ένα κόκκινο φως και λόγω του ότι τα γυαλιά του αυτοκινήτου του είναι φιμέ, λόγω της υγρασίας και της έλλειψης φωτισμού στον δρόμο δεν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να σταματήσει και ούτε είδε κάποιον να του κάνει σήμα. Προχώρησε κανονικά με ταχύτητα περίπου 80 χιλιόμετρα. Ανέβηκε το ανήφορο μετά το καμπαρέ και πήρε την αριστερή έξοδο πριν τα φώτα τροχαίας για να πάει μέσω Κισσόνεργας στην Πάφο. Στο σημείο εκείνο δεν παραβίασε τα φώτα τροχαίας για τον λόγο ότι το στρίψιμο αριστερά δεν ρυθμίζεται από τα φώτα. Προχώρησε κανονικά και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τα φώτα ενώ βρισκόταν σταματημένος στο αλτ του δρόμου πρόσεξε από το καθρεφτάκι του αυτοκίνητου του δύο μοτοσικλέτες της ομάδας «Ζ» με αναμμένους μπλε φάρους να βρίσκονται ακριβώς πίσω του σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων. Στη συνέχεια από το αλτ έστριψε αμέσως δεξιά και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, απέναντι από περίπτερο, γιατί κατάλαβε ότι για αυτόν βρίσκονταν εκεί οι δύο μοτοσικλετιστές αφού δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο πίσω του ή μπροστά του. Ο ένας μοτοσικλετιστής σταμάτησε πίσω από το αυτοκίνητο και ο δεύτερος στα δεξιά του. Αυτός που σταμάτησε στα δεξιά του κατέβηκε από την μοτοσικλέτα και ρώτησε τον κατηγορούμενο με άγρια διάθεση γιατί δεν σταμάτησε και ο κατηγορούμενος του είπε «Συγνώμη φίλε μου δεν σας είδα» και «Κάμετε την δουλειά σας». Στη συνέχεια ο αστυνομικός αυτός ζήτησε την άδεια οδηγού και ο κατηγορούμενος του την έδωσε χωρίς αντίρρηση οπόταν ο αστυνομικός άνοιξε την πόρτα του οδηγού τράβηξε τον κατηγορούμενο έξω από το αυτοκίνητο του και βρίζοντας τον με τις λέξεις «μαλακισμένο», «πουστούι» άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια του και τα πόδια του παντού σε όλο του το σώμα. Ο ίδιος αστυνομικός πριν τραβήξει τον κατηγορούμενο έξω από το αυτοκίνητο κλώτσησε με το πόδι του το πισινό φτερό πίσω από την πόρτα του οδηγού και άφησε εκεί ίχνη από το λάστιχο της μπότας του. Όταν ο αστυνομικός άρχισε να χτυπά τον κατηγορούμενο η Μ.Υ.1 βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και στα αγγλικά τους έλεγε να μην τον χτυπούν. Ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να αποφύγει τα χτυπήματα του αστυνομικού λέγοντας του με χαμηλό ύφος ότι έχει και αυτός δικαιώματα και απολογήθηκε που δεν σταμάτησε αφού δεν τους είχε δει. Ο δεύτερος αστυνομικός δεν τον χτύπησε καθόλου. Δεν του έγινε έλεγχος με το μηχάνημα του αλκοτέστ ούτε είδε μπροστά του τέτοιο μηχάνημα. Αφού πέρασαν περίπου πέντε λεπτά στο μέρος πήγε ένα περιπολικό τύπου pajero και είπαν στον κατηγορούμενο να επιβιβαστεί σε αυτό. Αυτός δέχθηκε και μπήκε μαζί με την Μ.Υ.1 σε αυτό και τους μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας καθότι ο αστυνομικός που τον χτυπούσε του είπε ότι είναι υπό σύλληψη. Στο Σταθμό δεν του έγινε αλκοτέστ. Αφού του φόρεσαν χειροπέδες οι αστυνομικοί της ομάδας «Ζ» άρχισαν να τον ειρωνεύονται και να του μιλούν με άσχημο τρόπο βρίζοντας και προκαλώντας. Ο ίδιος σε καμιά περίπτωση δεν επιτέθηκε και ζητούσε το δικαίωμα του να κάνει ένα τηλεφώνημα. Αφού τον έβαλαν στο κελί οι αστυνομικοί της ομάδας «Ζ» του έκαναν ψυχολογικό πόλεμο για μια ώρα περίπου λέγοντας του ότι θα του γαμήσουν την γκόμενα παρτούζα και μετά αυτόν καθώς και ότι είναι πούστης γιατί φορεί σκουλαρίκι, ότι είναι μαλακισμένος και πρεζόνι. Αυτός δεν άντεξε τον ψυχολογικό αυτό πόλεμο και τους απάντησε λέγοντας τους «Έλα μέσα παγωτάρι, εν μικρή η πουλλού σου» και διάφορα άλλα. Ακολούθως οι εν λόγω αστυνομικοί έφυγαν και αυτός έμεινε στο κελί μέχρι ώρα 18:00 της 1.06.08 όπου αφού τον κατηγόρησαν απολύθηκε. Στις 2.6.08 και γύρω στις 11:00 πήρε το αυτοκίνητο μου στον Κεντρικό Σταθμό Πάφου όπου φωτογράφησαν τη ζημιά που του έκανε ο αστυνομικός κλωτσώντας το. Έχει παράπονο με τον αστυνομικό που τον χτύπησε και του έκανε όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει ότι αυτός δεν αντιλήφθηκε το Μ.Κ.1 όταν του έκανε σήμα να σταματήσει και ότι ο Μ.Κ.1, όταν τελικά ο κατηγορούμενος σταμάτησε από μόνος του και συνεργάστηκε μαζί του αλλά και στη συνέχεια, του συμπεριφέρθηκε με ανάρμοστο και βάναυσο τρόπο. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, κάποιες από τις θέσεις του προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, άλλες δεν είναι πειστικές ενώ κάποιες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Περαιτέρω κάποιες από τις θέσεις του, ως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με τα όσα αυτή ανέφερε σχετικά. Συγκεκριμένα: Ενώ στην κατάθεση του είπε ότι στο δρόμο πρόσεξε στην αριστερή πλευρά, σύμφωνα με την πορεία του, ένα κόκκινο φως στην αντεξέταση του είπε για πρώτη φορά ότι είδε στο δρόμο τους φάρους αστυνομικών οχημάτων που ήταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου αλλά δεν παρατήρησε κάποιον αστυνομικό στο δρόμο. Όταν δε ρωτήθηκε αν αυτό το είπε στην κατάθεση του υπεκφεύγοντας απάντησε ότι ήταν φυσικό να τους δει γιατί ήταν νύκτα και οι φάροι φαίνονται. Στη συνέχεια δέχτηκε όμως ότι αυτό δεν το είπε στην κατάθεση του και όταν ρωτήθηκε αν δεν ήταν σημαντικό αυτό είπε ότι πολλά ήταν σημαντικά αλλά κατά τη λήψη της κατάθεσης του η αστυνομικός δεν τα έγραφε όπως της έλεγε τα πράγματα. Σε σχέση δε με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, πέραν του ότι κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στη Μ.Κ.2, ο ίδιος σε επόμενη ερώτηση άλλαξε στην ουσία τη στάση του λέγοντας ότι δεν το είπε στη Μ.Κ.2 και αυτή δεν το έγραψε αλλά ότι το θυμήθηκε μετά αλλά παρέλειψε να ζητήσει να γραφτεί στην κατάθεση του. Σε επόμενη μάλιστα ερώτηση είπε ότι αυτό το θυμήθηκε την ώρα που του λαμβανόταν η κατάθεση και στη συνέχεια κατά πλήρη ασυνέπεια με τα πιο πάνω ανέφερε ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης του εκείνος έλεγε τα πράγματα πως έγιναν αλλά η αστυνομικός του είπε ότι έπρεπε να γραφτούν με τέτοιο τρόπο που ξέρει η Αστυνομία. Συνεχίζοντας δε την ασυνέπεια στη θέση του ανέφερε τέλος ότι το είπε στην αστυνομικό και αυτή αποφάσισε να μην το γράψει και όταν αυτός διάβασε παρέλειψε να το υπενθυμίσει. Ούτε όμως αυτά τέθηκαν στη Μ.Κ.
