← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Παρασκευάς, Αρ. Υπόθεσης: 150/08, 23.8.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χρίστος Παρασκευάς, Αρ. Υπόθεσης: 150/08, 23.8.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 150/08 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Χρίστος Παρασκευάς Ημερομηνία: 23.8.

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία τραυματισμού, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 11.2.07 στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου, παράνομα τραυμάτισε τον Ahmad Aljouma από την Συρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο παραπονούμενος και άλλοι εφτά μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
  2. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1-12 και 14 από τα οποία προκύπτει: · Ότι ο κατηγορούμενος είναι ο Αστ.
  3. Γεννήθηκε στις 22.4.62 και διορίστηκε στην Αστυνομία στις 6.5.
  4. Υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα της Αστυνομίας και από τις 17.11.04 μέχρι και τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου. Στις 11.2.07 τέθηκε σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με οδηγίες του Αρχηγού Αστυνομίας. · Ότι η σκηνή από τον αποκλεισμό της μετά το συμβάν μέχρι και την περάτωση των εξετάσεων φρουρείτο από μέλη της Αστυνομίας και κανένα μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δεν εισήλθε σε αυτήν. · Ήταν επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η παραλαβή και διακίνηση των τεκμηρίων έγινε νομότυπα.
  5. Στις 11.2.07 και περί 19:30 διεκομίσθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ο Ahmad Aljouma (στο εξής ο παραπονούμενος). Από την εξέταση στην οποία αυτός υποβλήθηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό χειρουργό Δρα Παναγιώτη Παπαδόπουλο διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα από πυροβόλο όπλο μικρού διαμετρήματος με πύλη εισόδου και εξόδου στην αριστερή ωμοπλάτη με φορά από πίσω προς τα εμπρός δηλαδή από την ωμοπλάτη προς τον βραχίονα. Το τραύμα δεν αιμορραγούσε, έγινε καθαρισμός και επικάλυψη του τραύματος με αποστειρωμένες γάζες. Μετά από ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δεν έφερε κάκωση μεγάλων αγγείων ή οστών και έγινε εισαγωγή του στο χειρουργικό θάλαμο περί ώρα 20:00 για παρακολούθηση. Την επόμενη μέρα 12.2.07 ο παραπονούμενος εξετάστηκε και θεωρήθηκε ότι δύναται να εξέλθει του Νοσοκομείου υπό φαρμακευτική αγωγή, πράγμα το οποίο έγινε την ίδια μέρα και περί ώρα 11:
  6. Σύμφωνα με τον Δρα Μάριο Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής (βλ έκθεση τεκμήριο 20) από εξετάσεις που έκανε σε τεκμήρια της υπόθεσης κατέληξε στα ακόλουθα: · Μικρή ποσότητα γενετικού υλικού που ανήκει στον ίδιο άγνωστο άνδρα εντοπίσθηκε σε επίχρισμα από το τιμόνι, από το χειρόφρενο και από το μοχλό ταχυτήτων του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής WF790 (το επίδικο). · Από τις εξετάσεις σε επίπεδο γενετικού υλικού δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον παραπονούμενο με αντικείμενα της υπόθεσης από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικό με προφίλ κατάλληλο για συγκρίσεις. · Στο κατσαβίδι με μαύρη και κόκκινη χειρολαβή και στο επίχρισμα από το χερούλι ανοίγματος της πόρτας του οδηγού του επίδικου αυτοκινήτου η ποσότητα του γενετικού υλικού ήταν μηδαμινή προς μηδέν/δεν ήταν ικανοποιητική για να επιτρέψει να γίνουν περαιτέρω διερευνήσεις και συγκρίσεις σε μοριακό επίπεδο.
  7. Οι τρεις κάλυκες που βρέθηκαν στη σκηνή (τεκμήρια 31-33) πυροβολήθηκαν από το πιστόλι τεκμήριο
  8. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Λοχ.829 Δώρος Ευστρατίου, ένας εκ των εξεταστών της υπόθεσης. Ο μάρτυρας στις 11.2.07 και ώρα 22:25 μαζί με τον Υπ/μο Γ. Χινινό και τον Διευθυντή του Τμήματος Γ΄ Ανωτ. Αστυνόμο Α. Κρόκο, έφθασαν σε αδιέξοδο σε πάροδο της οδού Ευάγγελου Φλωράκη στη περιοχή "Άππης" του χωριού Κισσόνεργας (στο εξής η σκηνή). Η σκηνή ήταν αποκλεισμένη με αστυνομική κορδέλα και φρουρείτο. Στη σκηνή υπήρχε πυκνή βλάστηση και ήταν σκοτάδι. Εκεί βρίσκονταν σταθμευμένα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής WF790 και η μοτοσικλέτα της Αστυνομίας με αρ. εγγραφής KJL562 (στο εξής τα επίδικα). Περί ώρα 22:50 ο Μ.Κ.1 μαζί με τα άλλα δύο πρόσωπα επισκέφθηκαν το Γεν. Νοσοκομείο Πάφου όπου νοσηλευόταν ο παραπονούμενος. Εκεί στην παρουσία τους η ώρα 23:05-23:15 ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους εξέτασε τον παραπονούμενο. Στις 12.2.07 ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Υπ/μο Γ. Χινινό μετέβηκαν και πάλι στην Πάφο για συνέχιση των εξετάσεων για την υπόθεση. Μεταξύ των ωρών 10:20-10:41 ο κατηγορούμενος οδήγησε τον Μ.Κ.1 και τον Υπ/μο Γ. Χινινό και τους υπέδειξε το σημείο στο οποίο έκαμε σήμα στον οδηγό του επίδικου αυτοκινήτου να σταματήσει καθώς και όλη τη διαδρομή μέχρι την ακινητοποίηση του στη σκηνή. Σε κάθε υπόδειξη του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 του εφιστούσε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος έδινε μια απάντηση την οποία ο Μ.Κ.1 έγραφε σε σχετικό έντυπο (τεκμήριο 17) και αφού την διάβαζε ο κατηγορούμενος την υπέγραφε στην παρουσία τους ως ορθή. Ο κατηγορούμενος κατά την υπόδειξη ιχνών τροχοπέδησης (βλ. φωτογραφίες 10 και 11 του τεκμηρίου 40) ανέφερε ότι αυτά ανήκαν στο επίδικο αυτοκίνητο καθώς και ότι αυτό οδηγείτο ζικ ζακ και επικίνδυνα και τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή του. Τα εν λόγω ίχνη μετρήθηκαν από τον Μ.Κ.2 αλλά ο Μ.Κ.1 δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της μέτρησης αν δηλ. ήταν τελικά από το επίδικο αυτοκίνητο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος φαίνεται στην φωτογραφία 14 του τεκμηρίου 40 να υποδεικνύει σημείο όπου σύμφωνα με τον ίδιο έπεσε από την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα. Ανέφερε δε στο Μ.Κ.1 ότι έπεσε όταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος το έστρεψε προς τα πάνω του. Μεταξύ των ωρών 10:41-12:35 στην παρουσία του κατηγορούμενου ερευνήθηκε η σκηνή και το επίδικο αυτοκίνητο ενώ έγιναν και δακτυλοσκοπικές και δειγματολογικές εξετάσεις στο αυτοκίνητο. Λήφθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων και ετοιμάσθηκε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Μεταξύ των ωρών 12:50-13:05 ο Μ.Κ.1 με το Υπ/μο Γ. Χινινό και τον κατηγορούμενο, με υπηρεσιακό όχημα, μέτρησαν τη διαδρομή από το σημείο που άρχισε η καταδίωξη του επίδικου αυτοκινήτου μέχρι την ακινητοποίηση του στη σκηνή και διαπιστώθηκε ότι η απόσταση ήταν 8,10 χιλιόμετρα. Ο Μ.Κ.1 δεν μετέφερε τον παραπονούμενο στη σκηνή μετά το συμβάν και δεν γνωρίζει αν τον μετέφερε άλλος. Δεν το έκανε γιατί δεν το θεώρησε αναγκαίο. Ο Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν με αμεσότητα και ευθύτητα, πάντα σύμφωνα με τη μνήμη του και ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Α/Αστ.1825 Ανδρέας Χριστοφίδης ειδικός στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος και ειδικός φωτογράφος. Ο μάρτυρας στις 11.2.07 και ώρα 20:05 μετέβηκε στη σκηνή με τον Αστ.2588 (Μ.Κ.5). Δεν θυμάται αν τα φώτα του επίδικου αυτοκινήτου εκείνη την ώρα ήταν αναμμένα. Ο ίδιος δεν έκανε οποιαδήποτε παρέμβαση στο αυτοκίνητο. Εξ όσων γνωρίζει ούτε και οι συνάδελφοι του που πήγαν μαζί του. Στις 12.2.07 και ώρα 10:30 ο Μ.Κ.2 με τον Μ.Κ.5 μετέβηκαν εκ νέου στη σκηνή για συνέχιση των εξετάσεων. Μεταξύ των ωρών 11:00-12:20 ο μάρτυρας προέβη σε δακτυλοσκοπικές και δειγματολογικές εξετάσεις του επίδικου αυτοκινήτου και παρέλαβε ως τεκμήρια ένα μαύρο χερούλι που ανοίγει το παράθυρο από τη θήκη του ταμπλό (τεκμήριο 35), μια ξυριστική μηχανή από τη θήκη του ταμπλό (τεκμήριο 36), ένα κατσαβίδι με μαύρη και κίτρινη χειρολαβή, ένα με μαύρη και κόκκινη χειρολαβή και ένα με μαύρη χειρολαβή από τη θήκη του ταμπλό (βλ. φωτογραφία 34 τεκμηρίου 40 και τεκμήρια 37-38), δειγματοληψίες από το τιμόνι, χειρόφρενο, μοχλό ταχυτήτων και χερούλι ανοίγματος πόρτας οδηγού εσωτερικά και δύο αποτυπώματα από πισινό δεξί γυαλί και από καθρεφτάκι οδηγού. Περαιτέρω μεταξύ των ωρών 12:22-12:39 έβαλε στη σκηνή τα σημεία που φαίνονται με αρ. 1-8 στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 40 και έκανε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνή (τεκμήριο 43). Εξήγησε ότι το βέλος «0.14» στο τεκμήριο 43 είναι το πλάτος των ιχνών τροχοπέδησης ελαστικών οχήματος και το βέλος «7.10» είναι το μήκος των εν λόγω ιχνών. Το σημείο 1 είναι η τελική θέση του επίδικου αυτοκινήτου και το σημείο 2 της επίδικης μοτοσικλέτας. Σύμφωνα με το μάρτυρα ο κατηγορούμενος υπέδειξε: το σημείο 3 ως αυτό από όπου πυροβόλησε, το σημείο 4 όπου τραυματίστηκε ο παραπονούμενος, το σημείο 7 όπου ακινητοποιήθηκε ο παραπονούμενος και συνελήφθη και το σημείο Κ ως το σημείο πτώσης της μοτοσικλέτας που επέβαινε. Τα σημεία 5, 6 και 8 είναι αυτά όπου εντοπίσθηκαν οι τρεις κάλυκες (τεκμήρια 31, 32 και 33 αντίστοιχα). Το σημείο 2α είναι το πίσω μέρος της μοτοσικλέτας και το 2β το μπροστινό της μέρος. Το σημείο ια είναι η πίσω αριστερή γωνία του αυτοκινήτου, το ιβ η μπροστινή αριστερή του γωνία και το ιγ η πίσω δεξιά του γωνία. Το 2α-2β δηλ. 2 Χ 0.95 μέτρα είναι το μήκος και το πλάτος της μοτοσικλέτας. Δεν δέχθηκε οδηγίες από τον Υπ/νο Χινινό που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης να πάρει τον παραπονούμενο στη σκηνή για να τον ρωτήσουν για το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε. Με βάση το σχεδιάγραμμα αυτό δεν μπορούσε να πει την απόσταση μεταξύ των σημείων 3 και 4 ούτε μεταξύ των σημείων 2β και 4 γιατί δεν έγινε σχετική μέτρηση. Εκ πείρας ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης στο σχεδιάγραμμα ήταν αυτοκινήτου αλλά δεν γνωρίζει ποιου αυτοκινήτου συγκεκριμένα. Δεν αμφισβήτησε ότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι ήταν τα ίχνη του επίδικου αυτοκινήτου το οποίο πάτησε απότομα φρένα και έκανε επαναστροφή με συνεπακόλουθο να πέσει ο κατηγορούμενος από τη μοτοσικλέτα γιατί τους ακολουθούσε. Δεν θυμάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος για όλα τα σημεία που υπέδειξε ανέφερε ότι ήταν νύκτα και δεν έβλεπε. Όσον αφορά το Μ.Κ.2 θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε ήταν αυτό που αφορούσε τις υποδείξεις του κατηγορούμενου αναφορικά με τα σημεία 3, 4 και 7 στο σχεδιάγραμμα τεκμήριο 43. Όσον αφορά λοιπόν το θέμα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν ήταν ούτε συνεπής, ούτε σταθερή αλλά ούτε και πειστική. Συγκεκριμένα: Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ανέφερε αρχικά ότι δεν γνωρίζει αν εξεταζόταν οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, όταν αυτός ετοίμαζε το σχεδιάγραμμα, ούτε αν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του γιατί δεν τον χειριζόταν ο ίδιος. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης του είπε, αναιρώντας ουσιαστικά τα πιο πάνω, ότι προειδοποίησαν τον κατηγορούμενο για το αδίκημα του τραυματισμού ενώ σε άλλο ότι ο ίδιος ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν είναι υπόχρεος να πει οτιδήποτε. Σε σχέση με το τελευταίο είπε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε, εξ όσων θυμάται, χωρίς να πει ποιος τον πληροφόρησε, κατά πόσο επιθυμεί να λάβει μέρος σε διαδικασία υπόδειξης σκηνών και ότι σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι υπόχρεος να λάβει μέρος εκτός αν το επιθυμεί και ότι αναφέρει θα γραφτεί και θα χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία. Αυτά όμως δεν τα κατέγραψε κάπου ο ίδιος. Όταν δε ρωτήθηκε στη συνέχεια αν δηλαδή ενήργησε κατά παράβαση των Κανονισμών είπε ότι εξ όσων θυμάται άλλος συνάδελφος του προειδοποίησε τον κατηγορούμενο και του ανέφερε τα δικαιώματα του, τα κατέγραψε και στη συνέχεια του τα ανέφερε και ο μάρτυρας αλλά δεν τα κατέγραψε. Είπε επίσης ότι άλλος συνάδελφος του κατέγραψε όλες τις απαντήσεις, την επίστηση του και τα δικαιώματα του από την αρχή μέχρι το τέλος. Εξ όσων θυμάται όλες οι απαντήσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με την ετοιμασία του σχεδιαγράμματος είναι καταγραμμένες. Ήταν όμως ξεκάθαρο από τη μαρτυρία του ότι δεν τις έγραψε αυτός. Σε υποβολή ότι δεν καταγράφονται πουθενά αυτά που είπε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που ετοιμάσθηκε το σχέδιο είπε ότι κατά τη διάρκεια που τοποθετούσε τα σημεία ήταν μαζί του μέλη του Αρχηγείου καθώς και φωτογράφος του Κλιμακίου Διερεύνησης. Σε κάθε υπόδειξη ο μάρτυρας αφού τοποθετούσε το σημείο κατέγραφε περιληπτικά στο σχέδιο αυτά που του έλεγε ο κατηγορούμενος και, εξ όσων θυμάται, το ίδιο έκανε και ο φωτογράφος και το μέλος του Αρχηγείου. Είπε όμως στη συνέχεια, δείχνοντας ότι απλώς υπέθετε, ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι αυτά που πιθανόν να κατέγραφαν τα μέλη του Αρχηγείου ήταν υποδείξεις σκηνών. Εδώ να σημειωθεί ότι η κατάρτιση του σχεδιαγράμματος έγινε μετά το πέρας της διαδικασίας της υπόδειξης σκηνών από τον κατηγορούμενο που καταγράφεται στο τεκμήριο 17. Περαιτέρω σύμφωνα με κατηγορούσα αρχή πέραν του τεκμηρίου 17 πουθενά αλλού υπάρχουν καταγραμμένες οποιεσδήποτε υποδείξεις του κατηγορούμενου. Τέλος να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.2 για πρώτη φορά στη κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα σημεία 3, 4 και 7 τα υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, το οποίο αφορά κατ' ισχυρισμό υποδείξεις του κατηγορούμενου αναφορικά με τα σημεία 3, 4 και 7 στο τεκμήριο 43, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η υπόλοιπη δε μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο πρώην Αστ.591 Βίκτωρας Ακάμας, για τον οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι είναι εμπειρογνώμονας για αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Ο Μ.Κ.3 στις 11.2.07 και ώρα 22:25 μετέβηκε στη σκηνή και προέβη σε σχετικές εξετάσεις. Εκεί διαπίστωσε ότι οι δύο μπροστινές πόρτες του επίδικου αυτοκινήτου, οδηγού και συνοδηγού, ήταν ανοικτές ενώ η μηχανή και τα φώτα του ήταν σβηστά. Το αυτοκίνητο εξωτερικά δεν έφερε οποιαδήποτε χτυπήματα/οπές, οι οποίες να προκλήθηκαν από βολίδες φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πίσω από το αυτοκίνητο, σε κοντινή απόσταση, βρισκόταν σταθμευμένη η επίδικη μοτοσικλέτα. Περαιτέρω στις 14.2.07 ο Μ.Κ.3 παρέλαβε για εξέταση το πιστόλι που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος κατά το επεισόδιο (τεκμήριο 21), τη κενή φυσιγγιοθήκη του πιστολιού (τεκμήριο 31), 7 πλήρη φυσίγγια του διαμετρήματος που φέρει το εν λόγω πιστόλι (τεκμήριο 22) καθώς και τους 3 κάλυκες που βρέθηκαν στη σκηνή (τεκμήρια 31-33). Στη συνέχεια αφού προέβη σε κατάλληλη βαλλιστική εξέταση του τεκμηρίου 21 κατέληξε σε σχετικό συμπέρασμα. Για όλα τα πιο πάνω ετοίμασε την έκθεση τεκμήριο
  2. Σύμφωνα δε με τα συμπεράσματα του Μ.Κ.3 το πιστόλι, η φυσιγγιοθήκη και τα φυσίγγια βρίσκονταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και το πιστόλι ευθυνόταν για τον πυροβολισμό των 3 καλύκων τεκμήρια 31-
  3. Εδώ να υπομνησθεί ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι 3 κάλυκες που βρέθηκαν στη σκηνή (τεκμήρια 31-33) πυροβολήθηκαν από το πιστόλι τεκμήριο
  4. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεση στις 26.4.07 ο Μ.Κ.3 παρέλαβε τα τεκμήρια 35 (πλαστικό χερούλι, που ανοιγοκλείνει παράθυρο πόρτας αυτοκινήτου, χρώματος γκριζογαλάζιου, του οποίου το μήκος είναι 11.5 εκατοστά), 36 (ξυριστική μηχανή, χρώματος ασημί, της οποία το μήκος είναι 15 εκατοστά), ένα κατσαβίδι χειρός (του οποίου η χειρολαβή είναι πλαστική, χρώματος μαύρου και κίτρινου και το μήκος 22 εκατοστά) και 38 (κατσαβίδι χειρός, του οποίου η χειρολαβή είναι λαστιχένια, χρώματος μαύρου και το μήκος 17.5 εκατοστά) και του ζητήθηκε να πει κατά πόσο αυτά υπό τις περιστάσεις της καταδίωξης και της προχωρημένης ώρας (μειωμένου φωτός), θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιστόλι ή ομοίωμα πιστολιού. Μετά από την εξέταση των εν λόγω τεκμηρίων ο Μ.Κ.3 κατήρτισε σχετικά την έκθεση τεκμήριο
  5. Κατά τη γνώμη του Μ.Κ.3 το σχήμα των τεσσάρων προαναφερομένων αντικειμένων, δεν ομοιάζει με πιστόλι ή ομοίωμα πιστολιού. Ήταν όμως η γνώμη του ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας ή μειωμένου φωτός, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να έχει διαφορετική γνώμη και αντίληψη ως προς τον καθορισμό του είδους των πιο πάνω αντικειμένων. Άλλοι σημαντικοί παράγοντες που πρέπει, σύμφωνα με το μάρτυρα, να ληφθούν υπόψη και οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν τη σωστή εξαγωγή συμπεράσματος είναι και «οι περιστάσεις καταδίωξης ενός κλοπιμαίου αυτοκινήτου, του οποίου ο οδηγός παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού. Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο ένα πρόσωπο επιδεικνύει ένα από τα πιο πάνω αντικείμενα, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, είναι σημαντικός και μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη γνώμη ενός προσώπου». Με άλλα λόγια ως εξήγησε στο Δικαστήριο εναπόκειται στον κάθε άνθρωπο, σύμφωνα με παράγοντες όπως αυτούς που προαναφέρθηκαν, πως θα εκλάβει την όψη ή την επικινδυνότητα των εν λόγω αντικειμένων. Ανέφερε επίσης ότι μεγέθη πιστολιών υπάρχουν πολλά. Υπάρχουν πιστόλια μήκους 10 περίπου εκατοστών και άλλα που έχουν συνολικό μήκος 40 εκατοστά και ποικίλες μορφές. Περαιτέρω ο Μ.Κ.3 είπε αναφορικά με το πιστόλι τεκμήριο 21 που χρησιμοποιείται από την Κυπριακή Αστυνομία, ότι κατά τον πυροβολισμό του φυσιγγίου ο κάλυκας απορρίπτεται από τη δεξιά πλευρά των κινητών μερών του πιστολιού και κατ' επέκταση στη δεξιά πλευρά του χειριστή του και η απόσταση απόρριψης του κάλυκα από το πιστόλι κυμαίνεται από 1-3 μέτρα. Παράγοντες όπως το έδαφος στο οποίο πέφτει ο κάλυκας μπορούν να διαφοροποιήσουν την απόσταση. Π.χ. σε σκληρή επιφάνεια όπως άσφαλτο ή τσιμέντο, μπορεί ο κάλυκας να αναπηδήσει και αναλόγως της κλίσης του εδάφους να διαφοροποιηθεί η απόσταση. Σε σχέση με τους κάλυκες που βρέθηκαν στα σημεία 5, 6 και 8 λαμβάνοντας υπόψην ότι το έδαφος εκεί είναι χωμάτινο ήταν η γνώμη του ότι ο χειριστής του πιστολιού θα βρισκόταν περίπου σε απόσταση από 1-3 μέτρα. Όσον αφορά την ακριβή θέση αυτού που πυροβόλησε είπε ότι δεν μπορούσε να την καθορίσει αλλά με δεδομένο ότι ο κάλυκας απορρίπτεται από τη δεξιά πλευρά των κινητών μερών του όπλου, ο πυροβολών θα μπορούσε να βρίσκεται σε όλη την ακτίνα περιμετρικά του κάλυκα. Ανέφερε επίσης ότι το πιστόλι τεκμήριο 21 αν είναι μη ασφαλισμένο και πέσει πιθανόν να εκπυρσοκροτήσει. Σε τέτοια περίπτωση αν πέσει σε έδαφος, όπως αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία 28 του τεκμηρίου 40, ο κάλυκας μπορεί να μείνει στο σημείο εκείνο και να μην εκτοξευθεί 1-3 μέτρα. Αν κάποιος πυροβολήσει με το τεκμήριο 21 ευθεία μπροστά του οι κάλυκες δεν θα πάνε πίσω. Περαιτέρω είπε ότι αν κάποιος στέκεται στο σημείο 3 του τεκμηρίου 43 και πυροβολεί ευθεία μπροστά προς το σημείο 7 σε καμία περίπτωση οι κάλυκες δεν υπάρχει ενδεχόμενο να βρεθούν στα σημεία 6 και
  6. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, ως έχει προαναφερθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 είναι εμπειρογνώμονας για αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο Μ.Κ.3 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τις εξετάσεις που έκανε και έδωσε αλλά και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αστ.1886 Αντρέας Ιωακείμ, που ήταν ο πρώτος αστυνομικός που έφτασε, αμέσως μετά το συμβάν, στη σκηνή μαζί με συνάδελφο του. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.4 στις 11.2.07 μόλις ανέλαβε καθήκον περί ώρα 18:50 πληροφορήθηκε από το συνάδελφο του Αστ.1087 για το επίδικο συμβάν και στη συνέχεια μετέβηκε στη σκηνή μαζί με τον Αστ.3894 Ανδρέα Γερμανό. Φθάνοντας στο μέρος είδε τα δύο επίδικα οχήματα. Εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο, ο οποίος είχε χειροπέδες στα χέρια και είχε τραύμα στην αριστερή ωμοπλάτη. Ο μάρτυρας δεν θυμάται αν όταν έφτασε εκεί τα φώτα του αυτοκινήτου ήταν σβησμένα. Ήταν όμως σκοτάδι και για αυτό άφησε τα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα. Σε συνομιλία που είχε ο Μ.Κ.4 με τον κατηγορούμενο ο τελευταίος του ανέφερε ότι καταδίωκε δύο πρόσωπα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο WF790 αφού προηγουμένως τους έκανε σήμα να σταματήσουν στο κέντρο της Χλώρακας και αφού προηγουμένως αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσαν ήταν κλοπιμαίο και αντί αυτοί να σταματήσουν παραβίασαν κατά επανάληψη φώτα τροχαίας, οδηγούσαν αμελώς και επικίνδυνα και σε κάποιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της καταδίωξης προσπάθησαν να συγκρουστούν μαζί του. Φθάνοντας στην Κισσόνεργα στην πρώην ναυτική βάση ο οδηγός του αυτοκινήτου ξαναεπιδίωξε να συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου και ο οδηγός του αυτοκινήτου πάτησε αμέσως στόπερ, κατέβηκαν και οι δύο κάτω από το αυτοκίνητο και τράπηκαν σε φυγή. Ο κατηγορούμενος του είπε επίσης ότι στην προσπάθεια του να συλλάβει τα δύο πρόσωπα έριξε προειδοποιητικούς πυροβολισμούς με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ένας εκ των δυο αλλοδαπών ενώ ο άλλος τράπηκε σε φυγή. Στη συνέχεια αφίχθηκε ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, το οποίο παρέλαβε τον παραπονούμενο και τον μετέφερε μαζί με τον Αστ.3894 στο Γεν. Νοσοκομείου Πάφου. Ακολούθως ο Μ.Κ.4 απέκλεισε τη σκηνή με κορδέλα και στη συνέχεια έφθασαν άντρες του ΤΑΕ Πάφου κι άρχισαν εξετάσεις. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας συμφώνησε ότι με τον κατηγορούμενο δεν είπαν μόνο αυτά που λέει στην κατάθεση του αλλά συνομίλησαν περισσότερο. Ο Μ.Κ.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, πάντα σύμφωνα με τα όσα θυμόταν και η όλη εικόνα του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Αστ.2588 Ανδρέας Παπακλεοβούλου, ειδικός φωτογράφος για εξέταση σκηνών εγκλημάτων δακτυλοσκοπικώς. Ο μάρτυρας στις 11.2.07 και ώρα 20:05 μαζί με τον Αστ.1825 (Μ.Κ.2) μετέβηκαν στη σκηνή, η οποία ήταν αποκλεισμένη και υπό φρούρηση. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 20:10 - 20:20 ο Μ.Κ.5 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής ενώ την ίδια μέρα και ώρα 23:15 στον χειρουργικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στην παρουσία του Υπ/μου Γ. Χινινού και καθ' υπόδειξη του Ιατροδικαστή Ν. Χαραλάμπους έλαβε αριθμό φωτογραφιών του παραπονούμενου και των τραυμάτων του (βλ. τεκμήριο 39). Στις 12.2.07 και ώρα 10:30 ο Μ.Κ.5 μαζί με τον Μ.Κ.2 μετέβηκαν ξανά στην σκηνή για συνέχιση των εξετάσεων. Εκεί μεταξύ των ωρών 10:40-12:45, στην παρουσία του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας έλαβε καθ' υπόδειξη του Υπ/μου Γ. Χινινού αριθμό φωτογραφιών της σκηνής ως επίσης και του κατηγορούμενου να κάνει διάφορες υποδείξεις (βλ. τεκμήριο 40). Την ίδια μέρα ο μάρτυρας φωτογράφησε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.6 τα ρούχα που φορούσε ο παραπονούμενος κατά τον επίδικο χρόνο (βλ. τεκμήριο 41). Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ.Κ.5 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και λαμβάνοντας την υπόψη στο σύνολο της γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους. Ο μάρτυρας στις 11.2.07 το βράδυ πήγε στη σκηνή ενώ μεταξύ των ωρών 23:05-23:15 στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου εξέτασε τον παραπονούμενο και την επόμενη μέρα τα ρούχα που εκείνος φορούσε κατά το επεισόδιο. Μετά τις πιο πάνω εξετάσεις κατήρτισε την έκθεση τεκμήριο
  1. Τα ευρήματα του αναφορικά με τα τραύματα που εντόπισε στον παραπονούμενο ήταν «τραύμα 1,9 Χ 1 εκατοστών στην αριστερή ωμοπλατιαία χώρα (οπή εισόδου) και τραύμα 1,9 Χ 1,4 εκατοστών στην αριστερή οπίσθια δελτοειδή χώρα (οπή εξόδου). Το τραύμα ήταν επιφανειακό και προκλήθηκε από πυροβόλο όπλο». Κατά τη μαρτυρία του εξήγησε ότι τα εν λόγω τραύματα προκλήθηκαν από μια σφαίρα πυροβόλου όπλου με οπή εισόδου στην αριστερή ωμοπλατιαία χώρα και έξοδο στην αριστερή δελτοειδή χώρα. Εξήγησε ότι στο τραύμα στην ωμοπλατιαία χώρα υπάρχει εγκαυματική περιοχή καθώς επίσης είναι πιο μικρό σε σχέση με αυτό στην αριστερή δελτοειδή χώρα κάτι που υποδεικνύει ότι το πρώτο αποτελεί σημείο εισόδου του βλήματος και το δεύτερο οπή εξόδου. Έχοντας υπόψη τα τραύματα αυτά ήταν η γνώμη του ότι το πρόσωπο που πυροβόλησε στεκόταν στην πίσω μεριά του θύματος δηλ. πίσω ήταν αυτός που πυροβόλησε και μπροστά το θύμα με την πλάτη του γυρισμένη προς αυτόν που πυροβόλησε. Οι δύο οπές στο σακάκι του θύματος τεκμήριο 29, σύμφωνα με το μάρτυρα αντιστοιχούν στα δύο τραύματα (οπή εισόδου και εξόδου) που έφερε ο παραπονούμενος. Το κάψιμο που φαίνεται στο σημείο της πίσω αριστερής ωμοπλάτης στο σακάκι δείχνει ότι από εκεί εισήλθε το βλήμα και ότι ήταν από κοντινή απόσταση όχι όμως εξ επαφής. Ακριβώς απόσταση δεν μπορούσε να πει ο μάρτυρας αλλά ήταν η γνώμη του με βάση τα πιο πάνω δεδομένα ότι το θύμα πυροβολήθηκε από απόσταση κάτω των 5 μέτρων. Περαιτέρω με βάση τα σημεία των τραυμάτων ήταν η γνώμη του ότι το σώμα του θύματος σε σχέση με αυτόν που πυροβόλησε είχε μια κλίση προς τα μπροστά και έδειξε ότι ήταν σκυφτός εν μέρει μπροστά. Εξήγησε ότι κατέληξε σε αυτό γιατί όταν το θύμα είναι σε όρθια θέση φαίνεται ότι υπάρχει μια ανοδική πορεία του τραύματος κάτι που δείχνει την εν λόγω κλίση του σώματος. Δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ανοδική πορεία μπορεί να υπάρχει ανάλογα με την κλίση που κρατά το όπλο αυτός που πυροβολεί και ότι η πορεία της σφαίρας θα είναι ανάλογη με τον τρόπο που αυτός κρατά το όπλο. Ήταν συναφώς η θέση του ότι αν και οι δύο ήταν σε όρθια θέση το σώμα το θύματος είχε κλίση ενώ αν ο δράστης ήταν στο έδαφος τότε το όπλο θα είχε ανοδική πορεία. Σε ερώτηση αν υπήρχε ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση το θύμα να έκανε κάποια κίνηση στο σώμα του και να φαίνεται ότι ο πυροβολισμός είναι από πίσω είπε ότι το ότι ο πυροβολισμός είναι από πίσω είναι σίγουρο. Αν όμως έκανε οποιαδήποτε κίνηση, κλίση του σώματος δεν μπορεί να ξέρει εφόσον ο άνθρωπος είναι κινητό σώμα και αλλάζει θέση ανά πάσα στιγμή. Σε ερώτηση να πει αν το θύμα ήταν όρθιο ή ξαπλωμένο ή σε κίνηση είπε ότι ήταν μπροστά με γυρισμένη τη πλάτη στο δράστη για δεχθεί τον πυροβολισμό το πίσω μέρος του κορμού τη συγκεκριμένη στιγμή πάντα γιατί όπως επανέλαβε το θύμα και ο δράστης είναι κινητά σημεία. Δεν γνωρίζει αν το θύμα δέχθηκε τον πυροβολισμό την ώρα που άνοιγε την πόρτα και κατέβαινε από το αυτοκίνητο, ούτε και το σημείο που αυτός βρισκόταν όταν δέχθηκε τον πυροβολισμό. Δεν ρώτησε τον παραπονούμενο για τις κινήσεις του και τη θέση του κατά το επεισόδιο επειδή δεν γνώριζε τη γλώσσα του και δεν υπήρχε διερμηνέας. Όσον δε αφορά τη σκηνή όταν πήγε εκεί το βράδυ της 11.2.07 δεν διαπίστωσε που στεκόταν το θύμα και που ο δράστης κατά τον πυροβολισμό γιατί δεν προέβηκε σε εξετάσεις. Συμφώνησε ότι η μετάβαση του ιατροδικαστή στον τόπο ενός εγκλήματος είναι για να μελετήσει το χώρο και να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα καθώς και ότι από το χώρο μπορούν να εξαχθούν πολλά συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο διαπράχθηκε ένα έγκλημα. Ανέφερε όμως ότι η εξέταση της σκηνής γίνεται πάντα μετά από κλήση και υπόδειξη της Αστυνομίας και όχι με πρωτοβουλία του ιατροδικαστή. Εξήγησε δε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έκανε εξετάσεις στη σκηνή γιατί το επίδικο βράδυ όταν αυτός πήγε εκεί η Αστυνομία αποφάσισε να διακόψει τις εξετάσεις και να τις συνεχίσει την επόμενη μέρα όταν θα υπήρχε φως αλλά την επόμενη αυτός δεν κλήθηκε από την Αστυνομία να πάει. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση του αν με δεδομένο ότι δεν έμαθε τις κινήσεις και θέση του θύματος και δεν έκανε αυτοψία της σκηνής συμφωνεί ότι δεν έχουμε ολοκληρωμένη ιατροδικαστική έκθεση απάντησε αρνητικά γιατί ως εξήγησε έγινε εκτίμηση του τραύματος, καθορίστηκε η θέση του θύματος με το δράστη δηλ. αν ήταν μπροστά, πίσω ή πλάι, υπάρχουν στοιχεία τα οποία δίνουν μια μάξιμουμ απόσταση μεταξύ τους και άρα μπορούν από αυτά να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Όπως και ο Μ.Κ.3 έτσι και ο Μ.Κ.6 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Τα όσα λοιπόν αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την μαρτυρία εμπειρογνωμόνων ισχύουν και για το Μ.Κ.
  2. Σε σχέση λοιπόν με το Μ.Κ.6 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν ούτε τα προσόντα του ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του. Δέχομαι λοιπόν ότι ο Μ.Κ.6 είναι εμπειρογνώμονας ιατροδικαστής. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, περιέγραψε με σαφήνεια τις εξετάσεις που έκανε, ανέφερε όλα τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψην και εξήγησε με λεπτομέρεια, αιτιολογώντας επιστημονικά και με επάρκεια το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του. Αυτό που αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση είναι το κατά πόσο η ιατροδικαστική του έκθεση ήταν ολοκληρωμένη με δεδομένο ότι δεν εξέτασε τη σκηνή και δεν είχε πληροφορίες αναφορικά με τις κινήσεις και τις θέσεις του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου εκεί κατά τον τραυματισμό του πρώτου. Ανέφερε όμως τόσο το λόγο που δεν προέβη σε εξέταση της σκηνής και δεν μίλησε για το θέμα αυτό με τον παραπονούμενο ενώ, ως συνάγεται από τα όσα είπε και εξήγησε σχετικά, τα πιο πάνω ουσιαστικά δεν επηρεάζουν και δεν μεταβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο τα συγκεκριμένα συμπεράσματα του. Όσον αφορά την συναφή θέση της υπεράσπισης ότι ενόψει του ότι δεν εξέτασε τη σκηνή δεν μπορεί να πει αν υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ των θέσεων κατηγορούμενου και παραπονούμενου που να διαφοροποιεί το εύρημα της κλίσης του όπλου θα πρέπει να λεχθεί ότι από τις φωτογραφίες της σκηνής (τεκμήρια 39 και 40) δεν παρουσιάζεται τέτοια διαφορά αλλά το έδαφος φαίνεται σχετικά επίπεδο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.6 κρίνω ότι είναι αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο παραπονούμενος Ahmad Aljouma. Κατάγεται από την Συρία και ήλθε στην Κύπρο, στα κατεχόμενα, από την Τουρκία. Στις 11.2.07 η ώρα 17:00 πήγε στο σπίτι του με το αυτοκίνητο και τον πήρε ένας φίλος του ο Mohammed Ali. Πήγαν κάπου μακριά με το αυτοκίνητο του και περίπου η ώρα 18:00 ενώ βρίσκονταν σε ένα δρόμο που δεν είχε σπίτια αλλά μόνο δέντρα βρήκαν ένα αστυνομικό με μεγάλη μοτοσικλέτα, ο οποίος τους έκανε σήμα να σταματήσουν και ο Mohammed σταμάτησε. Ο αστυνομικός πήγε κοντά στο Mohammed, του είπε κάτι που ο μάρτυρας δεν κατάλαβε και ο Mohammed ανάπτυξε ταχύτητα και έφυγε. Ο αστυνομικός τους ακολούθησε με την μοτοσικλέτα με αναμμένους τους φάρους. Ο Mohammed προσπαθούσε να του ξεφύγει αλλά ο αστυνομικός τους ακολούθησε για περίπου δέκα με δεκαπέντε λεπτά. Όση ώρα τους καταδίωκε, ο μάρτυρας δεν άκουσε αν ο αστυνομικός χρησιμοποίησε την σειρήνα. Κατά την καταδίωξη τους ο μάρτυρας έλεγε στον Mohammed να σταματήσει αλλά εκείνος του είπε ότι δεν θα με σταματούσε γιατί δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και φοβόταν. Ο μάρτυρας δεν θυμάται από πού πέρασαν αλλά κάπου που είχε δέντρα σταμάτησαν και ο Mohammed έφυγε διαμέσου από τα δέντρα. Όταν έφυγε ο Mohammed έφυγε και ο μάρτυρας πίσω του από την αντίθετη κατεύθυνση. Προχώρησε περίπου πέντε μέτρα από το αυτοκίνητο τους και τότε σταμάτησε γιατί πόνεσε το πόδι του το δεξί. Τότε βρισκόταν περίπου μπροστά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου προς την πλευρά του οδηγού. Τότε έσκυψε και έπιασε το γόνατο του και ο αστυνομικός που είχε κατέβει από την μοτοσικλέτα πυροβολούσε. Πυροβόλησε παραπάνω από πέντε φορές. Δεν γνωρίζει αν πυροβολούσε προς το μέρος του μάρτυρα αλλά αυτός ένιωσε κάτι στην αριστερή του πλάτη και μετά κατάλαβε ότι τον πυροβόλησε. Την ώρα που τον πυροβολούσε ήταν σκυφτός. Όταν τον πυροβόλησε και ήταν σκυφτός πρόσεξε ότι ο αστυνομικός ήταν περίπου 10 μέτρα πίσω του. Δεν είδε τον αστυνομικό αν τον σημάδευε με το πιστόλι του. Εκείνη την ώρα δηλαδή πριν να τραυματιστεί ήταν νύχτα δεν είχε φως και ήταν σκοτεινά. Μπορούσε όμως να δει σε απόσταση δέκα μέτρων. Δεν άκουσε αν ο αστυνομικός πριν ή όταν πυροβολούσε είπε κάτι προς αυτόν γιατί οι πυροβολισμοί ήταν δυνατοί. Στη συνέχεια ο αστυνομικός πήγε κοντά του και τον χτύπησε με το χέρι του και το πόδι του στην μέση στην δεξιά πλευρά και του φόρεσε χειροπέδες. Μετά τον έβαλε στο επίδικο αυτοκίνητο και τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Όπως καθόταν ο μάρτυρας στο αυτοκίνητο άρχισε να τον πονά η πλάτη του η αριστερή, την έπιασε με το αριστερό του χέρι και τότε είδε ότι είχε αίμα. Ο αστυνομικός πήγε κοντά, είδε και αυτός το αίμα και τότε τηλεφώνησε δεύτερη φορά στην Αστυνομία. Περίμεναν εκεί περίπου δέκα λεπτά και τότε ήρθαν δυο αυτοκίνητα της Αστυνομίας και ένα ασθενοφόρο. Την επίδικη μέρα ο μάρτυρας δεν πρόσεξε τι υπήρχε μέσα στο αυτοκίνητο του Mohammed αλλά ούτε και αν υπήρχε κάτι στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Μπορεί μέσα στο αυτοκίνητο να υπήρχαν κατσαβίδια, χερούλι πόρτας του αυτοκινήτου και άλλα αντικείμενα αλλά ο μάρτυρας δεν τα είδε. Δεν θυμάται αν υπήρχε φώς λάμπας στο αυτοκίνητο αλλά λόγω της ώρας στο εσωτερικό του αυτοκινήτου του όσο και έξω ήταν σκοτεινά. Κατά την διάρκεια της καταδίωξης ούτε ο μάρτυρας ούτε ο Mohammed πήραν οποιοδήποτε αντικείμενο στα χέρια τους και να το στρέψουν εναντίον του αστυνομικού. Επίσης όταν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και προσπάθησαν να διαφύγουν δεν είδε τον Mohammed να κρατεί κάτι στα χέρια του και να το στρέψει εναντίον του αστυνομικού. Ούτε ο ίδιος κρατούσε κάτι στο χέρι του και ούτε έστρεψε οτιδήποτε εναντίον του αστυνομικού. Στην κυρίως εξέταση του περαιτέρω υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως τον αστυνομικό που λέει στις καταθέσεις του. Επίσης έδειξε τη στάση του σώματος του όταν δέχθηκε τον πυροβολισμό. Συγκεκριμένα έδειξε να είναι σκυφτός δηλ. ο κορμός του να είναι διπλωμένος προς τα κάτω και να κρατά με τα δύο του χέρια το δεξί του γόνατο. Το δε κεφάλι του ήταν σκυμμένο προς τα κάτω. Όσον αφορά το σημείο όπου βρισκόταν όταν δέχθηκε τον πυροβολισμό το υπέδειξε στο τεκμήριο 43 σημειώνοντας σε αυτό ένα «Χ» όπως επίσης με κόκκινο μελάνι σημείωσε την πορεία του από τη στιγμή που κατέβηκε από το αυτοκίνητο μέχρι το σημείο «Χ». Στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι ο Mohammed καθ΄ όλη την καταδίωξη οδηγούσε άκρως επικίνδυνα και πατούσε φρένα αλλά δε μπορεί να πει αν τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή του κατηγορούμενου, ούτε άλλων πολιτών γιατί δεν είδε κανένα στο δρόμο. Δεν θυμόταν αν το αυτοκίνητο προσπέρασε άλλα αυτοκίνητα ούτε αν πέρασε από διασταύρωση με φώτα τροχαίας όταν το κόκκινο φως ήταν αναμμένο. Όσον αφορά τη μαρτυρία του παραπονούμενου αυτή χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αφορά τα όσα έλαβαν χώραν πριν την άφιξη τους στη σκηνή ενώ το δεύτερο τα όσα έγιναν από την άφιξη τους στη σκηνή και εντεύθεν. Αναφορικά με το πρώτο μέρος της μαρτυρίας του θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή ήταν σταθερή και συνεπής και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς αυτό το μέρος γίνεται δεκτό. Όσον όμως αφορά το δεύτερο μέρος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο παραπονούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η σχετική μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, κάποια μέρη της δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ κάποια άλλα διαψεύδονται από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με τις κινήσεις του αυτοκινήτου στη σκηνή είπε αρχικά στην αντεξέταση του ότι λίγα δευτερόλεπτα πριν την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου δεν έγινε χρήση του χειροφρένου του αλλά ο οδηγός πατούσε μόνο φρένα. Σε υποβολή ότι υπήρχε απότομη χρήση του φρένου με επακόλουθο το αυτοκίνητο να κάνει στροφή λίγα δευτερόλεπτα πριν την ακινητοποίηση απάντησε «Μάλιστα» και συνεχίζοντας την απάντηση του είπε ότι, πριν την ακινητοποίηση ο οδηγός πατούσε τα φρένα και με το τιμόνι έπαιρνε το αυτοκίνητο λίγο δεξιά και λίγο αριστερά αλλά ό ίδιος ούτε αντιλήφθηκε ούτε είδε αν ο μοτοσικλετιστής έπεσε από τη μοτοσικλέτα λόγω αυτών των ελιγμών του αυτοκινήτου. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης του είπε ότι πριν να ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο η μοτοσικλέτα ήταν λίγο μακριά αλλά δεν ήξερε πόσο και ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος δεν ήταν εκεί αλλά έφτασε ένα με δύο λεπτά περίπου αργότερα. Είπε επίσης ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν την ακινητοποίηση του δεν χρησιμοποίησε τα φρένα και δεν απέκοψε την πορεία του κατηγορούμενου. Αντίθετα μάλιστα με τα όσα προανέφερε, είπε ότι σε εκείνη τη χρονική στιγμή ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν πατούσε φρένα και δεν πήγαινε αριστερά και δεξιά. Όταν δε του τέθηκε ότι προηγουμένως ανέφερε κάτι διαφορετικό από αυτό το αρνήθηκε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του όταν ρωτήθηκε αν αναγνωρίζει κάτι από τις φωτογραφίες 10 μέχρι 12 του τεκμηρίου 40 όπου φαίνονται ίχνη τροχοπέδησης πάνω σε άσφαλτο στο αδιέξοδο στο χώρο πλησίον του σημείου που ακινητοποιήθηκε το επίδικο αυτοκίνητο απάντησε αρχικά αρνητικά ενώ στη συνέχεια είπε ότι βλέπει φρένα αυτοκινήτου αλλά δε γνωρίζει ποιου αυτοκινήτου. Σε υποβολή ότι οι πιο πάνω φωτογραφίες απεικονίζουν το μέρος λίγα μέτρα πριν την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου απάντησε ότι δε γνωρίζει σίγουρα αν είναι αυτά και είπε ότι μπορεί να ήταν και άλλων αυτοκινήτων για να καταλήξει ότι δεν αρνείται ότι ο Mohammed πάτησε φρένα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα εν λόγω ίχνη τροχοπέδησης που υπέδειξε ο κατηγορούμενος ως του επίδικου αυτοκινήτου κατά τον ελιγμό που, σύμφωνα με αυτόν έκανε, μετρήθηκαν από τον Μ.Κ.2, ως φαίνεται στις φωτογραφίες 12 και 13 του τεκμηρίου 40 αλλά δεν έγινε γνωστό το αποτέλεσμα της μέτρησης ούτε αν έγινε σύγκριση με τα ίχνη ή τα λάστιχα του επίδικου αυτοκινήτου. Αντίθετα στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.2 περιορίστηκε να πει ότι τα εν λόγω ίχνη ήταν αυτοκινήτου αλλά δεν γνωρίζει ποιου αυτοκινήτου συγκεκριμένα. Στην κατάθεση του τεκμήριο 49, την οποία ο παραπονούμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο ο οδηγός δηλ. ο Mohammed έφυγε διαμέσου από τα δέντρα και ότι ο ίδιος έφυγε πίσω από αυτόν από την αντίθετη κατεύθυνση. Σε άλλο σημείο της ίδιας κατάθεσης του θέλοντας, ως ανέφερε, να εξηγήσει τα πιο πάνω είπε στην ουσία σε αντίθεση όμως με τα πιο πάνω ότι κινήθηκε προς την κατεύθυνση που κινήθηκε και ο Mohammed και συγκεκριμένα ότι όπως σταμάτησε το αυτοκίνητο τα δέντρα ήταν από την πλευρά του οδηγού και προς τα εκεί έφυγε ο Mohammed και ο ίδιος κατέβηκε από την πλευρά του συνοδηγού με σκοπό να περάσει μπροστά από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και να δει προς τα πού έφυγε ο Mohammed. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι από τις φωτογραφίες με αρ. 1-7 του τεκμηρίου 40 φαίνεται ότι η κύρια συστάδα δέντρων βρίσκεται μπροστά από το αυτοκίνητο ενώ άλλα πιο αραιά μεταξύ τους δέντρα βρίσκονται δεξιά και προς τα πίσω του αυτοκινήτου. Όσον αφορά το θέμα αυτό δεν διευκρινίστηκε κατά τη μαρτυρία του παραπονούμενου ποια δέντρα εννοούσε ενώ, ως προαναφέρθηκε, αυτός δεν μεταφέρθηκε αργότερα στη σκηνή για να κάνει οποιεσδήποτε υποδείξεις που θα διευκρίνιζαν και το θέμα αυτό. Εν πάση περιπτώσει η θέση του ότι κινήθηκε περνώντας από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου για να πάει εκεί που πήγε ο Mohammed δεν συνάδει με τα δεδομένα της σκηνής εφόσον, ως αναφέρθηκε, η μια συστάδα δέντρων βρισκόταν μπροστά από το αυτοκίνητο ενώ για να πάει ο συνοδηγός προς τα άλλα δέντρα λογικά θα έπρεπε να πάει από την πίσω πλευρά του αυτοκινήτου με δεδομένο μάλιστα ότι μπροστά και δεξιά αυτού υπήρχαν ψηλά χόρτα. Πέραν όμως τον πιο πάνω ούτε η θέση του αναφορικά με το λόγο που αποφάσισε, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι ο ίδιος δεν συμφωνούσε με αυτά που έκανε ο Mohammed και τον καλούσε να σταματήσει. Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί δεν έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο όταν αυτό σταμάτησε έδωσε τη μη λογική απάντηση ότι πήγε για να δει που πήγε ο Mohammed, ο οποίος πήγε στα δέντρα αλλά και επειδή δεν μπορούσε να περπατά πολύ. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του δέχθηκε ότι τόσο η προσπάθεια του ιδίου όσο και του Mohammed ήταν να διαφύγουν της σύλληψης και είπε ότι ο λόγος ήταν γιατί δεν είχε άδεια οδηγού ο Mohammed και κανένας τους δεν είχε χαρτιά. Όταν όμως ρωτήθηκε αν προηγουμένως είπε ψέματα ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να δει που πήγε ο Mohammed απάντησε ότι ο ίδιος είχε πρόβλημα με το πόδι του, δεν μπορούσε να τρέξει και ήξερε ότι ο κατηγορούμενος θα τον συλλάμβανε. Έτσι επειδή δεν μπορούσε να φύγει το μόνο που έκανε ήταν ότι πήγε να δει που θα πήγαινε ο φίλος του. Σε ερώτηση τέλος τι τον ενδιέφερε που θα πήγαινε ο φίλος του, απάντησε μη πειστικά ότι πήγε μέσα στα δέντρα και έπρεπε ο ίδιος να διερωτηθεί για αυτό. Ανέφερε επίσης ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο ο Mohammed αμέσως έφυγε πολύ γρήγορα τρέχοντας και ότι μετά τον ακολούθησε και ο ίδιος αλλά σταμάτησε γύρω στα πέντε μέτρα στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου αφού ένιωσε πόνο στο γόνατο του και έσκυψε και τότε άρχισε ο αστυνομικός να πυροβολεί. Ήταν επίσης η θέση του ότι η μοτοσικλέτα και άρα ο κατηγορούμενος έφθασε μετά που ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, περπάτησε, έσκυψε και έπιασε το γόνατο του. Η θέση του όμως αυτή λογικά προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος έφτασε αμέσως στη σκηνή και εντόπισε αμέσως τον παραπονούμενο και δεν συνάδει λογικά και χρονικά με άλλη θέση του ότι ο κατηγορούμενος έφθασε στη σκηνή ένα με δύο λεπτά μετά την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψην ως δεδομένο ότι ο εντοπισμός του παραπονούμενου δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο άμεσος εφόσον αυτός ήταν σκυφτός, υπήρχε σκοτάδι και στο χώρο που υπέδειξε στην κυρίως εξέταση του δηλ. μπροστά από τη μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, ως φαίνεται στις φωτογραφίες 2-9 και 22 του τεκμηρίου 40 υπάρχουν ψηλά χόρτα. Όσον αφορά τις κινήσεις του και τη θέση του όταν δέχθηκε τη σφαίρα υπέδειξε την πορεία του στο τεκμήριο 43 την οποία σημείωσε εκεί με κόκκινο μελάνι. Η πορεία αυτή, ως τη σημείωσε, καταλήγει σε ένα «Χ» όπου είναι το σημείο που αναφέρει ότι έσκυψε αφού πόνεσε το γόνατο του και μετά άκουσε τους πυροβολισμούς. Η εν λόγω πορεία ξεκινά από την πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου, περνά από όλο το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και καταλήγει σε σημείο μπροστά και ελαφρώς δεξιά από την μπροστινή δεξιά γωνία του αυτοκινήτου. Ήταν επίσης η θέση του παραπονούμενου στην κυρίως εξέταση του ότι όταν πυροβολήθηκε δεν μετακινήθηκε από το σημείο όπου δέχθηκε τη σφαίρα. Αναφορικά με τη θέση του κατηγορούμενου είπε ότι όταν άκουσε τους πυροβολισμούς και ένιωσε κάτι στην πλάτη του κοίταξε και είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται πίσω του και συγκεκριμένα κοντά στην επίδικη μοτοσικλέτα μπροστά και αριστερά της και σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων από αυτόν. Όσον αφορά την απόσταση αυτή σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι την ώρα που δέχθηκε τον πυροβολισμό ήταν σε απόσταση λιγότερη από πέντε μέτρα από τον κατηγορούμενο είπε ότι δεν μέτρησε ακριβώς, πιθανόν να ήταν πέντε με έξι αλλά δε θυμάται ακριβώς. Δεν δέχθηκε ότι κινήθηκε προς τον κατηγορούμενο ούτε ότι την ώρα που δέχθηκε τον πυροβολισμό ήταν σε κίνηση και επέμεινε ότι ήταν σκυφτός. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε πάνω από τέσσερις με πέντε φορές. Δεν δέχθηκε επίσης τη θέση του κατηγορούμενου ότι μετά που του έβαλε χειροπέδες και κατά τη μεταφορά του, το υπηρεσιακό του όπλο του έπεσε στο δρόμο και εκπυρσοκρότησε. Ήταν κατηγορηματικός ότι μετά τους πέντε πυροβολισμούς και μετά που του έβαλε τις χειροπέδες δεν ξαναπυροβόλησε. Με άλλα λόγια ήταν η θέση του ότι όλοι οι πυροβολισμοί έγιναν κατά τον ίδιο χρόνο και από την ίδια θέση. Από δε την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή προκύπτει ότι ρίφθηκαν συνολικά τρεις πυροβολισμοί εφόσον βρέθηκαν 3 κάλυκες. Οι κάλυκες που βρέθηκαν στα σημεία 6 και 8, ως φαίνεται από το σχεδιάγραμμα τεκμήριο 43 αλλά και τις φωτογραφίες 46 και 47 του τεκμηρίου 40, ήταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, κοντά στο μέσο της δεξιάς πλευράς της επίδικης μοτοσικλέτας σε απόσταση 0.20 μέτρα από αυτήν (σημείο 8) και λίγο πιο πίσω και πιο δεξιά από το σημείο 8 σε απόσταση 0.60 μέτρα από αυτήν (το σημείο 6). Να σημειωθεί ότι ο μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτα, η οποία βλέπει στην ίδια κατεύθυνση με το επίδικο αυτοκίνητο, βρίσκεται σε απόσταση 2.30 μέτρων από την πίσω δεξιά γωνία του αυτοκινήτου. Ο κάλυκας που βρέθηκε όμως στο σημείο 5 βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό σημείο αρκετά μακριά (η απόσταση από τη μοτοσικλέτα δεν μετρήθηκε) και συγκεκριμένα λοξώς δεξιά του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου σε απόσταση 8.10 μέτρα από την αριστερή μπροστινή του γωνία. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψην ότι κατά τον πυροβολισμό το όπλο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος απορρίπτει τον κάλυκα στη δεξιά πλευρά του χειριστή σε απόσταση από 1-3 μέτρα δεν είναι δυνατό όλοι οι πυροβολισμοί να ρίχθηκαν από την ίδια θέση, ως ήταν ουσιαστικά η θέση του παραπονούμενου. Δεν είναι επίσης γνωστό ποιος από τους 3 πυροβολισμούς ήταν αυτός που έπληξε τον παραπονούμενο. Αν δε ληφθεί υπόψην το σημείο «Χ» που έθεσε ο παραπονούμενος και το σημείο 5 και λαμβάνοντας υπόψη ότι η σφαίρα είχε πορεία στο σώμα του παραπονούμενου από τα πίσω προς τα εμπρός τότε δεν συνάδει η θέση του παραπονούμενου ότι αυτός ήταν σκυφτός, ουσιαστικά έχοντας το αυτοκίνητο και τη μοτοσικλέτα πίσω του. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι ο πυροβολισμός που έπληξε τον παραπονούμενο προήλθε από το χώρο όπου βρέθηκαν οι κάλυκες στα σημεία 6 και 8 τότε θα πρέπει να εξετασθεί αν αυτό συνάδει και πάλι με την θέση που έδωσε ο παραπονούμενος. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να επαναληφθεί ότι, για λόγους που δεν εξηγήθηκαν, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν μεταφέρθηκε ο παραπονούμενος στη σκηνή για να δώσει την δική του εκδοχή ως προς τις κινήσεις του και τη θέση του όταν δέχθηκε τη σφαίρα αλλά και ως προς τη θέση του κατηγορούμενου. Κατ' επέκταση οι θέσεις του παραπονούμενου δεν σημειώθηκαν επί του σχεδιαγράμματος τεκμήριο 43 και δεν έχει μετρηθεί η απόσταση από το σημείο «Χ» που αυτός έθεσε για πρώτη φορά επί του τεκμηρίου 43 κατά την κυρίως εξέταση του. Υπάρχουν όμως κάποια δεδομένα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε συμπεράσματα αναφορικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του παραπονούμενου. Συγκεκριμένα αποτελεί δεδομένο ότι όσον αφορά τη σφαίρα που δέχθηκε, ο πυροβολισμός ρίφθηκε από πίσω του από απόσταση όχι μεγαλύτερη των 5 μέτρων. Αυτό δείχνει ότι η απόσταση του την ώρα που δέχθηκε τη σφαίρα από τον κατηγορούμενο ήταν μικρότερη των 5 μέτρων. Η απόσταση από τον κάλυκα σημείο 5 δεν μπορεί να προσδιορισθεί αλλά ως έχει ήδη λεχθεί η θέση βολής του εν λόγω κάλυκα δεν συνάδει με την εκδοχή του παραπονούμενου. Τώρα όσον αφορά τα σημεία 6 και 8 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με δεδομένο ότι το επίδικο όπλο απορρίπτει τους κάλυκες δεξιά του χειριστή σε απόσταση από 1-3 μέτρα οι πυροβολισμοί που αφορούν τα εν λόγω σημεία φαίνεται ότι ρίχθηκαν από την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας περίπου από τη μέση αυτής. Το μήκος της μοτοσικλέτας είναι 2 μέτρα. Το μήκος του αυτοκινήτου είναι 4 μέτρα. Η μοτοσικλέτα βρίσκεται πίσω και δεξιά από την δεξιά πίσω γωνία του αυτοκινήτου σε απόσταση (ο μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας μέχρι τη δεξιά πίσω γωνιά του αυτοκινήτου) 2.30 μέτρων. Συνεπώς η απόσταση από τα δύο σημεία 6 και 8 μέχρι την μπροστινή δεξιά γωνία του αυτοκινήτου υπερβαίνει τα 7 μέτρα. Αυτό οδηγεί περαιτέρω στο συμπέρασμα ότι η θέση του παραπονούμενου δεν μπορεί να ήταν εκεί που υπέδειξε εφόσον το σημείο «Χ» βρίσκεται μπροστά και ελαφρώς δεξιά από την δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου σε άγνωστη απόσταση από αυτήν. Συνεπώς για να πληγεί ο παραπονούμενος από τα σημεία 6 και 8 θα έπρεπε να βρισκόταν σε σημείο δεξιά από τη δεξιά πλευρά του επίδικου αυτοκινήτου δηλ στο πλάι αυτού. Αυτό όμως όχι μόνο δεν συνάδει με το σημείο «Χ» αλλά ούτε και με τη θέση του ότι δεν κινήθηκε προς τον κατηγορούμενο εφόσον για να βρεθεί δεξιά της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου δηλ. στο πλάι του, και με δεδομένο ότι η πορεία του ήταν από τη θέση του συνοδηγού και μετά μπροστά από το αυτοκίνητο, προϋποθέτει ότι κινήθηκε από μπροστά προς το δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου όπου από τους κάλυκες στα σημεία 6 και 8 φαίνεται ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Το γεγονός δε ότι δέχθηκε τη σφαίρα στην πλάτη ως εξήγησε και ο Μ.Κ.6 δεν δείχνει ότι ο παραπονούμενος ήταν συνέχεια με την πλάτη γυρισμένη εφόσον ως κινούμενο σώμα μπορούσε να αλλάξει θέση ανά πάσα στιγμή. Περαιτέρω ως προαναφέρθηκε στο σημείο «Χ» που υπέδειξε ο παραπονούμενος φαίνεται να υπάρχουν ψηλά χόρτα που με δεδομένο το ότι ήταν σκοτεινά και, ως ανέφερε αυτός ήταν σκυφτός, δεν θα ήταν λογικό ο κατηγορούμενος να τον εντοπίσει εκεί. Τέλος στην κατάθεση του τεκμήριο 49 ο παραπονούμενος είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του, μετά που δέχθηκε τη σφαίρα, τον χτύπησε με το χέρι του και το πόδι του στη μέση στη δεξιά πλευρά και του φόρεσε χειροπέδες. Στην αντεξέταση του είπε ότι ενώ ήταν σκυφτός τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και τον χτύπησε με το χέρι με μια γροθιά, από τους πόνους δε μπορούσε να αναπνεύσει, έπεσε στο έδαφος και μετά εκείνος άρχισε να τον κλωτσά στη δεξιά του πλευρά. Δεν θυμόταν ακριβώς πόσες κλωτσιές του έδωσε όμως δεν ήταν αρκετές. Είπε μάλιστα ότι από τα χτυπήματα αυτά όταν πήγαινε στο Νοσοκομείο είχε δυσκολία να αναπνεύσει. Παρόλα αυτά από την εξέταση που του έγινε στο Νοσοκομείο δεν εντοπίσθηκε οποιοδήποτε τραύμα από τα εν λόγω χτυπήματα ενώ ούτε και ο ίδιος ανέφερε κάτι παρά το ότι είχε δυσκολία να αναπνεύσει. Αυτό όμως προφανώς δεν είναι λογικό και θα αναμενόταν από τον παραπονούμενο να το αναφέρει κατά τις εξετάσεις που του έγιναν. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής αναφορικά με τα όσα συνέβησαν στη σκηνή από την άφιξη τους εκεί και εντεύθεν. Συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δεν γίνεται δεκτό. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος Χριστάκης Χριστοδούλου, Βοηθός Υπεύθυνος Υπαίθρου, ο οποίος έλαβε από τον κατηγορούμενο τις καταθέσεις τεκμήρια 53 και
  3. Σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό στις 11.2.07 ενημερώθηκε από τους Ανωτέρους του σχετικά με την καταδίωξη από τον κατηγορούμενο αυτοκινήτου που ήταν κλοπιμαίο, τους πυροβολισμούς που ρίχτηκαν από τον κατηγορούμενο εναντίον των επιβαινόντων σε αυτό και τον τραυματισμό του συνοδηγού. Την ίδια μέρα επισκέφθηκε τη σκηνή. Εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος τον οποίο ο Μ.Κ.8, μετά από οδηγίες που έλαβε από τον Ανώτερο Υπαστυνόμο και Υπεύθυνο Υπαίθρου κ. Πενταρά να του ληφθεί ανοικτή κατάθεση με τη συγκατάθεση του, κάλεσε για να δώσει κατάθεση. Επειδή στη σκηνή ήταν δύσκολο να του ληφθεί κατάθεση ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο γραφείο του μάρτυρα στην ΑΔΕ/Π όπου ο μάρτυρας του πήρε κατάθεση (τεκμήριο 53) με την συγκατάθεση του. Ο κατηγορούμενος του υπαγόρευε και ο μάρτυρας την κατέγραφε. Μετά το πέρας της κατάθεσης ο κατηγορούμενος την ανέγνωσε και ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του μάρτυρα γράφοντας και τη σχετική πιστοποίηση. Στις 12.2.07 ο κατηγορούμενος από μόνος πήγε στο γραφείο του μάρτυρα και ζήτησε να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Έτσι προέβηκε σε συμπληρωματική κατάθεση (τεκμήριο 54) η οποία καταγράφηκε από τον Μ.Κ.8 με τον ίδιο τρόπο όπως και το τεκμήριο
  4. Ο κατηγορούμενος δεν είπε στο Μ.Κ.8 οτιδήποτε άλλο και αυτός παρέλειψε να το καταγράψει. Ο κατηγορούμενος διάβασε και τις δύο καταθέσεις και ως ορθές τις υπόγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.
  5. Τέλος ο μάρτυρας δεν θυμόταν αν είπε στον κατηγορούμενο ότι είχε δικαίωμα να συμβουλευθεί δικηγόρο πριν τη λήψη των καταθέσεων. Όσον αφορά τα τεκμήρια 53 και 54 ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε κατά το χρόνο που υποβλήθηκε αίτημα κατάθεσης τους ότι δεν θα φέρει ένσταση αλλά επιφύλαξε το δικαίωμα να αντεξετάσει το Μ.Κ.8 αναφορικά με τις συνθήκες και τον τρόπο λήψης τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο μπορεί και σε αυτό το στάδιο λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε σχετικά στο σύνολο της να κρίνει το θέμα αυτό και να αποφασίσει καταλήγοντας ακόμη και σε αποκλεισμό της μαρτυρίας που κατατέθηκε προηγουμένως ως τεκμήριο. Ήταν σχετικά η θέση της υπεράσπισης, ως προέκυψε μέσα από την αντεξέταση του Μ.Κ.8 και τις σχετικές υποβολές που του τέθηκαν, ότι οι καταθέσεις τεκμήρια 53 και 54 θα πρέπει να αποκλειστούν ως μαρτυρία καθότι:
  6. Λήφθηκαν κατά παράβαση συνταγματικού δικαιώματος του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα αυτού της προσωπικής του ελευθερίας,
  7. Ο κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος να επικοινωνήσει με δικηγόρο και
  8. Λήφθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων καθώς δεν του έγινε η απαιτούμενη επίστηση στο νόμο. Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Αντίθετα όμως με την περίπτωση εξασφάλισης μαρτυρίας κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, στην περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Αποτελεί δε θεμελιώδη αρχή ότι για να γίνει δεκτή ως μαρτυρία στο Δικαστήριο η κατάθεση (ομολογία) ενός κατηγορουμένου, θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου ασκούντος εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή την δίωξη, η οποία να είχε προκαλέσει στον κατηγορούμενο είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλαδή μεταχείριση η οποία έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη θέληση του κατηγορουμένου (βλ. Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599 (H.L.), Commissioners of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)1 A.C. 760 (H.L.), D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 ALL E. R. 175, R. v. Priestly 51 Cr. App. R. 1, Psaras ανωτέρω, R. v. Sfongaras 22 CLR 113 και Kokkinos v. Police
(1967)2 CLR 217). Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται στον ίδιο πάλι βαθμό, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα δηλαδή σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, παρόλο που αναφορικά με αυτή την πτυχή το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται κατάθεση κατά τη λήψη της οποίας υπήρξε κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους Κανόνες, η οποία να μη επέδρασε επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Οι Δικαστικοί κανόνες δεν έχουν την ισχύ Δικαίου ή Νομοθετήματος. Από την έκδοσή τους μέχρι και σήμερα είχαν σκοπό την καθοδήγηση και θεωρούνται γι΄ αυτό τον λόγο ως Κανόνες Πρακτικής. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την διακριτική ευχέρεια να δεχθεί δηλώσεις που έγιναν από τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο στο στάδιο της ανάκρισης έστω και αν λήφθηκαν κατά παράβαση των Δικαστικών κανόνων. Από την άλλη η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται με φειδώ υπέρ της Ανακριτικής Αρχής εκεί όπου διαπιστώνεται η παράβαση και τότε μόνο θα κριθεί ως ορθά ληφθείσα μια δήλωση ή κατάθεση αν, στο σύνολο των γεγονότων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ο κατηγορούμενος παγιδευθεί ή υποστεί αδικία λόγω της παράβασης των κανόνων. Με άλλα λόγια κριτήριο της δεκτότητας μιας κατάθεσης είναι πάντοτε το κατά πόσο αυτή είναι θεληματική και σε περίπτωση που έχει παρθεί υπό περιστάσεις που δεν συνάδουν με τους Δικαστικούς Κανόνες η κατάθεση μπορεί να γίνει δεκτή αν είναι θεληματική παρά το ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να αρνηθεί να τη δεχτεί. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κύπρο φαίνεται να υπάρχει μια αυστηρότερη προσέγγιση σε σχέση με την Αγγλία, από την άποψη ότι το Δικαστήριο πρέπει να είναι ελεύθερο να αποκλείει καταθέσεις που έχουν ληφθεί κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, έτσι που να αποφεύγεται έστω και η παραμικρή υπόνοια για λανθασμένες πρακτικές από τις Αρχές. Στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψην του παράγοντες όπως την έκταση της παράβασης, κατά πόσον η παράβαση σχετίζεται με τυπικά θέματα, τις πιθανές επιπτώσεις της στη θεληματικότητα της κατάθεσης αλλά και σε ένα γενικότερο πλαίσιο πολιτικής, τις πιθανές επιπτώσεις στο γενικότερο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης από συστηματική παραβίαση των κανόνων από τις αρχές (βλ. και Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556). Τα Κυπριακά Δικαστήρια όπως προκύπτει από τη Νομολογία έχουν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε ουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos ανωτέρω, Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 CLR 181). Ο τρόπος μεταχείρισης του υπόπτου και οι υποχρεώσεις του ανακριτή ποικίλουν ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι αστυνομικές ανακρίσεις και το αποδεικτικό υλικό που υπάρχει. Όσο δε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία υπάρχουν τόσο αυστηρότεροι είναι οι κανόνες και περιορισμένα τα περιθώρια ανακρίσεων. Το στάδιο μιας διερεύνησης μπορεί έτσι να χωριστεί στα ακόλουθα στάδια: (α) τη συλλογή πληροφοριών από οποιονδήποτε, συμπεριλαμβανομένου και του υπόπτου, χωρίς να χρειάζεται προειδοποίηση, αν η εξέταση παραμένει στο στάδιο της απλής υποψίας και συλλογής πληροφοριών, (β) την απαρχή της συσσώρευσης μαρτυρίας, οπότε χρειάζεται να γίνει προειδοποίηση στον ύποπτο, και (γ) την απαγγελία κατηγορίας, οπότε και πάλι χρειάζεται, βάση άλλου κανόνα, νέα προειδοποίηση. Ο Πρώτος Δικαστικός Κανόνας καλύπτει το στάδιο της συλλογής πληροφοριών και αναφέρεται στο δικαίωμα του ανακριτικού οργάνου στην προσπάθεια του να ανακαλύψει αν και από ποιόν έχει διαπραχθεί έγκλημα, να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε ύποπτο - και ανεξαρτήτως αν αυτός έχει τεθεί υπό κράτηση- είτε όχι, για το οποίο υπάρχει υπόνοια ότι μπορεί να παράσχει χρήσιμες πληροφορίες. Ο Κανόνας αυτός ισχύει όταν το πρόσωπο δεν έχει κατηγορηθεί ή πληροφορηθεί ότι θα διωχθεί σχετικά με το αδίκημα. Είναι φανερό από τις πρόνοιες του Κανόνα αυτού ότι η απλή υποψία δηλ. υποκειμενική υποψία του ανακριτή, η οποία δεν στηρίζεται σε αντικείμενα δεδομένα και μαρτυρία που να συνδέει τον ύποπτο με το υπό διερεύνηση αδίκημα, δεν είναι αρκετή για να χρειάζεται το ανακριτικό όργανο να προειδοποιήσει τον ύποπτο. Συνεπώς ο ανακριτής μπορεί σ' αυτό το αρχικό στάδιο συλλογής πληροφοριών να υποβάλει ερωτήσεις για τη λήψη χρήσιμων πληροφοριών χωρίς να επιστηθεί η προσοχή του προσώπου προς το οποίο υποβάλλονται οι ερωτήσεις. Η αναγκαιότητα τέτοιας προειδοποίησης εγείρεται τότε μόνο όταν η απλή υποψία μετατρέπεται ουσιαστικά σε εύλογη αιτία ότι υπάρχει διάπραξη αδικήματος στο οποίο ενέχεται το ύποπτο πρόσωπο. Στην Petri ανωτέρω όμως το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όταν ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει μαρτυρία που να το συνδέει με την διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος η δικαιοσύνη, που αποτελεί το θεμέλιο του νόμου αναφορικά με την ποινική ανάκριση, απαιτεί όπως σε τέτοιες περιστάσεις ο ύποπτος προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο να προβεί σε καταθέσεις που να τον επηρεάζουν δυσμενώς εκτός αν ελεύθερα και θεληματικά επιθυμεί να το πράξει. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πική σελ. 147, το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης απηχεί θεμελιωμένες αρχές που σχετίζονται με την ανάγκη προστασίας του υπόπτου από τον κίνδυνο αυτό-ενοχοποίησης του έστω και αν αυτό δεν συνάδει, αυστηρώς ομιλούντες, με το λεκτικό και την ερμηνεία του Πρώτου Κανόνα. Ο Δεύτερος Κανόνας αναφέρεται στο στάδιο των ανακρίσεων όταν πια υπάρχει μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου ότι έχει διαπράξει αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση ο ανακριτής θα πρέπει πριν υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις να επιστήσει την προσοχή του υπόπτου. Ο Δεύτερος Κανόνας είναι γνωστός και σαν ο κατ' εξοχήν ανακριτικός Κανόνας και έτσι μόλις βρεθεί μαρτυρία που δίδει εύλογη υπόνοια ότι κάποιο πρόσωπο διέπραξε αδίκημα, θα πρέπει το πρόσωπο αυτό να πληροφορείται σε γλώσσα που αντιλαμβάνεται για το αδίκημα που εξετάζεται και στην συνέχεια να εφιστάται η προσοχή του στο Νόμο με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω. Το ζήτημα του πότε υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογες υποψίες ή υπόνοιες πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά και όχι με βάση τον τρόπο που σκέπτεται και εκτιμά την κατάσταση ο ανακριτής. Αν η ύπαρξη εύλογης βάσης για υποψία διαφανεί στο στάδιο της υποβολής ερωτήσεων θα πρέπει να παρεμβληθεί η επίστηση της προσοχής του υπόπτου πριν του υποβληθούν περαιτέρω ερωτήσεις. Στην R. v. Osborne
(1973)1 ALL E.R. 646 αναφέρθηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι όταν εξασφαλίζεται η μαρτυρία, έστω και σε αρχικά στάδια, τότε είναι που οφείλεται προειδοποίηση στον ύποπτο. Σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο, η ανάκριση παραμένει αναγκαστικά στο στάδιο της συλλογής στοιχείων με σκοπό, βέβαια, την εξασφάλιση ικανής μαρτυρίας για τα περαιτέρω. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, «μαρτυρία» σημαίνει στοιχεία ικανά να παρουσιασθούν στο Δικαστήριο και όχι απλώς οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες (βλ. και Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9). Η ανάγκη λοιπόν για επίστηση της προσοχής του υπόπτου δημιουργείται από τη στιγμή που ο ανακριτής έχει στην κατοχή του μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον ύποπτο με τη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος. Εξετάζοντας τώρα το θέμα στην παρούσα θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.8 στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι κατά τη λήψη των τεκμηρίων 53 και 54 δεν έγινε επίστηση της προσοχής του κατηγορούμενου στο Νόμο αλλά είπε ότι δεν του πήρε ανακριτική κατάθεση για να του επιστήσει την προσοχή και να του πει τα δικαιώματα του αλλά ανοικτή κατάθεση. Ανέφερε δε αρχικά ότι μέχρι τη στιγμή που λήφθηκε η κατάθεση τεκμήριο 53 η Αστυνομία δεν διερευνούσε καμία υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εξ ου και του λήφθηκε ανοικτή κατάθεση και σε άλλο σημείο ότι πριν λάβει τη δεύτερη κατάθεση δεν μίλησε με τον Πενταρά για να δει αν εξεταζόταν υπόθεση. Σε άλλο πάλι σημείο είπε στην ουσία, αναιρώντας τα πιο πάνω, ότι δεν γνώριζε τι υπόθεση διερευνάτο εναντίον του κατηγορούμενου όταν λάμβανε τις δύο καταθέσεις. Γνώριζε λοιπόν ότι διερευνάτο υπόθεση. Ανέφερε επίσης σχετικά ότι η υπόθεση εξεταζόταν από το ΤΑΕ Πάφου και ο ίδιος είχε εντολή τις δύο καταθέσεις να τις παραδώσει στο ΤΑΕ, το οποίο ως ανέφερε, δεν ήξερε τι υπόθεση εξέταζε γιατί ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη εκτός από τη λήψη των δύο καταθέσεων. Όμως από τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση του, πριν μεταβεί μάλιστα στη σκηνή κατά το επίδικο βράδυ, είχε ενημερωθεί σχετικά και γνώριζε ανάμεσα στα άλλα ότι ο κατηγορούμενος είχε ρίξει πυροβολισμούς εναντίον των επιβαινόντων στο επίδικο όχημα και ότι είχε τραυματισθεί ο συνοδηγός. Γνώριζε λοιπόν τα μέχρι εκείνη τη στιγμή δεδομένα της υπόθεσης και την εμπλοκή του κατηγορούμενου καθώς και το ότι το ΤΑΕ διερευνούσε υπόθεση και όφειλε να λάβει αυτά υπόψην του κατά την λήψη των καταθέσεων από τον κατηγορούμενο. Ακόμη όμως και να μην γνώριζε τα πιο πάνω και πάλι όφειλε πριν τη λήψη των καταθέσεων να ενημερωθεί σχετικά ώστε να γνωρίζει πως να χειρισθεί τον κατηγορούμενο και δεν αποτελεί δικαιολογία το ότι απλά έλαβε τις καταθέσεις και δεν είχε οποιανδήποτε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση. Ήταν επίσης η θέση του ότι δεν πληροφόρησε η ώρα 23:00 της 11.2.07 τον κατηγορούμενο ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο κατηγορούμενος τέθηκε σε διαθεσιμότητα το ίδιο βράδυ δηλ. στις 11.2.
