← Κύπρος

N PATSALOS ENTERPRISES LTD ν. Γιαννάκης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 6129/10, 8/8/2011

N PATSALOS ENTERPRISES LTD ν. Γιαννάκης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 6129/10, 8/8/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Προσ.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6129/10 N. PATSALOS ENTERPRISES LTD εναντίον Γιαννάκης Παναγιώτου Κατηγορουμένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/8/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κος Κυριάκος Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κος Ανδρέας Πολυδώρου Κατηγορούμενος : παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος, κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας μετά από σχετική τροποποίηση των λεπτομερειών, ο κατηγορούμενος την 24/12/2009 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος στην παραπονούμενη εταιρεία την επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd υπ΄ αριθμό 16938271 για το ποσό των €4,400,00, η οποία αφού παρουσιάστηκε στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε ένεκα ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, ήτοι του κατηγορουμένου ο οποίος παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός δεκαπέντε ημερών, και/ή λόγω παγοποίησης του λογαριασμού του ( Κ.Α.Π. ) και παρέμεινε απλήρωτη από την παρουσίαση της. Η υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης 2 αποσύρθηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και η διαδικασία προχώρησε μόνο εναντίον του κατηγορουμένου 1 και ο οποίος αναγράφεται στον τίτλο της παρούσας απόφασης. ΠΑΡΑΔΕΧΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΑ Δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεχτά γεγονότα, ότι ο λογαριασμός που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο και την σύζυγο του, ότι η υπογραφή επί αυτής είναι του κατηγορούμενου, ότι η επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη που αναγράφεται επί αυτής, αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 8/2/2010 και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Επίσης κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του το τεκμήριο 7, ήτοι το καταστατικό της παραπονούμενης εταιρείας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κος Νεόφυτος Πάτσαλος ο οποίος κατέθεσε και τα τεκμήρια 1 έως
  1. Ανέφερε ότι είναι διευθυντής, μέτοχος και γραμματέας της παραπονούμενης εταιρείας. Στις 24/11/2009 και μετά από παράκληση του κατηγορουμένου, δάνεισε στον κατηγορούμενο από λεφτά της εταιρείας του το ποσό των € 4,400,00 λαμβάνοντας την υπόσχεση του ότι το εν λόγω ποσό θα το επέστρεφε ο κατηγορούμενος στις 24/12/2009 και προς αυτόν τον σκοπό ο κατηγορούμενος υπέγραψε σχετική απόδειξη παραλαβής χρημάτων και ότι προτίθεται να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό με την επίδικη επιταγή, ως επίσης ζήτησε και δείγμα υπογραφής από τον κατηγορούμενο προς αποφυγή παρεξηγήσεων, και τα δύο έγγραφα δε, συντάχθηκαν και υπογράφτηκαν στην παρουσία του Μ.Κ. 2 κ. Νίκου Χαριλάου. Την ίδια μέρα και στην παρουσία επίσης του Μ.Κ. 2 κ. Νίκου Χαριλάου, παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 4,400,00 σε μετρητά και προς αυτόν τον σκοπό ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε την επίδικη επιταγή, την οποία συμπλήρωσε και υπόγραψε. Παρουσίασε την εν λόγω επιταγή εντός ευλόγου χρόνου στην τράπεζα μετά τις 24/12/2009 προς εξαργύρωση, αλλά αυτή επιστράφηκε από την τράπεζα, διότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου ήταν κλειστός και δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και δεν εξοφλήθηκε εντός 15 ημερών από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα και παρουσιάστηκε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι διατηρεί μαγαζί με ταπετσαρίες επίπλων και αυτοκινήτων, γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 20 περίπου χρόνια, είναι γνωστοί και γνωρίζονται οι οικογένειες τους. Ανέφερε ότι μια εβδομάδα πριν να συναντηθούν με τον κατηγορούμενο στο διαμέρισμα του Μ.Κ. 2, ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του ζήτησε το ποσό των € 4,400,
  2. Αυτός τον ρώτησε τι τα χρειάζεται τα χρήματα και αυτός του απάντησε ότι τα χρειάζεται είτε για να πληρώσει το Φ.Π.Α. είτε για το Ιταλικό εστιατόριο που διατηρεί στην Λεμεσό και έπρεπε να πληρώσει τα ενοίκια του. Δεν έχει ξαναδανείσει στον κατηγορούμενο χρήματα στο παρελθόν, ούτε και σε κανέναν άλλον έχει δανείσει και ο κατηγορούμενος του τα ζητούσε επίμονα. Τα χρήματα τα οποία δάνεισε στον κατηγορούμενο, τα είχε φυλαγμένα στο σπίτι του για περίοδο περίπου 3-4 μηνών πριν την δανειοδότηση, και τα οποία αποτελούσαν οικονομίες από την εργασία του. Συνηθίζει να φυλάει στο σπίτι του χρήματα και μερικές φορές μπορεί να είναι μεγάλα ποσά. Ο Νίκος Χαριλάου, ο οποίος είναι παιδικός του φίλος και γείτονας αλλά δεν εργάζεται μαζί του, ετοίμασε κάποια έγγραφα όπως ανέφερε και ήταν δική του ιδέα να ετοιμαστούν αυτά για να έχει αποδειχτικά στοιχεία ότι δάνεισε αυτά τα λεφτά, αφού όπως δήλωσε δεν ήταν αρκετή η δήλωση παραλαβής χρημάτων. Χρονικά προηγήθηκε η έκδοση της επιταγής, ήτοι το τεκμήριο 4 και μετά ακολούθησε η σύνταξη και υπογραφή του γραμματίου προς αυτόν τον σκοπό, ήτοι το τεκμήριο 6, το οποίο θεώρησε πιο σωστό εάν υπήρχε και δεν είχε νομική συμβουλή για τις ενέργειες αυτές. Όλα τα στοιχεία της επίδικης επιταγής τα συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος, αρνούμενος σχετική υποβολή, αν και είπε ότι ο γραφικός χαρακτήρας που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 4 στις θέσεις του δικαιούχου και της αναγραφής του ποσού αντίστοιχα είναι διαφορετικός. Αναφερόμενος εκ νέου στα έγγραφα που ετοιμάστηκαν, ανέφερε ότι συμπληρώθηκαν από τον Νίκο Χαριλάου και αν δεν κάνει λάθος, μόνο η υπογραφή δεν ήταν τυπωμένη, ως επίσης και από ότι θυμάται, μόνο το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας έβαλαν στα έγγραφα και συγκεκριμένα ο ίδιος. Δεν ήταν επίσης σε θέση να θυμάται γιατί δεν είπε στον Νίκο Χαριλάου να αναγράψει το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας το τοποθέτησε ο ίδιος σε μεταγενέστερο στάδιο. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι τα χειρόγραφα τα ανέγραψε ο ίδιος στην παρουσία του κατηγορουμένου, αλλά δεν ήταν σε θέση να ξέρει και να θυμάται αν ο γραφικός χαρακτήρας στο τεκμήριο 4 και στο τεκμήριο 2 που αναγράφουν το όνομα της παραπονούμενης είναι ο ίδιος. Ειδικότερα δε και σε σχέση με το τεκμήριο 6, ήτοι το γραμμάτιο που υπογράφτηκε, ανέφερε ότι συντάχθηκε από τον Μ.Κ. 2 πέντε λεπτά μετά την έκδοση της επίδικης επιταγής και την παράδοση των χρημάτων, στην παρουσία του κατηγορούμενου ο οποίος έδινε ότι στοιχεία απαιτούνταν για την σύνταξη του, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν αυτό τυπώθηκε από ηλεκτρονικό υπολογιστή, ούτε επίσης ήταν σε θέση να θυμάται γιατί δεν τοποθετήθηκε εκ των προτέρων σε έντυπη μορφή το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Όταν παρήλθε ο μήνας και ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έκανε προσπάθειες να πουλήσει το μαγαζί του και θα του έδινε τα χρήματα αλλά δεν γινόταν. Περίμενε ως ανέφερε, 5-7 μήνες για να παρουσιάσει την επίδικη επιταγή προς εξαργύρωση, διότι ο κατηγορούμενος υποσχόταν ότι θα τον εξοφλούσε, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε την κατέθεσε. Όταν την παρουσίασε, η τράπεζα του ανέφερε ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου ήταν κλειστός και ότι δεν είχε κεφάλαια, αλλά δεν ρώτησε πότε έκλεισε ο λογαριασμός. Επίσης ανέφερε ότι μετά τον επίδικο δανεισμό, έχει ξαναδανείσει στον κατηγορούμενο χρήματα, αλλά αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο χρήματα πριν από τον επίδικο δανεισμό και ότι στις 24/11/2009 δεν δάνεισε στον κατηγορούμενο χρήματα. Αρνήθηκε επίσης σχετικές υποβολές ότι το ισχυριζόμενο ποσό, αποτελεί παράνομους τόκους από προηγούμενες δοσοληψίες που είχε με τον κατηγορούμενο, ότι εκβίασε τον κατηγορούμενο να υπογράψει τα τεκμήρια 2, 3 και 6 και ότι εκβίαζε τον κατηγορούμενο μετά την υπογραφή τους και την μη εξαργύρωση της επίδικης επιταγής όπως του καταβάλει τα χρήματα. Αναφορικά με τις δραστηριότητες της παραπονούμενης εταιρείας, ανέφερε ότι ασχολείται με διάφορες δουλειές και συγκεκριμένα με φιλική εταιρεία στην Λευκωσία που κτίζει και πουλά σπίτια, ως επίσης και να προβαίνει σε δανεισμό. Με την εν λόγω εταιρεία είχε συνεργασία η εταιρεία του από τον καιρό της σύστασης της και προέβηκαν σε πράξεις από την σύσταση της εταιρείας μέχρι τον δανεισμό των χρημάτων στον κατηγορούμενο, πλην όμως δεν είχαν κέρδη ακόμα από αυτές τις πράξεις. Για τον επίδικο δανεισμό, ανέφερε ότι επειδή είναι ο ίδιος διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, δεν έγινε οποιοδήποτε πρακτικό συνεδρίας που να αποφασίζει τον δανεισμό προς τον κατηγορούμενο και ότι ως διευθυντής έχει εξουσία να το πράξει και δάνεισε στον κατηγορούμενο ως διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Η παραπονούμενη εταιρεία έχει λογιστή ο οποίος ετοιμάζει εκθέσεις κάθε τέλος του χρόνου και έδωσε οδηγίες στον λογιστή όπως καταχωρήσει τον δανεισμό των χρημάτων στον κατηγορούμενο στις εν λόγω εκθέσεις. Η παραπονούμενη εταιρεία επίσης, διατηρεί λογαριασμό στην Σ.Π.Ε. Κάτω Πάφου. Ως προς τις συνθήκες που προηγήθηκαν του δανεισμού, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε πριν τις 24/11/2009 και συναντήθηκαν τόσο στις 24/11/2009 όσο και μετά από λίγες μέρες. Έχει δανείσει ξανά στον κατηγορούμενο χρήματα, πλην όμως δεν θυμάται πότε. Επίσης ο κατηγορούμενος του έδωσε πάλι επιταγή για άλλο δανεισμό ποσού ύψους €28,000 όπως θυμάται και νομίζει ότι κατέθεσε και τις δύο επιταγές την ίδια μέρα. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο και ότι το ποσό της επίδικης επιταγής είναι προϊόν τόκων από προηγούμενες δανειοδοτήσεις που έκανε ο ίδιος ο μάρτυρας προσωπικά στον κατηγορούμενο και ότι η επίδικη επιταγή υπογράφτηκε υπό το καθεστώς εκβιασμού και απειλών. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο κος Νίκος Χαριλάου. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 2, 3 και 6, τα αναγνώρισε, λέγοντας πως ο ίδιος τα σύνταξε, υπέγραψε ο ίδιος ως μάρτυρας και τα υπέγραψε ο κατηγορούμενος στην παρουσία του. Αυτά συντάχθηκαν στο σπίτι του και ήταν παρών και ο Μ.Κ.
  3. Μετά την σύνταξη των εν λόγω τεκμηρίων, ο Μ.Κ. 1 έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο σε μετρητά. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 4, ήτοι η επίδικη επιταγή, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έδωσε στον Μ.Κ.1 όταν αυτός έδινε τα χρήματα στον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον Μ.Κ.1 τον γνωρίζει από την ηλικία των 5 ετών και σήμερα είναι ηλικίας 39 ετών. Είναι φίλοι, εργάζονται μαζί, έχουν κοινές επιχειρήσεις, ήτοι εμπορικές εταιρείες και δραστηριότητες, διατηρούν μια κοινή εταιρεία στην οποία είναι μέτοχοι και έχουν ο καθένας τους επίσης την δική τους εταιρεία. Ως προς τις συνθήκες της ισχυριζόμενης δανειοδότησης, ανέφερε πως νομίζει ότι τόσο ο Μ.Κ.1 τόσο και ο κατηγορούμενος του ζήτησαν όπως πάνε στο σπίτι του για να τους βοηθήσει στην ετοιμασία κάποιων εγγράφων και ήταν και οι τρεις τους στον ίδιο τόπο. Ήταν παρών όταν δόθηκαν τα χρήματα στον κατηγορούμενο τα οποία μετρήθηκαν επίσης στην παρουσία του, ανέρχονταν στο ποσό των €4,400 αν δεν κάνει λάθος και αυτά δόθηκαν μετά την από αυτόν σύνταξη των εγγράφων. Η επίδικη επιταγή δόθηκε 1 λεπτό πριν ή μετά την παράδοση των εγγράφων, την είδε αλλά δεν την πήρε στα χέρια του. Ο κατηγορούμενος του έδωσε τα στοιχεία για να συντάξει τα έγγραφα, αλλά δεν άκουσε και ούτε τον ενδιέφερε για ποιόν σκοπό δόθηκαν αυτά τα χρήματα. Νομίζει πως δεν έγγραψε οτιδήποτε χειρόγραφο πάνω στα έγγραφα που σύνταξε πλην της υπογραφής του. Δεν ξέρει ποιός έγγραψε το όνομα του δικαιούχου στο γραμμάτιο και στην απόδειξη παραλαβής, ήτοι στα τεκμήρια 2 και 6, λέγοντας ότι απλά σύνταξε τα έγγραφα, έκανε καφέδες και μιλούσε στο τηλέφωνο. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν έγγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή το όνομα του δικαιούχου και αν ήξερε την παραπονούμενη εταιρεία, ανέφερε πως ότι του έλεγαν αυτός το έκαμνε και ότι ήξερε τον κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.
