← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιώργου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 21833/09, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Γιώργου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 21833/09, 21 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21833/09 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Γιώργου Ιωάννου Κατηγορούμενου --------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Ευθυμίου Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αίτημα διακοπής της δίκης και απαλλαγής του, δια το λόγο ότι έχει σημειωθεί μεγάλη καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 30

(2)του Συντάγματος. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών οι οποίοι ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορές σε σχετική νομολογία ως επίσης στην πορεία της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα και τους λόγους που ακόμη δεν αυτή δεν έχει εκδικαστεί ως επίσης σε άλλα γεγονότα σχετικά με την παρούσα υπόθεση όπως π.χ. ότι καταχωρήθηκαν δύο άλλες υποθέσεις εναντίον του ίδιου κατηγορούμενου με τις ίδιες κατηγορίες οι οποίες διακόπηκαν, ότι η παρούσα υπόθεση είναι απλή υπόθεση, ότι υπήρξε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μεγάλη δυσκολία στον εντοπισμό του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας ο οποίος τελικά εντοπίστηκε και ήταν παρών στο Δικαστήριο κλπ. Το πρώτο ζήτημα που θα εξεταστεί είναι το κατά πόσο το παρόν στάδιο είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου δια νόμου». Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του εύλογου χρόνου που διασφαλίζεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναλύονται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου,
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 όπου το Δικαστήριο αφού κάνει αναφορά στην υπόθεση Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 αναφέρει τα ακόλουθα: «Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomen, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντα.» Στην ανάλυση που ακολουθεί, και σε αναφορά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται πως αυτή σχετίζεται ταυτόχρονα με θέματα πραγματικών περιστατικών και δικαίου, όπως η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων, ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετώνται στην ίδια υπόθεση, η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σε σχέση δε με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα, σημειώνεται πως εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο όταν πρόκειται για ποινικές διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό προφυλάκιση. Η συμπεριφορά δε αυτού που επικαλείται το δικαίωμα, εδώ του εφεσίβλητου, μη συνεργασίας ή κωλυσιεργίας λαμβάνεται επίσης υπόψη. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στις εκδόσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (Νο. 13), αναφορικά με το άρθρο 6 της Σύμβασης, όπου γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, στις οποίες η επίμαχη χρονική περίοδος κρίθηκε εύλογη ή μη ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά στην κάθε υπόθεση. Και αυτή ποικίλλει. Ειδικότερα, στο σύγγραμμα των D.J. Harris, M.O' Boyle, C. Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, διαβάζουμε τα εξής: «The reasonableness of the length of proceedings in both criminal and non-criminal cases depends on the particular circumstances of the case. There is no absolute time limit. Factors that are always taken into account are the complexity of the case, the conduct of the applicant and the conduct of the competent administrative and judicial authorities. No particular factor is conclusive; the approach must be to examine them separately and then to assess their cumulative effect. Although particular instances of delay attributable to the state may not seem unreasonable, they may be such when taken together. No margin of appreciation doctrine is applied, at least expressly, when determining the resonableness of the time taken; the European Cοurt simply makes its own assessment of the length of time taken. When it does so, it must bear in mind that Article 6 can only require such expedition as is consistent with the proper administration of Justice. As to the first of the three factors listed above, a case may be complicated for many reasons, such as the volume of evidence, the number of defendants or changes, the need to obtain expert evidence or evidence from abroad, or the complexity of the legal issues involved.» (Σε μετάφραση): «Το εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο στις ποινικές όσο και μη ποινικές υποθέσεις, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις. Μολονότι, ειδικές περιπτώσεις αργοπορίας που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να μη φαίνονται εύλογες, δυνατόν να κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αρχή αναφορικά με το χρονικό τούτο διάστημα, τουλάχιστον ρητά, όταν υπολογίζεται το εύλογο του χρόνου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά υπολογίζει το ίδιο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όταν δε το κάνει αυτό, πρέπει να έχει υπόψη του ότι το Άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια ταχύτητα η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.2003. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές. (Βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγιώτη κ.α. (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γεν. Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ 127, Βασιλείου v. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, Δημοκρατία v. Ford (Αρ.2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, Λιασίδης
(1999)1 Α.Α.Δ. 185, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 296, Γαβριηλίδης v. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 405, Φράγκος v. Αληφάντη κ.α.,
(2003)2 Α.Α.Δ. 528, Temenos v. Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 425, Παντελίδης v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 309, Ioannou v. Police
(1985)2 Α.Α.Δ. 14). Στο παρόν στάδιο το μόνο που μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριο είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα και το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση δε φαίνεται να είναι πολύπλοκη αφού αφορά μία κατηγορία για λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας και χρήση μεγαφώνων χωρίς άδεια. Τα υπόλοιπα ζητήματα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω όπως π.χ. η στάση των αρχών είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να κριθούν όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του το σύνολο των περιστατικών που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, όπου γίνεται αναφορά στη Μενελάου (πιο πάνω) τίθεται με σαφήνεια ο τρόπος και το στάδιο που θα πρέπει να εξετάζονται τέτοια ζητήματα από το Δικαστήριο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι άκρως διαφωτιστικό: «Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι αν από μόνη της η καθυστέρηση, χωρίς τη συνύπαρξη άλλων παραμέτρων, που να καθιστούν τη δίκη που θα διεξαχθεί μη δίκαιη μπορεί να οδηγήσει σε τερματισμό της δικαστικής διαδικασίας και συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορουμένου. Η απάντηση είναι αρνητική. Η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, που αποτελεί το υπόβαθρο της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν εξετάζεται in abracto. Τούτο τίθεται κάτω από τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη όπως της απώλειας μαρτυρίας, της δυσκολίας στην εξασφάλιση μαρτυρικού υλικού, της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου κ.λ.π.. Τα πιο πάνω, τίθενται ως παραδείγματα και δεν εξαντλούν τον κατάλογο των θεμάτων που θα πρέπει να εξεταστούν. Ποιο είναι όμως το πλαίσιο διαπίστωσης των εγγενών αδυναμιών, ή των δυσμενών επιπτώσεων που ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος; Η δίκη. Είναι συνεπώς απαραίτητο να ξεκινήσει η διαδικασία ακρόασης μιας υπόθεσης και εκεί, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, να εξεταστούν τα εγειρόμενα θέματα.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το ζήτημα του εύλογου χρόνου αποτελεί ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αφεθεί να εξετασθεί στο τελικό στάδιο και υπό το φως του συνόλου των περιστατικών. Δεν υπάρχουν στο παρόν στάδιο τέτοιες ενδείξεις οι οποίες να καταδεικνύουν ότι δεν είναι πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης ή ότι θα ήτο άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Ως εκ των ανωτέρω η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται στο παρόν στάδιο. (Υπ.) ........... Α. Ν. Κονής, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.