  1. Ο Μ.Κ.8 δεν δέχθηκε όμως ότι το γνώριζε εκείνο το βράδυ. Από τη μια όμως ανέφερε ότι το έμαθε αργότερα αλλά δεν ήξερε να πει πότε ενώ από την άλλη είπε ότι την αμέσως επόμενη μέρα δηλ. στις 12.2.07 που έλαβε την κατάθεση του κατηγορούμενου τεκμήριο 54 δεν θυμάται αν το γνώριζε. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι ακόμη και με τα στοιχεία που ο Μ.Κ.8 είχε στη διάθεση του θα έπρεπε να θεωρήσει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ύποπτος για τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος και επομένως όφειλε να τον προειδοποιήσει για τον κίνδυνο να προβεί σε καταθέσεις που να τον επηρεάζουν δυσμενώς. Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος στον Σταθμό για τη λήψη του τεκμηρίου 53 και την παραμονή του εκεί θα πρέπει να λεχθεί ότι από τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με τη συγκατάθεση του στο γραφείο του Μ.Κ.8 με αστυνομικό όχημα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό σύλληψη αλλά ούτε και εμποδίστηκε να φύγει μετά τη λήψη του τεκμηρίου
  2. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας. Όσον δε αφορά τη λήψη της κατάθεσης τεκμήριο 54, προκύπτει ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο Σταθμό για να δώσει την κατάθεση αυτή αλλά και αυτή λήφθηκε χωρίς και πάλι να του γίνει οποιαδήποτε προειδοποίηση και ενώ είχε ήδη τεθεί σε διαθεσιμότητα από την προηγούμενη μέρα. Εδώ να σημειωθεί ότι την ίδια μέρα λίγο μετά τη λήψη του τεκμηρίου 54 κατά την διαδικασία υπόδειξης εκ μέρους του κατηγορούμενου σκηνών (βλ. τεκμήριο 17) του γινόταν πλέον επίστηση στο νόμο γεγονός που δείχνει ότι θεωρείτο ύποπτος για το υπό διερεύνηση αδίκημα. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι την επομένη της λήψης του τεκμηρίου 54 ο κατηγορούμενος κατέγραψε από μόνος του νέα κατάθεση (τεκμήριο 16) όπου αναφέρει ότι παρά το ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης του τεκμήριο 54 ανέφερε στα γεγονότα κάποια σημεία αυτά δεν συμπεριλήφθηκαν στο τεκμήριο 54 και με τη νέα του αυτή κατάθεση αναφέρει ουσιαστικά πλέον ως λόγο χρήσης του υπηρεσιακού του όπλου την αυτοάμυνα. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω κρίνω ότι η παράλειψη του Μ.Κ.8 να προειδοποιήσει τον κατηγορούμενο με βάση τον Δεύτερο Κανόνα δεν είναι τυπικής μορφής αλλά ουσιώδης. Αυτό γιατί η έλλειψη οποιουδήποτε είδους προειδοποίησης στέρησε από τον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να αντιληφθεί ακριβώς τι αντιμετώπιζε και ότι τα όσα ανέφερε μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μαρτυρία εναντίον του στο Δικαστήριο. Ήταν δε φυσικό εφόσον στις 11.2.07 δεν του έγινε καμία επίστηση στο Νόμο όταν την αμέσως επόμενη μέρα το πρωί έδωσε την κατάθεση τεκμήριο 54 και με δεδομένο ότι ούτε τότε του επιστήθηκε η προσοχή να μη είχε αντιληφθεί ότι εθεωρείτο ύποπτος για διάπραξη του επίδικου ποινικού αδικήματος. Το ότι αν ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν κάτι τέτοιο πιθανόν να μην ανέφερε τα όσα ή μέρος των όσων καταγράφονται στις καταθέσεις τεκμήρια 53 και 54 φαίνεται και από ότι την αμέσως επόμενη της λήψης της κατάθεσης τεκμήριο 54 και δύο μέρες μετά τη λήψη της κατάθεσης τεκμήριο 53, προφανώς αντιλαμβανόμενος ότι εθεωρείτο ύποπτος, μετά την επίστηση της προσοχής του στο Νόμο κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών, η οποία ακολούθησε τη λήψη του τεκμηρίου 54, κατέγραψε πλέον ο ίδιος νέα κατάθεση δηλ. το τεκμήριο 16 στην οποία αναφέρεται σε κάποια άλλα γεγονότα αναφορικά με το λόγο χρήσης του όπλου του. Εδώ να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι μέλος της Αστυνομίας σε καμία περίπτωση αποτελεί στοιχείο που να δικαιολογεί την πιο πάνω παράβαση εφόσον αναμφίβολα έχει τα ίδια δικαιώματα που θα πρέπει να έχει κάθε πρόσωπο που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι η παράβαση των Δικαστικών Κανόνων ήταν ουσιώδης εφόσον έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση και συνδεόταν άμεσα με τη θεληματικότητα της λήψης των τεκμηρίων 53 και
  3. Για αυτό το λόγο κρίνω ότι η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει στην παρούσα να ασκηθεί και ασκείται υπέρ του αποκλεισμού σε αυτό το στάδιο ως μαρτυρίας των καταθέσεων τεκμήρια 53 και
  4. Τέλος όσον αφορά το ότι ο κατηγορούμενος δεν πληροφορήθηκε ότι είχε δικαίωμα να συμβουλευθεί δικηγόρο πριν τη λήψη των καταθέσεων θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με τον περί Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμο 163(Ι)/05 τέτοια υποχρέωση υπάρχει απέναντι σε πρόσωπο που συλλαμβάνεται, αμέσως μετά τη σύλληψη του (βλ. άρθρο 3). Σύμφωνα δε με τον ίδιο Νόμο «Κρατούμενος» σημαίνει πρόσωπο που συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας και τελεί υπό κράτηση σε κρατητήριο (βλ. άρθρο 2). Με δεδομένο λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπό σύλληψη αλλά ούτε υπό κράτηση κατά τη λήψη των τεκμηρίων 53 και 54, δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση εκ μέρους του Μ.Κ.
  5. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο αυτός, ως έχει αναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγούν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα: «Είμαι αθώος στην κατηγορία που αντιμετωπίζω. Εγώ στα πλαίσια του καθήκοντος μου στις 11.2.07 και ώρα 18.40 περίπου ενώ βρισκόμουν σε μηχανοκίνητη περιπολία με την Αστυνομική μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής KJL562 στην Λεωφ. Ελευθέριος στην Χλώρακα με κατεύθυνση την Πάφο, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WF 790 το οποίο ερχόταν εξ αντιθέτου, μου απέκοψε την πορεία μου στρίβοντας δεξιά σε πάροδο. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο άτομα ο οδηγός και συνοδηγός. Εγώ αμέσως αντιλήφθηκα ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο καθ' ότι καταγγέλθηκε η κλοπή του αυτοκινήτου προ καιρού στην Αστυνομία, το ακολούθησα και αφού το πλεύρισα έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει. Αντί να υπακούσει στις οδηγίες μου ανάπτυξε ταχύτητα και ξεκίνησε η καταδίωξη του. Να σημειωθεί ότι είχα θέσει από την πρώτη στιγμή σε λειτουργία τους φάρους της υπηρεσιακής μοτοσικλέτας που οδηγούσα καθώς και τις σειρήνες. Αφού καταδίωξα το κλεμμένο αυτοκίνητο για μεγάλη απόσταση, και αρκετές φορές τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή μου λόγω σοβαρών τροχαίων παραβάσεων που έγιναν από τον oδηγό του αυτοκινήτου που καταδίωκα, αρκετές φορές με διάφορους ελιγμούς και χρήση των φρένων μου απέκοψε την πορεία μου και έθετε σε άμεσο κίνδυνο την ίδια την ζωή μου. Τελικά με οδήγησαν στην παλιά ναυτική βάση του χωριού Κισσόνεργας σε μια ερημική και σκοτεινή περιοχή αδιέξοδο όπου πριν την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου που καταδίωκα έγινε από τον οδηγό ένας επικίνδυνος ελιγμός, χρήση φρένων και επαναστροφή, με αποτέλεσμα να χάσω τον έλεγχο της μοτοσικλέτας που οδηγούσα και να γύρω στα πλάγια. Πραγματικά φοβήθηκα και βρέθηκα κάτω από τρομερή ψυχολογική αναστάτωση. Εγώ σήκωσα την μοτοσικλέτα που οδηγούσα και αντιλήφθηκα και τους δύο που επέβαιναν του αυτοκινήτου να κατεβαίνουν και ο ένας απ' αυτούς χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω εάν είναι ο οδηγός ή συνοδηγός κινήθηκε προς το μέρους που ήμoυν και έστριψε προς τα πάνω ένα αντικείμενο που έμοιαζε με πιστόλι. Τότε φοβήθηκα πραγματικά για την ζωή μου και πίστεψα ότι με οδήγησαν εκεί για να με σκοτώσουν, ανέσυρα το υπηρεσιακό μου όπλο και χωρίς να σκοπεύσω πυροβόλησα για εκφοβισμό. Ένας από τους πυροβολισμούς που έριξα φαίνεται ότι έπληξε τον παραπονούμενο. Εγώ αμέσως ενημέρωσα την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου καθώς και ασθενοφόρο. Δηλώνω αθώος γιατί πραγματικά έκανα χρήση του υπηρεσιακού μου όπλου μόνον όταν αντιλήφθηκα ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή μου και δεν είχα άλλη επιλογή». Όσον αφορά την εν λόγω δήλωση του κατηγορούμενου λαμβάνοντας υπόψην τη μαρτυρία η οποία έγινε δεκτή, στο μέτρο που η δήλωση του έρχεται σε αντίθεση με αυτήν, δεν μπορεί να έχει καμία βαρύτητα. Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της ανώμοτης δήλωσης αυτό θα εξετασθεί και θα αξιολογηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει με αυτή. Νομική Πτυχή Το επίδικο αδίκημα εδράζεται στο άρθρο 234(α) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «234. Όποιος- (α) τραυματίζει παράνομα άλλον ή ....................................................................................................................... είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι το αδίκημα συντελείται όταν ο κατηγορούμενος τραυματίζει άλλον παράνομα. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, «"τραύμα" σημαίνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος και εξωτερική μεμβράνη για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού θεωρείται η μεβράνη την οποία δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεβράνης». Παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Η έννοια του παράνομου τραύματος, εμπερικλείει βέβαια ότι αυτό είναι αποτέλεσμα παράνομης επίθεσης και αποκλείει έτσι την περίπτωση που αυτό προκαλείται ως αποτέλεσμα νόμιμης αυτοάμυνας. Έχει δε νομολογηθεί ότι η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την έννοια ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον κατηγορούμενο. Από τη στιγμή που εγείρεται ζήτημα αυτοάμυνας, εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αντικρούσει ή να αποκλείσει και μάλιστα πέραν από κάθε λογική αμφιβολία την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να ενεργούσε σε αυτοάμυνα (βλ. Kallishis v. The Republic
(1981)2 CLR 143). Στην Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251 λέχθηκε ότι «η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη». Με την έγερση του θέματος ο κατηγορούμενος δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης αλλά αποτελεί ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην Ανδρέας Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 207/2008, 208/2008 και 209/2008, ημερ. 16.7.10 εξηγήθηκε περαιτέρω ότι η υπεράσπιση της αυτοάμυνας εμπίπτει στο ευρύτερο «doctrine of justification» και στην ουσία εξουδετερώνει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας με την έννοια ότι η επιτυχής προβολή της, σημαίνει ταυτόχρονα και την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν είτε δικαιολογημένη, είτε νόμιμη. Στην Lekishvili άλλως Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 351 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η άμυνα όμως θα πρέπει να έχει ως αντικειμενικό στόχο την απόκρουση μιας επιθετικής ενέργειας. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται, καθώς και ο τρόπος χρησιμοποίησης τους θα πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που αντιμετωπίζεται. Ένα άτομο που δέχεται επίθεση έχει δικαίωμα να αμυνθεί, αλλά δικαιούται μόνο να προβεί στις κινήσεις που είναι εύλογα αναγκαίες. Η εκτίμηση εξαρτάται βέβαια από τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης (βλέπε Palmer v. R.
(1971)1 All E.R. 1077). H ψυχολογική κατάσταση του προσώπου που επικαλείται την άμυνα πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν και να εξετάζεται το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις που επικρατούσαν το πρόσωπο που επικαλείται την άμυνα ειλικρινά είχε την πεποίθηση ότι η πράξη του ήταν αναγκαία για την άμυνα του ή την προστασία της περιουσίας του (R. v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, CA)». Περαιτέρω σύμφωνα με τη νομολογία λαμβάνεται υπόψη αν η αρχική επίθεση βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και αν ο κίνδυνος από την επίθεση εξακολουθεί να υφίσταται. Σχετικοί παράγοντες είναι ακόμα ο βαθμός βίας που χρησιμοποιήθηκε από τον αμυνόμενο σε σχέση με τον κίνδυνο που προσπάθησε να αποφύγει. Το πρόσωπο που δέχεται επίθεση δεν αποστερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να επικαλεσθεί ότι ενεργούσε σε αυτοάμυνα επειδή δεν περιορίστηκε στο να αποκρούσει το χτύπημα αλλά χτύπησε και ο ίδιος τον επιτιθέμενο. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Η δε αναγκαία άμυνα, καθορίζεται πάντοτε από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Σίγουρα η χρήση υπέρμετρης βίας δεν δικαιολογείται. Αναγνωρίζεται όμως η δυσκολία του αμυνόμενου που βρίσκεται σε αγωνιώδη κατάσταση λόγω της επίθεσης που δέχεται να εκτιμήσει επ' ακριβώς την κατάσταση και να ζυγίσει με ακρίβεια, τον βαθμό βίας στον οποίο θα καταφύγει. Στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 εξηγήθηκε ότι η έννοια της «εύλογα» αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι αφού ο ίδιος ο όρος «εύλογα», εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Στην ίδια υπόθεση επεξηγείται ότι επειδή το θέμα αυτό αφορά κρίση επί των γεγονότων και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζόμενου ότι βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων, οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Το υποκειμενικό στοιχείο λαμβάνεται λοιπόν υπόψην «όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - ".that which was reasonable in the light of the circumstances as they reasonably appeared to the accused."». Στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την Beckford v. R
(1988)AC 130: «. the test to be applied for self-defence is that a person may use such force as is reasonable in the circumstances as he honestly believes them to be in the defence of himself or another.» Τέλος στην Αχτάρ ανωτέρω έγινε αναφορά στο σύγγραμμα του Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδοση 2007, σελ. 1812-1814, παρ. 19-41 έως 19-45 όπου εξηγείται με αναφορά στην κλασσική υπόθεση επί του θέματος της αυτοάμυνας Palmer v. R.
(1971)AC 814 «ότι είναι ζήτημα δικαίου και ταυτόχρονα κοινής λογικής, ότι άτομο το οποίο υφίσταται επίθεση δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράττοντας οτιδήποτε είναι λογικώς αναγκαίο. Γνώμονας για το τι είναι λογικό και τι αναγκαίο, είναι τα περιστατικά και οι ιδιάζουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση σε μετάφραση: «Εάν διενεργήθηκε επίθεση ώστε η αναχαίτιση της να είναι λογικώς αναγκαία, τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι ένα πρόσωπο που υπερασπίζεται εαυτόν, δεν θα μετρήσει με ακρίβεια τις πράξεις υπεράσπισης του. Εάν οι ένορκοι θεωρήσουν ότι σε μια στιγμή απρόσμενους άγχους, το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίθεση, είχε ενεργήσει μόνο όπως θεωρούσε έντιμα και ενστικτωδώς πρέπον, αυτή θα ήταν η πιο δυνατή απόδειξη ότι μόνο εύλογη άμυνα προβλήθηκε.. Η υπεράσπιση της άμυνας είτε επιτυγχάνει ώστε να επέρχεται αθώωση είτε δεν αποδεικνύεται, οπότε η υπεράσπιση αποτυγχάνει.» Από τη μαρτυρία, η οποία έχει γίνει δεκτή στην παρούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την εξέταση του παραπονούμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου λίγο μετά το επίδικο συμβάν στις 11.2.07 διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε τραύμα 1,9 Χ 1 εκατοστά στην αριστερή ωμοπλατιαία χώρα (οπή εισόδου) και τραύμα 1,9 Χ 1,4 εκατοστά στην αριστερή οπίσθια δελτοειδή χώρα (οπή εξόδου). Το εν λόγω τραύμα είχε δηλ. πύλη εισόδου και εξόδου στην αριστερή ωμοπλάτη με φορά από πίσω προς τα εμπρός δηλαδή από την ωμοπλάτη προς τον βραχίονα. Το τραύμα αυτό προκλήθηκε από πυροβόλο όπλο και συγκεκριμένα από το υπηρεσιακό πιστόλι (τεκμήριο 21) το οποίο χρησιμοποίησε κατά το συμβάν ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ο Αστ.2472 και τότε υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου. Προκύπτει λοιπόν χωρίς αμφιβολία ότι η σωματική βλάβη που υπέστη ο παραπονούμενος εμπίπτει στην έννοια του όρου «τραύμα» όπως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Προκύπτει περαιτέρω ότι το εν λόγω τραύμα προκλήθηκε από τον κατηγορούμενο με τη χρήση πυροβόλου όπλου δηλ. του υπηρεσιακού του πιστολιού (τεκμήριο 21). Τα πιο πάνω άλλωστε δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι το κατά πόσο ο εν λόγω τραυματισμός ήταν και παράνομος. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι τόσο από την κατάθεση του κατηγορούμενου τεκμήριο 16, όσο και από τη γραπτή του κατηγορία αλλά και από τη γραμμή που τήρησε η υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ότι έχει εγερθεί η «υπεράσπιση» της αυτοάμυνας. Ως έχει δε αναφερθεί κατά την εξέταση της νομικής πτυχής, με την έγερση του θέματος αυτού ο κατηγορούμενος δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης αλλά αποτελεί ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Θα εξετασθεί λοιπόν στη συνέχεια κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να εξουδετερώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εν λόγω υπεράσπιση. Από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή στην παρούσα πέραν από τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με το τραύμα και την αιτία πρόκλησης του, προκύπτουν και τα ακόλουθα: Στις 11.2.07 περί ώρα 17:00 πήγε στο σπίτι του παραπονούμενου με το επίδικο αυτοκίνητο και τον πήρε ο φίλος του Mohammed Ali. Το αυτοκίνητο αυτό ήταν κλοπιμαίο και το οδηγούσε ο Mohammed ενώ ο παραπονούμενος ήταν συνοδηγός. Περί ώρα 18:00 της ίδιας μέρας ενώ αυτοί κυκλοφορούσαν με το επίδικο αυτοκίνητο συνάντησαν στο δρόμο τον κατηγορούμενο, ο οποίος επέβαινε της επίδικης υπηρεσιακής μοτοσικλέτας και τους έκανε σήμα να σταματήσουν. Ο Mohammed σταμάτησε το αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος πλησίασε τον οδηγό, του είπε κάτι και τότε ο οδηγός ανάπτυξε ταχύτητα και έφυγε από το σημείο. Ο κατηγορούμενος ανέβηκε στη μοτοσικλέτα και αφού άναψε τους φάρους της άρχισε να καταδιώκει το επίδικο αυτοκίνητο. Ο Mohammed προσπαθούσε να ξεφύγει αλλά ο κατηγορούμενος συνέχισε την καταδίωξη για περίπου δέκα με δεκαπέντε λεπτά. Κατά την καταδίωξη ο Mohammed οδηγούσε άκρως επικίνδυνα, πήγαινε ζικ ζακ και πατούσε φρένα. Εδώ να αναφερθεί επίσης ότι σε σχετικές ερωτήσεις που έγιναν στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμόταν αν το αυτοκίνητο προσπέρασε άλλα αυτοκίνητα ούτε αν πέρασε από διασταύρωση με φώτα τροχαίας όταν το κόκκινο φως ήταν αναμμένο. Δεν απέκλεισε δηλ. αυτά να έγιναν. Τελικά το καταδιωκόμενο όχημα και η μοτοσικλέτα αφού διένυσαν απόσταση 8,10 χιλιομέτρων κατέληξαν σε αδιέξοδο σε πάροδο της οδού Ευάγγελου Φλωράκη στη περιοχή "Άππης" του χωριού Κισσόνεργας όπου δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός. Αναφορικά με τις κινήσεις των δύο οχημάτων στη σκηνή καθώς και τις κινήσεις τόσο του παραπονούμενου όσο και του κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα καθότι η μόνη μαρτυρία δηλ. αυτή του παραπονούμενου, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω δεν έγινε δεκτή. Από τη μαρτυρία όμως που έχει γίνει δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Τελικά τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν στα σημεία που φαίνονται στο τεκμήριο 43 με τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτα, η οποία βλέπει στην ίδια κατεύθυνση με το επίδικο αυτοκίνητο, να βρίσκεται σε απόσταση 2.30 μέτρα από την πίσω δεξιά γωνία του αυτοκινήτου. Από το πιστόλι του κατηγορούμενου ρίχθηκαν συνολικά τρεις πυροβολισμοί. Οι δύο κάλυκες αυτών βρέθηκαν στα σημεία 6 και 8, τα οποία ως φαίνεται από το σχεδιάγραμμα τεκμήριο 43 αλλά και τις φωτογραφίες 46 και 47 του τεκμηρίου 40, ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, κοντά στο μέσο της δεξιάς πλευράς της επίδικης μοτοσικλέτας σε απόσταση 0.20 μέτρα από αυτήν (σημείο 8) και λίγο πιο πίσω και πιο δεξιά από το σημείο 8 σε απόσταση 0.60 μέτρα από αυτήν (το σημείο 6). Ο τρίτος πυροβολισμός, ως φαίνεται από τον κάλυκα που βρέθηκε όμως στο σημείο 5 βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό σημείο αρκετά μακριά (η απόσταση από τη μοτοσικλέτα δεν μετρήθηκε) και συγκεκριμένα λοξώς δεξιά του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου σε απόσταση 8.10 μέτρων από την αριστερή μπροστινή του γωνία. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψην ότι κατά τον πυροβολισμό το όπλο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος απορρίπτει τον κάλυκα στη δεξιά πλευρά του χειριστή σε απόσταση από 1-3 μέτρα δεν είναι δυνατό όλοι οι πυροβολισμοί να ρίχθηκαν από την ίδια θέση, ως ανέφερε ο παραπονούμενος. Φαίνεται ότι οι δύο πυροβολισμοί ρίφθηκαν κοντά στη μοτοσικλέτα ενώ ο τρίτος στο άλλο σημείο που προαναφέρθηκε. Δεν είναι δε γνωστό, εφόσον δεν έχει δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία, ποιος από τους τρεις πυροβολισμούς ήταν αυτός που έπληξε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Δεν είναι επίσης γνωστό ποια κατεύθυνση είχαν οι πυροβολισμοί που δεν έπληξαν αυτόν. Ο πυροβολισμός που έπληξε τον παραπονούμενο σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.6 είχε κατεύθυνση από πίσω του. Δηλ. τη συγκεκριμένη στιγμή που πλήγηκε ο παραπονούμενος είχε στραμμένη την πλάτη του στον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν δηλ. πίσω του σε απόσταση όχι επακριβώς καθορισμένη αλλά εν πάση περιπτώσει μικρότερη των 5 μέτρων. Ο δε παραπονούμενος όταν πλήγηκε από τη σφαίρα ήταν σκυφτός προς τα μπρος. Τα πιο πάνω όμως κατά την κρίση μου δεν οδηγούν δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παραπονούμενο ενώ αυτός κινείτο σε αντίθεση κατεύθυνση με την πλάτη στραμμένη στον κατηγορούμενο. Αυτό που δείχνουν σίγουρα είναι η θέση των δύο κατά τη συγκεκριμένη στιγμή που ο παραπονούμενος δέχθηκε τη σφαίρα. Ως έχει όμως ήδη αναφερθεί η μόνη μαρτυρία για τις κινήσεις και θέσεις των δύο ήτοι αυτή του παραπονούμενου δεν έγινε δεκτή. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με το θέμα αυτό το οποίο ως θα διαφανεί στη συνέχεια είναι ουσιώδες. Η θέση βασικά της υπεράσπισης με την οποία εγείρεται και η «υπεράσπιση» της αυτοάμυνας ήταν ότι ένας εκ των επιβαινόντων στο αυτοκίνητο μετά την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου κινήθηκε προς το μέρος του κατηγορούμενου και έστρεψε προς τα πάνω του ένα αντικείμενο που έμοιαζε με πιστόλι οπότε αυτός αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή του αφού φοβήθηκε ότι θα τον πυροβολήσει και έτσι έκανε χρήση του υπηρεσιακού του όπλου χωρίς να σκοπεύσει. Όσον αφορά τον προσδιορισμό της θέσης του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου ο Μ.Κ.6 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πει αν ο παραπονούμενος έκανε κάποια κίνηση ή κλίση του σώματος του αναφερόμενος βασικά στη στιγμή ακριβώς πριν δεχθεί τη σφαίρα με δεδομένο ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κινείται συνέχεια. Προς επίρρωση της θέσης του παρέπεμψε στο σύγγραμμα Μ. Μιχαλοδημητράκη, Ιατροδικαστική διερεύνηση του θανάτου, 2η έκδοση, σελίδες 178-179 όπου αναφέρεται βασικά ότι όταν η θέση του θύματος και του δράστη δεν είναι ορισμένη το ζήτημα του προσδιορισμού της θέσης τους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν διευκρινίζεται ιατροδικαστικά εφόσον «τόσο το θύμα όσο και ο δράστης είναι κινητοί και η θέση τους στο χώρο μπορεί να αλλάξει κάθε στιγμή ώστε η επακριβής εξακρίβωση της να είναι ανέφικτη». Όπως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο πυροβολισμός που τον έπληξε ήταν ένας από τους δύο που ρίφθηκαν κοντά στα σημεία 6 και 8, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η θέση που βρισκόταν όταν δέχθηκε τον πυροβολισμό ήταν αυτή που σημείωσε με «Χ» στο σχεδιάγραμμα τεκμήριο 43. Αντίθετα ως αναφέρθηκε με βάση πάντα τις αποστάσεις στο τεκμήριο 43 αλλά και το ότι η θέση του κατηγορούμενου κατά τον πυροβολισμό που έπληξε τον παραπονούμενο δεν ήταν πέραν των 5 μέτρων, δεν έχει αποκλεισθεί εκείνη τη στιγμή ο παραπονούμενος να βρισκόταν σε σημείο δεξιά της δεξιά πλευράς του επίδικου αυτοκινήτου δηλ στο πλάι αυτού, κάτι που ως έχει αναφερθεί προϋποθέτει ότι κατά την πορεία που ακολούθησε σε κάποια στιγμή κινήθηκε από μπροστά προς το δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου όπου από τους κάλυκες στα σημεία 6 και 8 φαίνεται ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Συνεπώς δεν έχει αποκλεισθεί ο παραπονούμενος να κινήθηκε προς τον κατηγορούμενο πριν αρχίσει αυτός να πυροβολεί και να άλλαξε στη συνέχεια αμέσως θέση οπόταν πλήγηκε από τη σφαίρα στην αριστερή ωμοπλάτη. Περαιτέρω σε σχέση με τη θέση της υπεράσπισης για αυτοάμυνα λαμβάνονται υπόψη τόσο οι συνθήκες που προηγήθηκαν των πυροβολισμών ήτοι αυτές της καταδίωξης του επίδικου αυτοκινήτου και της όλης οδικής συμπεριφοράς αυτού αλλά και ότι στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο επικρατούσε σκοτάδι. Όσον αφορά τις κινήσεις του επίδικου αυτοκινήτου και ιδιαίτερα στη σκηνή ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι στην ουσία τέθηκε σε κίνδυνο η ζωή του εφόσον όταν αφίχθηκαν εκεί το αυτοκίνητο με τη χρήση φρένων έκανε επαναστροφή και στράφηκε προς το μέρος του με αποτέλεσμα αυτός να πέσει από τη μοτοσικλέτα. Ως έχει δε αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στη σκηνή βρέθηκαν πράγματι ίχνη τροχοπέδησης αυτοκινήτου αλλά παρά το ότι μετρήθηκαν δεν δόθηκε μαρτυρία που να αποκλείει ότι ήταν του επίδικου. Περαιτέρω στις φωτογραφίες 59 και 60 του τεκμηρίου 40 φαίνεται να υποδεικνύονται γδαρσίματα σε δύο μεταλλικές κατασκευές, οι οποίες προεξέχουν στο κάτω αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας για τα οποία όμως δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση. Συνεπώς ούτε αυτό το μέρος της εκδοχής του κατηγορούμενου έχει αποκλειστεί. Δεν μου διαφεύγει τέλος ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε στο Μ.Κ.4 ότι έριξε πυροβολισμούς στην προσπάθεια του να συλλάβει τα εν λόγω πρόσωπα. Αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή, κρίνω ότι δεν αποτελεί δίχως άλλο ομολογία εκ μέρους του κατηγορούμενου σε σχέση με το λόγο χρήσης του όπλου του εφόσον ο Μ.Κ.4 στη μαρτυρία του συμφώνησε ότι με τον κατηγορούμενο δεν είπαν μόνο αυτά που λέει στην κατάθεση του αλλά συνομίλησαν περισσότερο χωρίς όμως να πει τι άλλο είπαν και να αποκλείσει έτσι το θέμα της αυτοάμυνας (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134 και Μάρτιν ν. Δημοκρατίας
(2)
(1994)2 Α.Α.Δ 65). Κρίνω λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή δεν είναι τέτοια ώστε να αποκλείει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό συνθήκες αυτοάμυνας και ότι η βία που χρησιμοποίησε δεν ήταν εύλογα αναγκαία για την αντιμετώπιση των περιστάσεων στις οποίες βρέθηκε. Συναφώς η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το παράνομο του τραυματισμού του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο. Κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Τραυματισμός) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.