  2. Είναι δε προφανές ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε να αναφέρει ότι είδε τους φάρους για να γίνει πιο πειστικός εφόσον, ως και ο ίδιος είπε, δεν ήταν λογικό να μην τους είδε. Στην αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι αυτό που λέει στην κατάθεση του ως κόκκινο φως που πρόσεξε είναι ο φωτεινός σηματοδότης που κρατά η Αστυνομία τη νύκτα, κάτι που επίσης απέκρυψε στην κατάθεση του και δείχνει ότι γνώριζε ακριβώς τι ήταν όταν το είδε. Παρόλα αυτά ανέφερε, χωρίς προφανώς να έχει σημασία, ότι δεν ξέρει αν αυτόν το σηματοδότη τον κρατούσε ο Μ.Κ.1 και στη συνέχεια είπε ότι όταν οδηγούσε πρόσεξε κάτι στα αριστερά αλλά δεν αντιλήφθηκε ότι ήταν σήμα διότι ακολουθούσε την πορεία του στην ευθεία ενώ στην κατάθεση του είπε ότι δεν αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να σταματήσει λόγω του ότι τα γυαλιά του αυτοκινήτου του είναι φιμέ, λόγω της υγρασίας και της έλλειψης φωτισμού στον δρόμο και ούτε είδε κάποιον να του κάμνει σήμα. Δεν δέχθηκε δε ότι ο Μ.Κ.1 του έκανε ευδιάκριτο σήμα να σταματήσει και μάλιστα βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Σε υποβολή ότι ο Μ.Κ.1 φορούσε ρούχα της Αστυνομίας όταν του έκανε σήμα όπου αναγραφόταν με φωσφορούχα γράμματα η λέξη Αστυνομία και ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ουσιαστικά ότι τον Μ.Κ.1 τον είδε μετά όταν σταμάτησε μέσα στο χωριό Κισσόνεργα είπε ότι αυτός τον αστυνομικό τον είδε στο Τμήμα με μαύρη στολή. Σε υποβολή ότι μετά που του έκανε σήμα ο αστυνομικός αυτός ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε από το μέρος δεν αμφισβήτησε ότι του έγινε τέτοιο σήμα και είπε ότι ακολούθησε κανονικά την πορεία του για το σπίτι. Στην αντεξέταση του είπε ότι από το σημείο που είδε το κόκκινο φως μέχρι που τον σταμάτησε η Αστυνομία πάνω στην ευθεία η ταχύτητα του ήταν περίπου 75 χλμ και όταν έπρεπε να στρίψει για να μπει στην Κισσόνεργα περίπου 60-65 χλμ. Αυτό είπε ότι το λέει στην κατάθεση του. Στην κατάθεση του όμως ενώ λέει ότι η ταχύτητα με την οποία προχώρησε μετά που είδε το κόκκινο φως ήταν περίπου 80 χλμ δεν λέει ότι όταν έστριψε μεταβλήθηκε σε 60-65 χλμ. Αυτό αποτελεί προφανώς ακόμη κάτι που είπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο για να πείσει για τις θέσεις του και για να διαψεύσει τον Μ.Κ.
  3. Επίσης δεν δέχθηκε ότι ο Μ.Κ.1 τον καταδίωκε και ότι στην προσπάθεια του να διαφύγει οδηγούσε επικίνδυνα διενεργώντας επικίνδυνα προσπεράσματα πάνω στις στροφές καθόλη τη διαδρομή και είπε ότι οδηγούσε κανονικά στα χιλιόμετρα που είπε και ότι ο δρόμος είναι ευθεία με μια ελαφριά στροφή και αμέσως μετά τα φώτα τροχαίας είναι η πάροδος για Κισσόνεργα στην οποία έστριψε και μετά το αλτ σταμάτησε όταν είδε πίσω του στους φάρους της μοτοσικλέτας. Περαιτέρω δεν δέχθηκε ότι τον ανέκοψε η Αστυνομία γιατί ελάττωσε ταχύτητα λόγω των κυρτωμάτων και είπε ότι σταμάτησε πριν τα κυρτώματα. Η όλη θέση του όμως σε σχέση με το πότε αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσαν οι μοτοσικλετιστές της Αστυνομίας και γιατί σταμάτησε, εμφανώς δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί ενώ λέει ότι ο δρόμος που είδε το κόκκινο φως δεν είχε φωτισμό και στη συνέχεια είναι ευθεία με μια ελαφριά στροφή και άρα θα μπορούσε να δει, πριν ακόμη στρίψει προς Κισσόνεργα, τους φάρους οποιουδήποτε αστυνομικού οχήματος τον ακολουθούσε εντούτοις όχι μόνο δεν τους είδε κατά τη διαδρομή αυτή αλλά ακόμη και όταν τους είδε, όντας σταματημένος σε αλτ και ενώ αντιλήφθηκε ότι έρχονταν για αυτόν, και πάλι δεν έμεινε εκεί στο αλτ αλλά δήθεν έστριψε και σταμάτησε αμέσως. Η ασυνέπεια και σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του φαίνεται και από το γεγονός ότι στη συνέχεια είπε ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε το Μ.Κ.1 όχι όταν ήταν σταματημένος πάνω στο αλτ αλλά βρισκόμενος σε κίνηση περίπου 10 μέτρα πριν από αυτό. Στην αντεξέταση του είπε ότι όταν ο Μ.Κ.1 κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα πρώτα κλώτσησε το αυτοκίνητο του στην πίσω μεριά και μετά ακολούθησαν τα υπόλοιπα ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι η κλωτσιά στο αυτοκίνητο έγινε πριν τον τραβήξει έξω από το αυτοκίνητο. Είπε επίσης για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ότι ο Μ.Κ.1 πήρε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο του πριν τον τραβήξει έξω. Ενώ δε στην κατάθεση του είπε ότι οι αστυνομικοί του φόρεσαν χειροπέδες όταν πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας στην αντεξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.1 του φόρεσε χειροπέδες εκεί που σταμάτησε το αυτοκίνητο και ότι στη συνέχεια τον χτύπησε αφού εκείνος του είπε για την πρόσφατη εγχείριση του στον αριστερό ώμο. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης του αναφέροντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό του ότι είπε στο Μ.Κ.1 ότι είχε κάνει πρόσφατα εγχείρηση στον αριστερό ώμο και έχει 4 βίδες είπε ότι αυτό του το είπε όταν άρχισε να τον χτυπά και όχι πριν ενώ σε άλλο σημείο ότι το είπε πριν καν του βάλει χειροπέδές. Το ότι είπε στο Μ.Κ.1 για την εγχείριση δέχθηκε ότι δεν το είπε στην κατάθεση του γιατί όπως επανέλαβε πολλά που είπε σε λεπτομέρειες δεν γράφτηκαν όπως ήθελε. Είπε όμως ότι μετά που διάβασε την κατάθεση του είδε ότι είχε σημεία που ξέχασε να αναφέρει και η αστυνομικός του είπε απλά να υπογράψει. Η αστυνομικός δεν αρνήθηκε να γράψει αυτά που της είπε απλά παρέλειψε να γραφτούν. Δεν είναι όμως λογικό να εντόπισε ότι ξέχασε να αναφέρει κάποια πράγματα και ενώ είχε την ευχέρεια πριν υπογράψει την κατάθεση του να μην το έκανε και απλά να υπέγραψε επειδή του είπε η αστυνομικός. Όταν στην αντεξέταση του ρωτήθηκε αν ο Μ.Κ.1 τον εξύβρισε πριν βγει από το αυτοκίνητο και ενώ στην κατάθεση του αυτό ανέφερε ότι έγινε μετά που τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο απάντησε ότι τον έβριζε καθόλη τη διάρκεια και ότι όπως τον χτυπούσε τον έβριζε. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι τον χτύπησε δυνατά με τα χέρια και τα πόδια σε όλο το σώμα και ότι του δημιουργήθηκαν μελανιές πάνω στα χέρια όταν απέκρουε τα χτυπήματα και πάνω στην κμήνη. Περαιτέρω είπε ότι του έμειναν τραύματα στο σώμα και ζήτησε να πάει στο Νοσοκομείο αλλά ήταν υπό κράτηση. Παρόλα αυτά ούτε την επομένη που απολύθηκε δεν πήγε στο νοσοκομείο για αυτά τα τραύματα αλλά ούτε και σε ιδιώτη γιατρό. Σε ερώτηση αν είπε στην κατάθεση του ότι του έμειναν τραύματα ανέφερε ότι δεν είπε τραύματα αλλά μικροεκδορές που συμβαίνουν από χτυπήματα και διερωτήθηκε τι θα του έκανε ο γιατρός ακόμη και αν πήγαινε στο Νοσοκομείο. Στην κατάθεση του όμως δεν αναφέρθηκε ούτε σε τραύματα ούτε σε μικροεκδορές κάτι που θα ήταν λογικό να αναφέρει όπως και το να πάει σε γιατρό έστω και μετά την απόλυση του, με δεδομένο πάντα ότι στην κατάθεση του δήλωσε ότι έχει παράπονο εναντίον του Μ.Κ.1 και λόγω του ότι τον χτύπησε. Μάλιστα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης τους σε υποβολή ότι έσπρωξε το Μ.Κ.1 και προέβαλε αντίσταση όταν προσπάθησε να του βάλει χειροπέδες είπε ότι ήταν ακόμη μετά από 6 μήνες εγχείρηση στην περίοδο της αποκατάστασης με φυσιοθεραπεία και μόνο το τράβηγμα του Μ.Κ.1 ήταν αρκετά επίπονο για αυτόν. Παρόλα αυτά ούτε για αυτόν τον λόγο που προφανώς ήταν για τον ίδιο πιο σοβαρός πήγε στο γιατρό να εξεταστεί. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι όταν τον χτυπούσε ο Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος του είπε με «χαμηλό ύφος» ότι έχει και αυτός δικαιώματα σαν πολίτης και ότι το Δικαστήριο θα του επιβάλει ποινή και όχι ο αστυνομικός στο δρόμο. Δέχθηκε ότι αυτό το τελευταίο με το Δικαστήριο δεν είναι γραμμένο στην κατάθεση του και προφανώς για να το δικαιολογήσει επανέλαβε τη θέση του ότι πολλά γράφτηκαν όχι με τον τρόπο που τα έλεγε. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε αν δηλ. η κατάθεση του δεν είναι σωστή έτσι όπως την υιοθέτησε είπε ότι δεν είναι ακριβώς όπως τα είπε τα πράγματα για να δεχθεί όμως στη συνέχεια ότι η κατάθεση του είναι ακριβώς η δική του δήλωση όπως την είπε και να προσθέσει ότι απλά υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες που δεν γράφτηκαν. Όταν του υποβλήθηκε ότι του διαβάστηκε, συμφώνησε και υπέγραψε είπε, χωρίς να εξηγήσει το γιατί, ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Στην συνέχεια όμως σε σχετική υποβολή είπε ότι τα πράγματα έγιναν όπως τα είπε στην κατάθεση του. Δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε τα παράθυρα οδηγού και συνοδηγού ήταν περιορισμένης ορατότητας. Είπε επίσης ότι όπως ανακάλυψε μετά που απολύθηκε το αυτοκίνητο του δεν είχε στο πίσω μέρος πινακίδες με τους αριθμούς εγγραφής. Όσον αφορά τη θέση του ότι μόλις αυτός μπήκε στο κελί υπό κράτηση μαζί με τον ψυχολογικό πόλεμο που υπέστη απειλήθηκε κιόλας από τον Μ.Κ.1 ότι θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να καταλήξει στη φυλακή, αυτό για πρώτη φορά το είπε στην κυρίως εξέταση του. Θα ήταν όμως και πάλι λογικό να το αναφέρει στην κατάθεση του όπου, ως λέχθηκε, δήλωσε ότι είχε παράπονο για την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Όταν όμως ρωτήθηκε στην αντεξέταση του γιατί αυτό δεν το είπε στην κατάθεση του είπε ότι αυτό είναι ακόμη μια λεπτομέρεια που δεν ειπώθηκε ενώ όταν στη συνέχεια του ζητήθηκε να διευκρινίσει είπε ουσιαστικά ότι λέχθηκε αλλά δεν καταγράφηκε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Νταγκμάρα Τόμκοβα, η φίλη του κατηγορούμενου που ήταν μαζί του κατά τον επίδικο χρόνο. Η μάρτυρας αυτή στην κυρίως εξέταση της ανέφερε τα ακόλουθα: Την 1.6.08 πήγαν σε μπαρ με τον κατηγορούμενο στο Κόραλ Μπέη όπου ήπιαν από ένα ποτό και στη συνέχεια πήγαν σε δισκοθήκη όπου ήπιαν και εκεί ποτά. Γύρω στις 03:30 έφυγαν από τη δισκοθήκη για να πάνε σπίτι τους. Όπως περνούσαν το δρόμο μετά το καμπαρέ «Μπανάνα» έφτασαν στα φώτα και έστριψαν αριστερά προς Κισσόνεργα και αυτή κατάλαβε ότι πίσω τους ήταν δύο αστυνομικοί με μοτοσικλέτες. Είπε στον κατηγορούμενο να σταματήσει γιατί είχαν τα φώτα πάνω στις μοτοσικλέτες. Μετά που σταμάτησαν σε μια γωνία απέναντι από περίπτερο περίμεναν να έρθουν οι δύο αστυνομικοί. Ο ένας στάθμευσε μπροστά από το αυτοκίνητο και ο άλλος δεξιά πίσω. Ο τελευταίος όταν κατέβηκε από την μοτοσικλέτα κλώτσησε το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο για να μιλήσει μαζί τους και μίλησε σιγά και με χαμηλό τόνο. Ζήτησαν την άδεια οδηγού και ο κατηγορούμενος του την έδωσε και του είπε «Κάμε τη δουλειά σου φίλε μου». Η «δράση» του αστυνομικού όμως ήταν πολύ άγρια. Φώναζε και έβγαλε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο. Έβγαλε τον κατηγορούμενο από το αυτοκίνητο, του έβαλαν χειροπέδες και του είπαν τα δικαιώματα του. Ο αστυνομικός μιλούσε πάρα πολύ άσχημα. Από την στιγμή που σταμάτησαν ήταν πολύ άγριος. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε συγνώμη γιατί δεν τον είδε και εκείνος του είπε «Γιατί δεν σταμάτησες ρε βλάκα; Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε μπάσταρδε;». Ο κατηγορούμενος ξαναζήτησε συγνώμη και ο αστυνομικός τον πήρε στην άκρη και προσπάθησε να τον κλωτσήσει και να τον χτυπήσει. Μετά ήρθε ένα αυτοκίνητο τζιπ της Αστυνομίας έβαλαν μέσα τον κατηγορούμενο και όταν αυτή τους ρώτησε τι θα γίνει μαζί της ο αστυνομικός της είπε να σκάσει, δεν τον νοιάζει τι θα έκανε αυτή, να μείνει εκεί ή να πάει σπίτι, αυτός δεν ήταν ταξιτζής. Αυτή ζήτησε από τον άλλο αστυνομικό που ήρθε με το τζιπ αν μπορεί να την πάρει μαζί του στον σταθμό Πέγειας. Μετά που έφθασαν στον Σταθμό ο κατηγορούμενος ζήτησε νερό και τσιγάρα αλλά αρνήθηκαν να του δώσουν. Μετά από λίγα λεπτά έφτασαν οι αστυνομικοί που ήταν στις μοτοσικλέτες. Ένας από τους δύο που δεν γνωρίζει ποιος ήταν γιατί φορούσαν κράνος έκανε πάρα πολύ μεγάλη φασαρία φωνάζοντας και άρχισε να βρίζει τον κατηγορούμενο. Η ίδια βρισκόταν έξω και άκουσε που έλεγε ο αστυνομικός και γέλασε με τους υπόλοιπους «Να σε κάτσω κεντρικές φυλακές ρε βλάκα και δεν θα σε βγάλει που τζει κάτω κανένας. Να κάμω την μάνα σου να σε κλαίει. Να πάρω την γκόμενα σου παρτούζα» και αυτή συνέχιζαν ως τις 5, 5:30, 6:00 το πρωί που πήγε η μητέρα του κατηγορούμενου να την πάρει από εκεί. Την άλλη μέρα που πήγε να δώσει κατάθεση της είπαν στο Σταθμό της Πέγειας ότι δεν την χρειάζονται και την ρώτησαν γιατί πήγε. Αυτή επέμεινε να δώσει κατάθεση και την κατάθεση την έγραψε ο αστυνομικός που ήταν ήδη όλο το πρωί στον σταθμό και ήξερε τι έγινε. Αυτά που είπε και δεν γράφονται στην κατάθεση της αρνήθηκε ο αστυνομικός να τα γράψει και της είπε ότι είναι αρκετά και να πει στον Δικαστήριο ότι θέλει. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 4 είναι η κατάθεση που έδωσε. Στην αντεξέταση της αναγνώρισε την κατάθεση της στα αγγλικά (τεκμήριο 5). Όταν της υποβλήθηκε ότι η εν λόγω κατάθεση, μετάφραση της οποίας στα ελληνικά είναι το τεκμήριο 4 που αναγνώρισε στην κυρίως εξέταση της, δεν είναι αληθινή απάντησε ότι δεν συμφωνεί ενώ συμφώνησε ότι της διαβάστηκε και αφού συμφώνησε με αυτή την υπέγραψε. Με άλλα λόγια η θέση της σε σχέση με την κατάθεση της δεν ήταν ότι τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 4 δεν τα ανέφερε αυτή αλλά ότι ανέφερε και άλλα πράγματα στον αστυνομικό που της λάμβανε κατάθεση αλλά εκείνος ουσιαστικά αρνήθηκε να τα γράψει. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η όλη θέση της Μ.Υ.1 στερείται πειστικότητας εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί ενώ, ως ανέφερε η ίδια, πήγε την άλλη μέρα να δώσει κατάθεση και της είπαν ότι δεν χρειάζεται και ενώ αυτή επέμεινε να της ληφθεί και γνώριζε ότι ο αστυνομικός που της την έλαβε ήταν ήδη όλο το πρωί στον σταθμό και ήξερε τι έγινε εντούτοις όταν εκείνος αρνήθηκε να γράψει κάποια πράγματα αυτή δεν επέμεινε και μάλιστα αφού η κατάθεση της διαβάστηκε συμφώνησε και την υπέγραψε. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού ως έχει προαναφερθεί η θέση αυτή της Μ.Υ.1 διαψεύδεται από τον Μ.Κ.4 που ήταν ο αστυνομικός που της έλαβε την κατάθεση και ανέφερε ότι αυτός έγραψε όλα όσα του είπε. Είναι λοιπόν προφανές ότι η Μ.Υ.1 πρόσθεσε κάποια γεγονότα στην κυρίως εξέταση της για να δημιουργήσει αρνητική εντύπωση για το Μ.Κ.1 και για να ενισχύσει τη θέση του κατηγορούμενου ότι ο Μ.Κ.1 του συμπεριφέρθηκε με ανάρμοστο και βάναυσο τρόπο. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των ανωτέρω η πρόθεση της Μ.Υ.1 να βοηθήσει τον κατηγορούμενο παρά να πει την αλήθεια ήταν εμφανής καθόλη τη μαρτυρία της. Αυτό συνάγεται αβίαστα από το ότι προσπάθησε να εναρμονίσει τη μαρτυρία της με αυτήν του κατηγορούμενου, περιέπεσε σε αρκετές ουσιώδεις αντιφάσεις, κάποιες από τις θέσεις της δεν ήταν πειστικές και άλλες στερούνται λογικής. Η δε μαρτυρία της χαρακτηριζόταν επίσης από έλλειψη συνέπειας και σταθερότητας. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι κάποιες από τις θέσεις της έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αντίστοιχες θέσεις του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα: Στην αντεξέταση της είπε ότι αυτά που είπε στον αστυνομικό και δεν τα έγραψε στην κατάθεση της είναι αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέταση και συγκεκριμένα ότι ο αστυνομικός που πήγε στην Κισσόνεργα τον έβριζε, έβγαλε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, του έβαλε χειροπέδες, τον πήρε στην άκρη, τον κλώτσησε και προσπαθούσε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο και ότι μετά στο Σταθμό οι αστυνομικού είπαν στον κατηγορούμενο ότι θα πάρουν την γκόμενα του παρτούζα και ότι θα κάνουν τη μάνα του να κλαίει. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτό με τα κλειδιά αναγράφεται και στην κατάθεσης της μάρτυρας όπως και το ότι ο αστυνομικός προσπάθησε να χτυπήσει τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο. Περαιτέρω στην κατάθεση αναφέρεται και το ότι έβαλαν στον κατηγορούμενο χειροπέδες αλλά ότι αυτό έγινε μετά που πήγε το τζιπ της αστυνομίας στο χώρο και όχι προηγουμένως κάτι που καταδεικνύει αντίφαση. Στην αντεξέταση της είπε ότι στην διαδρομή προς το σπίτι τους είδε περιπολικά στα δεξιά αλλά δεν είδε κανένα αστυνομικό να κάνει σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Αυτό όμως δεν το είπε ούτε στην κατάθεση της αλλά δεν ήταν ούτε ανάμεσα σε αυτά που, σύμφωνα με την ίδια, δεν έγραψε ο αστυνομικός που της έλαβε κατάθεση. Το ανέφερε λοιπόν για πρώτη φορά όπως και ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση της. Όσο δε αφορά τη θέση της ότι δεν είδε τους αστυνομικούς μοτοσικλετιστές παρά μόνο όταν και έστριψαν αριστερά προς Κισσόνεργα προφανώς ισχύουν τα όσα λέχθηκαν και για τον κατηγορούμενο εφόσον επέβαιναν στο ίδιο αυτοκίνητο. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο αστυνομικός δεν ανέκοψε τον κατηγορούμενο αλλά εκείνος σταμάτησε μόνος του. Σε αντίθεση όμως με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι αυτή ήταν που αντιλήφθηκε τους μοτοσικλετιστές αστυνομικούς πίσω τους και είπε στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Όταν δε της υποδείχθηκε ότι άρα ο κατηγορούμενος δεν είδε από μόνος του την αστυνομία σε αντίθεση με την προηγούμενη απάντηση της απάντησε ότι τους είδε και αυτός και σταμάτησε. Σε υποβολή ότι ο Μ.Κ.1 ουδέποτε χτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου είπε ουσιαστικά ότι αυτό το έκανε ο άλλος αστυνομικός σε πλήρη αντίφαση με τον κατηγορούμενο ο οποίος ανέφερε ότι την κλωτσιά στο αυτοκίνητο την έδωσε ο Μ.Κ.
  4. Στην αντεξέταση της η Μ.Υ.1 είπε ότι όταν σταμάτησε ο κατηγορούμενος το αυτοκίνητο και μετά που ο ένας εκ των αστυνομικών κλώτσησε αυτό ο κατηγορούμενος άνοιξε το παράθυρο και είπε στον αστυνομικό «Σόρυ που δεν σε είδα. Κάμε την δουλειά σου ρε φίλε». Στην κυρίως εξέταση της όμως είπε ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε που δεν είδε τους αστυνομικούς μετά που ο ΜΚ1 τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο ενώ στην κατάθεση της πουθενά δεν αναφέρθηκε σε τέτοια απολογία. Όσον αφορά τα χτυπήματα που δέχθηκε ο κατηγορούμενος η Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση της είπε ότι μετά που ο αστυνομικός έβγαλε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο και τον κατηγορούμενο έξω από αυτό και αφού του έβαλαν χειροπέδες μετά ο κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη που δεν τους είδε και ο αστυνομικός τον έβρισε, μετά που κατηγορούμενος ξαναζήτησε συγγνώμη ο αστυνομικός τον πήρε στην άκρη και προσπάθησε να τον κλωτσήσει και να τον χτυπήσει. Δεν είπε όμως κατά πόσο η προσπάθεια αυτή είχε αποτέλεσμα. Σε άλλο σημείο όμως της κυρίως εξέτασης της είπε ότι τον κλώτσησε και προσπαθούσε να του χτυπήσει. Στην αντεξέταση της όμως αλλάζοντας και πάλι τη θέση της είπε ότι ο αστυνομικός με φωνές και βρισιές έβαλε χειροπέδες στον κατηγορούμενο, τον πήρε στην άκρη και άρχισε να τον χτυπά και ότι τον κλώτσησε και προσπάθησε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο. Περαιτέρω στην αντεξέταση της είπε ότι ο αστυνομικός κλώτσησε τον κατηγορούμενο μια φορά και προσπάθησε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο δύο φορές κάτι που δεν ανέφερε ούτε στην κυρίως εξέταση της. Όταν ρωτήθηκε αν είναι γραμμένο στην κατάθεση της ότι ο αστυνομικός προσπάθησε να χτυπήσει τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο δύο φορές είπε ότι η ίδια έγραψε ότι όταν ο αστυνομικός τράβηξε τον κατηγορούμενο από το αυτοκίνητο προσπάθησε να τον χτυπήσει. Είπε περαιτέρω ότι τη δεύτερη φορά που προσπάθησε κάτι τέτοιο στο πρόσωπο του έβαλε χειροπέδες στα χέρια τον πήρε στην άκρη και προσπάθησε ξανά να τον χτυπήσει στο πρόσωπο και τον κλώτσησε. Μάλιστα ήταν η θέση της ότι αυτή είναι η χρονική σειρά των γεγονότων. Συμφώνησε δε ότι δεν λέει στην κατάθεση της ότι ο Μ.Κ.1 προσπάθησε να χτυπήσει τον κατηγορούμενο 2 φορές στο πρόσωπο γιατί, ως είπε, η μια είναι γραμμένη και η δεύτερη πρέπει να είναι γραμμένη. Αμέσως μετά σε ερώτηση αν είναι γραμμένα και τα δύο απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια όμως έδωσε μια άλλη σειρά στα γεγονότα αναφέροντας πλέον τρεις προσπάθειες να χτυπηθεί ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο. Συγκεκριμένα είπε ότι ο αστυνομικός τράβηξε τον κατηγορούμενο έξω από το αυτοκίνητο, προσπάθησε να τον κτυπήσει στο πρόσωπο, ο κατηγορούμενος του είπε συγγνώμη που δεν σταμάτησε, ξαναπροσπάθησε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο, του έβαλε χειροπέδες, τον πήρε στην άκρη και ξαναπροσπάθησε να τον χτυπήσει στο πρόσωπο και τον κλώτσησε. Σε ερώτηση αν αυτό είναι γραμμένο στην κατάθεση της απάντησε καταφατικά κάτι που όμως δεν ισχύει. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι τον κατηγορούμενο τον είδε την επόμενη μέρα το πρωί και ότι αυτός ήταν πολύ χάλια ψυχολογικά ενώ σωματικά δεν υπήρχε τίποτε παράξενο πάνω του. Δεν πρόσεξε όμως τα πόδια του και τα χέρια του. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι ο κατηγορούμενος στο πόδι που τον κλώτσησε ο αστυνομικός δεν είχε τραύμα. Σε ερώτηση εάν τον είδε, προφανώς για να μην περιπέσει σε αντίφαση με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος, είπε ότι δεν είδε μελανιές στο σώμα γιατί ο κατηγορούμενος δεν έμεινε στο σπίτι της να μπορεί να δει μελανιές αν υπήρχαν τραύματα που δεν μπορεί να συμφωνήσει ότι υπήρχαν. Παρόλα αυτά είπε ότι τον είδε την επόμενη μέρα δηλ. την Κυριακή στο Σταθμό και στη συνέχεια τον ξαναείδε τη Δευτέρα το απόγευμα αλλά φορούσε ρούχα. Όταν όμως τον είδε εκείνος της παραπονέθηκε ότι πονούσε στον ώμο και όχι το πόδι του. Δεν είναι δε λογικό ο κατηγορούμενος να είχε τα τραύματα που είπε κατά τη μαρτυρία του και να μην τα ανέφερε στη Μ.Υ.
  5. Σε αντίθεση δε με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος η Μ.Υ.1 είπε στην αντεξέταση της ότι ο αστυνομικός δεν χτυπούσε τον κατηγορούμενο σε όλο του το σώμα αλλά μόνο στο πρόσωπο και στα πόδια. Διευκρίνισε δε ότι το χτύπημα στα πόδια ήταν με κλωτσιά. Για να εναρμονίσει δε προφανώς τη μαρτυρία της με αυτή του κατηγορούμενου για πρώτη φορά και αυτή στην αντεξέταση της είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να αποφύγει τα χτυπήματα είπε στον αστυνομικό μόνο ότι έχει πρόσφατα κάνει εγχείρηση στον ώμο και έβαλε 3 βίδες. Ήταν μάλιστα η θέση της ότι αυτό το είπε στην κατάθεση της πράγμα που όμως δεν ευσταθεί. Τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της είπε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε νερό και κατά την ανακοπή αλλά ούτε εκεί ούτε το σταθμό του έδιδαν νερό και τσιγάρο και στο σταθμό δεν τον άφησαν να κάνει τηλέφωνο που ζήτησε. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε για το νερό ή το τσιγάρο ενώ η Μ.Υ.1 στην κατάθεση της, για την οποία ως προαναφέρθηκε δεν ήταν η θέση της ότι έγραψαν άλλα από αυτά που είπε αλλά ότι αρνήθηκε ο αστυνομικός να γράψει όλα όσα του είπε, ανέφερε ότι στον Σταθμό του έδωσαν νερό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε η Μ.Υ.1 είπε την αλήθεια και συνεπώς ούτε αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Γεώργιος Μαυρέσιης, δικηγόρος στο επάγγελμα. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι από το 2000-2007 με εξαίρεση μια χρονιά εργαζόταν ως επόπτης στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου στην περιοχή Λαόνα δηλ. τα όρια από το Δήμο Πέγειας μέχρι και την Κρήτου Τέρα. Για να μεταβεί στην περιοχή αυτή βασικά χρησιμοποιούσε τον παραλιακό δρόμο δηλ. από τα όρια της Χλώρακας μέχρι τα όρια του Δήμου Πέγειας και από κει και πέρα ανέβαινε στο βουνό όπου βρίσκονται οι διάφορες κοινότητες. Δύο με τρεις φορές την εβδομάδα περνούσε από την περιοχή Πότιμα και την κοινότητα της Κισσόνεργας από τον παραλιακό δρόμο. Αυτός ο δρόμος από τότε μέχρι σήμερα παραμένει ο ίδιος και είναι ένας συνηθισμένος δρόμος, είναι μπροστά από την παραλία, χωρεί άνετα δύο αυτοκίνητα και είναι ευθύς. Μπροστά από τα Πότιμα ο δρόμος είναι απόλυτη ευθεία. Από τα μέσα της απόλυτης αυτής ευθείας μέχρι τα φώτα που στρίβεις αριστερά για την Κισσόνεργα συναντούμε ουσιαστικά δύο μόνο στροφές. Η πρώτη είναι ανηφορική και είναι μήκους περίπου 700-800 μέτρων με ορατότητα περίπου 200-250 μέτρα και η δεύτερη είναι περίπου 800-900 μέτρα με ορατότητα περίπου 400-500 μέτρα. Το υπόλοιπο του δρόμου είναι ευθεία. Για να μεταβείς από τον Κόλπο των Κοραλλίων στη Κισσόνεργα υποχρεωτικά ακολουθείς τον παραλιακό δρόμο. Φθάνοντας μέχρι κάποιο σημείο αν επιθυμεί κάποιος να μεταβεί στο κέντρο της Κισσόνεργας θα στρίψει αριστερά. Ο Μ.Υ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση και ότι ως ανεξάρτητο πρόσωπο είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Νομική Πτυχή Τα αδικήματα της αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη και της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (κατηγορίες 1 και 4) εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  6. Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή ........................................................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα:
  7. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
  8. Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Όσον αφορά το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 244(β) τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  9. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
  10. Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Όσον αφορά το τι συνιστά επίθεση, αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την κατηγορία 2, τέτοια είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act 1861. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 168 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « B2.15 On a literal reading of the OAPA 1861, s.38, the only actus reus required is that of common assault (see B2.5), whereas the mens rea is that of common assault, coupled with an intent to resist or prevent one's own, or another person's, lawful arrest or detention, etc. Nevertheless, it is firmly established that the arrest or detention in question must in fact be lawful (Self [1992] 3 All ER 476; Lee [2001] 1 Cr App R 293) and this must accordingly be treated as a further essential actus reus element. The victim need not be a police officer. He may be a private citizen assisting such an officer, or a private citizen or store detective making a 'citizen's arrest'.» Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). .............................................................................................................................................. Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability». Αναφορικά με τις κατηγορίες 5, 8 και 9, λαμβανομένων υπόψην και των λεπτομερειών αδικήματος αυτών, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα
(1)παρέλειψε να υπακούσει σε οδηγίες αστυνομικού με στολή και συγκεκριμένα σε σήμα αστυνομικού να σταματήσει,
(2)παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα τροχαίας δηλαδή παραβίασε συνεχόμενη άσπρη γραμμή και
(3)παρέλειψε να συμμορφωθεί σε φώτα τροχαίας, δηλ. πέρασε ενώ άναβε κόκκινο φως. Η κατηγορία 6 εδράζεται στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, το οποίο έχει ως ακολούθως: «7. Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πάσων των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας πεντακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Οι έννοιες της απερίσκεπτης και αλόγιστης οδήγησης τίθενται διαζευκτικά από αυτήν της επικίνδυνης οδήγηση. Με άλλα λόγια συνιστούν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Δεν είναι αναγκαίο δηλαδή να συνυπάρχουν τούτες καθότι το αδίκημα συντελείται με την απόδειξη είτε του απερίσκεπτου και αλόγιστου τρόπου οδήγησης, είτε με την απόδειξη του επικίνδυνου τρόπου οδήγησης. Όσον αφορά τον όρο «επικίνδυνη» οδήγηση αυτή δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σάββα στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ 18 απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ειδικότερα σε ότι αφορά την επικίνδυνη οδήγηση δεν χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση (mens rea), (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence
(1981)1 All ER 974 όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (βλέπε επίσης R. v. Caldwell
(1981)1 All ER 961). Όπως αναφέρθηκε σε σχέση με το ίδιο θέμα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 Α.Α.Δ 473: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Όσον αφορά τις κατηγορίες 7 και 10 θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα του κατηγορούμενου δεν έφερε τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του ώστε να είναι κατά πάντα χρόνο ευχερής η διακρίβωσης τους και συγκεκριμένα ότι δεν έφερε πισινές πινακίδες εγγραφής καθώς και ότι τα παράθυρα του ήταν σε τέτοια κατάσταση ώστε να παρεμποδίζουν την καλή ορατότητα του κατηγορούμενου ενώ αυτός το οδηγούσε. Το αδίκημα της κατηγορίας 11 εδράζεται στο άρθρο 9
(1)του Νόμου 86/72 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «9
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος δια το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσα τας χιλίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν της κατηγορίας 11 απαιτείται όπως αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα επί οδού, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπον ώστε καθ' ον χρόνο οδηγούσε η ικανότητα του προς ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Ως έχει νομολογηθεί δεν είναι απαραίτητη η προσκόμιση επιστημονικής μαρτυρίας ως προς την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών στην ικανότητα για οδήγηση. Αυτή η ελαττωμένη ικανότητα μπορεί να προκύψει και από άλλη μαρτυρία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Σάββα ανωτέρω: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στα συστατικά του αδικήματος του άρθρου 9
(1)του Ν. 86/72 (οδήγηση και επήρεια από οινοπνευματώδη ποτά κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη) και, με αναφορά στο Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση σελ. 201 - 204 έκρινε πως είχαν όλα αποδειχτεί με βεβαιότητα. Δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως διέπραξε οποιοδήποτε σφάλμα. Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και έδειχνε προς μια και μόνο κατεύθυνση. Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. Παρεμβάλουμε εδώ τα ακόλουθα:΄Οταν ο εφεσείων ακινητοποιήθηκε και αφού έκαμε προσπάθεια να διαφύγει, δεν έδινε δείγμα εκπνοής εξ ου και η τρίτη κατηγορία. Δεν συνεργαζόταν και αντί να εκπνέει, εισέπνεε. Το απόσπασμα από τους Halsbury's στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου που αναφέρεται στην απόδειξη του επηρεασμού με επιστημονική μαρτυρία, με ή χωρίς μαρτυρία για ασταθή οδήγηση, δηλώνει δυνατότητα και δεν υπονοεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος απόδειξης. Στον Wilkinsons στον οποίο αναφέρθηκε το Δικαστήριο, (βλ. και την 14η έκδοση σελ. 1/230 §4.63) εξηγείται, και αυτή είναι η ορθή θέση, πως αποδεικνύεται ο επηρεασμός και με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός μαζί με μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι σε ασθένεια. Τα συζητηθέντα στην R v. Davies δεν μπορούν να συσχετισθούν προς την παρούσα υπόθεση. Αποδοκιμάστηκε εκεί η λήψη ως μαρτυρίας της γνώμης μή ειδικού πως ο οδηγός δεν ήταν σε θέση να χειριστεί όχημα. Εδώ οι μάρτυρες αναφέρθηκαν στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά του εφεσείοντα και το Δικαστήριο κατέληξε με γνώμονα τη δική του αξιολόγηση της μαρτυρίας που είχε προσαχθεί. Σημειώνουμε πως στην R. v. Davies τελικά η καταδίκη επικυρώθηκε παρά το λάθος, ενόψει της υπόλοιπης μαρτυρίας αναφορικά με την κατάσταση του οδηγού και τη σύνδεσή της με την κατανάλωση οινοπνεύματος». Τέλος για την κατηγορία 12 θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ενώ αστυνομικός, έχοντας εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε στο σώμα του ποσότητα αλκοόλης κατά την οδήγηση του αυτοκίνητου του σε οδό, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παράσχη δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης αυτός, χωρίς εύλογη αιτία, απέφυγε να το πράξει. Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Κατά τις πρωινές ώρες της 1.6.08 ο Μ.Κ.1, που είναι ο Αστ. 4098, μαζί με άλλους συναδέλφους του διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας στο δρόμο Πέγειας-Πάφου. Ο εν λόγω δρόμος είναι δημόσιος, ασφαλτοστρωμένος, διπλής κυκλοφορίας, βρίσκεται στο παραλιακό μέτωπο της Πάφου και ενώνει το χωριό Πέγεια με την Πάφο διά μέσου κάποιων άλλων χωριών. Συγκεκριμένα οι αστυνομικοί βρίσκονταν περίπου στο μέσο της μεγάλης ευθείας μετά το χωριό Κισσόνεργα προς τη Πέγεια. Εκεί σε ανοικτό χώρο υπήρχε και κινητή μονάδα ελέγχου αλκοόλης που ήταν ένα μεγάλου μεγέθους όχημα τύπου βαν καθώς και δύο οχήματα τύπου pajero με διακριτικά της Αστυνομίας και δύο υπηρεσιακές μοτοσικλέτες. Λόγω του ότι στο σημείο δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός έβαλαν τα δύο οχήματα τύπου pajero με τους φάρους τους αναμμένους κάθετα προς το δρόμο και με αναμμένα τα φώτα ώστε να φωτίζεται ο χώρος ελέγχου. Ο Μ.Κ.1 φορούσε την υπηρεσιακή του στολή, δηλαδή αυτή του μοτοσικλετιστή που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι μαύρη, φέρει φωσφορούχες λωρίδες τόσο στο πάνω όσο και στο κάτω μέρος και στο μπροστινό αριστερό της μέρος αναγράφει με φωσφορούχα γράμματα τη λέξη «Αστυνομία». Επίσης φορούσε ξεχωριστό φωσφορούχο γιλέκο πάνω από τη στολή, το οποίο στο πίσω μέρος αναγράφει με φωσφορούχα γράμματα, μεγαλύτερου μεγέθους από αυτά της στολής, τη λέξη «Αστυνομία». Περί ώρα 04:25 της ίδιας μέρας και στα πλαίσια του προαναφερόμενου ελέγχου ο Μ.Κ.1 έκανε, με τη χρήση αναλάμποντα κόκκινου φακού, σήμα να σταματήσει σε αυτοκίνητο που κατευθυνόταν προς την Πάφο. Από την κατεύθυνση που ερχόταν το εν λόγω αυτοκίνητο, επειδή η ευθεία είναι αρκετά μεγάλη και ανοικτός χώρος και από την πλευρά που ήταν σταθμευμένα τα αστυνομικά οχήματα δεν υπήρχε καθόλου βλάστηση που να εμποδίζει την ορατότητα, μπορούσε κάποιος να τα δει από πολύ μακριά. Το εν λόγω αυτοκίνητο όμως συνέχισε να κινείται και δεν έδειξε να συμμορφώνεται στο σήμα που του έγινε. Παρά το γεγονός αυτό ο Μ.Κ.1 παρέμεινε στη μέση το δρόμου και συνέχισε να κάνει σήμα στον οδηγό να σταματήσει. Όταν πλησίασε αρκετά το Μ.Κ.1 ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου έκανε ελιγμό, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας περνώντας πάνω από συνεχή άσπρη γραμμή, με κίνδυνο να προκαλέσει δυστύχημα με άλλα οχήματα τα οποία κινούνταν εξ αντιθέτου και ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει. Το αυτοκίνητο έφερε πινακίδες εγγραφής μπροστά με αριθμό ΗΧΤ988 ενώ στο πίσω μέρος όχι. Αμέσως ο Μ.Κ.1 ανέβηκε στην υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα και καταδίωξε το εν λόγω όχημα. Ο οδηγός στην προσπάθεια του να διαφύγει οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα την οποία μείωνε στις στροφές και όταν έβρισκε μπροστά του άλλα αυτοκίνητα τα προσπερνούσε ακόμη και πάνω σε στροφές και μετά ανέπτυσσε και πάλι ταχύτητα. Οι εν λόγω στροφές ήταν δύο. Η πρώτη ανηφορική μήκους περίπου 700-800 μέτρων με ορατότητα περίπου 200-250 μέτρα και η δεύτερη μήκους περίπου 800-900 μέτρων με ορατότητα περίπου 400-500 μέτρα. Φθάνοντας στα φώτα τροχαίας που οδηγούν στο χωριό Κισσόνεργα ο οδηγός παραβίασε το κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στρίβοντας αριστερά προς το χωριό. Ο Μ.Κ.1 συνέχισε να καταδιώκει το εν λόγω αυτοκίνητο από μικρή απόσταση. Φθάνοντας στην είσοδο του χωριού ο οδηγός παραβίασε το ΑΛΤ και έστριψε δεξιά με κατεύθυνση το κέντρο του χωριού. Στο δρόμο αυτό υπήρχαν κυρτώματα, γεγονός που ανάγκασε τον οδηγό να ελαττώσει ταχύτητα και έτσι ο Μ.Κ.1 μπήκε μπροστά του και του ανέκοψε την πορεία. Όταν ο Μ.Κ.1 πλησίασε το αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι έφερε υαλοπίνακες περιορισμένης ορατότητας τόσο στη θέα του οδηγού όσο και του συνοδηγού. Ζήτησε από τον οδηγό να εξέλθει του αυτοκινήτου του και να του δώσει την άδεια οδηγού του. Διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός αυτός ήταν ο κατηγορούμενος καθώς και ότι στο όχημα επέβαινε σαν συνοδηγός η Μ.Υ.1. Κατά τη διάρκεια της διακρίβωσης των στοιχείων του ο Μ.Κ.1 πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος παραπατούσε και έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τι γινόταν. Περαιτέρω μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε απλανές βλέμμα και μασούσε τα λόγια του. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δημιούργησε στο Μ.Κ.1 εύλογη υποψία ότι πιθανόν να είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ πέραν του επιτρεπτού ορίου. Έτσι του ζήτησε να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να του δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε σύλληψη εκείνος απάντησε «Εν σου φυσώ πούποτε, ρε μα ποιος νομίζεις ότι είσαι; Είμαι πολίτης της Δημοκρατίας και έχω δικαιώματα.» και αρνήθηκε να φυσήξει για να δώσει δείγμα. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ήτοι για
(1)αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση,
(2)απείθεια σε σήμα αστυνομικού εν στολή,
(3)άρνηση να δώσει ικανοποιητικό δείγμα για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης,
(4)οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης,
(5)παραβίαση της συνεχούς άσπρης γραμμής,
(6)παράβαση σήματος τροχαίας (ΑΛΤ),
(7)παραβίαση κόκκινου φωτεινού σηματοδότη,
(8)χωρίς πινακίδες εγγραφής στο πίσω μέρος,
(9)υαλοπίνακες περιορισμένης ορατότητας στη θέση του οδηγού και του συνοδηγού και ότι είναι υπό σύλληψη για τα ως άνω αδικήματα. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Άτε ρε κουμπάρε παρέτα με». Στην προσπάθεια του Μ.Κ.1 να βάλει στον κατηγορούμενο χειροπέδες ο τελευταίος τον έσπρωξε και προέβαλε αντίσταση στη σύλληψη του. Χρησιμοποιώντας την ανάλογη βία ο Μ.Κ.1 του πέρασε χειροπέδες. Αμέσως τον πληροφόρησε ότι διέπραξε τα αδικήματα
(1)της επίθεσης κατά αστυνομικού εν ώρα υπηρεσίας και
(2)αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Εν να σε έβρω έξω χωρίς στολή ρε μπατσούι τζαι εν να σε γαμήσω χωρίς βαζελίνη ρε πουστούι». Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διέπραξε τα αδικήματα
(1)της εξύβρισης και
(2)της απειλής βιαιοπραγίας, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Εν φοούμαι κανένα ρε μαλάκα». Ακολούθως και αφού έφθασαν στο μέρος άλλοι συνάδελφοι του Μ.Κ.1 αυτός οδήγησε το όχημα του κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας. Ο κατηγορούμενος και η συνοδηγός του (Μ.Υ.1) μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέγειας από τον Α/Α1655 Μ. Παπαδόπουλο. Στον Σταθμό ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να βρίζει προκαλώντας ανησυχία. Ο Μ.Κ.1 στον Σταθμό τον πληροφόρησε ότι έχει δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας με οποιοδήποτε συγγενικό του ή φιλικό του πρόσωπο ή το δικηγόρο του καθώς επίσης και αν επιθυμεί να τύχει οποιοδήποτε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και εκείνος δεν απάντησε. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αρχίζοντας από τις κατηγορίες 5-12 θα πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα. Σε σχέση με τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι κατηγορίες 5-11 εδράζονται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί δυνάμει του άρθρου 5 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/
  1. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 2 του Νόμου 86/72 «μηχανοκίνητο όχημα» σημαίνει «μηχανικώς κινούμενο όχημα». Όσον δε αφορά την κατηγορία 12 σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 «όχημα» σημαίνει οιονδήποτε μέσον διά την μεταφοράν προσώπων ή φορτίου, είτε κινούμενον διά μηχανής είτε άλλως, περιλαμβάνει δε οιανδήποτε άμαξαν συρομένην υπό ζώων, οιονδήποτε δίκυκλον, τρίκυκλον ή τετράκυκλον κινούμενον διά της ανθρώπινης ενέργειας ως και παν άλλο μέσον κατεσκευασμένον ή διασκευασμένον προς τον ως άνω σκοπόν». Στην παρούσα σύμφωνα με τη μαρτυρία ο κατηγορούμενος οδηγούσε «το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΧΤ988» με το οποίο μετέφερε και την Μ.Υ.
  2. Όσον αφορά την έννοια της λέξης αυτοκίνητο σύμφωνα με το σύγγραμμα Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας (β' έκδοση) «αυτοκίνητο» σημαίνει τετράτροχο (η σπανιότ. τρίτροχο) όχημα που χρησιμοποιείται για οδικές μεταφορές επιβατών ή εμπορευμάτων, κινούμενο με δικό του κινητήρα και με δυνατότητα αλλαγής κατευθύνσεως. Κρίνω λοιπόν ότι ενόψει των ανωτέρω έχει αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία όσον αφορά τις κατηγορίες 5-12 ότι «το αυτοκίνητο» που οδηγούσε ο κατηγορούμενος συνιστά «μηχανοκίνητο όχημα» εν τη εννοία του Νόμου 86/72 και «όχημα» εν τη εννοία του Νόμου 174/
  3. Τούτου δεδομένου και λαμβάνοντα υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα ως προς τα γεγονότα κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 7, 8, 9 και
  4. Αναφορικά με την κατηγορία 12 από τα ευρήματα προκύπτει ότι από τη συμπεριφορά και τις κινήσεις του κατηγορούμενου όταν ανακόπηκε το αυτοκίνητο του δηλ. από το ότι μύριζε έντονα αλκοόλ, παραπατούσε, είχε απλανές βλέμμα, μασούσε τα λόγια του και έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τι γινόταν, εύλογα δημιουργήθηκε στον Μ.Κ.1 η υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε στο σώμα του ποσότητα αλκοόλης ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του σε οδό. Έτσι ο Μ.Κ.1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης αλλά ο κατηγορούμενος, χωρίς εύλογη αιτία, αρνήθηκε να δώσει τέτοιο δείγμα. Συνεπώς κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία
  5. Όσον αφορά τις κατηγορίες 6 και 11 από τα ευρήματα του Δικαστηρίου φαίνονται τα ακόλουθα: Το όλο περιστατικό έλαβε χρόνο κατά τη διάρκεια της νύκτας. Παρά δε το ευδιάκριτο σήμα που έγινε από το Μ.Κ.1, ο οποίος βρισκόταν στη μέση του δρόμου, στον κατηγορούμενο για να σταματήσει το αυτοκίνητο του ο τελευταίος συνέχισε να κινείται και δεν έδειξε να συμμορφώνεται και ενώ ο Μ.Κ.1 παρέμεινε στη μέση το δρόμου και συνέχισε να κάνει σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει ο τελευταίος όταν πλησίασε αρκετά το Μ.Κ.1 έκανε ελιγμό, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας περνώντας πάνω από συνεχή άσπρη γραμμή, με κίνδυνο να προκαλέσει δυστύχημα με άλλα οχήματα τα οποία κινούνταν εξ αντιθέτου και ανέπτυξε ταχύτητα για να διαφύγει. Κατά την καταδίωξη του, που ακολούθησε, από τον Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να διαφύγει οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, την οποία μείωνε στις στροφές και όταν έβρισκε μπροστά του άλλα αυτοκίνητα τα προσπερνούσε ακόμη και πάνω στις στροφές και μετά ανέπτυσσε και πάλι ταχύτητα. Φθάνοντας σε φώτα τροχαίας ο κατηγορούμενος παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και στη συνέχεια φθάνοντας στην είσοδο του χωριού Κισσόνεργα παραβίασε και ΑΛΤ για να ανακοπεί όταν αναγκάσθηκε να ελαττώσει ταχύτητα λόγω κυρτωμάτων στο δρόμο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που οδηγούσε εξέθεσε σε άμεσο κίνδυνο το Μ.Κ.1 που βρισκόταν στη μέση του δρόμου καθώς και σε κίνδυνο σύγκρουσης οδηγούς που έρχονται από την αντίθεση κατεύθυνση στο σημείο όπου του έγινε σήμα από το Μ.Κ.1 να σταματήσει αλλά και οδηγούς που αναμενόταν να συναντήσει στην υπόλοιπη διαδρομή, εφόσον επρόκειτο για δημόσιο δρόμο που ενώνει το χωριό Πέγεια με την πόλη της Πάφου. Περαιτέρω παραβίασε κόκκινο σηματοδότη καθώς και αλτ στην είσοδο χωριού. Πρόκειται εμφανώς για τρόπο οδήγησης που υπολείπεται κατά πολύ και όχι στιγμιαία από αυτόν του μέσου συνετού οδηγού και ταυτόχρονα εμπεριείχε πολλούς κινδύνους για το κοινό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι οι στροφές όπου προσπερνούσε ήταν μεγάλες και υπήρχε ορατότητα δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του στο σύνολο της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα σε οδό κατά τρόπο επικίνδυνο για το κοινό. Περαιτέρω λαμβάνοντας υπόψην τον τρόπο που ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του, το ότι μύριζε έντονα αλκοόλ, παραπατούσε, είχε απλανές βλέμμα, μασούσε τα λόγια του και έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται τι γινόταν σε συνδυασμό με το ότι σύμφωνα με τον ίδιο (βλ. κατάθεση του τεκμήριο 2) είχε προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του σε οδό όντας υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και ότι λόγω αυτού η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορίες 6 και
  6. Εξετάζοντας στη συνέχεια τις κατηγορίες 1, 2 και 4 από τα ευρήματα φαίνονται τα ακόλουθα: Μετά που ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα των κατηγοριών 5-12 και στην προσπάθεια του να βάλει στον κατηγορούμενο χειροπέδες ο τελευταίος τον έσπρωξε και προέβαλε αντίσταση στη σύλληψη του. Το ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε το Μ.Κ.1 αναμφίβολα συνιστά επίθεση σύμφωνα με την έννοια του Νόμου. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι αυτή έγινε με πρόθεση εκ μέρους του κατηγορούμενου. Η δε επίθεση αυτή φαίνεται από το σύνολο των προαναφερόμενων περιβαλλουσών περιστάσεων και την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ότι σκοπό είχε να αντισταθεί στη νόμιμη σύλληψη και κράτηση του. Είναι τέλος αναμφίβολο ότι ο Μ.Κ.1 αποτελούσε όργανο τήρησης της τάξης και κατά το χρόνο που δέχθηκε την εν λόγω επίθεση εκτελούσε τα καθήκοντα του ως τέτοιο όργανο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορίες 1, 2 και
  7. Εν κατακλείδι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και
  8. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης - Κοινή επίθεση - Αντίσταση κατά τη νόμιμη σύλληψη - Τροχαία αδικήματα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.