  4. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.1 του είπε ότι στο παρελθόν ξαναδάνεισε στον κατηγορούμενο χρήματα και ήταν για μεγάλο ποσό το οποίο δεν θυμόταν. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι είχε πολλά προβλήματα με το Φ.Π.Α, τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και το χρέος του σπιτιού του. Μετά την δανειοδότηση, είχαν ξανασυναντηθεί με τον κατηγορούμενο, μίλησαν επίσης και τηλεφωνικώς. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι τα έγγραφα που σύνταξε, ως επίσης και η επίδικη επιταγή υπογράφτηκαν υπό το καθεστώς βίας. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα, η παραπονούμενη εταιρεία έκλεισε την υπόθεση της και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στην γραπτή του δήλωση η οποία αποτελούσε και ολόκληρη την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι το 2008 επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, κάποιος φίλος του σύστησε σε αυτόν τον Μ.Κ. 1 ως άτομο που δανείζει χρήματα με τόκο και αφού ήλθε σε επικοινωνία μαζί του, συμφώνησαν όπως ο Μ.Κ. 1 του δανείσει κάποια χρήματα με τόκο. Αρχικά ο Μ.Κ.1 του δάνεισε το ποσό των € 3,000 το οποίο θα του το επέστρεφε με τόκους σε ένα περίπου μήνα, με αντάλλαγμα την από μέρους του παράδοσης μιας επιταγής η οποία του επιστράφηκε όταν εξόφλησε το εν λόγω ποσό. Στην συνέχεια γνώρισε τον Μ.Κ. 2 και από ότι κατάλαβε ήταν συνεργάτης με τον Μ.Κ.1 και δάνειζαν χρήματα με τόκο. Κατά τις αρχές Δεκεμβρίου 2008, δανείστηκε από τον Μ.Κ.1 το ποσό των € 3,250 και εις αντάλλαγμα του ζητήθηκε και έδωσε μια επιταγή για το ποσό των € 3,900 και γύρω στα μέσα Μαρτίου 2009 δανείστηκε από τον ίδιο το ποσό των € 2,000 και εις αντάλλαγμα του έδωσε μία επιταγή των € 2,
  5. Όταν ο κατηγορούμενος πήγε για να εξοφλήσει τα εν λόγω δάνεια, ο Μ.Κ. 1 του ανέφερε ότι ο τόκος είναι 20% ο οποίος ανατοκίζεται κάθε μήνα με 20% και ότι για να εξοφλήσει έπρεπε να του πληρώσει ποσά τόκου πέραν από αυτά που αναγράφονται στις επιταγές που του παρέδωσε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο και τότε άρχισαν απειλητικά μηνύματα εναντίον του, της οικογένειας και της περιουσίας του. Σε συνάντηση που είχαν το καλοκαίρι του 2009, ο ίδιος με τους Μ.Κ. 1 και Μ.Κ.2 και αφού ο ίδιος έδωσε στον Μ.Κ.1 τα χρήματα τα οποία δανείστηκε με τόκους όπως αναφέρονται στις επιταγές, ο Μ.Κ. 1 του επέστρεψε τις επιταγές που κρατούσε για τα ποσά των € 3,900 και € 2,400 αντίστοιχα. Όμως ο Μ.Κ.1 επέμενε για τους τόκους 20% με ανατοκισμό κάθε μήνα και με απειλές του είπε ότι θα τον άφηνε μέχρι τέλος του χρόνου, αφού του υπολόγισε μέχρι τότε τους τόκους προς 20% με ανατοκισμό κάθε μήνα. Έτσι τον υποχρέωσαν να εκδώσει δύο επιταγές της ALPHA BANK CYPRUS LTD, η μια με αριθμό 16938270 για το ποσό των €27,830 με ημερομηνία εξαργύρωσης την 30/12/2009 και η άλλη η οποία είναι η επίδικη επιταγή με ημερομηνία εξαργύρωσης την 24/12/
  6. Τον ανάγκασαν επίσης να υπογράψει γραμμάτια για τα αναφερόμενα ποσά, δείγματα υπογραφής, καθώς και απόδειξη παραλαβής χρημάτων και ως ημερομηνία ετοιμασίας τους ανάγραψαν την 24/11/
  7. Ανέφερε ότι ουδέποτε δανείστηκε ή του έδωσαν το ποσό των € 4,400 που είναι η παρούσα υπόθεση, αλλά ούτε και το ποσό των € 27,830, ήτοι τα ποσά που αναγράφονται στις δύο επιταγές, τα οποία είναι παράνομοι τόκοι οι οποίοι υπολογίστηκαν από τον Μ.Κ.1 και τον εξανάγκασαν να εκδώσει και υπογράψει τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές, ως επίσης και τα υπόλοιπα έγγραφα. Ουδέποτε του αναφέρθηκε η παραπονούμενη εταιρεία και ούτε την γνωρίζει, το δε όνομα αυτής της εταιρείας αναγράφτηκε στα έγγραφα που υπέγραψε αργότερα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 του δάνεισε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2008 περίπου, και ανερχόταν στο ποσό των € 3,000 και εις αντάλλαγμα τους έδωσε μια επιταγή των € 3,600 και κατέβαλε μετά από ένα μήνα το ποσό των 3,600 και πήρε πίσω την επιταγή, καταβάλλοντας έτσι τόκο προς 20% για ένα μήνα συνολικού ύψους €
  8. Έμαθε ότι οι Μ.Κ.1 και 2 ότι ήταν συνεργάτες επειδή στις διάφορες επικοινωνίες που είχε ήταν πάντα μαζί, έκανε μια επιπρόσθετη έρευνα και έμαθε από άτομα στην Πάφο ότι ήταν συνεργάτες και ότι το όνομα που τον έφερε σε επαφή μαζί τους ήταν κάποια Πάολα. Ανέφερε ότι από τις αρχές Δεκεμβρίου 2008 μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2009, δεν εξόφλησε το ποσό των € 2,000 και ότι ήταν η δεύτερη φορά που συνεργαζόταν με τον Μ.Κ. 1 όταν δανείστηκε το ποσό των € 3,250 και η τρίτη όταν δανείστηκε το ποσό των € 2,
  9. Γνώριζε όταν ελάμβανε το ποσό των € 3,250 ότι αυτά τοκίζονται προς 20% για ένα μήνα επειδή η επιταγή που εξέδωσε ήταν για ένα μήνα. Όταν δανείστηκε το ποσό των € 2,000 εξέδωσε μια επιταγή των € 2,400 για εξασφάλιση για μια περίοδο πέραν του ενός μηνός. Επίσης ανέφερε ότι δεν είχαν συμφωνήσει οτιδήποτε σε περίπτωση που δεν πληρωνόταν σε συγκεκριμένο χρόνο, διότι τα χρήματα ήταν για άμεση ανάγκη που είχε για την επιχείρηση του. Δεν είχε ποτέ έξω τρεις επιταγές αλλά δύο και τις υπέδειξε για να δείξει την φερεγγυότητα του. Το εστιατόριο του είναι κλειστό από τον Νοέμβριο του
  10. Όταν πήγε για να εξοφλήσει τα δανειζόμενα χρήματα γύρω στον Ιούνιο του 2009 και ενώ είχε ετοιμάσει τα χρήματα των επιταγών για τα ποσά των € 3,900 και € 2,400 αντίστοιχα, οι Μ.Κ. 1 και 2 επέμεναν επειδή καθυστέρησε πέραν του ενός μηνός να καταβάλει τα συμφωνηθέντα οφειλόμενα ποσά, του απαίτησαν τόκο πάνω στον τόκο, ήτοι ανατοκισμό. Μετά από αυτήν την συζήτηση δεν πλήρωσε διότι δεν συμφωνούσε με την επιβολή ανατοκισμού. Αναφορικά με τις απειλές, ανέφερε ότι του τηλεφωνούσαν, του είπαν ότι ξέρουν που μένει και που είναι η επιχείρηση του, του είπαν ότι αν δεν πάει να τους βρει θα πάνε άλλοι να τον βρουν, ως επίσης και απειλές με γραπτά μηνύματα. Ο ίδιος δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε ενέργεια για να μην έρθει σε σύγκρουση και προσπάθησε με ήπιους τόνους να εξεύρει λύση, πλην όμως οι ίδιοι ήταν ανένδοτοι, ήτοι οι Μ.Κ. 1 και
  11. Ως προς τις γραπτές απειλές, ανέφερε ότι του έλεγαν ότι οι άνθρωποι του Μ.Κ. 1 στην Λεμεσό πήγαν και έφαγαν στο εστιατόριο, ότι ξέρουν που είναι το εστιατόριο του και πως αν δεν εξοφλήσει το ποσό, θα κινηθούν εναντίον του νομικά και θα καταθέσουν τις δύο επιταγές. Ο Μ.Κ. 1 του δημιούργησε φόβο και ότι μπορεί να εννούσαν τις απειλές με τον διορισμό δικηγόρου για να κινηθεί νομικά. Τις δύο επιταγές των € 3,900 και € 2,400 τις πήρε πίσω διότι έδωσε πίσω τα λεφτά αλλά προηγήθηκε συζήτηση και εξαναγκάστηκε να υπογράψει, εννοώντας την επίδικη επιταγή και τα έγγραφα που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τα έγγραφα, ήτοι τα γραμμάτια και οι επιταγές υπογράφτηκαν στα μέσα του 2009 και όχι τέλος του 2009 κάπου σε ένα σπίτι του Μ.Κ. 2, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι αυτά έγιναν σε δημόσιο χώρο στη Λεμεσό και ότι πήρε τα χρήματα τοις μετρητοίς στην Πάφο της τάξης των € 4,400 και € 27,
  12. Επανέλαβε ότι το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας δεν αναγραφόταν στα έγγραφα που υπέγραψε. Δεν έκανε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες διότι όπως ανέφερε, δεν μπορεί να βγει κερδισμένος διότι είναι άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να του κάνουν πρόβλημα και ότι μπορεί να του συμβεί οτιδήποτε. Δεν υπέδειξε ο ίδιος κάποια μεζονέτα για το ισχυριζόμενο χρέος αλλά ο πατέρας του, και κατόπιν δικών του εντολών σταμάτησε η όλη διαδικασία. Επίσης οι Μ.Κ. 1 και 2 του ζήτησαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου του για το χρέος που ισχυρίζονταν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να το πράξει. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διέκρινα ότι ο μόνος μάρτυρας της αλήθειας ήταν ο κατηγορούμενος και χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Η συμπεριφορά του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα χαρακτηρίζετο από αμεσότητα, ευθύτητα, φυσικότητα, απαντούσε με πηγαίο και ειλικρινή τρόπο και δεν διέκρινα οποιαδήποτε υπερβολή, υπεκφυγή ή αντιφάσεις στην μαρτυρία του και το Δικαστήριο θα στηριχτεί σε αυτήν για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Στον αντίποδα, οι μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2 απορρίπτονται στο σύνολο τους ως ψευδείς, αναληθείς, αναξιόπιστες για τους πιο κάτω λόγους: 1) Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διέκρινα ότι δεν ήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια. Η μνήμη τους ήταν μη πλήρης, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας τους απαντούσαν με δισταγμό και γενικότητες, επιδίωκαν πάση θυσία να πείσουν το Δικαστήριο για την εκδοχή τους και να επιτύχουν καταδίκη του κατηγορούμενου τον οποίον αντιμετώπιζαν με εχθρικό βλέμμα, και περαιτέρω η εκδοχή τους ότι ο κατηγορούμενος δανείστηκε το ποσό που ισχυρίζονται από τους παραπονούμενους απορρίπτεται. 2) Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι έγινε η ισχυριζόμενη δανειοδότηση προς τον κατηγορούμενο, είτε από τον Μ.Κ. 1 είτε από την παραπονούμενη εταιρεία. Δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του Μ.Κ. 1 ότι το ποσό της ισχυριζόμενης δανειοδότησης προέρχεται από αποταμιεύσεις του εν λόγω μάρτυρα και ότι τα είχε φυλαγμένα στον δικό του χώρο όπως και άλλα μεγαλύτερα ποσά, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία μάλιστα είναι αποταμιεύσεις από προσωπική εργασία, αυτά να αποταμιεύονταν με ασφάλεια σε τραπεζικό ίδρυμα αποφέροντας μάλιστα και τόκο. 3) Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι έγινε η ισχυριζόμενη δανειοδότηση προς τον κατηγορούμενο, είτε από τον Μ.Κ. 1 είτε από την παραπονούμενη εταιρεία. Δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του Μ.Κ. 1 ότι έγινε τέτοια δανειοδότηση, διότι ο Μ.Κ. 1 σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δάνεισε στον κατηγορούμενο το πιο πάνω ποσό, από την στιγμή μάλιστα που ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν είχε μέχρι στιγμής οποιαδήποτε κέρδη. Δεν είναι λογικό μια εταιρεία η οποία δεν έχει κέρδη, να δανείζει κάποιον ένα τόσο σημαντικό ποσό και μάλιστα το ποσό αυτό να αποτελεί τις αποταμιεύσεις από την προσωπική εργασία του Μ.Κ.
  1. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, παρά την σφοδρή αντίθετη θέση της υπεράσπισης όπως αυτή καταδείχθηκε δια μέσου των σχετικών υποβολών, ότι τέτοια πράξη δανειοδότησης έχει καταγραφεί στα λογιστικά βιβλία, ισολογισμούς και λογαριασμούς της. Ο Μ.Κ.1 απάντησε θετικά σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ότι δηλαδή έδωσε οδηγίες στον λογιστή της εταιρείας να καταγράψει τον ισχυριζόμενο δανεισμό στα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και παρόλο που η πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας ζήτησε και εξασφάλισε αναβολή της συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας για αυτόν τον σκοπό, ήτοι για να παρουσιάσει τον λογιστή της εταιρείας και να παρουσιάσει τα σχετικά αποδειχτικά στοιχεία, εντούτοις δεν το έπραξε, ενισχύοντας έτσι τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αν έγινε η ισχυριζόμενη δανειοδότηση στον κατηγορούμενο είτε από την παραπονούμενη εταιρεία είτε από τον Μ.Κ. 1, δίνοντας ταυτόχρονα περαιτέρω ενίσχυση στην εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος, την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. 4) Ερωτηματικά έχουν δημιουργηθεί επίσης στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναγραφή του ονόματος της παραπονούμενης εταιρείας στα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε η παραπονούμενη εταιρεία, ήτοι στην επίδικη επιταγή, στην απόδειξη παραλαβής χρημάτων και στο γραμμάτιο που αντιστοιχούν στα τεκμήρια 4, 2 και 6 αντίστοιχα. Είναι άστοχος και μη πειστικός ο ισχυρισμός που τέθηκε από την πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας και συγκεκριμένα του Μ.Κ.1 ότι δεν θυμάται τον λόγο που δεν είπε στον Μ.Κ.2 να μην εγγράψει το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας στα τεκμήρια 2 και 6, διότι το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει για ποιόν λόγο να μην τοποθετηθεί σε έντυπη μορφή εκ των προτέρων το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας αφού υποτίθεται γνώριζαν τα εμπλεκόμενα μέρη από ποιόν θα γινόταν η δανειοδότηση. Ο εν λόγω μάρτυρας σε αυτό το κρίσιμο και αμφισβητούμενο σημείο, απαντούσε μερικές φορές με τις λέξεις ΄΄δεν θυμάμαι΄΄ αλλά και μερικές φορές ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του με το ύφος αλλά και με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, λέγοντας ότι όλα έγιναν στην παρουσία του κατηγορούμενου και του Μ.Κ.2, ισχυρισμός που δεν γίνεται αποδεχτός από το Δικαστήριο. Οι πιο πάνω αμφιβολίες όχι μόνο κλονίζουν το αξιόπιστο της εκδοχής της παραπονούμενης εταιρείας, αλλά και από την άλλη ενισχύουν την εκδοχή του κατηγορούμενου η οποία έχει γίνει αποδεχτή όπως αναφέρεται πιο πάνω, λόγω της αξιοπιστίας του κατηγορουμένου. 5) Εύλογα ερωτηματικά και αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την προέλευση του ισχυριζόμενου ποσού των €4,400 το οποίο κατ΄ ισχυρισμόν δανείστηκε ο κατηγορούμενος από την παραπονούμενη εταιρεία. Από την μια, ο Μ.Κ. 1 αναφέρει στην γραπτή του δήλωση ότι το εν λόγω ποσό προέρχεται από την παραπονούμενη εταιρεία και από την άλλη να αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί ουσιαστικά αποταμιεύσεις από την δική του εργασία. Μια τόσο σημαντική αντίφαση για ένα κρίσιμο και αμφισβητούμενο γεγονός, ήτοι την δανειοδότηση του κατηγορουμένου και την εμπλοκή της παραπονούμενης εταιρείας, δημιουργεί ακόμα ένα ρήγμα στην υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας και ενισχύει την εκδοχή του κατηγορουμένου. 6) Επίσης εύλογα ερωτηματικά και αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναγραφή του ονόματος της παραπονούμενης εταιρείας επί των τεκμηρίων 2 και
  2. Ο ίδιος ο Μ.Κ.1 παραδέχτηκε ότι ο γραφικός χαραχτήρας που αναγράφεται επί της επίδικης επιταγής, ήτοι επί του τεκμηρίου 4, στα σημεία όπου αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου αυτής και που παρουσιάζει την παραπονούμενη εταιρεία ως δικαιούχου και άλλου σημείου της επιταγής, δημιουργώντας σοβαρό ρήγμα στην θέση της παραπονούμενης εταιρείας. Δεν είναι λογικό και φυσιολογικό από την μια ο εν λόγω μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία επί της επίδικης επιταγής και από την άλλη να υπάρχει διαφορετικός γραφικός χαραχτήρας σε διάφορα σημεία στην ίδια την επιταγή. Η πιο πάνω απόκλιση του γραφικού χαραχτήρα, απλά δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με την εμπλοκή της παραπονούμενης εταιρείας ως συμβαλλόμενου και δικαιούχου της επίδικης επιταγής και ενισχύει την θέση του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή δεν συναλλάχτηκε με την παραπονούμενη εταιρεία και ότι δεν δανείστηκε το ισχυριζόμενο ποσό. Ο Μ.Κ.1 δεν ήταν επίσης σε θέση να αναφερθεί με βεβαιότητα εάν ο γραφικός χαραχτήρας επί των τεκμηρίων 2 και 4 στα σημεία που αναγράφεται το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας είναι ο ίδιος. Η πιο πάνω αβεβαιότητα, απλά δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με την εμπλοκή της παραπονούμενης εταιρείας ως συμβαλλόμενου και δικαιούχου της επίδικης επιταγής και ενισχύει την θέση του κατηγορούμενου, ότι δηλαδή δεν συναλλάχτηκε με την παραπονούμενη εταιρεία και ότι δεν δανείστηκε το ισχυριζόμενο ποσό. 7) Η μαρτυρία του Μ.Κ. 2 χωρίς κανένα δισταγμό απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, διότι ήταν εμφανής η πρόθεση του μάρτυρα να βοηθήσει τον φίλο και συνεργάτη του Μ.Κ. 1 με τον οποίον διατηρεί φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να προωθήσει και να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μ.Κ.1, τα οποία δεν έχουν γίνει αποδεχτά από το Δικαστήριο και συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει και την δική του μαρτυρία, αφού η μαρτυρία του έτεινε να επιβεβαιώσει μια αναξιόπιστη μαρτυρία , ήτοι αυτή του Μ.Κ.
  3. 8) Ο Μ.Κ. 2 για ουσιαστικής φύσεως αμφισβητούμενα γεγονότα και θέματα, όπως η χειρόγραφη και όχι η μη εκ των προτέρων έντυπη αναγραφή του ονόματος της παραπονούμενης εταιρείας επί των εγγράφων που ετοίμαζε, διεπόταν από κενά μνήμης και υπεκφυγές, λέγοντας ότι δεν θυμόταν και ότι του έλεγαν έκαμνε, ότι ασχολείτο και με άλλα πράγματα. Οι θέσεις του κρίνονται ως άστοχες διότι η αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου στα έγγραφα που ο ίδιος ετοίμαζε, είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας και όχι μια απλή τυπική λεπτομέρεια, καθιστώντας έτσι το σκηνικό στο οποίο αναγράφηκε το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας ύποπτο και νεφελώδες, ενισχύοντας έτσι και την θέση του κατηγορούμενου ότι δεν είχε καμία εμπλοκή η παραπονούμενη εταιρεία. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν τουλάχιστον να ρωτήσει, ποιό όνομα να αναγράψει σε έντυπη μορφή ως δικαιούχο και γενικά ως εμπλεκόμενο στην όλη διαδικασία του κατ΄ ισχυρισμό δανείου, και όχι να το αφήνει κενό, από την στιγμή μάλιστα που όλοι ήταν παρόντες εκεί που συντάχθηκαν τα εν λόγω έγγραφα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσα από τα παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα και από την μαρτυρία του κατηγορουμένου η οποία κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Ο λογαριασμός που αναγράφεται στην επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο και την σύζυγο του. Β) Η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής είναι του κατηγορούμενου. Γ) Η επίδικη επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη που αναγράφεται επί αυτής, ήτοι ΄΄ να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα΄΄ και ΄΄ ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ΄΄. Δ) Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 8/2/
  4. Ε) Η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ζ) Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε υπό το καθεστώς απειλής και βίας εκ μέρους του Μ.Κ. 1 εις βάρος του κατηγορουμένου, επειδή ο Μ.Κ.1 απαιτούσε από τον κατηγορούμενο όπως του καταβάλει επιπλέον τόκο και ανατοκισμούς οι οποίοι ουδέποτε ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε, διότι δεν συμφωνήθηκαν εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων, συνεπεία προηγούμενου δανείου που παραχώρησε ο Μ.Κ.1 υπό την προσωπική του ιδιότητα προς τον κατηγορούμενο. Η) Το ποσό που αναγράφεται επί της επίδικης επιταγής, αποτελεί ποσό που ο Μ.Κ. 1 μονομερώς, χωρίς την εκ των προτέρων συμφωνία, συγκατάθεση ή συναίνεση του κατηγορουμένου, αποτελεί επιπλέον τόκο και ανατοκισμό προηγούμενου δανείου που παραχώρησε ο εν λόγω μάρτυρας προσωπικά προς τον κατηγορούμενο. Θ) Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει το απαιτούμενο αντάλλαγμα, διότι δεν είσπραξε ο κατηγορούμενος οποιοδήποτε ποσό από την παραπονούμενη εταιρεία, ούτε από τον Μ.Κ.1, αλλά ούτε ο κατηγορούμενος όφειλε οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη εταιρεία ή στον Μ.Κ.
  5. Ι) Ο κατηγορούμενος ουδέποτε συναλλάχτηκε με την παραπονούμενη εταιρεία, ουδέποτε αποδέχτηκε την παραπονούμενη εταιρεία ως δικαιούχο της επίδικης επιταγής και η παραπονούμενη εταιρεία δεν δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό που αναγράφεται επί της επίδικης επιταγής, αλλά ούτε και ο Μ.Κ.
  6. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπεία των πιο πάνω, η παραπονούμενη εταιρεία απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της, διότι: Α) Δεν απέδειξε ότι είναι δικαιούχος της επίδικης επιταγής. Β) Απέτυχε να αποδείξει ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό που αναγράφεται επί της επίδικης επιταγής και που αποτελούσε το ισχυριζόμενο νόμιμο αντάλλαγμα και τον λόγο που αυτή εκδόθηκε. Γ) Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε υπό το καθεστώς βίας και απειλών από τον Μ.Κ.1 προς τον κατηγορούμενο, απαιτώντας από τον τελευταίο ποσά τόκων και ανατοκισμών από προηγούμενο δάνειο που παραχώρησε ο Μ.Κ. 1 υπό την προσωπική του ιδιότητα προς τον κατηγορούμενο και ο κατηγορούμενος ουδέποτε συμφώνησε, συγκατάθεσε ή συναίνεσε στην καταβολή τόκων και ανατοκισμών πέραν των ποσών που αναγράφονταν στις επιταγές που έκδωσε ο κατηγορούμενος προς όφελος του Μ.Κ.1 για το προηγούμενο δάνειο για τα ποσά των € 3,900 και € 2,400 αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η παραπονούμενη εταιρεία να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Αλ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.