Δήμος Ζήνωνος ν. Γιωργούλλα Σωλογιάννη, Αρ. Υπόθεσης: 13505/10, 26/7/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13505/10 Δήμος Ζήνωνος Παραπονούμενος εναντίον Γιωργούλλα Σωλογιάννη Κατηγορουμένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/7/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κα Φακοντή Για την Κατηγορούμενη : κος Φωτίου Κατηγορούμενη : απούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει σύμφωνα με τις εκθέσεις των αδικημάτων, συνολικά εικοσιτέσσερις κατηγορίες και που αφορούν κατηγορίες πράξης καταδολίευσης των εκ Δικαστικών Αποφάσεων πιστωτών, κατά παράβαση του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60
(1)2008 άρθρα 3
(1)(γ)
(2)και
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η κατηγορούμενη ενώ ήταν εξ΄ αποφάσεως οφειλέτιδα στην αγωγή με αριθμό 1658/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με ενάγοντα τον παραπονούμενο και ενώ την 15/9/1995 διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην εν λόγω αγωγή, να καταβάλλει στον παραπονούμενο το ποσό των € 102,52 σεντ μηνιαίως ( Λ.Κ. 60 ) και κάθε 1η επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως, παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις των μηνών από 1/12/2008 μέχρι 1/11/
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στην βάση παραδεχτών γεγονότων και εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα η μαρτυρία έχει ως ακολούθως: 1)Έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της κατηγορούμενης στην πολιτική αγωγή 1658/94 την 1/11/
- 2) Έχουν εκδοθεί διατάγματα με τα οποία δίδοντο άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 1/11/1994 στην αγωγή 1658/94, την 11/12/2008 και 14/2/
- 3) Έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της κατηγορουμένης και του συνεναγόμενου της Επαμεινώνδα Σολογιάννη στα πλαίσια της ως άνω αγωγής την 15/9/1995 δια πληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους των με μηνιαίες δόσεις ποσού € 102,52 σεντ ( Λ.Κ. 60 ) έκαστος μέχρι εξοφλήσεως του εξ΄ αποφάσεως χρέους. 4) Έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής της περιουσίας του συνεναγόμενου στην αγωγή 1658/1994 την 5/2/1997 στην αίτηση 25/96 και έκτοτε μέχρι σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί. 5) Ο συνεναγόμενος- πτωχεύσας δεν κατέβαλε καμία μηνιαία δόση έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους στην αγωγή 1658/1994 σύμφωνα με το διάταγμα ημερ. 1/11/1995 και επίσης δεν έχει πληρώσει οιονδήποτε ποσό έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους του στην εν λόγω αγωγή. 6) Ποσό απόφασης, τόκοι και έξοδα απόφασης στην αγωγή 1658/1994 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των € 22,203,75 σεντ. 7) Εισπράχθηκε από εντάλματα είσπραξης μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερ. 15/9/1995 μεταξύ των ημερομηνιών από 4/11/1998 έως 19/11/2007 από την κατηγορουμένη ποσό € 13, 448,40 σεντ και κανένα άλλο ποσό δεν εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη, αλλά ούτε και οιοδήποτε άλλο ένταλμα πληρωμής εκκρεμεί προς είσπραξη εναντίον της αναφορικά με το χρέος στην αγωγή 1658/
- 8) Το ποσό των € 13,448,40 σεντ καλύπτει 131 μηνιαίες δόσεις της κατηγορουμένης, ήτοι από 1/11/1995 έως την δόση 1/9/
- 9) Σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο του χρέους της Δικαστικής απόφασης στην αγωγή 1658/94, αφού αφαιρεθεί το ποσό των € 13,448,40 σεντ που εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη, ανέρχεται στο ποσό των € 8,755,35 σεντ. 10) Οι δόσεις από 1/10/2006 έως και την δόση 1/11/2008 συνολικού ποσού € 2,665 δεν εισπράχθηκαν αλλά έχουν παρέλθει. 11) Ο παραπονούμενος με την παρούσα υπόθεση αξιώνει την έκδοση διατάγματος είσπραξης των μηνιαίων δόσεων από 1/12/2008 έως και 1/11/2010 συνολικού ποσού €2,460,39 σεντ. 12) Μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερ. 15/9/1995 εναντίον της κατηγορουμένης δεν έχει καταχωρηθεί οιαδήποτε αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 1658/94, ούτε και έχει δοθεί στον παραπονούμενο ή στους δικηγόρους του οιαδήποτε αίτηση τροποποίησης ή ακύρωσης του εκδοθέντος εναντίον της κατηγορουμένης διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερ. 15/9/1995 και ούτε οιαδήποτε αίτηση που να δείχνει ότι η οικονομική και/ή φυσική κατάσταση της κατηγορουμένης έχει αλλάξει. 13) Το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερ. 15/9/1995 εναντίον της κατηγορουμένης και του συνεναγομένου της, δεν έχει ακυρωθεί και/ή τροποποιηθεί και βρίσκεται σε ισχύ από την ημέρα έκδοσης του και μέχρι σήμερα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα, κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα τεκμήρια 1 έως 5, αποδεχόμενοι και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σύμφωνα με το τεκμήριο 1, στις 1/11/1994 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1658/94, απόφαση υπέρ του ενάγοντα και παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση και εναντίον της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση και του συνεναγόμενου της Επαμεινώνδα Σολογιάννη, ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των Λ.Κ. 5,950 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ. 3,530 από 21/12/1984 μέχρι εξόφλησης, επί ποσού Λ.Κ. 900 από 6/10/1986 μέχρι εξοφλήσεως και επί ποσού Λ.Κ. 1,520 από 12/11/1986 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση η οποία τύγχανε αναστολής εκτέλεσης μέχρι 1/2/1995, οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν ομού και κεχωρισμένως το ποσό των Λ.Κ. 260,10 σεντ πλέον τόκο προς 6% ετησίως από 1/11/1994 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τα τεκμήρια 2 και 3, δόθηκε άδεια εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης. Σύμφωνα με το τεκμήριο 4, στις 15/9/1995 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1658/94, διάταγμα υπέρ του ενάγοντα και παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση και εναντίον της κατηγορουμένης στην παρούσα υπόθεση και του συνεναγόμενου της Επαμεινώνδα Σολογιάννη, ομού και κεχωρισμένως, σύμφωνα με το οποίο διατάσσονταν να πληρώσουν το εξ΄ αποφάσεως χρέος τους με μηνιαίες δόσεις από Λ.Κ. 60 η κάθε μια έκαστος, από 1/11/1995 και ούτω καθεξής μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αίτησης που ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ. 40,90 σεντ. Σύμφωνα με το τεκμήριο 5, στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 25/96 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στις 5/2/1997 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του συνεναγόμενου της κατηγορουμένης στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή, ήτοι του Επαμεινώνδα Σολογιάννη. Με την κατάθεση των πιο πάνω παραδεχτών γεγονότων και εγγράφων, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, επεξηγήθηκαν σε αυτήν τα δικαιώματα της και η κατηγορούμενη επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, η νομική βάση που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, είναι η αυτή των άρθρων 3
(1)(γ)
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμο 60
(1)2008 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: <<
(3)
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4>>.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου 1 εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός εάν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων. Νοείται ότι σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις, δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση>>. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος και διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, έχουν την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Μέσα λοιπόν από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, συνάγεται ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία του αδικήματος: Α) ότι ο παραπονούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Β) ότι η κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Γ) ότι υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο βεβαίως να μην έχει ακόμα εξοφληθεί, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δ) ότι υπάρχει διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ε) ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να καταβάλει στον παραπονούμενο κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής, τουλάχιστον τρεις δόσεις, εκτός εάν το οφειλόμενο χρέος που υπολείπεται για να εξοφληθεί, είναι ολιγότερο από το ποσό που αντιστοιχεί σε τρεις δόσεις και ο κατηγορούμενος παραλείπει να τις καταβάλει αυτές. Εφ΄ όσον ο παραπονούμενος αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε η κατηγορούμενη θα πρέπει να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση που προνοεί το άρθρο
(3)4(γ) του ιδίου νόμου που προνοεί τα ακόλουθα: <<
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Προτού προχωρήσω για να εξετάσω κατά πόσο ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, θα εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούμενη έχει αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οιανδήποτε από τις υπερασπίσεις που τις παρέχει η νομοθετική διάταξη του άρθρου
(3)4(γ) του πιο πάνω νόμου. Εν΄ όψει του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη δεν κατέθεσε ενόρκως αλλά ούτε και κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης, σε συνδυασμό με τα παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία αναφέρθηκαν πιο πάνω, η κατηγορούμενη απέτυχε να αποδείξει οιανδήποτε από τις υπερασπίσεις που προνοούνται στον εν λόγω νόμο, διότι δεν υπάρχει καν σχετική μαρτυρία επί τούτου. Εν τούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι ο παραπονούμενος απέδειξε αυτομάτως την υπόθεση του και συνακόλουθα το Δικαστήριο θα εξετάσει με βάσει τα παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα, εάν έχουν στοιχειοθετηθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έχει αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δεν υπήρξε άλλωστε και άποψη ή θέση περί του αντιθέτου. Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δεν υπήρξε άλλωστε και άποψη ή θέση περί του αντιθέτου. Αναφορικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, το οποίο δεν έχει ακόμα εξοφληθεί, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, αφού παραμένει μέχρι σήμερα υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα. Αναφορικά με το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, με την έννοια που αποδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δεν υπήρξε άλλωστε και άποψη ή θέση περί του αντιθέτου. Αναφορικά με το πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να καταβάλει στον παραπονούμενο κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής, τουλάχιστον τρεις δόσεις, ήτοι τις δόσεις για την περίοδο από 1/12/2008 μέχρι 1/11/2010. Η θέση που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ότι ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το εξ' αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί, η κατηγορούμενη (μαζί με τον συνεναγόμενο της στην ως άνω αναφερόμενη αγωγή) από τον Οκτώβριο του 2004 έπαψε να οφείλει να καταβάλλει οιαδήποτε δόση δεν ευσταθεί, διότι η κατηγορούμενη ομού και κεχωρισμένως με τον συνεναγόμενο της, είναι εξ' αποφάσεως οφειλέτιδα για ολόκληρο το εξ΄ αποφάσεως χρέος μέχρι εξοφλήσεως. Δηλαδή δεν ορίζεται στην Δικαστική απόφαση, ήτοι στο τεκμήριο 1, ή στο διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, ήτοι στο τεκμήριο 4, ότι η υποχρέωση της κατηγορουμένης και του συνεναγόμενου της θα ισχύει παράλληλα μέχρις όταν το σύνολο των δυο δόσεων καταστούν ληξιπρόθεσμες και συμπληρώσουν το εξ΄ αποφάσεως χρέος, ανεξαρτήτως εάν αυτές καταβληθούν ή όχι. Μια τέτοια ερμηνεία ή προσέγγιση, είναι αντίθετη με το γράμμα του νόμου, ως επίσης και αντίθετη με τις ρητές διαταγές της Δικαστικής απόφασης και του Δικαστικού διατάγματος τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 και 4 αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας λοιπόν τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο