Νίκος Χαριλάου ν. Ιωάννης Σπύρου, Αρ. Υπόθεσης: 13175/10, 25/10/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13175/10 Νίκος Χαριλάου Παραπονουμένου εναντίον Ιωάννης Σπύρου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25/10/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κος Χάρης Φωτίου Για τον Κατηγορούμενο : κος Κωνσταντίνος Μανώλης Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 117(α) και του Ν. 166/87 και του Ν. 43/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον μήνα 8/7/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου και ενώ ήταν πτωχεύσας με Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 18/6/2006 στην αίτηση 186/2005, και ενώ δεν αποκαταστάθηκε, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 20,000 από τον κ. Νίκο Χαριλάου από την Πάφο, χωρίς να τον πληροφορήσει ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Στην δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της απάτης από πτωχεύσαντα, κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 άρθρο 118(α), του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 άρθρο 297, του Ν.166/87 και του Ν.43/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά την 8/7/2010 στην Πάφο της επαρχίας Πάφου και ενώ ήταν πτωχεύσας με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/1/2006 στην αίτηση 186/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε, εξασφάλισε πίστωση για το ποσό των € 20,000 από τον παραπονούμενο με ψευδείς παραστάσεις εν γνώση του ότι οι ρηθείσες παραστάσεις ήταν ψευδείς. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στην διαβεβαίωση και/ή παράσταση του κατηγορουμένου ότι ήταν αξιόπιστο και φερέγγυο πρόσωπο και/ή πρόσωπο ικανό προς πληρωμή των χρεών του ενώ τούτο ήταν ψευδές εν γνώση του, καθ΄ ότι ήταν πτωχεύσας ο οποίος δεν αποκαταστάθηκε Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το πρακτορείο στοιχημάτων που διατηρεί ο τελευταίος, ήτοι ο κατηγορούμενος. Το καλοκαίρι του 2010 ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του δώσει € 20,000 για να πληρώσει τα κέρδη του πρακτορείου του, με την υπόσχεση όπως ο κατηγορούμενος να του τα επιστρέψει σε 2-3 μήνες. Επεξήγησε τι εννοούσε με την λέξη κέρδη, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να πληρώσει τα στοιχήματα που κερδήθηκαν και δεν είχε τα χρήματα για να πληρώσει τα κέρδη από αυτά. Για την πιο πάνω συναλλαγή ο κατηγορούμενος υπέγραψε προς όφελος του παραπονουμένου ένα γραμμάτιο το οποίο και κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος δεν τον εξόφλησε παρά τις επανειλημμένες φορές που ο παραπονούμενος του το ζήτησε. Όταν κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να τον πληρώσει, αποτάθηκε σε δικηγόρο να κινήσει αγωγή για είσπραξη των χρημάτων του. Ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να εισπράξει τα χρήματα του διότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας. Δεν ήξερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας, ούτε ο κατηγορούμενος του το ανέφερε, αλλά αυτό το πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας από το
- Ανέφερε ότι εάν το εγνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας δεν θα του δάνειζε χρήματα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο περίπου εδώ και 4-5 χρόνια από το πρακτορείο που διατηρούσε και πιο πριν ο κατηγορούμενος. Επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο στο εν λόγω πρακτορείο όπου έπινε καφέ, στοιχημάτιζε, έβλεπε τηλεόραση και έκαναν συζητήσεις κοινωνικού περιεχομένου. Η σχέση του με τον κατηγορούμενο δεν ήταν πολύ στενή, αλλά ο κατηγορούμενος είχε το θάρρος να του ζητήσει χρήματα. Την εποχή που ο κατηγορούμενος του ζήτησε χρήματα, ο παραπονούμενος δεν εργαζόταν και ότι παλιά δάνειζε χρήματα. Από τον Αύγουστο του 2009 μέχρι την ημέρα που δάνεισε τα χρήματα στον κατηγορούμενο δεν εργαζόταν. Τα χρήματα τα οποία δάνειζε, ήταν χρήματα τα οποία προέρχονταν από τις αποταμιεύσεις και την εργασία του, και συγκεκριμένα τα χρήματα τα οποία δάνεισε στον κατηγορούμενο προέρχονταν από κέρδη στον ιππόδρομο τα έτη 2007-
- Ασχολείται με την λέσχη ιπποδρομιών και κερδίζει διάφορα ποσά. Τα χρήματα που δάνεισε στον κατηγορούμενο του τα έδωσε όλα μαζί τοις μετρητοίς και δεν ήξερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Ανέφερε ότι η αμοιβή του για τον πιο πάνω αναφερόμενο δανεισμό, ανερχόταν στο ποσό του 9% ετησίως, όπως αναφέρεται και στο τεκμήριο 1, ήτοι το γραμμάτιο που υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο προς όφελος του παραπονουμένου. Ανέφερε ότι το δακτυλικό αποτύπωμα που φαίνεται επί του τεκμηρίου 1 ανήκει στον κατηγορούμενο, όπως και η υπογραφή του. Ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εναποθέσει το δακτυλικό του αποτύπωμα επί του τεκμηρίου 1, για να είναι σίγουρος ότι δεν θα αμφισβητήσει την υπογραφή του, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι σίγουρα δεν γνώριζε την υπογραφή του κατηγορουμένου και δεν τέθηκε άλλη εγγύηση επί του τεκμηρίου
- Κίνησε και αγωγή εναντίον της μητέρας του κατηγορουμένου και που αφορούσε ένα αυτοκίνητο, το οποίο είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος για το εν λόγω αυτοκίνητο, του παρέδωσε έγγραφο μεταβίβασης του υπογραμμένο από την μητέρα του κατηγορουμένου κα Γεωργίου Χριστοδούλου από την Τρεμιθούσα, η οποία ήταν και η ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου που έφερε αριθμούς εγγραφής ΒΑΤ 035 μάρκας BMW. Η μεταβίβαση του αυτοκινήτου έγινε στις 26/10/
- Η μητέρα του κατηγορούμενου με το έγγραφο μεταβίβασης, πώλησε και μεταβίβασε στον παραπονούμενο το εν λόγω αυτοκίνητο. Την μητέρα του κατηγορούμενου δεν την γνώριζε προσωπικά και ήταν ο κατηγορούμενος που μεσολάβησε για να γίνει η πράξη αγοραπωλησίας του αυτοκινήτου με την μητέρα του, δίνοντας τα χρήματα για την αγορά του αυτοκινήτου στον κατηγορούμενο για να τα δώσει ο τελευταίος στην μητέρα του. Το εν λόγω αυτοκίνητο βρίσκεται σήμερα στην κατοχή του παραπονουημένου. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πήγε στο πρακτορείο του κατηγορουμένου, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του το παραδώσει και ο κατηγορούμενος του είπε όπως μεταβούν στο σπίτι του στο χωριό, να κατεβάσει τα πράγματα που είχε μέσα, μπήκε στο αυτοκίνητο ως συνοδηγός, οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος και μετέβηκαν στο σπίτι του κατηγορούμενου. Στην αυλή του σπιτιού του κατέβασαν τα πράγματα του κατηγορουμένου και ο παραπονούμενος έφυγε με το εν λόγω αυτοκίνητο αφού προηγουμένως ρώτησε τον κατηγορούμενο αν ήθελε να τον μεταφέρει στο πρακτορείο και ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Εκείνην την ημέρα τον παραπονούμενο μετέφεραν στο πρακτορείο του κατηγορουμένου ένα άτομο, αρνούμενος σχετική υπόβολη ότι ήταν δύο άτομα που τον μετέφεραν εκεί. Ποτέ δεν απείλησε τον κατηγορούμενο είτε με σωματική βία ή άλλως πως. Αναφορικά με την αγωγή που κίνησε για την επιστροφή του αυτοκινήτου ανέφερε ότι πληροφόρησε τον δικηγόρο του για το γεγονός της επιστροφής του αυτοκινήτου και ότι κανένας αστυνομικός δεν τον ενημέρωσε για οιανδήποτε καταγγελία. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι απείλησε τον κατηγορούμενο μαζί με δύο μπράβους ότι εάν δεν του δώσει το εν λόγω αυτοκίνητο θα του προκαλέσει σωματική βλάβη. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι δεν δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 20,000 αλλά το ποσό των €8,000 και ότι αυτό εξοφλήθηκε με την καταβολή από τον κατηγορούμενο €3,500 σε μετρητά και την μεταβίβαση του πιο πάνω αναφερόμενου αυτοκινήτου. Επιπλέον αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δάνεισε άμεσα τον κατηγορούμενο εξ΄ αιτίας της πολύ στενής γνωριμίας του με αυτόν. Τέλος αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι πτωχεύσας και ότι είναι σε άσχημη οικονομική κατάσταση, λέγοντας ότι πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ότι ο κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας. Ανέφερε ότι έλαβε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του για τα δικαστικά μέτρα που έλαβε και ότι επιδιώκει την τιμωρία του κατηγορουμένου. Εκ νέου αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €8,000 σε 2 δόσεις των €2,500 και μίας δόσης των € 3,000 και ότι ο παραπονούμενος σύνταξε πανομοιότυπο έγγραφο με αυτό του τεκμηρίου 1 και ότι σε κάθε πληρωμή ο παραπονούμενος κατέστρεφε το προηγούμενο. Τέλος αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι το ποσό που δάνεισε στον κατηγορούμενο ήταν €8,000 και ότι αυτό εξοφλήθηκε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, δηλώθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορου του κατηγορουμένου τα πιο κάτω παραδεχτά γεγονότα με τα οποία συμφώνησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: Α) ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 186/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 18/1/2006 διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Β) ότι ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 186/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, κηρύχτηκε σε πτώχευση στις 23/3/
- Γ) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη των πιο πάνω διαταγμάτων. Ο παραπονούμενος με την έγκριση των πιο πάνω παραδεχτών γεγονότων έκλεισε την υπόθεση του και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Με την έναρξη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου το πιο κάτω παραδεχτό γεγονός με το οποίο συμφώνησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο: Α) ότι η αγωγή με αριθμό 3829/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ως επίσης και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στην εν λόγω αγωγή, αποσύρθηκε στις 27/9/2011 με διαταγή όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε τα τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, ανέφερε στην γραπτή του δήλωση ότι είναι σε πτώχευση από το 2006 και επειδή ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, ζήτησε δανεικά από τον παραπονούμενο, τον οποίον γνωρίζει αρκετά χρόνια πριν λόγω των επισκέψεων του τελευταίου στο πρακτορείο του όπου και στοιχημάτιζε. Ο παραπονούμενος γνώριζε ότι ήταν σε πτώχευση και σε άσχημη οικονομική κατάσταση, μέσα από διάφορες συζητήσεις που έκαναν στο πρακτορείο και ότι λόγω της αδυναμίας του να πληρώσει τα χρέη του, τον έβγαλαν σε πτώχευση, όπως χαρακτηστικά ανέφερε. Όταν το 2010 του ζήτησε δανεικά, του έδωσε ένα έγγραφο για να υπογράψει και που αφορούσε δάνειο ύψους € 2,500, το υπόγραψε και έλαβε το ποσό από τον παραπονούμενο. Σε κατοπινό στάδιο ο κατηγορούμενος ζήτησε άλλα € 2,500 και ο παραπονούμενος σύνταξε καινούργιο έγγραφο για το ποσό των € 5,000 το οποίο ο κατηγορούμενος υπόγραψε και ο παραπονούμενος του είπε ότι το προηγούμενο έγγραφο το έσκισε. Στις 8/7/2010 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο άλλα €3,000, αλλά ο παραπονούμενος αυτήν την φορά του ανέφερε ότι για να είναι σίγουρος ότι θα τον εξοφλήσει, θα αναγράψει επί του εγγράφου μεγαλύτερο ποσό και ο κατηγορούμενος με την σειρά του το υπόγραψε, έβαλε τα δακτυλικά του αποτυπώματα επί του εγγράφου χωρίς να αναγραφεί το ποσό του δανείου στο έγγραφο. Ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι το προηγούμενο έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν το ποσό των €5,000 το έσκισε. Επίσης ο κατηγορούμενος υπόγραψε και έβαλε το αποτύπωμα του σε έγγραφο το οποίο ήταν απόδειξη παραλαβής χρημάτων και στο οποίο το ποσό δεν αναγραφόταν και του έδωσε τρεις μήνες διορία για να πληρώσει όλο το ποσό των €8,
- Επιπλέον ανέφερε ότι στις 8/7/2011 ως εγγύηση του παρέδωσε υπογραμμένο έγγραφο μεταβίβασης ΤΟΜ 9 από την μητέρα του η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΒΑΤ 035 μάρκας BMW το οποίο είχε στην κατοχή του και το οδηγούσε. Το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο στην μητέρα του επειδή ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να το εγγράψει επ΄ ονόματι του, πράγμα το οποίο ανέφερε και στον παραπονούμενο. Επίσης ανέφερε ότι επειδή δεν αποπλήρωσε έγκαιρα το δάνειο, ο παραπονούμενος μεταβίβασε στις 25/10/2010 το εν λόγω αυτοκίνητο επ΄ ονόματι του. Μετά την μεταβίβαση του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος βρήκε και έδωσε στον παραπονούμενο €3,500 σε μετρητά, λέγοντας του ότι θα κάνει ότι μπορεί για να του δώσει και τα υπόλοιπα €4,500 και να μην προχωρήσει με το αυτοκίνητο επειδή το οδηγούσε ο ίδιος. Όμως δεν κατάφερε να τον εξοφλήσει και κίνησε την παρούσα διαδικασία και του ζητούσε €15,000 για να την αποσύρει, του τηλεφωνούσε συχνά και τον απειλούσε, κινώντας ταυτόχρονα και την αγωγή με αριθμό 3829/10 εναντίον της μητέρας του και ζητούσε την παράδοση του εν λόγω αυτοκινήτου. Ο παραπονούμενος τον Αύγουστο του 2011 πήγε και τον βρήκε με άλλα δύο άτομα και τον απείλησαν ότι αν δεν τους δώσει το εν λόγω αυτοκίνητο θα του έκαμναν κακό στην σωματική του ακεραιότητα και έτσι αναγκάστηκε να το δώσει. Προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για τις εν λόγω απειλές, ως επίσης τον κατάγγειλε στις 16/9/
- Θεωρεί ότι εξόφλησε τον παραπονούμενο με την καταβολή του ποσού των €3,500 και την παράδοση του αυτοκινήτου, ότι δεν εξαπάτησε τον παραπονούμενο και ότι ανέφερε στον παραπονούμενο ότι ήταν πτωχεύσας. Προφορικά ανέφερε ότι ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι του δάνεισε χρήματα για να πληρώσει στοιχήματα, εννοώντας τα κέρδη από στοιχήματα που παίχτηκαν στο πρακτορείο του είναι ψευδής, λέγοντας ότι στο εν λόγω πρακτορείο εκτελούσε χρέη βοηθού αποδέχτη στοιχημάτων για την εταιρεία SCOREBET LTD και ότι ο ίδιος απλά έπαιρνε μια προμήθεια, δηλαδή σε περίπτωση που κέρδιζαν οι πελάτες, τα κέρδη από τα στοιχήματα τα κατέβαλλε η εν λόγω εταιρεία και όχι ο κατηγορούμενος. Ο λόγος που ο παραπονούμενος του δάνεισε τα χρήματα με τόση ευκολία όταν του τα ζήτησε και που ήταν σε τρεις δόσεις, ήταν επειδή πριν από 6-7 μήνες του ξαναδάνεισε άλλες €5,000 και μετά από 2-3 μήνες ο κατηγορούμενος για να τον εξοφλήσει του έδωσε €8,000, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ο παραπονούμενος ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε πτώχευση πολύ πιο πριν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος γνώριζε από πριν ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε πτώχευση τουλάχιστον εδώ και τρία χρόνια, ως επίσης και για τα οικονομικά του προβλήματα αφού τα συζήτησαν μαζί περίπου 5-6 φορές. Ανέφερε ότι ήθελε να είναι εντάξει με τον παραπονούμενο όπως ήταν και την πρώτη φορά που δανείστηκε χρήματα για να μην πει ο παραπονούμενος ότι τον κορόιδεψε και ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι όλα είναι τυπικά αφού ο κατηγορούμενος θα τον πληρώσει, αλλά και να μην ήθελε να πληρώσει ο κατηγορούμενος θα πλήρωνε, αφήνοντας όπως είπε υπονοούμενα. Παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος ότι είναι παράνομο όπως υπογράφει συμφωνία όντας πτωχεύσας και ότι δεν ενημέρωσε τον Επίσημο Παραλήπτη για την σύναψη δανείου που έκανε ο ίδιος. Ανέφερε ότι αρχικά δεν θεώρησε σωστό να καταγγείλει τον παραπονούμενο στην Αστυνομία διότι δεν του έκανε οποιοδήποτε κακό, αργότερα όμως το έπραξε όταν τον απείλησε ευθέως. Η μεταβίβαση του πιο πάνω αναφερόμενου αυτοκινήτου δεν έγινε κατόπιν εκβιασμού, αλλά θεώρησε ότι εξόφλησε τον παραπονούμενο με τα χρήματα που του έδωσε και την μεταβίβαση του αυτοκινήτου που έγινε με το ζόρι, όπως ανέφερε αργότερα ο κατηγορούμενος. Αργότερα όμως ο παραπονούμενος του ζήτησε €15,000 για να θεωρείται το δάνειο ως εξοφληθέν και με την σειρά του ανέφερε στον παραπονούμενο ότι το δάνειο έχει εξοφληθεί με την καταβολή του ποσού των €3,500 και την μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 1, ανέφερε ότι δανείστηκε από τον παραπονούμενο χρήματα τρεις φορές και κάθε φορά που έπαιρνε χρήματα από τον παραπονούμενο, υπόγραφε ένα χαρτί στο οποίο αναγραφόταν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ελάμβανε, υπολογίζοντας με αυτόν τον τρόπο ο παραπονούμενος τους τόκους που θα ελάμβανε. Όταν εξόφλησε τον παραπονούμενο για τα χρήματα που έλαβε τις προηγούμενες φορές, ο παραπονούμενος έσκισε στην παρουσία του τα εν λόγω έγγραφα. Ανέφερε ότι εγνώριζε ότι με την υπογραφή του τεκμηρίου 1 ότι υπόγραφε για το ποσό των €20,000, λέγοντας ότι ο παραπονούμενος του ζήτησε όπως του δοθεί το ποσό των €8,000 και ότι θα σκίσει τα δύο έγγραφα. Είπε επίσης ότι νομίζει ότι έπεισε τον παραπονούμενο ότι είναι φερέγγυο άτομο διότι ο παραπονούμενος του ξαναδάνεισε χρήματα στο παρελθόν. Δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ότι ο Επίσημος Παραλήπτης του ανέφερε πως ότι έχει σχέση με την εργασία του, μπορεί να το κάνει για να ζήσει. Το πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο το έγγραψε εξ΄ αρχής επ΄ ονόματι της μητέρας του διότι δεν μπορούσε να το εγγράψει επ΄ ονόματι του όντας πτωχεύσας, αλλά ο ίδιος το πλήρωσε. Τέλος ανέφερε πως νομίζει ότι ο παραπονούμενος είναι παράλογος από την στιγμή που δανείζει €8,000 και να απαιτεί όπως του επιστραφεί το ποσό των €20,000, λέγοντας ότι αυτό συνιστά τοκογλυφία. Πιστεύει ότι ο παραπονούμενος του δάνεισε χρήματα διότι ήταν σίγουρος ότι θα έπαιρνε τα χρήματα του πίσω αφού αυτό έγινε και στο παρελθόν. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος νόμιζε ότι θα φοβόταν. Έκανε πρόταση στον παραπονούμενο όπως του δώσει €10,000 και ο παραπονούμενος αρνήθηκε διότι δεν δέχτηκε να λάβει τόσο λίγους τόκους. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι φοβάται πάλι διότι μπορεί κάποιος να του κάνει κακό, δέχτηκε απειλές και ότι θα πάρει τα λεφτά του με το ζόρι. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο παραπονούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποποιηθεί των εκδοχών του κατηγορουμένου όπως αυτές του υποβαλλόταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δεν απαντούσε με φυσικότητα, ευθύτητα και με πηγαίο τρόπο. Η όλη του συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, έδειχνε άτομο το οποίο όχι μόνο δεν έλεγε την αλήθεια, αλλά απέκρυψε και γεγονότα τόσο σημαντικά, τα οποία ανέφερε μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δίνοντας βεβαίως την δική του εκδοχή και ερμηνεία η οποία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Συγκεκριμένα ο παραπονούμενος δεν ανέφερε κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης του και με εμφανή πρόθεση απόκρυψης για να στηρίξει την εκδοχή του, τα όσα έλαβαν χώρα αναφορικά με την μεταβίβαση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΒΑΤ 035 μάρκας BMW επ΄ ονόματι του, ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του το εν λόγω όχημα, γεγονότα τα οποία είναι πολύ σημαντικά και ουσιώδη αφού σε αυτά στηρίχτηκε ένα σημαντικό μέρος της υπερασπιστικής γραμμής. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ξεγελάστηκε και δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο, ότι ο τελευταίος δεν τον πληροφόρησε ότι είναι πτωχεύσας και ότι εάν το εγνώριζε δεν θα του ξαναδάνειζε χρήματα, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν γίνονται πιστευτοί διότι όπως θα επεξηγηθεί και πιο κάτω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αξιόπιστη, αληθή και λογική. Απορρίπτεται επίσης και ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ως άστοχος, ψευδής και αναξιόπιστος ότι τα χρήματα τα οποία δάνεισε στον κατηγορούμενο προέρχονται από κέρδη στοιχημάτων στον ιππόδρομο, αφού κανένα αποδειχτικό στοιχείο δεν προσκόμισε για να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό. Στον αντίποδα, ο κατηγορούμενος άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε στο Δικαστήριο με αυθόρμητο και πηγαίο τρόπο, με ευθύτητα, αμεσότητα και έδωσε φως σε όλες τις πτυχές της παρούσας υπόθεσης και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε το τεκμήριο 1 αλλά και η μεταβίβαση του πιο πάνω αναφερόμενου αυτοκινήτου, ήτοι το τεκμήριο
- Δεν δίστασε μάλιστα και να παραδεχτεί ουσιαστικά και ποινικά αδικήματα που διέπραξε, όπως είναι η ανάληψη χρέους ενώ ήταν πτωχεύσας, καταδεικνύοντας και αποδεικνύοντας ότι είναι άτομο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια και να μην παραπλανήσει το Δικαστήριο για να στηρίξει την εκδοχή του. Είναι λογικό ο παραπονούμενος να εγνώριζε ότι είναι πτωχεύσας και παρόλα αυτά να δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €8,000, διότι ο κατηγορούμενος ξαναδανείστηκε χρήματα στο παρελθόν από τον παραπονούμενο και του τα επέστρεψε, και έτσι εξηγείται το γεγονός της επαναχρηματοδότησης του κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο. Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι ξεγελάστηκε από τον κατηγορούμενο και ότι ο τελευταίος δεν τον πληροφόρησε ότι είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας, απορρίπτεται ως ψευδής, άστοχος και υστερόβουλος, ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε από τον παραπονούμενο για να στηρίξει την εκδοχή του η οποία και απορρίπτεται. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου στην ολότητα της ως την μόνη αληθή και αξιόπιστη και το Δικαστήριο θα στηριχτεί σε αυτήν για να εξάξει τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσα λοιπόν από τα παραδεχτά γεγονότα, αλλά και την μαρτυρία του κατηγορουμένου η οποία κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 186/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 18/1/2006 διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Β) Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 186/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, κηρύχτηκε σε πτώχευση στις 23/3/
- Γ) Ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη των πιο πάνω διαταγμάτων. Δ) Η αγωγή με αριθμό 3829/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ως επίσης και η υπεράσπιση και ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στην εν λόγω αγωγή, αποσύρθηκε στις 27/9/2011 με διαταγή όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Ε) Ο κατηγορούμενος τελεί μέχρι και σήμερα σε πτώχευση και συνεπώς δεν έχει αποκατασταθεί. Ζ) Ο παραπονούμενος κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 1, ήτοι στις 8/7/2010, ήδη γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας διότι ο κατηγορούμενος του το ανέφερε από προηγούμενες δοσοληψίες που είχαν και συγκεκριμένα από προηγούμενες δανειοδοτήσεις που έλαβαν χώρα πριν τις 8/7/
- Η) Ο παραπονούμενος δάνεισε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €8,
- Θ) Το ποσό που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 1, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος έλαβε από τον παραπονούμενο το ποσό των €20,000 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι το ποσό που δανείστηκε ο κατηγορούμενος από τον παραπονούμενο ανερχόταν στο ποσό των €8,
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, η νομική βάση που διέπει το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή του άρθρου 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε — (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε· είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη>>. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 117(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: 1) η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσαντα 2) στην έκταση των 10 και πλέον λιρών 3) χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω αναφερόμενα παραδεχτά γεγονότα, αλλά και τα ευρήματα και συμπεράσματα, ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το πρώτο και δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, πλην όμως απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος δεν τον πληροφόρησε ότι είναι μη αποκαταστήσας πτωχεύσας, διότι όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος πληροφόρησε τον παραπονούμενο για το εν λόγω γεγονός. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η νομική βάση που την διέπει είναι αυτή του άρθρου118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη∙ (β) με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του ή οποιουδήποτε από αυτούς διενήργησε ή προκάλεσε τη διενέργεια δωρεάς, παράδοσης ή μεταβίβασης ή επιβάρυνσης επί της περιουσίας του∙ (γ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης από πτωχεύσα κατά παράβαση του άρθρου 118(α) του Κεφ. 5 είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξασφάλιση πίστωσης από πτωχεύσα με ψευδείς παραστάσεις ή άλλο δόλιο μέσο. (β) Κατά την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης. Αναφορικά με τον όρο <<ψευδείς παραστάσεις>>, το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Με βάση λοιπόν και πάλι τα παραδεχτά γεγονότα αλλά και τα ευρήματα και συμπεράσματα, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, διότι δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε οιαδήποτε ψευδή παράσταση όπως αυτές αναγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας. Συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε και παρίστανε τον εαυτό του ότι είναι άτομο αξιόπιστο, φερέγγυο και ικανό προς πληρωμή των χρεών του ενώ τούτο ήταν ψευδές εν γνώση του όντας πτωχεύσας, διότι ο κατηγορούμενος πληροφόρησε τον παραπονούμενο ότι είναι πτωχεύσας. Από την στιγμή λοιπόν που ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον παραπονούμενο για το εν λόγω γεγονός, δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως άτομο αξιόπιστο, φερέγγυο και ικανό προς πληρωμή των χρεών του, διότι εξ΄ ορισμού και εκ του νόμου ο πτωχεύσας δεν είναι άτομο αξιόπιστο, φερέγγυο και ικανό προς πληρωμή των χρεών του. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την δεύτερη κατηγορία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο