← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κόκκινος Φάρμ Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2143/07, 26.10.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Κόκκινος Φάρμ Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2143/07, 26.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2143/07 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν.

  1. Κόκκινος Φάρμ Λτδ
  2. Ιωάννης Σταύρου Κόκκινος Ημερομηνία: 26.10.2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ξενοφώντος. Για Κατηγορούμενους: κ. Χ'Λοίζου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το κατηγορητήριο περιλάμβανε 139 κατηγορίες. Στο στάδιο όμως της διάγνωσης απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στις κατηγορίες 22-24 ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε και στις κατηγορίες 45-52, 77-78, 99-100, 103-104, 107-108 και 113-
  3. Συνεπώς στο παρόν στάδιο και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας 9 τιμολογίων (κατηγορίες 1, 2, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 13, 14, 16, 17, 19, 20, 25, 26, 28 και 29) και τριών εντύπων παραγγελίας (requisition) (κατηγορίες 137-139) καθώς και κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 27 και 30). Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει περαιτέρω κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας 37 τιμολογίων (κατηγορίες 31, 32, 34, 35, 37, 38, 40, 41, 43, 44, 53-76, 79-98, 101, 102, 105, 106, 109-112 και 115-134), απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορία 135), απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 33, 36, 39 και 42) και συγκάλυψης (κατηγορία 136). Στο σημείο αυτό αναφορικά με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αρκεί να λεχθεί ότι ο χρόνος της κατ' ισχυρισμό διάπραξης τους καλύπτει την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι και τον Αύγουστο του
  4. Οι δε κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων αφορούν τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας σχετικά με την πώληση κοτόπουλων και παραγώγων αυτών και έντυπα παραγγελίας (requisition) των δύο υπεραγορών Παπαντωνίου στη Χλώρακα και στην Πάφο, των οποίων ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια είναι η εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU PUBLIC LTD (στο εξής η παραπονούμενη) και από την οποία κατ' ισχυρισμό αποσπάσθηκαν ή έγινε απόπειρα να αποσπασθούν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 16 μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε συνολικά 282 τεκμήρια. Δηλώθηκαν επίσης σειρά παραδεκτών γεγονότων που αφορούν την διακίνηση των τεκμηρίων, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων στις πιο πάνω αναφερόμενες κατηγορίες και αφού εξηγήθηκαν τα δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως και δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.1830 Νεόφυτος Παπαριστοδήμου. Ο μάρτυρας στις 21.9.05 μετά από σχετική καταγγελία του Μ.Κ.14 ίδιας ημερομηνίας, έλαβε οδηγίες από τον Βοηθό Υπεύθυνο του ΤΑΕ Πάφου αρχικά για να διερευνήσει μαζί με τον Αστ.1825, 4 υποθέσεις πλαστογραφίας τιμολογίων και απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με ύποπτο τον κατηγορούμενο 2 και παραπονούμενη την παραπονούμενη εταιρεία. Στα πλαίσια της διερεύνησης αυτής ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Αστ.2760, 5 τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Περαιτέρω έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 (τεκμήριο 2) και κατηγόρησε αυτόν γραπτώς ενώ έλαβε και δείγματα γραφής και υπογραφής από διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων ο κατηγορούμενος 2, ο υπάλληλος αυτού Spasov Yordanov και η Μ.Κ.
  1. Επίσης παρέλαβε από τον Αστ.1825, 121 τιμολόγια της κατηγορούμενης 1, δείγματα γραφής του κατηγορούμενου 2 και του Μ.Κ.13 καθώς και ένα ψηφιακό δίσκο (CD) κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (τεκμήριο 157). Στις 27.10.05 και 8.11.05 ο Μ.Κ.14 οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι από σχετικό έλεγχο που έκανε μέσω του λογισμικού αγορών και πωλήσεων με την κατηγορούμενη 1, η οποία προμηθεύει τις δυο υπεραγορές της παραπονούμενης με κοτόπουλα και παράγωγα τους, διαπιστώθηκε έλλειμμα ύψους Λ.Κ.478.671 περίπου. Περαιτέρω οι καταγγελίες αφορούσαν πλαστογραφία και κυκλοφορία τιμολογίων της κατηγορούμενης 1 καθώς και εντύπων παραγγελίας των υπεραγορών της παραπονούμενης. Στα πλαίσια των καταγγελιών αυτών ο Μ.Κ.1 παρέλαβε από τον Μ.Κ.14 πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 και πρωτότυπα έντυπα παραγγελιών των υπεραγορών ενώ περαιτέρω έλαβε δείγματα γραφής και υπογραφής από διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος 2, από τον οποίο έλαβε επίσης δύο ανακριτικές καταθέσεις (τεκμήρια 158 και 159) και τον κατηγόρησε γραπτώς. Στις 23.2.09 ο Μ.Κ.1 κατόπιν διαταγής παρουσίασης εγγράφων παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 2, τα δύο αντίτυπα 37 τιμολογίων και το ένα αντίτυπο 7 άλλων τιμολογίων της κατηγορούμενης 1 (τεκμήρια 113-156). Τέλος κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.1 κατέθεσε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων (τεκμήρια 7-174) και, μεταξύ άλλων, περιέγραψε την παραλαβή και διακίνηση τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Α/Αστ.2760 Παναγιώτης Λιασίδης. Ο μάρτυρας στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε στις 21.9.05 από τον Μ.Κ.14 κατάθεση και παρέλαβε από αυτόν 5 πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 (τεκμήρια 7, 11, 17, 21 και 25) καθώς και τα τεκμήρια 12, 13, 14, 15, 20 και
  2. Όλα τα πιο πάνω ο μάρτυρας τα παρέδωσε την επόμενη μέρα στον Μ.Κ.
  3. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκαναν καλή εντύπωση. Ανέφεραν με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις ενέργειες τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Απαντούσαν με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και η όλη εικόνα τους δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση τους. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Α/Αστ.1825 Αντρέας Χριστοφίδης. Ο μάρτυρας αυτός στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης συνέλαβε στις 22.9.05 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου τον κατηγορούμενο 2 και την ίδια μέρα στην παρουσία αυτού διενήργησε έρευνες στην οικία και οχήματα του καθώς και στα γραφεία και φάρμα της κατηγορούμενης 1 που βρίσκονταν στο χωριό Κρήτου Μαρόττου και σε πρατήριο αυτής στην Πάφο. Κατά την έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 2 ο Μ.Κ.3 εντόπισε και παρέλαβε 15 τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 ενώ κατά την έρευνα στα γραφεία της εν λόγω εταιρείας εντόπισε και παρέλαβε 106 τιμολόγια αυτής. Περαιτέρω τις επόμενες μέρες ο Μ.Κ.3 έλαβε δείγματα γραφής από τον κατηγορούμενο 2 και τον Μ.Κ.13 και παρέλαβε από τον Αντρέα Νεοφύτου (Μ.Κ.12) ένα ψηφιακό δίσκο (CD) κλειστού συστήματος παρακολούθησης (τεκμήριο 157). Όλα τα πιο πάνω ο μάρτυρας τα παρέδωσε στον Μ.Κ.
  4. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς με δεδομένο ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης της. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Έλλη Αντωνίου υπάλληλος στο Τμήμα Κρεοπωλείου στην υπεραγορά Παπαντωνίου στη Χλώρακα από το
  5. Η μάρτυρας αυτή ως επιφορτισμένη μεταξύ άλλων με την παραγγελία και παραλαβή κοτόπουλων και παράγωγων αυτών περιέγραψε τη διαδικασία παραγγελίας και παραλαβής από την κατηγορούμενη 1 τόσο πριν την εφαρμογή του ISO-HACCP όσο και μετά. Αναφορικά με τα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 8932 (τεκμήριο 21) ημερ. 5.8.05 και 8793 (τεκμήριο 17) ημερ. 3.8.05 η μάρτυρας ανέφερε ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» δηλ. τα αρχικά του ονόματός της «Α.Ε.» δεν είναι δικές της. Επίσης τα γράμματα και αριθμοί που αναγράφονται στα εν λόγω τιμολόγια δεν είναι δικά της γραφόμενα. Σε σχέση με το πρωτότυπο τιμολόγιο της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 8650 (τεκμήριο 7) ημερ. 13.8.05 η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι στις 12.8.05 ήταν με άδεια του γιατρού και την επόμενη δηλ. στις 13.8.05 πήγε στην εργασία της μόνο μία ώρα γιατί συνέχιζε να είναι άρρωστη χωρίς να παραλάβει εμπορεύματα από οποιονδήποτε προμηθευτή. Η υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» στο εν λόγω τιμολόγιο, δηλαδή τα αρχικά του ονόματός της «Α.Ε.» δεν είναι η δική της. Όσον αφορά τα έντυπα ελέγχου ημερήσιων παραλαβών ημερ. 3.8.05 (τεκμήριο 20) και ημερ. 5.8.05 (τεκμήριο 24) η Μ.Κ.4 δεν παρέλαβε κοτόπουλα από οποιονδήποτε προμηθευτή. Όσον αφορά τα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμούς 5650 (τεκμήριο 63) ημερ. 6.4.04, 6299 (τεκμήριο 35) ημερ. 19.8.04, 5156 (τεκμήριο 50) ημερ. 23.7.04, 6298 (τεκμήριο 53) ημερ. 18.8.04, 9115 (τεκμήριο 29) ημερ. 26.8.05 και 7200 (τεκμήριο 56) ημερ. 19.12.04 οι υπογραφές που φαίνονται στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης», δηλαδή τα αρχικά «Α.Ε.» δεν ανήκουν στη Μ.Κ.
  6. Επίσης η Μ.Κ.4 δεν έγραψε τίποτε στα εν λόγω τιμολόγια. Όσον αφορά το έντυπο παραγγελίας (τεκμήριο 30) ημερ. 26.8.05 οι υπογραφές που φαίνονται στις θέσεις «Αιτητής» και «Έγκριση», δηλαδή τα αρχικά «Α.Ε.» επίσης δεν είναι δικές της Μ.Κ.4, όπως ούτε και τα γραφόμενα εκεί στις στήλες «Ποσότητα» και «Μονάδα Μέτρησης» και η ημερομηνία. Όσον αφορά το τιμολόγιο της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 9400 (τεκμήριο 42) ημερ. 29.7.05 η υπογραφή στη θέση «Παραδώσας», δηλαδή τα αρχικά του ονόματός «Α.Ε.» δεν ανήκει στη Μ.Κ.
  7. Επίσης η Μ.Κ.4 δεν έγραψε τίποτα σε αυτό. Όσον αφορά το έντυπο παραγγελίας (τεκμήριο 43) που σχετίζεται με το τιμολόγιο με αριθμό 9400 η υπογραφή που υπάρχει στη θέση «Έγκριση», δηλ. τα αρχικά «Α.Ε.» δεν ανήκει στη Μ.Κ.4, όπως ούτε και τα γραφόμενα εκεί στις στήλες «Ποσότητα» και «Μονάδα Μέτρησης». Η Μ.Κ.4 πάντοτε στα τιμολόγια και στα έντυπα παραγγελίας υπέγραφε βάζοντας τα αρχικά του ονόματος και του επιθέτου της, δηλαδή «Α.Ε.» αλλά ποτέ δεν έδωσε σε οποιονδήποτε εξουσιοδότηση να υπογράφει με το όνομα της σε τιμολόγια ή έντυπα παραγγελίας. Η Μ.Κ.4 ήταν η μόνη υπάλληλος της παραπονούμενης που υπέγραφε με αυτά τα αρχικά. Η Μ.Κ.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με ευθύτητα και σαφήνεια όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις της χαρακτηριζόταν από λογική, σταθερότητα και συνέπεια και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Σόνια Ιωάννου, η οποία από τον Φεβρουάριο του 2001 εργάζεται στο λογιστήριο της παραπονούμενης, στην υπεραγορά στην Πάφο, με καθήκοντα μεταξύ άλλων την καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των τιμολογίων των προμηθευτών του κρεοπωλείου και για τις δύο υπεραγορές. Τα συγκεκριμένα δε καθήκοντα τα ασκούσε μαζί με τη συνάδελφο της Γεωργία Λουκαίδου. Η μάρτυρας περιέγραψε κατά τη μαρτυρία της την διαδικασία καταχώρησης των τιμολογίων των προμηθευτών. Σύμφωνα με τη μάρτυρα για τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η διαδικασία ήταν διαφορετική από τους άλλους προμηθευτές. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι μόλις η ίδια άρχισε δουλειά το έτος 2001, την ενημέρωσε μια άλλη κοπέλα που εργαζόταν μαζί της, ονόματι Ιωάννα, ότι όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 αυτή η διαδικασία είναι διαφορετική και ότι τα πρωτότυπα τιμολόγια τα έπαιρνε προσωπικά ο ιδιοκτήτης της, κατηγορούμενος
  8. Από τον καιρό που η Μ.Κ.5 άρχισε δουλειά μέχρι που εφαρμόσθηκε το ISO-HACCP όλα τα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 2 για παράδοση κοτόπουλων και παράγωγων τους και στις δύο υπεραγορές της παραπονούμενης, τα έπαιρνε προσωπικά στην ίδια και στη Γεωργία Λουκαίδου, συνήθως στο τέλος κάθε μήνα για να τα καταχωρήσουν στο σύστημα και ακολούθως να πληρωθεί, πάντα ο κατηγορούμενος 2 και ποτέ υπάλληλος αυτού. Ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τα τιμολόγια έπαιρνε και μηνιαία κατάσταση τιμολογίων, στην οποία όμως δεν επισυνάπτονταν αντίγραφα των τιμολογίων αλλά τα πρωτότυπα. Στην μάρτυρα ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε παρέδωσε αντίτυπα των τιμολογίων. Ακολούθως τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 τα έπαιρνε είτε η μάρτυρας είτε η Λουκαίδου και αφού τα περνούσαν στο σύστημα τα έδιδαν στη Μ.Κ.6, υπεύθυνη για τις πληρωμές. Όταν τελείωνε η Μ.Κ.6 τα πρωτότυπα τιμολόγια τα έπαιρνε η Μ.Κ.5 ή η Λουκαίδου και τα τοποθετούσαν στο φάιλ της κατηγορούμενης 1, που βρισκόταν στο γραφείο της Μ.Κ.5, και σε ηλεκτρονικό φάιλ αφού κάθε προμηθευτής είχε δικό του λογαριασμό. Μετά που άρχισε η εφαρμογή του ISO-HACCP και στις δύο υπεραγορές ο κατηγορούμενος 2 έπαιρνε και πάλι πρωτότυπα τιμολόγια για να τα περάσει είτε η Μ.Κ.5 είτε η Γεωργία, αλλά τις φορές αυτές ήταν λίγα και ουδέποτε συνοδεύονταν από έντυπα παραγγελίας. Η Μ.Κ.5 εξακολούθησε να τα περνά στο σύστημα τόσο αυτή όσο και η Γεωργία διότι δεν τους είπε κανείς να μην το κάνουν. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η Νίκη Ευθυμίου, η οποία από τον Απρίλιο του 2001 εργάζεται επίσης στο λογιστήριο της παραπονούμενης με καθήκοντα την έκδοση επιταγών προς πληρωμή των προμηθευτών των δύο υπεραγορών. Η μάρτυρας περιέγραψε τη διαδικασία πληρωμής των προμηθευτών. Ανέφερε δε ότι όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 πριν την εφαρμογή του ISO-HACCP πήγαινε στο γραφείο της ο κατηγορούμενος 2, μόνον και όχι υπάλληλος του, και της έλεγε ότι έφερε τιμολόγια της εταιρείας του και τα άφησε στη Μ.Κ.5 ή στη Λουκαίδου και να μεριμνήσει να ετοιμάσει την επιταγή του για πληρωμή. Στην ίδια έπαιρνε αντίγραφα των τιμολογίων αλλά της έλεγε ότι στις κοπέλες έπαιρνε τα πρωτότυπα. Τα πρωτότυπα τιμολόγια καταχωρούνταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή από τις άλλες κοπέλες. Ακολούθως είτε η ίδια είτε οι άλλες κοπέλες έπαιρναν στη μάρτυρα τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 και αφού αυτή έλεγχε τα αντίγραφα των τιμολογίων για να βεβαιωθεί ότι τα τιμολόγια ήταν περασμένα στο σύστημα, έκδιδε επιταγές, πάντοτε στο όνομα της κατηγορούμενης 1, αφού προηγουμένως αφαιρούσε κάποια έκπτωση περίπου 5-7% πάνω στο ολικό των τιμολογίων. Δηλ. η ίδια πλήρωνε βάση της καταχώρησης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο λόγος που γινόταν η εν λόγω έκπτωση ήταν γιατί ο κατηγορούμενος 2 ήθελε να πληρώνεται αμέσως και πληρωνόταν κάθε τέλος του μήνα για τα τιμολόγια του μηνός, χωρίς να υπάρχει καθυστέρηση ενώ οι άλλοι προμηθευτές πληρώνονταν μετά από δύο μήνες χωρίς όμως να τους αποκόπτεται αυτό το ποσοστό. Για την έκπτωση αυτή ενημέρωσε τη μάρτυρα η υπεύθυνη του λογιστηρίου Κούλα. Ακολούθως τα τιμολόγια η μάρτυρας τα έδιδε συνήθως στη Μ.Κ.5 για να αρχειοθετηθούν στο φάιλ του προμηθευτή. Μετά την εφαρμογή του ISO-HACCP ο κατηγορούμενος 2 πάλι πήγαινε και έπαιρνε τα αντίγραφα στη μάρτυρα και γινόταν πάλι η ίδια διαδικασία. Η κατηγορούμενη 1 παρέδιδε κοτόπουλα και παράγωγα στις υπεραγορές της παραπονούμενης μέχρι και την 1.9.
  9. Πληρώθηκε δε για τα εμπορεύματα που παρέδωσε και στις δύο υπεραγορές μέχρι και το τέλος Ιουλίου του
  10. Βάση ελέγχου που διενήργησε η μάρτυρας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι από 1.1.01 μέχρι και 30.7.05 ο κατηγορούμενος 2 πληρώθηκε με επιταγές (για πληρωμές βλ. τεκμήριο 174). Όσα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 εκδόθηκαν μέχρι και 30.7.05 έχουν όλα πληρωθεί. Όσον αφορά την επιταγή με αρ. 15975307, ημ. 29.12.05 για το ποσό των Λ.Κ.11,289 που αφορά αγορές από την κατηγορούμενη 1 για ένα μήνα και είναι η εξόφληση των τιμολογίων της μέχρι και 1.9.05, αυτή δεν εξοφλήθηκε, καθότι ο κατηγορούμενος 2 δεν πήγε ποτέ του να την παραλάβει. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Πέτρος Τσιάκκας, λογιστής, ο οποίος από τον Ιούνιο του 2004 εργάζεται ως εσωτερικός ελεγκτής και υπεύθυνος ελέγχου για τα συστήματα HACCP και ISO δηλαδή σύστημα ασφάλειας των τροφίμων και διαχείριση ποιότητας των δύο υπεραγορών της παραπονούμενης. Ο μάρτυρας δεν ασχολείτο με την πληρωμή των προμηθευτών αλλά είχε την ευθύνη για τον έλεγχο των τιμολογίων που παρουσίαζαν οι προμηθευτές. Δηλαδή έλεγχε την υπογραφή στη θέση «Παραλήπτης» και «Προμηθευτής», αν επισυναπτόταν έντυπο παραγγελίας (requisition) με το τιμολόγιο και έκανε αριθμητικό έλεγχο τιμολογίων. Ο πιο πάνω έλεγχος δεν γινόταν επί καθημερινής βάσης αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα και αν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε παρατυπία αναλόγως της έκτασης μπορούσε να γίνει εκτενέστερος έλεγχος και σε προηγούμενες παραλαβές. Πολλές φορές κατά την παρουσία του στην υπεραγορά στη Χλώρακα ο μάρτυρας παραλάμβανε από τη Μαρία Σάββα, της αποθήκης, σε κλειστό κουτί τιμολόγια που αφορούσαν γενικά τα τμήματα της υπεραγοράς της Χλώρακας και τα μετέφερε και τα παρέδιδε στο λογιστήριο. Επίσης κάποιες φορές έπαιρνε απευθείας τα τιμολόγια από το κρεοπωλείο της Χλώρακας και πάλι τα μετέφερε και τα παρέδιδε στο λογιστήριο. Η διαδικασία επισύναψης εντύπου παραγγελίας (requisition) εφαρμοζόταν από τα τέλη Ιανουαρίου 2005 για την υπεραγορά στην Χλώρακα και από τον Ιούλιο του 2004 για την υπεραγορά στην Πάφο. Για κάθε παραλαβή ειδών κρεοπωλείου συμπληρωνόταν επίσης το έντυπο ελέγχου ημερησίων παραλαβών. Αυτό αποτελούσε εσωτερική διαδικασία, έπρεπε να συμπληρώνεται αποκλειστικά από τους παραλήπτες του κρεοπωλείου και δεν είχε καμία σχέση με το άτομο που παραδίδει. Την 1.9.05 το πρωί κάλεσε το Μ.Κ.8 στο γραφείο του ο οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης Μ.Κ.14 και του ανάφερε ότι την προηγούμενη ημέρα 31.8.05 ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε τέσσερα τιμολόγια της εταιρείας του (τεκμήρια 7, 17, 21 και 27), τα οποία δεν συνοδεύονταν από έντυπο παραγγελίας και σε αυτά υπήρχε υποψία για παρατυπία. Τα τρία από τα τέσσερα έφεραν υπογραφή «Α.Ε.», δηλ. ως της Μ.Κ.4, στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» και το τέταρτο ως του υπαλλήλου της υπεραγοράς Paul Secareanu. Ο Μ.Κ.8 κατόπιν εντολής του Μ.Κ.14 ρώτησε την Μ.Κ.4 σχετικά και αυτή του είπε ότι πάντα επισυνάπτετο έντυπο παραγγελίας με τα τιμολόγια τα οποία υπέγραφε καθώς και ότι στα τρία τιμολόγια που φαινόταν ως υπογράφουσα στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης», τα οποία της υπέδειξε ο Μ.Κ.8, η υπογραφή δεν ήταν δική της. Στις 6.9.05 το πρωί ο Μ.Κ.8 κλήθηκε σε συνάντηση παρευρισκομένων του Μ.Κ.14, του Χαράλαμπου Παπαντωνίου και του κατηγορούμενου 2, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι φέρει την ευθύνη για τα τέσσερα πιο πάνω αναφερθέντα τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέφερε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Μ.Κ.4 αλλά απλά ότι φέρει την ευθύνη και παραδέχεται για τα τέσσερα τιμολόγια. Οι Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.8 μου έκαναν επίσης καλή εντύπωση. Περιέγραψαν με σαφήνεια τα σχετικά με τα καθήκοντα τους και τα όσα γνώριζαν σχετικά με την παρούσα, απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, οι θέσεις τους ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω και αυτών η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.10 κατέθεσε η Μαρούλλα Παπαντωνίου, η οποία εργάζεται από το 1997 και είναι υπεύθυνη στο κρεοπωλείο της υπεραγοράς της παραπονούμενης στην Πάφο. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η παραγγελία και η παραλαβή κοτόπουλων. Εκτός από αυτήν παράγγελνε και παραλάμβανε και ο Δημήτρης Χ'Ιωάννου, ο οποίος εργάζεται εκεί από το
  11. Όταν υπήρχε αρκετή δουλειά ή όταν απουσίαζε η μάρτυρας ή ο Δημήτρης, κάτι που συνέβαινε σπάνια, παραλάμβανε άλλος υπάλληλος, τις πλείστες φορές ο Φλάβιος ο Ρουμάνος. Η μάρτυρας περιέγραψε τη διαδικασία παραγγελίας και παραλαβής από την κατηγορούμενη 1 τόσο πριν την εφαρμογή του ISO-HACCP όσο και μετά. Όσον αφορά τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 4444 ημερ. 20.11.03 (τεκμήριο 104), 5768 ημερ. 29.5.04 (τεκμήριο 74), 3428 ημερ. 9.6.03 (τεκμήριο 101), 3434 ημερ. 17.6.06 (τεκμήριο 99), 3441 ημερ. 21.6.03 (τεκμήριο 98), 3442 ημερ. 21.6.03 (τεκμήριο 97), 0090 ημερ. 26.4.01 (τεκμήριο 70), 0091 ημερ. 9.4.01 (τεκμήριο 69), 0096 ημερ. 20.4.01 (τεκμήριο 68) και 0098 ημερ. 24.4.01 (τεκμήριο 67) η μάρτυρας ανέφερε ότι όλα φέρουν την γνήσια υπογραφή της στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης». Τα γραφόμενα σε αυτά όμως δεν τα έγραψε η μάρτυρας. Όπως και οι προηγούμενοι μάρτυρες κατηγορίας έτσι και η Μ.Κ.10 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Και αυτή περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα καθήκοντα της και τις διαδικασίες που ακολουθούνταν στο κρεοπωλείο της υπεραγοράς που εργαζόταν και οι θέσεις της χαρακτηρίζονταν επίσης από σταθερότητα και συνέπεια. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την αντεξέταση της αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμάται αν μέσα στην εν λόγω υπεραγορά υπήρχε και ψησταριά ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι υπήρχε τέτοια και ότι αυτή προμηθευόταν από το κρεοπωλείο κοτόπουλα και παράγωγα τους. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τον τρόπο που κατέθετε και τη μαρτυρία της στο σύνολο της καθώς και τα όσα είπε σχετικά κρίνω ότι αυτό έγινε στην προσπάθεια της να περιοριστεί κατά τη μαρτυρία της «στα της δουλειάς της» και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί στοιχείο που να πλήττει την υπόλοιπη μαρτυρία της σε τέτοιο βαθμό ώστε να την καθιστά αναξιόπιστη και απορριπτέα στο σύνολο της. Άλλωστε πέραν των πιο πάνω το θέμα της ψησταριάς ως θα διαφανεί και στη συνέχεια ήταν επουσιώδες. Ούτε το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες των υπεραγορών είναι αδελφότεκνοι του συζύγου της μεταβάλλει τα πιο πάνω. Ως άλλωστε ανέφερε, χωρίς να αποκρύψει το πιο πάνω, η ίδια είναι υπάλληλος της παραπονούμενης και προφανώς με αυτή την ιδιότητα της προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει όταν κλήθηκε. Ενόψει των ανωτέρω δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.13 κατέθεσε ο Ανδρέας Παναγιώτου, ο οποίος εργάζεται από το 2000 και είναι υπεύθυνος στο κρεοπωλείο της υπεραγοράς της παραπονούμενης στη Χλώρακα. Μεταξύ άλλων είναι υπεύθυνος για την παραλαβή κοτόπουλων και μαζί του εργάζεται και η ΜΚ4, η οποία επίσης παραλαμβάνει κοτόπουλα. Όπως και η Μ.Κ.4 έτσι και ο Μ.Κ.13 περιέγραψε τη διαδικασία παραγγελίας και παραλαβής εμπορευμάτων από την κατηγορούμενη 1 τόσο πριν την εφαρμογή του ISO-HACCP όσο και μετά. Όσον αφορά τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 8793 ημερ. 3.8.05 (τεκμήριο 17), 8932 ημερ. 5.8.05 (τεκμήριο 21), 8650 ημερ. 13.8.05 (τεκμήριο 7) και 9116 ημερ. 28.8.05 (τεκμήριο 25) σε καμιά περίπτωση ο Μ.Κ.13 παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναγράφονται σ΄ αυτά. Επίσης η υπογραφή στη θέση του «Αγοραστής/Παραλήπτης» σε αυτά δεν είναι δική του. Όσον αφορά τα έντυπα παραγγελίας (requisition) και ελέγχου ημερήσιων παραλαβών κρεοπωλείου, από τον καιρό της εφαρμογής αυτών, αυτά συμπληρώνονται αποκλειστικά από το Μ.Κ.13 και τη Μ.Κ.4 και από κανένα άλλο. Το έντυπο ελέγχου ημερήσιων παραλαβών κρεοπωλείου ημερ. 3.8.05 (τεκμήριο 20) το συμπλήρωσε και έθεσε τις δύο υπογραφές ο μάρτυρας την ώρα που παραλήφθηκε το εμπόρευμα στις 3.8.
  12. Το έντυπο ελέγχου ημερήσιων παραλαβών ημερ. 5.8.05 (τεκμήριο 24) το συμπλήρωσε και έθεσε τις υπογραφές ο Μ.Κ.13 την ώρα που παραλήφθηκε το εμπόρευμα στις 5.8.
  13. Στο τιμολόγιο με αρ. 8650 (τεκμήριο 7) η υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» δεν ανήκει στον Μ.Κ.
  14. Η ημερομηνία δε που αναγράφεται στα τιμολόγια και στα έντυπα παραγγελίας γράφεται την ίδια ημέρα παράδοσης και δεν υπάρχει περίπτωση να γραφτεί η ημερομηνία μία ημέρα πριν ή μία ημέρα μετά ή και περισσότερο από την ημερομηνία παράδοσης. Η υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» στο τιμολόγιο της κατηγορούμενης 1 με αρ. 8787 ημερ. 30.7.05 (τεκμήριο 38) ανήκει στον Μ.Κ.
  15. Οι υπογραφές στις θέσεις «Αιτητής» και «Έγκριση» στο έντυπο παραγγελίας ημερ. 30.7.05 (τεκμήριο 39) επίσης ανήκουν στο Μ.Κ.
  16. Δεν είναι γραφόμενα του μάρτυρα στο τεκμήριο 39 τα «10 » 255 Kg» στις στήλες «Ποσότητα» και «Μονάδα Μέτρησης» στη θέση «Κοτόπουλο ψησταριάς». Τα υπόλοιπα στοιχεία τα συμπλήρωσε ο μάρτυρας. Ποτέ του ο Μ.Κ.13 δεν έδωσε την εξουσιοδότησή του σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράφει με το όνομά του στη θέση του. Ούτε υπέγραψε με το όνομα οποιουδήποτε υπαλλήλου που εργάζεται μαζί του. Ο Μ.Κ.13 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, πάντα σύμφωνα με τη μνήμη του και τα όσα γνώριζε για τις διαδικασίες που ακολουθούνταν στο κρεοπωλείο της υπεραγοράς όπου εργαζόταν. Δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και οι θέσεις του ήταν επίσης σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά τα διάφορα συμπεράσματα του μάρτυρα με βάση τα διάφορα τεκμήρια που του υποδείχθηκαν θα πρέπει να λεχθεί ότι ασφαλώς δεν είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο το οποίο θα καταλήξει στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα με βάση τη μαρτυρία που θα κάνει δεκτή μετά την αξιολόγηση της. Όσον δε αφορά το κατά πόσο υπήρχε βιβλίο ελέγχου ημερήσιων παραλαβών αναφορά και σχολιασμός θα γίνει σχετικά πιο κάτω. Τέλος αναφορικά με τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία και υιοθέτησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας ανέφερε ότι του τις διάβασε στο Δικαστήριο η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Είπε επίσης ότι τους τις διάβασε στο Δικαστήριο ακόμη μια φορά μετά που ήλθε στο Δικαστήριο. Δηλ. του τις διάβασε στις 9.11.10 που ήλθε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και στις 18.11.10 που ήλθε για δεύτερη φορά για την αντεξέταση του. Σε ερώτηση αν κουβέντιασαν για την υπόθεση απάντησε καταφατικά και είπε ότι τον ενημέρωσε. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη τη σταθερότητα του τρόπου με τον οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο σε κάθε δικάσιμο που παρουσιάστηκε καθώς και τη σταθερότητα των θέσεων του κρίνω ότι οι πιο πάνω ενέργειες της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής δεν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του Μ.Κ.13 ούτε και την προσήλωση του στην αλήθεια, με βάση τα όσα ο ίδιος γνώριζε προσωπικά για την υπόθεση, και δεν μεταβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο την κρίση μου επί της αξιοπιστίας του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.14 κατέθεσε ο Χάρης Π΄Κυριακού, ο οποίος εργάζεται στην παραπονούμενη από τον Ιανουάριο του
  17. Είναι ο οικονομικός διευθυντής αυτής με καθήκοντα την οικονομική διαχείριση της και κατ' επέκταση και των δύο υπεραγορών αυτής. Έχει πτυχίο λογιστικής και μεταπτυχιακό με ειδίκευση τη λογιστική. Επίσης είναι εγγεγραμμένος λογιστής από το Σύνδεσμο Εγγεγραμμένων Λογιστών Αμερικής (αντίγραφα πτυχίων και διπλωμάτων του τεκμήρια 215-219). Σύμφωνα με το μάρτυρα: Η παραπονούμενη είναι εταιρεία και είναι ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια των δυο υπεραγορών Παπαντωνίου που βρίσκονται η μια στην Πάφο και η άλλη στα σύνορα των χωριών Χλώρακας και Λέμπας. Μεταξύ των προμηθευτών της εταιρείας του είναι και η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην οποία ιδιοκτήτης και διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος
  18. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 1 προμήθευε τις εν λόγω υπεραγορές με νωπά κοτόπουλα, ολόκληρα και τεμαχισμένα ως επίσης και διάφορα παράγωγα κοτόπουλων π.χ φιλέτο, συκώτι, σιντζιέρι κ.α. Περαιτέρω ο Μ.Κ.14 περιέγραψε τη διαδικασία παραγγελίας και παραλαβής από τα κρεοπωλεία τόσο πριν την εφαρμογή του ISO-HACCP όσο και μετά. Όσον αφορά το τι συνέβη στις 31.8.05 ο Μ.Κ.14 ανέφερε ότι γύρω στις 14:30 ενώ βρισκόταν στο λογιστήριο της εταιρείας του πήγε εκεί ο κατηγορούμενος
  19. Ο Μ.Κ.14 βρισκόταν τυχαία εκεί εκείνη την ώρα γιατί συνήθως εκείνη την ώρα κάνει διάλειμμα. Μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος 2 ο Μ.Κ.14 κατάλαβε ότι ξαφνιάστηκε και άρχισε να δείχνει νευρικότητα. Δηλ. άλλαξε η έκφραση του προσώπου του και έκανε νευρικές κινήσεις όπως κάποιον που βλέπει κάποιον άλλο αναπάντεχα μπροστά του. Ο μάρτυρας χαιρέτησε τον κατηγορούμενο 2 και πέραν αυτού δεν του είπε οτιδήποτε άλλο. Όταν έφυγε ο κατηγορούμενος 2 ο Μ.Κ.14 έμαθε από την υπάλληλο του λογιστηρίου Γεωργία Λουκαίδου ότι ο κατηγορούμενος 2 της παρέδωσε τέσσερα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 τα οποία αφορούσαν το μήνα Αύγουστο και θα πήγαινε την επόμενη μέρα να πληρωθεί για ολόκληρο τον Αύγουστο. Ο Μ.Κ.14 ρώτησε τη Λουκαίδου, της οποίας ο κατηγορούμενος 2 είναι νονός, γιατί τα εν λόγω τιμολόγια τα έφερε ο ίδιος προσωπικά και δεν τα έστειλε το κρεοπωλείο για να πάνε μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας από εκεί στο λογιστήριο και η Λουκαίδου του είπε ότι όπως της είπε, κατά λάθος είχαν μείνει μέσα στο μπλοκ του και επειδή ήταν τέλος του μήνα και συνήθως τότε πληρωνόταν πήγε να τα πάρει για να πληρωθεί μαζί με όλα τα υπόλοιπα της εταιρίας του για τον μήνα Αύγουστο. Ο Μ.Κ.14 αμέσως ζήτησε να δει τα εν λόγω τιμολόγια τα οποία ήταν τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 9116 (τεκμήριο 25), 8650 (τεκμήριο 7), 8932 (τεκμήριο 21) και 8793 (τεκμήριο 17). Διαπίστωσε ότι αυτά δεν συνοδευόταν από έντυπο παραγγελίας όπως έπρεπε. Ενόψει αυτού αλλά και της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου 2 κινήθηκαν στο μάρτυρα υποψίες και έτσι έλεγξε τις υπογραφές στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» και στα τέσσερα τιμολόγια και υποψιάστηκε ότι ήταν πλαστές γιατί στα τιμολόγια με αρ. 8650, 8932 και 8793 διαπίστωσε ότι οι υπογραφές πήγαιναν να μοιάσουν με την υπογραφή της Μ.Κ.4 αλλά κατά την γνώμη του Μ.Κ.14 δεν ήταν δικές της γιατί σε σχέση με υπογραφές αυτής που έλεγξε σε άλλα τιμολόγια παρουσίαζαν διαφορές. Όσον αφορά το τιμολόγιο με αριθμό 9116 διαπίστωσε ότι είχε μια υπογραφή άγνωστη. Επίσης η Λουκαίδου του είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 της είχε παραδώσει και άλλα τιμολόγια. Ο Μ.Κ.14 πήρε και τα τέσσερα τιμολόγια και έδωσε οδηγίες να μην πληρωθεί κανένα τιμολόγιο στον κατηγορούμενο 2 και να τον παραπέμψουν κοντά του. Την επόμενη μέρα ο Μ.Κ.14 ενημέρωσε σχετικά τον Εσωτερικό Ελεγκτή της παραπονούμενης Μ.Κ.8, του έδωσε τα τρία τιμολόγια που υποψιαζόταν ότι έφεραν πλαστογραφημένη υπογραφή της Μ.Κ.4 και του είπε να την ρωτήσει και να μάθει γιατί τα τιμολόγια δεν συνοδεύονταν από το έντυπο παραγγελίας και αν οι υπογραφές που έφεραν άνηκαν σε αυτήν. Αργότερα ο Μ.Κ.8 επέστρεψε και ανέφερε στο Μ.Κ.14 ότι η Μ.Κ.4 του είπε ότι αυτή πάντα συμπληρώνει και επισυνάπτει στα τιμολόγια το έντυπο παραγγελίας και αφού της έδειξε και τα τρία τιμολόγια αυτή του είπε ότι η υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» δεν ήταν δική της σε κανένα τιμολόγιο. Όσον αφορά την υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» στο τιμολόγιο με αριθμό 9116 μετά από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν η γνήσια υπογραφή του υπάλληλο της παραπονούμενης Paul Secareanu. Μετά τα πιο πάνω ο Μ.Κ.14 έδωσε οδηγίες στο Μ.Κ.8 να κάνει έρευνα για τους πρόσφατους προηγούμενους μήνες και να προσπαθήσει να εντοπίσει τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 στα οποία υποψιαζόταν ότι θα υπήρχε πλαστογραφία. Όσον αφορά το τιμολόγιο με αρ. 9116 (τεκμήριο 25) η σχετική παράδοση- παραλαβή των εμπορευμάτων από την κατηγορούμενη 1 καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Από το σχετικό βίντεο (βλ. ψηφιακό δίσκο-CD τεκμήριο 157) ο Μ.Κ.14 διαπίστωσε τα ακόλουθα: Στις 28.8.05 ημέρα Κυριακή περί ώρα 09:44 (πραγματική ώρα) ο κατηγορούμενος 2 πήγε ο ίδιος στην υπεραγορά στη Χλώρακα και πήρε διάφορα εμπορεύματα του. Συνολικά πήρε εννέα διαφορετικά εμπορεύματα της εταιρείας του τα οποία ήταν τοποθετημένα μέσα σε κιβώτια. Συγκεκριμένα κατέβασε στο χώρο παραλαβής του κρεοπωλείου εφτά μεγάλα πράσινα κιβώτια. Επίσης παρέδωσε ένα κιβώτιο καφέ ή σκούρο κόκκινο και 18 άλλα μικρά μπλε ή πράσινα κιβώτια. Στα μεγάλα πράσινα κιβώτια που είχαν 20 εκ. ύψος, 51 εκ. μήκος και 31 εκ. πλάτος ο κατηγορούμενος 2 παρέδιδε πάντα τα ολόκληρα νωπά κοτόπουλα, τα οποία ονόμαζε είτε «Κόκκινος» είπε «Αντρέας». Σε καθένα από τα κιβώτια αυτά από ελέγχους που έκανε ο Μ.Κ.14 διαπίστωσε ότι τοποθετούνταν μάξιμουμ από 14-20 κιλά κοτόπουλου νωπού. Σε άλλα μικρότερα κιβώτια διαφόρων χρωμάτων δηλ. πράσινο και μπλε έμπαιναν τα υπόλοιπα προϊόντα που παρέδιδε ο κατηγορούμενος 2 δηλ. τα παράγωγα του κοτόπουλου όπως φτερούγες, συκώτι, σιντζιέρι, παράζαμπο, τράμστικς κ.α. και αυτά ήταν ήδη πακεταρισμένα από τον κατηγορούμενο
  20. Σε κάθε ένα από αυτά μπορούσαν να τοποθετηθούν μάξιμουμ 5 κιλά παραγώγων και σε κιβώτια όπως το καφέ ή σκούρο κόκκινο, 8 κιλά τεμαχισμένο κοτόπουλο σούβλα. Τις πιο πάνω ποσότητες παρέλαβε ο Ρουμάνος υπάλληλος της παραπονούμενης Paul Secareanu γιατί ενόψει του ότι ήταν Κυριακή οι δύο υπάλληλοι που παραλάμβαναν συνήθως τα εμπορεύματα δηλ. οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.13 δεν εργάζονταν. Αφού οι εν λόγω ποσότητες ζυγίστηκαν τοποθετήθηκαν στο ψυγείο του κρεοπωλείου. Ο κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσε το τιμολόγιο με αριθμό 9116 και ο υπάλληλος που έκανε την παραλαβή το υπέγραψε στη θέση του παραλήπτη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 πήρε μαζί του το πρωτότυπο τιμολόγιο χωρίς να αφήσει ούτε αντίγραφο στο κρεοπωλείο. Ο Μ.Κ.14 παρακολούθησε το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα από η ώρα 07:03 μέχρι τις 18:59 (πραγματική ώρα) της 28.8.05 και διαπίστωσε ότι εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε εμπορεύματα στην εν λόγω υπεραγορά μόνο μια φορά δηλ. αυτή που φαίνεται και περιέγραψε στο βίντεο. Την 1.9.05 ο κατηγορούμενος 2 πήγε στο λογιστήριο των παραπονουμένων για να πληρωθεί και ο Μ.Κ.14 του είπε να πάει την επόμενη γιατί ήθελε να ελέγξει κάτι στα τιμολόγια του. Ο κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα και ο Μ.Κ.14 του είπε ότι θα τον ενημέρωνε την επόμενη. Την επόμενη ημέρα αφού πήγε ο κατηγορούμενος 2 ο Μ.Κ.14 τον ενημέρωσε ότι πίστευε ότι τα τρία από τα τέσσερα τιμολόγια που έφεραν ως «Αγοραστή/Παραλήπτη» την Μ.Κ.4 ήταν πλαστογραφημένα και εκείνος αρνήθηκε. Ο Μ.Κ.14 κάλεσε στη συνέχεια την Μ.Κ.4 στο λογιστήριο η οποία στην παρουσία του κατηγορούμενου 2 του είπε ότι οι υπογραφές δεν ήταν δικές της. Τότε ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε τίποτα. Αργότερα σε άλλη ημερομηνία ο κατηγορούμενος 2 στην παρουσία του Μ.Κ.14, του Χαράλαμπου Π' Αντωνίου και του Μ.Κ.8 ανέφερε ότι για τα πιο πάνω αναφερόμενα τέσσερα τιμολόγια φέρνει αυτός την ευθύνη και έγινε κάποιο λάθος χωρίς να παραδεχτεί ότι τα πλαστογράφησε. Ο Μ.Κ.14 εξήγησε ότι το κάθε τιμολόγιο προμηθευτή καταλήγει στο λογιστήριο των παραπονουμένων. Εκεί οι υπάλληλοι καταχωρούσαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σε ειδικό πρόγραμμα το κάθε τιμολόγιο και τον κάθε προμηθευτή. Οι αγορές καταχωρούνται ανά κωδικό προϊόντος και από τον Σεπτέμβριο του 2001 κρατούνται ξεχωριστοί κωδικοί για το κάθε προϊόν του κάθε προμηθευτή. Οι πωλήσεις κάθε μέρας περνούσαν από τα διάφορα ταμεία των δύο υπεραγορών και στο τέλος το σύνολο των ημερήσιων πωλήσεων πάλι ανά κωδικό μεταφέρετο στο λογιστικό σύστημα όπου καταχωρούνταν και οι αγορές ώστε να υπάρχει η συνολική εικόνα για τις αγορές και τις πωλήσεις κάθε προϊόντος και να υπάρχει δυνατότητα να κρατούν στοκ. Σε αυτό το σύστημα περνιόνταν και οι αγορές και πωλήσεις των προϊόντων της κατηγορούμενης
  21. Ο μάρτυρας έκανε έρευνα στο λογιστικό αγορών και πωλήσεων για όλα τα προϊόντα που προμηθεύει και στις δύο υπεραγορές η κατηγορούμενη
  22. Συγκεκριμένα με οδηγίες του σε υπαλλήλους του λογιστηρίου εκτυπώθηκαν οι σχετικές καταστάσεις αγορών και πωλήσεων για όλα τα προϊόντα της κατηγορούμενης
  23. Με βάση τις καταστάσεις αυτές και αφού έκανε μερικές αναπροσαρμογές στα ποσά των αγορών και πωλήσεων σε κιλά για εγγραφές, οι οποίες δεν ήταν στην ουσία ούτε αγορές ούτε και πωλήσεις, στη συνέχεια κατέληξε στις καθαρές αγορές και πωλήσεις για κάθε έτος και για κάθε προϊόν με βάση τα οποία υπολόγισε τις διαφορές σε κιλά και τη διαφορά σε αξία, με βάση τις τιμές που ίσχυαν κατά το συγκεκριμένο έτος. Έτσι διαπίστωσε ότι με βάση τα στατιστικά στοιχεία των αγορών και πωλήσεων για τα έτη 2001-2005 και για τις δύο υπεραγορές φαίνεται ότι υπάρχουν τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των κιλών που υποτίθεται ότι παραλήφθηκαν και των κιλών που έχουν πωληθεί για όλα τα προϊόντα της κατηγορούμενης
  24. Όσον αφορά τις επιστροφές από τις υπεραγορές σχετικά με τα προϊόντα της κατηγορούμενης 1 συνήθως γινόταν αντικατάσταση των ληγμένων προϊόντων με φρέσκα χωρίς να εκδίδονται δελτία επιστροφής και πιστωτικές σημειώσεις. Ανέφερε επίσης σχετικά ότι δεν μπορεί να αποκλείσει μεμονωμένες περιπτώσεις κλοπών από υπαλλήλους ή καταστροφές προϊόντων. Υποστήριξε όμως ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν αυτές οι περιπτώσεις να ανέλθουν στα τεράστια ποσά των διαφορών που προκύπτουν για την κατηγορούμενη
  25. Με βάση τις δικές του εκτιμήσεις και υπολογισμούς η συνολική διαφορά που προκύπτει σχετικά με την κατηγορούμενη 1 για τα έτη 2001-2005 ανέρχεται περίπου στις Λ.Κ.478,
  26. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.14 κατέθεσε ως τεκμήρια 226-269 καταστάσεις αγορών και πωλήσεων και των δύο υπεραγορών για τα έτη 2002-2005 για κάθε προϊόν που προμήθευε η κατηγορούμενη 1 ξεχωριστά. Τα δεδομένα με βάση τα οποία ετοιμάσθηκαν εξήγησε ότι υπήρχαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της παραπονούμενης από τον οποίο και εκτυπώθηκαν και ήταν περασμένα εκεί μέσω της διαδικασίας που προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια με βάση τις καταστάσεις αυτές ο μάρτυρας ετοίμασε σχετική ανάλυση και αναφορά με έκθεση ξεχωριστά για το καθένα όπου γίνεται ανάλυση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 226-269 (το σύνολο των εν λόγω εκθέσεων κατατέθηκε ως τεκμήριο 271). Με βάση τις καταστάσεις τεκμήρια 226-269, σύμφωνα με το μάρτυρα, φαίνεται ότι υπήρξαν κάποια ελλείμματα από το 2002 -
  27. Για να καταλήξει σε αυτά τους υπολογισμούς του ο μάρτυρας τους έκανε με βάση τις καθαρές αγορές και τις καθαρές πωλήσεις των κοτόπουλων και παραγώγων αυτών. Εξήγησε δε ότι οι αγορές που έλαβε υπόψην ήταν με βάση το λογιστικό σύστημα στο οποίο καταχωρούνταν οι ποσότητες που τιμολογήθηκαν και όχι αυτές που πραγματικά παραδόθηκαν εφόσον, ως εξήγησε, στο λογιστήριο δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αν παραδόθηκαν οι ποσότητες που ανέφεραν τα τιμολόγια. Στο τεκμήριο 271 ο Μ.Κ.14 εξηγεί αναλυτικά τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψην για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Αναφέρει δε ότι η κάθε μια των καταστάσεων τεκμήρια 226-262 είναι μια λεπτομερειακή στατιστική ανάλυση των τιμολογημένων αγορών και πωλήσεων του κάθε προϊόντος που προμήθευε η κατηγορούμενη 1 ξεχωριστά για κάθε μια από τις υπεραγορές της παραπονούμενης ξεχωριστά για κάθε έτος από το 2002-
  28. Για κάθε κατάσταση ξεχωριστά λοιπόν αφού προβαίνει σε σχετική ανάλυση καταλήγει σε συμπέρασμα ότι για κάθε προϊόν που προμήθευε η κατηγορούμενη 1 για τα έτη 2002-2005 και στις δύο υπεραγορές υπήρχε διαφορά μεταξύ των τιμολογημένων αγορών σε κιλά και των πωλήσεων σε κιλά με αποτέλεσμα να υπάρχει συνολικά έλλειμμα 408,896.06 κιλά συνολικής αξίας Λ.Κ.407,889.
  29. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι η παραπονούμενη στην υπεραγορά στην Πάφο διατηρούσε ψησταριά. Εκεί έθετε προς πώληση ψητά κοτόπουλα τα οποία όμως ήταν συνήθως άλλου προμηθευτή και όχι της κατηγορούμενης
  30. Δεν μπορούσε να πει τι ποσότητες κοτόπουλων πουλήθηκαν από την ψησταριά τα έτη 2000-2005 αλλά μπορούσε να πει ότι η ψησταριά έψηνε κάθε μέρα περίπου 30 κιλά κοτόπουλο. Ο Μ.Κ.14 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ανέφερε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και οι θέσεις του ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές αλλά και πλήρως τεκμηριωμένες εφόσον φρόντισε να τις υποστηρίξει και επεξηγήσει με αναφορά στην υπόλοιπη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανές από τη μαρτυρία του, με βάση τα όσα ο ίδιος πάντα ανέφερε, για ποια από τα γεγονότα είχε άμεση προσωπική γνώση. Έτσι π.χ. για το κατά πόσο εφαρμόζονταν οι προβλεπόμενες διαδικασίες στα κρεοπωλεία δεν είχε ασφαλώς προσωπική γνώση εφόσον ως ο ίδιος πολύ ειλικρινά παραδέχθηκε δεν ήταν παρών στα κρεοπωλεία των υπεραγορών αλλά προφανώς τα όσα γνώριζε σχετικά τα έμαθε από άλλα πρόσωπα. Συνεπώς δεν μπορούσε να ξέρει τι ακριβώς συμπληρωνόταν στο τιμολόγιο κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στα κρεοπωλεία ούτε αν παραδιδόταν το πρωτότυπο τιμολόγιο. Για τα θέματα αυτά άλλωστε παρουσιάσθηκε άλλη μαρτυρία. Όσον δε αφορά το θέμα της παράδοσης από τον κατηγορούμενο 2 στις 31.8.05 των 4 τιμολογίων με αριθμό 9116 (τεκμήριο 25), 8650 (τεκμήριο 7), 8932 (τεκμήριο 21) και 8793 (τεκμήριο 17) στο λογιστήριο της παραπονούμενης, στην αντεξέταση του με ειλικρίνεια επεξήγησε, χωρίς αυτό φυσικά να έρχεται σε αντίφαση με τα όσα είπε προηγουμένως, ότι η παράδοση των εν λόγω τιμολογίων στη Γεωργία Λουκαίδου δεν έγινε στην παρουσία του αλλά αμέσως μετά που έφυγε ο κατηγορούμενος 2 από εκεί ο Μ.Κ.14 το πληροφορήθηκε αυτό και έλαβε κατοχή των εν λόγω τιμολογίων. Όσον δε αφορά τα όσα ανέφερε σε σχέση με το πόσα κιβώτια φαίνεται να παραδόθηκαν, ως φαίνεται μέσα από το βίντεο που περιέχει ο ψηφιακός δίσκος-CD τεκμήριο 157, το ποιο ήταν το περιεχόμενο τους αλλά και το ποια η μάξιμουμ ποσότητα που μπορούσε να περιέχεται σε κάθε είδους κιβώτιο δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.14 και η σχετική μαρτυρία του εν πάση περιπτώσει δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Όσον δε αφορά τον αριθμό και το μέγεθος των κιβωτίων που παράδωσε εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος 2 αλλά και τις ενέργειες αυτού και του υπαλλήλου που παρέλαβε τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας φαίνονται καθαρά και επιβεβαιώνονται στο εν λόγω βίντεο που περιέχει το τεκμήριο 157, το οποίο είχε την ευχέρεια να παρακολουθήσει προσεκτικά και το Δικαστήριο. Το ότι δε ο κατηγορούμενος 2 φεύγοντας εκείνη τη μέρα πήρε και το σχετικό πρωτότυπο τιμολόγιο μαζί του είναι κάτι που παραδέχθηκε άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος
  31. Τέλος σε σχέση με όλα τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο Μ.Κ.14 θα πρέπει να λεχθεί ότι ασφαλώς αυτά δεν υιοθετούνται αυτόματα από το Δικαστήριο, το οποίο θα τα αξιολογήσει με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε στο σύνολο της και που θα γίνει δεκτή ώστε να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων και στα σχετικά συμπεράσματα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.14, με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω, γίνεται δεκτή. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Βαλέριο Πάρις Μιτριτζάκης, ηλεκτρονικός μηχανικός με μεταπτυχιακό στα συστήματα δικτύων υπολογιστών, ο οποίος εργάζεται από την 1.9.05 στο Τμήμα Πληροφορικής της παραπονούμενης και είναι ο διευθυντής του Τμήματος. Ο μάρτυρας είναι υπεύθυνος για όλα τα συστήματα πληροφορικής της παραπονούμενης με καθήκοντα τον τεχνικό έλεγχο (τροποποιήσεις και βελτιώσεις) και τη διαχείριση των συστημάτων πληροφορικής. Σύμφωνα με το μάρτυρα στο κεντρικό της υπεραγοράς της παραπονούμενης, σε ειδικό δωμάτιο, υπάρχουν δυο κεντρικοί υπολογιστές. Ο ένας τρέχει το λογιστικό, δηλαδή όλες τις παραλαβές εμπορευμάτων και ο άλλος το εμπορικό, δηλαδή τις πωλήσεις που κάνει η υπεραγορά. Το λογιστικό ονομάζεται «EUROSOFT» και με αυτό το σύστημα είναι συνδεδεμένοι οι υπολογιστές του λογιστηρίου. Τα τιμολόγια των προμηθευτών των υπεραγορών καταχωρούνταν από τους υπαλλήλους του λογιστηρίου στον υπολογιστή του λογιστηρίου και με την καταχώρηση τους εκεί κατέληγαν αυτόματα στο λογιστικό σύστημα. Στο σύστημα αυτό είναι επίσης συνδεδεμένοι και οι υπολογιστές της υπεραγοράς στη Χλώρακα. Το εμπορικό σύστημα ονομάζεται «Post Perfect 2» και με αυτό είναι συνδεδεμένες όλες οι ταμειακές μηχανές ώστε όταν πωληθεί ένα προϊόν αυτόματα καταχωρείται στο σύστημα αυτό. Κάθε πρωί ο μάρτυρας εξάγει τις πωλήσεις της προηγούμενης μέρας και κάνει εισαγωγή στο «EUROSOFT» και φαίνεται τι εμπορεύματα μπήκαν μέσα και τι προϊόντα πουλήθηκαν. Καθεμία από τις δύο υπεραγορές διαθέτει το δικό της κεντρικό υπολογιστή που τρέχει το εμπορικό, όμως και οι δυο εξυπηρετούνται από τον ίδιο κεντρικό υπολογιστή όσον αφορά το λογιστικό πρόγραμμα. Η επικοινωνία των δυο υποκαταστημάτων επιτυγχάνεται μέσω μιας μισθωμένης γραμμής. Κάθε προϊόν προμηθευτή καταχωρείται με ξεχωριστό κωδικό, ως επίσης και ο προμηθευτής. Τα πακέτα με τα κοτόπουλα μετά την παραλαβή τους ζυγίζονταν και σε αυτά τοποθείτο από την υπεραγορά μια ετικέτα με το βάρος, την τιμή και ένα bar code, το οποίο διαβάζεται από το ταμείο για να γίνει χρέωση. Τη συντήρηση και εγκατάσταση νέων εκδόσεων αναλαμβάνει η εταιρεία που αντιπροσωπεύει το πρόγραμμα, δηλαδή η «EUROSOFT» για το λογιστικό και η «CYPOS» για το εμπορικό. Κανένα αναρμόδιο πρόσωπο δεν έχει πρόσβαση σε αυτά τα δύο συστήματα. Τόσο το λογιστικό όσο και το εμπορικό σύστημα δέχεται πληροφορίες από τους υπολογιστές και τα αποθηκεύει σε σκληρό δίσκο. Το εμπορικό αποτελείται από 8 δίσκους. Οι 2 δίσκοι είναι το λειτουργικό σύστημα και οι άλλοι 6 είναι αποθηκευτικός χώρος και χρησιμοποιούν την τεχνολογία RAID S ενώ οι δυο πρώτοι είναι RAID Ο. Τα δεδομένα γράφονται και διαβάζονται ταυτόχρονα και στους 2 δίσκους έτσι ο ένας δίσκος αποτελεί είδωλο του άλλου και αν χαλάσει οποιοσδήποτε από τους δυο τα δεδομένα είναι ανακτήσιμα 100%. Η τεχνολογία RAID S χρησιμοποιεί 5 δίσκους από τους 6, εκ των οποίων ο ένας μπορεί να αντικατασταθεί σε περίπτωση βλάβης χωρίς να υπάρχει καταστροφή δεδομένων. Τα δεδομένα που υπάρχουν στο εμπορικό είναι από το
  32. Το λογιστικό αποτελείται από 5 δίσκους τεχνολογίας RAID S. Τα δεδομένα που υπάρχουν στο λογιστικό είναι από το έτος
  33. Στις 16.9.06 ο μάρτυρας παρέδωσε στον Μ.Κ.1 ένα εξωτερικό σκληρό δίσκο, ο οποίος είναι πιστό αντίγραφο των δεδομένων του προγράμματος της «EUROSOFT» που χρησιμοποιούν στο λογιστήριο της παραπονούμενης (τεκμήριο 112). Το αντίγραφο αυτό είναι ενημερωμένο από τότε που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά μέχρι και 27.01.06 που ο μάρτυρας έκανε το αντίγραφο. Στο αντίγραφο αυτό φαίνονται όλες οι αγορές και πωλήσεις ανά έτος ανά προμηθευτή και στις δυο υπεραγορές της παραπονούμενης. Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε ο Αντρέας Θεοδώρου, ιδιοκτήτης της εταιρείας CYPOS SYSTEM LTD, η οποία ασχολείται με ταμειακά συστήματα, εγκατάσταση και συντήρηση. Μεταξύ των πελατών της εταιρείας του είναι και οι υπεραγορές της παραπονούμενης. Η εταιρεία του το έτος 1992 ή 1993 εγκατάστησε στην υπεραγορά Παπαντωνίου στη Χλώρακα ηλεκτρονικό σύστημα πωλήσεων. Το ίδιο σύστημα εγκατέστησε και στην υπεραγορά στην Πάφο το
  34. Το εν λόγω σύστημα αποτελείται από τις ταμειακές μηχανές, οι οποίες αποθηκεύουν τις πωλήσεις και παράλληλα τις στέλλουν στον κεντρικό υπολογιστή του κάθε καταστήματος και το κάθε κατάστημα τις μεταβιβάζει στον κεντρικό υπολογιστή, ο οποίος διαθέτει σκληρούς δίσκους, οι οποίοι ποτέ δεν χρειάστηκε να διαγράψουν οποιαδήποτε δεδομένα. Οι πληροφορίες αυτές μεταβιβάζονται από το ένα κατάστημα στο άλλο με ειδική τηλεφωνική γραμμή. Στο σύστημα αυτό δημιουργούνται οι κωδικοί του κάθε εμπορεύματος και μεταβιβάζονται στις ταμειακές μηχανές. Το σύστημα λειτουργεί ως ακολούθως: Ο πελάτης αγοράζει εμπορεύματα από το κατάστημα, περνά από το ταμείο και εκεί το κάθε εμπόρευμα περνά από ηλεκτρονικό μάτι, το οποίο διαβάζει τον κωδικό και καταγράφεται ο κωδικός, το είδος, η ποσότητα, η τιμή πώλησης και το V.A.T. Οι κωδικοί, το βάρος και η τιμή δεν μπαίνουν από την εταιρεία του μάρτυρα. Ακολούθως εκδίδεται η απόδειξη, στην οποία αναγράφονται αναλυτικά τα πιο πάνω και δίδεται στον πελάτη. Οι πληροφορίες αυτές κρατούνται στην ταμειακή μηχανή και την ίδια στιγμή μεταβιβάζονται και στον κεντρικό υπολογιστή. Η εταιρεία του μάρτυρα διατηρεί συμβόλαιο χρονιαίας συντήρησης και ελέγχου από τον καιρό της εγκατάστασης. Η κανονική συντήρηση γίνεται δυο φορές το χρόνο, συνήθως Ιανουάριο και Ιούνιο ή Ιούλιο και σε έκτακτα περιστατικά όποτε τους καλέσουν. Η τελευταία συντήρηση και έλεγχος του συστήματος στις δυο υπεραγορές Παπαντωνίου έγινε τον Ιούλιο του 2006 και διαπιστώθηκε ότι τα πάντα λειτουργούσαν κανονικά όπως πάντα. Η προηγούμενη συντήρηση και έλεγχος του συστήματος ήταν τον Ιανουάριο του 2006, οπόταν και πάλι διαπιστώθηκε ότι το σύστημα λειτουργούσε κανονικά και χωρίς να διαπιστωθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Το πρόγραμμα διαθέτει ειδικό σύστημα, που μπορείς να δεις οποιοδήποτε πρόβλημα έχει το ίδιο το σύστημα. Αν υπάρξει τώρα οποιαδήποτε επέμβαση, σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να γνωρίζει τους κωδικούς και υπάρχει η δυνατότητα με ειδικές αναφορές να εντοπισθεί ποιος μπήκε στο πρόγραμμα και την επέμβαση που έκανε. Μέχρι σήμερα δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε επέμβαση στο σύστημα. Ως Μ.Κ.11 κατέθεσε ο Γιαννάκης Χαραλάμπους, προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών και αποκλειστικός αντιπρόσωπος Λεμεσού-Πάφου της εταιρείας EUROSOFT, η οποία ασχολείται με την κατασκευή, προγραμματισμό και προσθήκη, συντήρηση δικών της συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το 1999 με 2000 η εταιρεία του εγκατέστησε στις δυο υπεραγορές της παραπονούμενης σύστημα «EUROSOFT» αγορών και λογιστικό. Ως εξήγησε ο μάρτυρας γίνονται οι αγορές, περνιούνται στο σύστημα τα τιμολόγια αγορών. Όταν έρθουν τα τιμολόγια και περαστούν, υπάρχει μια διαδικασία «Interface», που όσα τιμολόγια έχουν περαστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενημερώνει το λογιστικό σύστημα. Το σύστημα στη Χλώρακα είναι ενωμένο με αυτό της Πάφου. Η συντήρηση γίνεται από την εταιρεία του δυο φορές το χρόνο περίπου, ή όποτε υπήρχε πρόβλημα. Η προτελευταία συντήρηση έγινε τέλος του 2005 και η τελευταία λίγες ημέρες πριν τις 13.10.
  35. Κατά τα διαστήματα που γίνονταν οι έλεγχοι διαπιστώθηκε ότι το σύστημα λειτουργούσε κανονικά και χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επίσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε επέμβαση στα δεδομένα του συστήματος. Δεν μπορεί να επέμβει κανένας διότι υπάρχουν κωδικοί και αν κάποιος επέμβει αυτό φαίνεται στο σύστημα. Ως Μ.Κ.12 κατέθεσε ο Ανδρέας Νεοφύτου τεχνικός συστήματος ασφαλείας της εταιρείας S.P.SECURITON ALARM SYSTEM LTD. Το Νοέμβριο του 2004 η εταιρεία του και συγκεκριμένα ο ίδιος εγκατέστησε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στην υπεραγορά της παραπονούμενης στη Χλώρακα. Ο χώρος προμήθευσης εμπορευμάτων για το κρεοπωλείο καλύπτεται από μια κάμερα με αριθμό 10 και είναι εγκατεστημένη σε ύψος 2½ μέτρων περίπου. Κάθε τέσσερις μήνες γίνεται συντήρηση όλου του συστήματος. Ως συνήθως η συντήρηση αυτή γινόταν από τον ίδιο το μάρτυρα. Η τελευταία φορά που έγινε συντήρηση και έλεγχος του όλου συστήματος ήταν την 3.6.05 και όλα λειτουργούσαν κανονικά. Το μόνο που δεν έγινε αλλαγή είναι η χειμερινή ώρα, η οποία παρέμεινε η ίδια και για την καλοκαιρινή περίοδο. Το σήμα που λαμβάνει η κάμερα το στέλλει στον καταγραφέα, ο οποίος το αποθηκεύει στον σκληρό δίσκο. Αυτό παραμένει εκεί για δώδεκα περίπου ημέρες και όταν συμπληρωθεί η δωδέκατη ημέρα αρχίζει να διαγράφει την παλαιότερη καταγραφή. Η κάμερα όταν βλέπει κίνηση στέλλει σήμα στον καταγραφέα, ο οποίος αρχίζει να καταγράφει αυτά που βλέπει η κάμερα. Όταν δεν υπάρχει κίνηση η κάμερα είναι σε λειτουργία, όταν όμως υπάρχει κίνηση στέλλει σήμα στον καταγραφέα και ο καταγραφέας εκτός από το σήμα της κίνησης αυτής γράφει και την ώρα και ημερομηνία που γίνεται η συγκεκριμένη κίνηση. Στις 6.9.05 ο μάρτυρας πήγε στην υπεραγορά Παπαντωνίου στη Χλώρακα και αποθήκευσε τα δεδομένα του καταγραφέα για την ημερομηνία 28.8.05 μέχρι την 1.9.05, για να μην χαθούν. Διαπίστωσε δε ότι η ώρα του συστήματος ήταν μια ώρα πίσω. Στις 26.9.05 και ώρα 12:00 ο μάρτυρας κατέγραψε σε ψηφιακό δίσκο - CD τα δεδομένα που αφορούν την ημερομηνία 28.8.
  36. Η πραγματική ώρα που άρχισε να καταγράφει (με δεδομένο ότι η ώρα ήταν μια ώρα πίσω) ήταν η ώρα 06:17 μέχρι η ώρα 19:55 της ίδιας ημέρας 28.8.
  37. Το εν λόγω CD (τεκμήριο 157) ο μάρτυρας το παρέδωσε στις 26.9.05 στο Μ.Κ.
  38. Οι Μ.Κ.7, Μ.Κ.9, Μ.Κ.11 και Μ.Κ.12 μου έκαναν επίσης καλή εντύπωση. Εξήγησαν με σαφήνεια και λεπτομέρεια τη λειτουργία και τα όσα αφορούσαν τα διάφορα ηλεκτρονικά και λογισμικά συστήματα, τα οποία υπήρχαν στις υπεραγορές της παραπονούμενης, ο καθένας στο μέρος που είχε προσωπική γνώση. Η μαρτυρία τους δε χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και σταθερότητα και οι θέσεις τους δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους. Ως εκ των άνω και αυτών η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.15 Αστυνόμος Β΄ Μάριος Μαρκίδης, Υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη τα προσόντα του, την πείρα του, τις γνώσεις του και το ότι ορίζεται ως εμπειρογνώμονας με την Κ.Δ.Π.152/98 (βλ. βιογραφικό σημείωμα τεκμήριο 272) καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι ο Μ.Κ.15 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Θα πρέπει άλλωστε να αναφερθεί ότι η υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί τα προσόντα του. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε την αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση και υπογραφή (στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» και «Παραδώσας») στα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 8650 (τεκμήριο 7), 8793 (τεκμήριο 17), 8932 (τεκμήριο 21) και 9116 (τεκμήριο 25) και τη σύγκρινε με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 2 (τεκμήρια 18, 22, 58 και 65), στην Μ.Κ.4 (τεκμήρια 9, 19, 23 και 55), στον Silvester Vasiliev Valchev (τεκμήριο 16) και στον Spasov Yordanov (τεκμήριο 10). Μετά την εξέταση και αφού κατέληξε σε σχετικά συμπεράσματα κατήρτισε στις 22.3.06 την έκθεση του τεκμήριο 273 όπου περιλαμβάνει τα αποτελέσματα της εξέτασης του. Περαιτέρω ο Μ.Κ.15 εξέτασε την αμφισβητούμενη γραφή/συμπλήρωση και υπογραφές στα έντυπα παραγγελίας (requisition) της παραπονούμενης (τεκμήρια 60, 39, 30 και 43) και στα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 9400 (τεκμήριο 42), 9115 (τεκμήριο 29), 8322 (τεκμήριο 26), 6299 (τεκμήριο 35), 6298 (τεκμήριο 53), 7200 (τεκμήριο 56), 5650 (τεκμήριο 63) και 5156 (τεκμήριο 50) και τη σύγκρινε με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο 2 (τεκμήρια 27, 31, 32, 45, 46, 51, 52, 54, 57, 61, 64, 36 και 40), στον Μ.Κ.13 (τεκμήρια 41 και 62), στην Μ.Κ.4 (τεκμήρια 33, 34, 47, 48 και 37) και στον Vilhela Flavius (τεκμήριο 28). Μετά την εξέταση και αφού κατέληξε σε σχετικά συμπεράσματα κατήρτισε στις 27.12.06 την έκθεση του τεκμήριο 275 όπου επίσης περιλαμβάνει τα αποτελέσματα της εξέτασης του. Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.15 εξήγησε με λεπτομέρεια την γραφολογική εξέταση που έκανε και τη μέθοδο που ακολούθησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, παραπέμποντας και υποδεικνύοντας σχετικά σε συγκριτικούς πίνακες, με φωτογραφικές μεγεθύνσεις αμφισβητούμενων γραφών και γραφών δείγμα, που ετοίμασε (τεκμήρια 274, 276 και 277). Ο Μ.Κ.15 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Υπήρξε επεξηγηματικός και σαφής στις θέσεις του και έδωσε αλλά και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Η μαρτυρία του άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ως Μ.Κ.16 κατέθεσε η Μαριλένα Ελευθερίου, η οποία είναι Διδάκτορας Χημικός και ανήκει σε εξειδικευμένο προσωπικό της Αστυνομίας σε βαθμό Αστυνόμου Β και είναι διορισμένη στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Όπως και ο Μ.Κ.15 και η Μ.Κ.16 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα ως χημικός με ειδικότητα στη Δικανική Επιστήμη. Συνεπώς τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω σχετικά με την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα ισχύουν και για τη μάρτυρα αυτή. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα της, την πείρα της, τις γνώσεις της και το ότι ορίζεται ως εμπειρογνώμονας με Κ.Δ.Π. ημερ. 12.4.00 (βλ. βιογραφικό σημείωμα τεκμήριο 279) καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας είναι η κατάληξη μου ότι η Μ.Κ.16 είναι εμπειρογνώμονας χημικός με ειδικότητα στη Δικανική Επιστήμη. Θα πρέπει άλλωστε να αναφερθεί ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη της. Επομένως και αυτής η μαρτυρία θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Η Μ.Κ16 με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο τα γραφόμενα είναι γραμμένα με διαφορετικό μελάνι εξέτασε τα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 2810 (τεκμήριο 85), 2831 (τεκμήριο 86), 3202 (τεκμήριο 87), 3354 (τεκμήριο 88), 3368 (τεκμήριο 89), 4165 (τεκμήριο 90), 5183 (τεκμήριο 91), 5631 (τεκμήριο 92), 793 (τεκμήριο 94), 772 (τεκμήριο 95), 0090 (τεκμήριο 70), 0091 (τεκμήριο 69), 0096 (τεκμήριο 68), 0098 (τεκμήριο 67), 0117 (τεκμήριο 73), 0642 (τεκμήριο 72), 0629 (τεκμήριο 71), 3444 (τεκμήριο 96), 3442 (τεκμήριο 97), 3441 (τεκμήριο 98), 3434 (τεκμήριο 99), 3433 (τεκμήριο 100), 3428 (τεκμήριο 101), 3427 (τεκμήριο 66), 0095 (τεκμήριο 81), 0089 (τεκμήριο 84), 0092 (τεκμήριο 83), 0051 (τεκμήριο 80), 0606 (τεκμήριο 79), 1918 (τεκμήριο 78), 2023 (τεκμήριο 77), 2276 (τεκμήριο 76), 2300 (τεκμήριο 111), 2824 (τεκμήριο 110), 2968 (τεκμήριο 109), 3239 (τεκμήριο 108), 3331 (τεκμήριο 107), 3341 (τεκμήριο 106), 3931 (τεκμήριο 105), 4444 (τεκμήριο 104), 4812 (τεκμήριο 103), 4825 (τεκμήριο 102), 5768 (τεκμήριο 74), 5190 (τεκμήριο 75), 6300 (τεκμήριο 93), 0094 (τεκμήριο 82). Μετά δε από μακροσκοπικές, μικροσκοπικές και φασματογραφικές εξετάσεις των πιο πάνω τιμολογίων η Μ.Κ.16 κατέγραψε με λεπτομέρεια, σε έκθεσεις της ημερομηνίας 22.1.08, 15.11.08 και 15.5.09 (τεκμήρια 278, 280 και 281), τα σχετικά συμπεράσματα της. Περαιτέρω η Μ.Κ.16, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν διαφορές (προσθήκες/αλλοιώσεις) σε σχέση με τα γραφόμενα με μελάνι, προέβη σε μακροσκοπική εξέταση και σύγκριση των δύο αντιτύπων των τιμολογίων με αριθμό 2810, 2831, 3202, 3354, 3368, 4165, 5183, 5631, 793, 772, 0117, 0642, 0629, 3444, 3442, 3441, 3434, 3433, 3428, 3427, 0095, 0089, 0092, 0051, 0606, 1918, 2023, 2276, 2300, 2824, 2968, 3331, 3341, 4825, 5768, 5190 και 0094 (τεκμήρια 113-122, 127-147, 149-150 και 153-156) και του ενός αντιτύπου των τιμολογίων με αριθμό 0090, 0091, 0096, 0098, 3239, 4444 και 4812 (τεκμήρια 123-126, 148 και 151-152) με τα πρωτότυπα αυτών που αναφέρονται στις εκθέσεις της τεκμήρια 278, 280 και 281 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά ή αλλοίωση και είναι πανομοιότυπα (βλ. τεκμήριο 282). Κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.16 εξήγησε ότι αρχικά-προκαταρκτικά προέβη σε μακροσκοπικές και μικροσκοπικές εξετάσεις και ομαδοποίησε τον χρωματισμό της γραφής και την απόχρωση του μελανιού. Στη συνέχεια προέβη, προς χημική ανάλυση, σε φασματοσκοπικές εξετάσεις και εκεί που αυτό δεν ήταν αρκετό και σε χρωματογραφικές εξετάσεις, με συγκεκριμένες τεχνικές που ανέφερε, σε ορισμένα ψηφία από τις προκαταρκτικές εξετάσεις που είχε κάνει. Με τον τρόπο αυτό κατέληξε σε σχετικά συμπεράσματα αναφορικά με το πόσα είδη μελανιών υπάρχουν στη γραφή στα τιμολόγια που εξέτασε. Ομοίου τύπου μελάνια, ανέφερε, είναι αυτά που τα συστατικά τους και οι δομικές μονάδες που αποτελούν τα συστατικά τους δίνουν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα φασμάτων και χρωματογραφικών εξετάσεων και συνεπώς είναι όμοια. Εξήγησε επίσης το περιεχόμενο των εκθέσεων της όπου έθεσε, με βάση τα τιμολόγια που εξέτασε, σε μορφή σχεδιαγραμμάτων για κάθε τιμολόγιο ξεχωριστά, τα σημεία που εξέτασε και εντόπισε (εκεί που εντόπισε) διαφορετικά είδη μελανιού στη γραφή. Δεν εξέτασε όλα τα ψηφία που υπάρχουν. Τα ψηφία δε που εξέτασε φαίνονται αναλυτικά στα σχεδιαγράμματα των εκθέσεων της. Ανέφερε επίσης ότι δεν εξετάσε χρονολογικά πότε γράφτηκε το κάθε μελάνι καθώς και ότι τα ψηφία που είναι με διαφορετικό μελάνι σε όλα τα τιμολόγια μπήκαν σε κενό σημείο δηλ. δεν υπάρχει άλλη γραφή απο κάτω. Όπως και ο Μ.Κ.15 έτσι και η Μ.Κ.16 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Επεξήγησε με λεπτομέρεια και σαφήνεια όλα τα δεδομένα που έλαβε υπόψην, τις εξετάσεις που έκανε και δικαιολόγησε με επάρκεια τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Οι θέσεις της δε ήταν σταθερές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Το ότι δεν εξέτασε το κατά πόσο ένα στυλό όταν εκτεθεί σε καιρικές συνθήκες αλλοιώνεται το περιεχόμενο του καθώς και το ότι δεν μπορούσε να πει αν ο χρόνος κατασκευής του στυλό παίζει ρόλο στο κατά πόσο είναι ομοίου τύπου επίσης δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου εφόσον οι σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν ήταν ουσιαστικά γενικές και αόριστες και δεν έχουν να κάνουν με τα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός δε ότι δεν εξέτασε όλα τα ψηφία σε κάθε τιμολόγιο αλλά και το πότε χρονολογικά γράφτηκε κάθε μελάνι ασφαλώς λαμβάνονται υπόψην και θα αξιολογηθούν ανάλογα με τη σημασία τους στο πλαίσιο εξέτασης του συνόλου των σχετικών δεδομένων. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.16 με βάση πάντα το τι εξετάσεις έκανε ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς την αποδέχομαι. Ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να πείσει ουσιαστικά ότι τα επίδικα τιμολόγια της εταιρείας του, κατηγορούμενης 1, δεν ήταν πλαστογραφημένα αλλά ότι αποτελούν μεμονωμένες, δικαιολογημένες και μη επιλήψιμες περιπτώσεις στις οποίες δεν ακολουθήθηκε η συνήθης διαδικασία έκδοσης ή παράδοσης τους. Αρκετές όμως από τις θέσεις του δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, άλλες προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ενώ άλλες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική και στερούνται πειστικότητας. Περαιτέρω κατά τη μαρτυρία του στην προσπάθεια του να προσαρμόσει τις θέσεις του και να πείσει για αυτές η μνήμη του φάνηκε να είναι εμφανώς επιλεκτική εφόσον από τη μια φαινόταν να θυμάται αρκετές λεπτομέρειες καλά ενώ άλλες εξίσου σημαντικές δεν τις θυμόταν και κατέφευγε στο ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα και στο ότι ήταν μεγάλος ο αριθμός των τιμολογίων που εκδόθηκαν κατά τη συνεργασία της εταιρείας του με την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του τεκμήριο 2 ημερ. 22.9.05 (στο εξής η πρώτη κατάθεση του), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι τις παραγγελίες στις υπεραγορές τις παραδίδει ο ίδιος και ο Σιλβέστερ. Είπε επίσης ότι τις παραδόσεις των προϊόντων στις υπεραγορές της παραπονούμενης τις έκανε ως επί το πλείστο ο Σιλβέστερ και συμπλήρωνε ο κατηγορούμενος
  1. Στην κατάθεση του τεκμήριο 158 ημερ. 13.1.06 (στο εξής η δεύτερη κατάθεση), την οποία επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι από το 2002 μέχρι και τέλη του 2004 τις παραδόσεις των προϊόντων στους πελάτες της κατηγορούμενης 1 τις έκανε ο ίδιος και ότι από το 2003 περιστασιακά έκανε παραδόσεις και ο υπάλληλος του Ιορδάνης. Από δε τις αρχές του 2005 το 90% περίπου της διανομής το έκανε ο Σιλβέστερ και συμπλήρωνε και ο κατηγορούμενος
  2. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι από ότι θυμάται το 2001 τα εμπορεύματα τα παρέδιδε ο ίδιος και ο Σιλβέστερ και το 2002 ο ίδιος, ο Ιορδάνης και ο Σιλβέστερ. Όμως όσον αφορά το Σιλβέστερ δεν μπορεί αυτός να έκανε παραδόσεις για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 το 2001 και το 2002 εφόσον, ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στη δεύτερη κατάθεση του, ο Σιλβέστερ εργάστηκε κοντά του από το 2004 και ο Ιορδάνης έκανε περιστασιακά παραδόσεις από το
  3. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση αν παρέδιδαν μόνο αυτοί οι τρεις είπε ότι δεν θυμάται ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση αν παρέδιδαν και άλλοι αλλά δεν θυμάται τα ονόματα τους είπε ότι παρέδιδαν και άλλοι τα ονόματα των οποίων τα ανέφερε, για να πει όμως μετά ότι το 2002 μόνο αυτοί οι τρεις υπήρχαν και όχι άλλοι. Ανέφερε δε επίσης ότι αυτοί οι τρεις παρέδιδαν και για τα έτη 2003-
  4. Περαιτέρω στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι για τις παραγγελίες που δέχεται η κατηγορούμενη 1 από υπεραγορές και κρεοπωλεία υπεύθυνος είναι ο ίδιος και όταν αυτός απουσιάζει ο Ιορδάνης ενώ στην αντεξέταση του είπε ουσιαστικά ότι υπήρχε υπεύθυνο πρόσωπο για τις παραγγελίες ήτοι ο Ιορδάνης και ότι τις παραγγελίες τις λάμβανε από το 2001-2005 είτε ο ίδιος είτε ο Ιορδάνης. Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι η διαδικασία που ακολουθεί η κατηγορούμενη 1 με τις υπεραγορές της παραπονούμενης από την στιγμή που παίρνει την παραγγελία μέχρι και την πληρωμή της είναι η ακόλουθη: Όταν έπαιρνε ο ίδιος την παραγγελία τηλεφωνικώς την κατέγραφε πρόχειρα σε ένα ημερολόγιο ενώ στην αντεξέταση του και στην δεύτερη του κατάθεση είπε ότι την κατέγραφε σε πρόχειρα χαρτιά. Μετά φορτώνονταν τα εμπορεύματα σύμφωνα με την παραγγελία και ο ίδιος έκδιδε τιμολόγιο στο σφαγείο της εταιρείας του στην Κρήτου Μαρότου ή στο πρατήριο στην Πάφο. Συγκεκριμένα κατά την έκδοση του τιμολογίου συμπλήρωνε σε αυτό τα στοιχεία του αγοραστή, εταιρείας, βάρος, τιμή, ολικό ποσό και υπέγραφε στη θέση «Παραδώσας». Όταν δε έλειπε αυτός στη θέση «Παραδώσας» υπέγραφε εκείνος που έπαιρνε την παραγγελία. Στη δεύτερη του κατάθεση, όπως ουσιαστικά είπε και στην πρώτη, ανέφερε ότι στα τιμολόγια συμπλήρωνε όλα τα στοιχεία εκτός την υπογραφή στη θέση «Παραλήπτης» καθώς και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε περίπτωση να μην συμπληρώσει κάποια στοιχεία στο τιμολόγιο και για οποιοδήποτε λόγο να υπογράψει στη θέση «Παραλήπτης». Συγκεκριμένα στη δεύτερη κατάθεση του στη ερώτηση 12: «Μου ανέφερες ότι στις πλείστες περιπτώσεις τα τιμολόγια τα ετοίμαζες ο ίδιος δηλαδή τα έκδιδες από προηγουμένως με την ετοιμασία του προϊόντος που θα παραδιδόταν στον πελάτη. Στα τιμολόγια αυτά θυμάσαι τι συμπλήρωνες;» απάντησε «Όλα εκτός την υπογραφή του παραλήπτη» και στην επόμενη ερώτηση αν «Υπήρξε οποιαδήποτε περίπτωση να μην συμπληρώσεις κάποια στοιχεία στο τιμολόγιο;» απάντησε αρνητικά. Στην αντεξέταση του είπε ότι ετοίμαζε τα τιμολόγια όχι μόνο όταν έπαιρνε αυτός την παραγγελία. Επίσης στην αντεξέταση του για πρώτη φορά ανέφερε ουσιαστικά ότι τον πιο πάνω τρόπο συμπλήρωσης των τιμολογίων στο γραφείο του δηλ. ως προς όλα τα στοιχεία τους πλην της υπογραφής στη θέση «Παραλήπτης», δεν τον ακολουθούσε πάντα αλλά τις περισσότερες φορές. Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει τις προαναφερόμενες απαντήσεις στη δεύτερη κατάθεση του και να τις προσαρμόσει με την εκδοχή του στην αντεξέταση του, είπε με μη πειστικό τρόπο, εφόσον η πιο πάνω αναφερόμενη ερώτηση 13 ήταν προφανώς σαφής και αναφερόταν σε όλες τις περιπτώσεις που τα τιμολόγια ετοίμαζε ο ίδιος, ότι βάσει της προηγούμενης ερώτησης που αναφερόταν «κατά τις πλείστες» και όχι σε όλες τις φορές απάντησε και την επόμενη. Πρόσθεσε δε σχετικά στην αντεξέταση του επίσης για πρώτη φορά ότι υπήρχαν φορές που ήταν ημέρες προσφορών ή γιορτών που κατά 90% μπορούσε να γίνει αλλαγή της παραγγελίας κατά την παράδοση και στο τιμολόγιο αναγραφόταν το βάρος και η τιμή των προϊόντων. Μεμονωμένα είπε δεν αναγραφόταν το τελικό ποσό. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί αυτό δεν το είπε στις καταθέσεις του έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν το έκανε γιατί δεν ρωτήθηκε. Είναι όμως προφανές από τα όσα, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω, είπε στις δύο πρώτες καταθέσεις του ότι ο ίδιος αναφέρθηκε στο θέμα της συμπλήρωσης των τιμολογίων και συνεπώς θα ήταν λογικό να αναφέρει εκεί αυτά που ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του. Περαιτέρω ενώ δεν αμφισβήτησε ότι η εν λόγω κατάθεση του διαβάστηκε, σε υποβολή ότι μπορούσε να προσθέσει ή να αλλάξει κάτι και δεν το έκανε έδωσε και πάλι τη μη πειστική απάντηση ότι ήταν ερωταπαντήσεις και δεν μπορούσε. Από την άλλη όμως δέχθηκε ότι σε κατάθεση του πρόσθεσε κάτι που ήθελε αλλά είπε ότι αυτό δεν έγινε στις ερωτήσεις που του έγιναν και συγκεκριμένα ότι μετά το πέρας της πρώτης κατάθεσης του πρόσθεσε επιπλέον στοιχεία που ήθελε αλλά όπως είπε ρωτήθηκε από τον Αστυνομικό αν έχει κάτι άλλο να πεί. Απλή όμως ανάγνωση του σχετικού μέρους της πρώτης κατάθεσης καταρρίπτει τη θέση του εφόσον εκεί αναφέρεται αυτολεξεί το ακόλουθο: «Τώρα που μου διάβασες την κατάθεση και με πληροφόρησες ότι μπορώ να αλλάξω, διορθώσω, προσθέσω σε αυτή, θέλω να σου προσθέσω ότι στην ερώτηση σου με αριθμό 7, ότι τελειώνοντας τη διανομή τα αντίγραφα των τιμολογίων περνιούνται σε ειδικό βιβλίο». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν είπε ότι συμπλήρωνε στα τιμολόγια βάρος, τιμή και ολικό ποσό (total) του τιμολογίου αλλά βάρος, τιμή και πόσο στοίχιζε σε σχέση με τα κιλά και αυτό γιατί πάνω στο τιμολόγιο δεν υπήρχε μόνο ένα προϊόν. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι οι περιπτώσεις που δεν συμπληρωνόταν το τελικό ποσό ήταν μεμονωμένες αλλά δεν θυμάται επακριβώς τις περιπτώσεις σε σύνολο 3,500-4,000 τιμολογίων. Λόγω του χρόνου που πέρασε και της ποσότητας των τιμολογίων δεν μπορούσε να προσδιορίσει ένα αριθμό. Ήταν δε η θέση του στην αντεξέταση ουσιαστικά ότι αφαιρουμένων των μεμονωμένων περιπτώσεων πάντα στα τιμολόγια συμπλήρωνε το όνομα του πελάτη, το βάρος, την τιμή και τα ποσά του κάθε προϊόντος βάση της τιμής και το τόταλ και το υπέγραφε. Σε άλλο σημείο όμως είπε ότι όταν έκδιδε το τιμολόγιο στο γραφείο του μπορεί να υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις που δεν συμπλήρωνε σε αυτό το όνομα του πελάτη. Και πάλι όμως δεν θυμόταν πόσες φορές έγινε αυτό λόγω της ποσότητας των τιμολογίων. Είπε όμως ότι αν έτυχε να γίνει αυτό ήταν λόγω φόρτου εργασίας που είχαν οι κατηγορούμενοι και στο ότι τους πίεζε ο χρόνος να κάνουν τις παραδόσεις τους γιατί όλοι οι πελάτες ήθελαν να εξυπηρετηθούν κατά τις πρωινές ώρες. Συνεχίζοντας να εξηγεί την προαναφερόμενη διαδικασία στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι ο ίδιος πήγαινε στον πελάτη, του παρέδιδε το εμπόρευμα, έδιδε το τιμολόγιο στο πρόσωπο που παραλάμβανε και εκείνο του υπέγραφε στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης». Ανέφερε επίσης ότι τις περισσότερες φορές διδόταν στον παραλήπτη το πρωτότυπο τιμολόγιο ενώ τα άλλα δύο (αντίτυπα) παρέμεναν στο μπλοκ. Κάποτε όμως λόγω φόρτου εργασίας ή αμέλειας μπορεί να παρέμενε στο μπλοκ το πρωτότυπο τιμολόγιο το οποίο διδόταν στην παραπονούμενη στο τέλος του μήνα. Στη κυρίως εξέταση του είπε ότι αυτό καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας με την παραπονούμενη έγινε και πάλι μόνο σε πολύ μεμονωμένες περιπτώσεις ήτοι 4-5 περιπτώσεις στο σύνολο των 3,000-4,000 τιμολογίων που εκδόθηκαν. Δεν έπαιρνε όλα τα τιμολόγια που εξέδιδε απευθείας στο λογιστήριο των παραπονουμένων και πληρωνόταν. Απλώς κάθε τέλος του μήνα τα αντίτυπα μαζί με την κατάσταση λογαριασμού, η οποία ετοιμαζόταν στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 από τους λογιστές της παραδίδονταν στο λογιστήριο της παραπονούμενης. Αφού έμεναν εκεί για εξονυχιστικό έλεγχο περνούσε ο ίδιος μετά από λίγες μέρες και του έκδιδαν την επιταγή. Στην αντεξέταση του όμως ο αριθμός των μεμονωμένων περιπτώσεων που έτυχε το πρωτότυπο τιμολόγιο να μείνει στο μπλοκ του ανέφερε ότι μπορεί να ήταν 5, 10 ενώ στη συνέχεια δεν απέκλεισε ουσιαστικά να είναι και
  5. Στη δεύτερη του κατάθεση είπε ότι όταν παρέδιδε κοτόπουλα ή παράγωγα τους στις υπεραγορές των παραπονουμένων είτε ο ίδιος είτε υπάλληλος του πάντοτε εκδιδόταν τιμολόγιο. Πρόσθεσε δε ότι σπανίως, όταν οι υπεραγορές Παπαντωνίου ήθελαν αργά κοτόπουλα, τους τα έπαιρνε ο ίδιος και εκδιδόταν τιμολόγιο την επόμενη. Δικαιολογώντας το αυτό στην κυρίως εξέταση του είπε ότι εκδιδόταν την επόμενη γιατί σε μέρες προσφορών ή γιορτών μπορούσε κατά τη διάρκεια των απογευμάτων να είχαν τελειώσει τα κοτόπουλα και τα παράγωγα τους από τις υπεραγορές οπόταν τον έπαιρναν τηλέφωνο, του έδιναν παραγγελία, η οποία πάντα καταγραφόταν πρόχειρα και λόγω του ότι τα γραφεία της κατηγορούμενης 1 στο πτηνοσφαγείο εργάζονταν μέχρι τις 4 αλλά στους ψυκτικούς θαλάμους υπήρχε άτομο υπεύθυνο για εξυπηρέτηση των απογευματινών παραγγελιών ο ίδιος του έδινε την παραγγελία, την ετοίμαζε, έπαιρνε πρόχειρο σημείωμα της παραγγελίας, παρέδιδε τα προϊόντα στις υπεραγορές και ο παραλήπτης των υπεραγορών, λόγω του ότι δεν υπήρχε τιμολόγιο, κατόπιν ελέγχου της παραγγελίας υπέγραφε την πρόχειρη κόλλα. Την επομένη εκδιδόταν το τιμολόγιο, επισυναπτόταν η πρόχειρη κόλλα παράδοσης των προϊόντων και με την παράδοση της ημέρας παραδιδόταν και το τιμολόγιο του απογεύματος. Στο σημείο όμως αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι τα περί προχείρου σημειώματος παραγγελίας, υπογραφής αυτής από τον παραλήπτη και ότι μάλιστα αυτή επισυναπτόταν και στο τιμολόγιο που εκδιδόταν σχετικά δεν τέθηκε στους Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
  6. Περαιτέρω εάν γινόταν κάτι τέτοιο θα αναμενόταν στα πρωτότυπα τιμολόγια στις περιπτώσεις αυτές να υπήρχε και επισυνημμένη τέτοια πρόχειρη κόλλα εφόσον ήταν η θέση του ότι παρέδιδε τα πρωτότυπα κάτι που όμως δεν φαίνεται να ισχύει. Στην αντεξέταση του δε είπε και πάλι ότι σε μεμονωμένες περιπτώσεις γινόταν το πιο πάνω και ουσιαστικά το περιόρισε στις περιπτώσεις που οι υπεραγορές έκαναν προσφορές. Σε ερώτηση αν αυτό με την πρόχειρη κόλλα το ανέφερε στις καταθέσεις του και ενώ αυτές τις υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του απάντησε, υποκρινόμενος ότι δεν θυμόταν, ότι αν ρωτήθηκε το είπε. Όταν του τέθηκε όμως ότι δεν το είπε σε καμία από τις καταθέσεις του έδωσε και πάλι τη μη πειστική δικαιολογία ότι απαντούσε ότι τον ρωτούσαν. Στη δεύτερη κατάθεση του σε σχέση με την προαναφερθείσα διαδικασία είπε ότι κατά την παράδοση των παραγγελιών στις υπεραγορές ο υπάλληλος αυτών έκανε έλεγχο και αφού συμφωνούσε υπόγραφε το τιμολόγιο. Ανέφερε επίσης ότι μετά την υπογραφή του τιμολογίου από τον υπάλληλο ο ίδιος του έδιδε το πρωτότυπο. Σπάνια έμεναν κοντά του τα πρωτότυπα λόγω φόρτου εργασίας των υπεραγορών. Τα αντίγραφα των τιμολογίων ακολούθως φυλάσσονταν στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 και ακολούθως τα έπαιρνε ο λογιστής Σάββας και Θέμης από την Πάφο για λογιστικά θέματα. Στην πρώτη του κατάθεση είπε δε ότι κάθε τέλος του μήνα ο ίδιος πήγαινε στο λογιστήριο της υπεραγοράς και έπαιρνε κατάσταση του μήνα για τις πωλήσεις του, καταγραμμένα στο statement, με αριθμό τιμολογίου και επισύναπτε σε αυτό το αντίτυπο του μπλοκ. Η θέση λοιπόν του κατηγορούμενου 2 περί παράδοσης του πρωτοτύπου στις υπεραγορές κατά την παράδοση των εμπορευμάτων είναι αλληλένδετη λογικά με το ότι όταν πήγαινε στο λογιστήριο παρέδιδε ένα από τα αντίτυπα και όχι το πρωτότυπο. Εδώ να σημειωθεί ότι το τιμολόγιο εκδιδόταν σε τριπλότυπο. Το ένα ήταν το πρωτότυπο με άσπρο χρώμα και τα άλλα δύο που ήταν αντίτυπα ήταν σε δύο διαφορετικά χρώματα. Εαν λοιπόν ήταν αληθής η θέση του κατηγορούμενου τότε κοντά του θα έμενε μόνο ένα από τα δύο αντίτυπα. Η θέση του όμως αυτή διαψεύδεται από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 στις 23.2.09 παρέλαβε από το γραφείο του κατηγορούμενου 2 για 37 από τα 44 τιμολόγια και τα δύο αντίτυπα και όχι μόνο το ένα (βλ. τεκμήρια 113-122, 127-147, 149-150 και 153-156). Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι την έκδοση των τιμολογίων που αφορούσαν τα εμπορεύματα που πουλούσε στις εν λόγω υπεραγορές την έκανε ο ίδιος, ο υπάλληλος του Ιορδάνης και η γραμματέας του Μάρω Χριστοδούλου. Όμως πάντα στη θέση «Παραδώσας» υπέγραφε ο ίδιος και όταν απουσίαζε υπέγραφε ο Ιορδάνης. Στη δεύτερη κατάθεση του όμως είπε ότι και όταν την παράδοση έκανε υπάλληλος του πάντα το τιμολόγιο το έκδιδε ο ίδιος δηλαδή το ετοίμαζε και το υπέγραφε. Ακολούθως το έδιδε στον υπάλληλο για να το δώσει στον πελάτη και ότι μόνο 3 - 4 φορές τον χρόνο που ο αυτός έλειπε στο εξωτερικό, τιμολόγια έκδιδε και ο Ιορδάνης. Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι τα γραφόμενα και η υπογραφή στη θέση παραδώσας στα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 με αρ. 9116, 8650, 8793 και 8932 (δηλ. τα τεκμήρια 25, 7, 17 και 21 αντίστοιχα) είναι γραφόμενα δικά του. Τα εμπορεύματα που αφορούν το τιμολόγιο 9116 τα παρέδωσε ο ίδιος σε ένα Ρουμάνο υπάλληλο της παραπονούμενης στην υπεραγορά αυτών στη Χλώρακα. Για τα άλλα τρία τιμολόγια δεν μπορεί να θυμηθεί. Σε ερώτηση στην πρώτη του κατάθεση αν τα πιο πάνω τέσσερα τιμολόγια τα παρουσίασε ο ίδιος στο λογιστήριο των παραπονουμένων στις 31.8.05 απάντησε ότι το μόνο που θυμάται σίγουρα ότι παρουσίασε ήταν το τιμολόγιο
  7. Για τα υπόλοιπα δεν θυμάται αν είναι αυτά που παρέδωσε. Την ημέρα που παρουσίασε το τιμολόγιο με αριθμό 9116 νομίζει ότι παρουσίασε ακόμη δύο τιμολόγια αλλά δεν θυμάται ποία. Ο λόγος που τα παρουσίασε ο ίδιος στο λογιστήριο είναι γιατί έμειναν μέσα στο μπλοκ και τέλος του μήνα τα παρουσίασε για πληρωμή. Με άλλα λόγια δεν απέκλεισε να παρουσίασε εκείνη τη μέρα τα πιο πάνω αναφερόμενα τιμολόγια. Στην αντεξέταση του όμως και ενώ, ως προαναφέρθηκε υιοθέτησε τις καταθέσεις του στην κυρίως εξέταση του, είπε ότι στις 31.8.05 πήγε στο λογιστήριο της υπεραγοράς στην Πάφο για να παραδώσει κάποια τιμολόγια αλλά δεν θυμόταν επακριβώς τα τιμολόγια αυτά. Με άλλα λόγια δεν θυμόταν κανένα. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει πιστευτό γιατί στην κατάθεση του αναφέρθηκε σαφώς στο τιμολόγιο με αριθμό
  8. Όταν του τέθηκε το πιο πάνω που ανέφερε στην πρώτη του κατάθεση και ρωτήθηκε αν με το εν λόγω τιμολόγιο παρουσίασε και άλλα τιμολόγια είπε ότι δεν θυμάται τώρα αν παρουσίασε άλλα και ποια. Όταν όμως του υπομνήσθηκε ότι στην εν λόγω κατάθεση του είπε ότι νομίζει ακόμη δύο και αν αυτό είναι αλήθεια απάντησε καταφατικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι στις 31.8.05 παρουσίασε τα πιο πάνω αναφερόμενα τιμολόγια είπε ότι παρουσίασε ορισμένα αλλά δεν θυμάται αν είναι αυτά, αποκλείονταν και πάλι τουλάχιστον το τιμολόγιο με αριθμό
  9. Δέχθηκε δε ότι στην υπό αναφορά ημερομηνία συνάντησε στο λογιστήριο τον Μ.Κ.14 και είπε ότι τα τιμολόγια που έδωσε στο λογιστήριο εκείνη τη μέρα τα παρέδωσε στο τμήμα που παραλαμβάνει τα τιμολόγια όπου υπάρχουν τρεις κοπέλες. Όταν όμως ρωτήθηκε σε ποια κοπέλα και πάλι χρησιμοποιώντας επιλεκτική μνήμη είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς. Σε σχετική δε ερώτηση δεν απέκλεισε όμως να τα έδωσε στη Γεωργία Λουκαίδου, ως ήταν η θέση του Μ.Κ.
  10. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το τιμολόγιο 9116 ήταν μια από τις μεμονωμένες περιπτώσεις και ότι είτε λόγω αμέλειας ή φόρτου εργασίας στην παράδοση έτυχε να μείνει στο μπλοκ των τιμολογίων. Όταν ρωτήθηκε για ποιο φόρτο εργασίας μιλά και του υποδείχθηκε ότι το τιμολόγιο αυτό εκδόθηκε ημέρα Κυριακή είπε ότι επειδή ήταν Κυριακή και την τότε εποχή στην Πάφο μόνο οι υπεραγορές της παραπονούμενης ήταν και υπήρχε πάρα πολλής κόσμος για ψώνια συν πολλά εστιατόρια τα οποία ψώνιζαν από τα κρεοπωλεία, κατά την παράδοση υπήρχε φόρτος εργασίας στα κρεοπωλεία και με απώτερο σκοπό πολύ βιαστικά να γίνει η παράδοση στη μια υπεραγορά για να φύγει το αυτοκίνητο να κάνει την υπόλοιπη διανομή. Η θέση του όμως αυτή καταδεικνύει ότι αυτός ο φόρτος εργασίας δεν ήταν κάτι το μεμονωμένο αλλά κάτι που συνέβαινε κάθε Κυριακή και άρα το εν λόγω τιμολόγιο δεν πρέπει να αποτελούσε μεμονωμένη περίπτωση. Δέχθηκε δε στην αντεξέταση του ότι εκείνη τη μέρα μετά την παράδοση μπήκε εντός της υπεραγοράς και λόγω φόρτου εργασίας, ως είπε, του υπέγραψε ο υπάλληλος των παραπονουμένων Paul και ο κατηγορούμενος 2 έφυγε βιαστικά και πήρε μαζί του το τιμολόγιο. Πρόσθεσε δε ότι δεν άφησε το τιμολόγιο εκεί όχι μόνο λόγω φόρτου εργασίας αλλά ουσιαστικά και για ένα άλλο λόγο ήτοι ότι λόγω Κυριακής το ειδικό γραφείο που έμπαιναν τα τιμολόγια ήταν κλειστό. Όταν ρωτήθηκε δε γιατί αυτό για το γραφείο δεν το είπε στην κατάθεση του και πάλι είπε ότι δεν ρωτήθηκε. Αυτό όμως δεν είναι πειστικό πρώτον γιατί προφανώς ήταν κάτι που συνέβαινε κάθε Κυριακή και όχι σε μεμονωμένες περιπτώσεις και δεύτερο δεν τέθηκε στους Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13 για να δώσουν τη θέση τους και αποτελεί προφανώς εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου. Όσον δε αφορά τα τιμολόγια με αριθμό 8650, 8793 και 8932 ενώ από τη μια στην πρώτη κατάθεση του και στην αντεξέταση του δεν δέχθηκε ότι σε αυτά η υπογραφή της Μ.Κ.4 είναι πλαστογραφημένη στη συνέχεια σε σχετικές υποβολές, και προφανώς αντιλαμβανόμενος ότι δεν αμφισβητήθηκε η σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.4 ούτε και του γραφολόγου (Μ.Κ.15) ουσιαστικά αποδέχθηκε ότι ήταν πλαστογραφημένες αλλά δήλωσε ότι δεν έγιναν από αυτόν. Περαιτέρω όσον αφορά τα εν λόγω τιμολόγια ενώ δέχθηκε ότι τα γραφόμενα εκεί είναι δικά του εντούτοις και πάλι με δικαιολογία την παρέλευση μεγάλου χρόνου είπε ότι δεν θυμάται ποιος έκανε την παράδοση. Επίσης ενώ στην πρώτη του κατάθεση δέχθηκε ότι και η υπογραφή στη θέση «Παραδώσας» είναι δική του όταν στη αντεξέταση του ρωτήθηκε για αυτό είπε ότι η υπογραφή πρέπει να είναι δική του λες και δεν ήταν σίγουρος. Όταν αμεσως μετά του υποβλήθηκε ότι είναι η δική του υπογραφή λες και δεν αναγνώριζε την υπογραφή του είπε ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα αν είναι δική του ή όχι. Όταν όμως του τέθηκε ότι στην κατάθεση είπε ότι είναι δική του υπογραφή απάντησε ότι αν το είπε στην κατάθεση του όντως έτσι είναι. Έτσι συμφώνησε τελικά ότι οι υπόγραφές αυτές ήταν δικές του. Πως είναι όμως δυνατό ένα πρόσωπο να μην αναγνωρίζει την υπογραφή του και εάν έτσι έχουν τα πράγματα τότε πως την αναγνώρισε κατά τη λήψη της πρώτης του κατάθεσης. Στη δεύτερη κατάθεση του είπε όσον αφορά το έντυπο παραγγελιάς των παραπονουμένων ημερομηνίας 30.6.05 (τεκμήριο 60) τα γραφόμενα πλην υπογραφών και ημερομηνίας είναι δικά του. Ο λόγος δε που τα έγραψε αυτά ήταν λόγω του ότι ο υπάλληλος του κρεοπωλείου Παπαντωνίου στην Χλώρακα ο Ανδρέας είχε πολλή δουλειά και για τον λόγο αυτό αφού παρέλαβε αυτά τα προϊόντα του ζήτησε και του συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος 2 τα προαναφερόμενα. Στην αντεξέταση του αναγνώρισε στο εν λόγω τεκμήριο τα γραφόμενα από αυτόν. Αυτό το έντυπο, κατά την ώρα παραλαβής των προϊόντων στην υπεραγορά και όταν έγινε η παράδοση λόγω φόρτου εργασίας του υπαλλήλου εκεί, τον παρακάλεσε να γράψει τα γραφόμενα που προανέφερε, τα οποία και έλεγξε (ο υπάλληλος) και γι αυτό το υπέγραψε. Δηλ. το έντυπο υπογράφτηκε στην παρουσία του από το Μ.Κ.
  11. Αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε στο Μ.Κ.13 του οποίου μάλιστα η θέση ότι στο έντυπο παραγγελίας ο υπάλληλος της υπεραγοράς που το υπογράφει συμπληρώνει την ποσότητα και τη μονάδα μέτρησης και δεν υπάρχει περίπτωση αυτά να τα συμπληρώνει ο προμηθευτής, δεν αμφισβητήθηκε. Ήταν ακόμη η θέση του κατηγορούμενου 2 ότι αυτό δεν ήταν η μοναδική φορά που έγινε και ότι υπήρχαν και άλλες μεμονωμένες και πάλι περιπτώσεις. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά απάντησε ότι αυτό ότι δηλ. ότι υπήρχαν και άλλες περιπτώσεις, αν ρωτήθηκε θα το είπε στις καταθέσεις του. Όταν του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε το είπε στις καταθέσεις του και του διαβάσθηκε από τη δεύτερη το σημείο όπου του υποδείχθηκε το εν λόγω τεκμήριο και ρωτήθηκε τι έχει να πει για αυτό και η απάντηση που έδωσε, όπου δεν αναφέρει το πιο πάνω, είπε παραδεχόμενος ουσιαστικά ότι τελικά ρωτήθηκε σχετικά, ότι από ότι βλέπει κάτι ρωτήθηκε για κάποιο έντυπο παραγγελίας. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί υπέγραψε στην παρουσία του ο Μ.Κ.13 είπε ότι μπορεί να υπέγραψε στην παρουσία του μη όντας πλέον σίγουρος. Στη δεύτερη κατάθεση του όσον αφορά το έντυπο παραγγελίας ημερομηνίας 30.7.05 (τεκμήριο 39) είπε ότι δεν θυμάται τίποτα γι' αυτό και πιστεύει ότι δεν είναι γραφόμενα δικά του. Στην αντεξέταση του όμως και παρά την πάροδο τόσου χρόνου που επικαλέστηκε για άλλα θέματα, στο εν λόγω τεκμήριο αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα: «10 » » και «255 Kg» στις στήλες «Ποσότητα» και «Μονάδα Μέτρησης» αντίστοιχα στη θέση «Κοτόπουλο ψησταριάς» και είπε ότι αυτά τα έγραψε γιατί κατά τη διάρκεια της παράδοσης και εφόσον παρέδωσε τα προϊόντα (εκτός τις 10 κάσιες 255 Kg) λόγω αυξημένης ζήτησης που υπήρχε εκείνη τη μέρα στην υπεραγορά ο παραλήπτης τον ρώτησε αν είχε και άλλα κοτόπουλα στο αυτοκίνητο. Αυτός του είπε ότι είχε ακόμη 10 κάσιες, εκείνος του είπε και τις κατέβασε, τις ζύγισαν γρήγορα μαζί γιατί μπροστά στο κρεοπωλείο υπήρχε πολλή δουλειά, είδε τα κιλά, έβαλε ο κατηγορούμενος 2 τις κάσιες μέσα στο ψυγείο, τακτοποίησε το τιμολόγιο του και φεύγοντας τον παρακάλεσε ο παραλήπτης να γράψει στο ήδη τυπωμένο έντυπο παραγγελίας την ποσότητα που έφερε τη δεύτερη φορά. Θυμόταν μάλιστα σίγουρα ότι αυτό έγινε. Αυτό όμως και πάλι δεν τέθηκε στο Μ.Κ.
  12. Συμφώνησε δε ότι το τεκμήριο αυτό αποτελεί το συνοδευτικό του τιμολογίου αρ. 8787 (τεκμήριο 38) για το οποίο δέχθηκε ότι η συμπλήρωση είναι δική του εκτός της υπογραφής στη θέση «Παραλήπτης» και κάποια γραμμένα που υπάρχουν στο τεμαχισμένο σούβλα με κίτρινο. Ο Μ.Κ.13 υπέγραψε στην παρουσία του το εν λόγω έντυπο παραγγελίας (τεκμήριο 39) από ότι θυμάται και το τιμολόγιο. Ούτε όμως αυτό τέθηκε στο Μ.Κ.
  13. Στη δεύτερη του κατάθεση όσον αφορά το έντυπο παραγγελίας ημερομηνίας 26.8.05 (τεκμήριο 30) είπε ότι πιστεύει ότι δεν είναι γραφόμενα δικά του. Στην αντεξέταση του όμως αναγνώρισε στο εν λόγω τεκμήριο ότι τα γραφόμενα είναι δικά του πλην στις θέσεις «Αιτήτης» και «Έγκριση». Είπε δε σχετικά ότι τα έγραψε αυτός για τους ίδιους λόγους που ανέφερε πριν δηλ. γιατί έκανε την παράδοση, λόγω φόρτου εργασίας στο κρεοπωλείο, όταν τελείωσε ο έλεγχος των προϊόντων, του ζητήθηκε, τον παρακάλεσε ο υπεύθυνος εκεί να γεμίσει το έντυπο. Το γέμισε και το άφησε εκεί και έφυγε. Αυτά όμως δεν τέθηκαν κατά την αντεξέτασης της στη Μ.Κ.4, εφόσον σύμφωνα με το κατηγορούμενο στο τιμολόγιο που αφορά το εν λόγω έντυπο δηλ. στο τεκμήριο 29 η υπογραφή στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης» που φέρεται να είναι της Μ.Κ.4 δεν δέχθηκε ότι είναι πλαστογραφημένη. Το μόνο σχετικά που τέθηκε στη Μ.Κ.4 το οποίο όμως αυτή δεν δέχθηκε ήταν ότι όσον αφορά τα έντυπα παραγγελίας όταν αλλοδαπός υπάλληλος της παραπονούμενης δεν μπορούσε να γράψει συμπληρώνονταν και από τον προμηθευτή. Η δε θέση της Μ.Κ.4, η οποία δεν δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ήταν αντίθετα ότι από το 2001 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2005 όταν αυτή έκανε παραγγελία και πήγαινε ο κατηγορούμενος 2 ή υπάλληλος του για να παραδώσει δεν έφερε μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές της παραγγελίας που έκαναν καθώς και ότι οι υπάλληλοι δεν μπορούσαν την ημέρα που γινόταν η παράδοση των κοτόπουλων να παραγγείλουν κατά την παράδοση ποσότητες επιπλέον από αυτές που είχαν παραγγείλει την προηγούμενη μέρα. Στη δεύτερη κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 όσον αφορά το έντυπο παραγγελίας χωρίς ημερομηνία (τεκμήριο 43) είπε ότι πιστεύει ότι δεν είναι γραφόμενα δικά του. Στην αντεξέταση του όμως αναγνώρισε και πάλι στο εν λόγω τεκμήριο ως δικά του γραφόμενα το «κοτόπουλο νωπό 20 κάσιες, 477 Kg, κοτόπουλο ψησταριάς ή Ανδρέαςς 168 Kg». Είπε και πάλι ότι αυτό το έκανε κατά την παράδοση για τους ίδιους λόγους που είπε πριν με οδηγίες της Μ.Κ.
  14. Σε αυτή τη περίπτωση αυτός γέμισε μόνο το έντυπο και το άφησε εκεί. Η Μ.Κ.4 δεν το υπέγραψε στην παρουσία του. Σε υποβολή ότι ουδέποτε η Μ.Κ.4 ή άλλος τον εξουσιοδότησε να συμπληρώσει το τεκμήριο 43 είπε ότι τον παρακάλεσε προφορικά και αυτό το θυμόταν σίγουρα (άλλα όχι). Ούτε όμως αυτά τέθηκαν στη Μ.Κ.4 και τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για τη θέση της Μ.Κ.4 ισχύουν και εδώ. Στην πρώτη του κατάθεση σε ερώτηση αν όταν συμπληρώνει ένα τιμολόγιο χρησιμοποιεί μονάχα μία πέννα απάντησε: «Σε μεμονωμένες περιπτώσεις». Ήταν γενικά η θέση του ότι αναφορικά με όλα τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και είναι με διαφορετικά μελάνια γραμμένα, ότι πήγαινε στο κρεοπωλείο να παραδώσει μια «Χ» ποσότητα με συμπληρωμένο και υπογραμμένο το τιμολόγιο και επειδή του ζητούσαν έξτρα ποσότητες για να μην βγάζει άλλο τιμολόγιο πήγαινε στο αυτοκίνητο του κατέβαζε τις έξτρα ποσότητες και συμπλήρωνε-διόρθωνε αυτές στο ίδιο τιμολόγιο. Σε σχέση με τα πιο πάνω όσον αφορά το τιμολόγιο 0051 (τεκμήριο 80) όταν στην τρίτη κατάθεση του του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί στη θέση βάρος, όπου αναγράφεται για το κοτόπουλο νωπό και κοτόπουλο ψησταριάς 204 κιλά και 287 κιλά αντίστοιχα, οι αριθμοί αυτοί εκ πρώτης όψεως είναι με διαφορετικό μελάνι, είπε ότι αυτό συνέβηκε κατά τις γιορτές και κατά τις ημέρες που υπήρχε πολύ δουλειά. Κατέβαζε την παραγγελία και ο υπεύθυνος του κρεοπωλείου του ζήτησε και άλλη ποσότητα. Αυτός είχε και επιπλέον προϊόντα στο αυτοκίνητο και του κατέβαζε αυτά που του ζητούσε. Επειδή το τιμολόγιο ήταν ήδη βγαλμένο, για να μην βγάλει δεύτερο της ίδιας ημέρας, πρόσθετε σ' αυτό τις ποσότητες που του είπαν την δεδομένη στιγμή και για το λόγο αυτό επειδή κρατούσε πολλές πέννες ή με την πέννα που υπήρχε στο κρεοπωλείο τα έγραφε. Είπε επίσης ότι όσα από τα τιμολόγια στα οποία υπάρχουν εγγραφές με διαφορετικό μελάνι συνέβαινε το ίδιο πράγμα που ανέφερε πιο πάνω. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά τη μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13 ότι όταν πήγαινε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 για παράδοση το τιμολόγιο συμπληρωνόταν από αυτόν εκεί στο κρεοπωλείο. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι κατά τη διάρκεια των γιορτών ή των προσφορών η παραγγελία διδόταν στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 από την παραπονούμενη τηλεφωνικά, καταγραφόταν σε πρόχειρο ημερολόγιο, ετοιμαζόταν από τους υπαλλήλους της κατηγορούμενης 1, μετέφεραν στο γραφείο του τα ζυγιστικά με τα προϊόντα προχείρως, εκδιδόταν το τιμολόγιο με άλλα τιμολόγια πελατών και λόγω της απόστασης από το εργοστάσιο της κατηγορούμενης 1 (που είναι στην Κρήτου Μαρόττου δηλ. 30 χλμ από την Πάφο) τοποθετούνταν όλα τα είδη των προϊόντων περισσότερες ποσότητες για τυχόν έξτρα παραγγελίες ή ελλείψεις. Πήγαινε ο διανομέας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στη Χλώρακα, κατέβαζε την παραγγελία συνήθως πρωί, υπήρχε μετά μια «Α» ζήτηση από πελάτες της υπεραγοράς στα κοτόπουλα της κατηγορούμενης 1, γινόταν η παράδοση των προϊόντων της παραγγελίας και λόγω αυξημένης ζήτησης στην υπεραγορά του ζητούσε έξτρα ο υπεύθυνος του κρεοπωλείου αν είχε μαζί του προϊόντα να τον εξυπηρετήσει. Ο κατηγορούμενος 2 έκανε μια συμπλήρωση με τα έξτρα προϊόντα που είχε, έλεγχε ο υπεύθυνος του κρεοπωλείου τα έξτρα βάρη και συμπληρώθηκαν στο ίδιο τιμολόγιο το οποίο καταγράφηκε στο γραφείο. Η συμπλήρωση-διόρθωση στο τιμολόγιο γινόταν πάντα στην παρουσία του υπευθύνου επί των παραλαβών ο οποίος έλεγχε τα έξτρα προϊόντα. Τα πιο πάνω όμως δεν τέθηκαν στους Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
  15. Στην αντεξέταση του σε σχέση με το τιμολόγιο 0051 ρωτήθηκε αν είναι η θέση του ότι συμπλήρωνε το όνομα, την ημερομηνία, την ποσότητα που του παράγγελναν, υπέγραφε το τιμολόγιο και όταν πήγαινε στην υπεραγορά το τιμολόγιο ήταν συμπληρωμένο έτοιμο για παράδοση δηλ. έλειπε μόνο η υπογραφή του παραλήπτη και μετά πρόσθετε τις έξτρα παραγγελίες που είχε στο αυτοκίνητο απάντησε ότι γενικώς γίνεται αυτό αλλά για πρώτη φορά είπε ότι το εν λόγω τιμολόγιο ανέγραψε, λόγω φόρτου εργασίας, τα κιλά και δεν συμπλήρωσε οτιδήποτε άλλο. Τα άλλα στοιχεία στο τιμολόγιο δεν τα συμπλήρωσε στο γραφείο πριν πάει στην υπεραγορά αλλά στο χώρο της υπεραγοράς που έγινε η παραλαβή. Όταν ρωτήθηκε αν αυτό το θυμάται σίγουρα είπε ότι πέρασαν 11 χρόνια. Όταν ρωτήθηκε γιατί τότε λέει ότι το συμπλήρωσε στην υπεραγορά είπε στην ουσία ότι αντιλαμβάνεται, δηλ. υπέθετε, ότι αυτό πρέπει να γέμισε στην υπεραγορά από τον παραλήπτη της υπεραγοράς λόγω του ότι τα γράμματα που είναι γραμμένα εκτός των κιλών και του παραδώσας δεν είναι δικά του. Όταν πήγε αυτός στην υπεραγορά ζητήθηκαν και άλλα κοτόπουλα κατέβασε τα κοτόπουλα ενώ ήταν υπογραμμένο το τιμολόγιο αναγράφηκαν στη 2η στήλη τα υπόλοιπα κιλά, το συμπλήρωμα που έκανε, άφησε το τιμολόγιο εκεί με το μπλοκ και ώσπου να φορτώσουν τις κάσιες στο αυτοκίνητο κάποιος από τους παραλήπτες γέμισε το τιμολόγιο, πήρε το άσπρο και του έδωσε το μπλοκ. Ούτε αυτό όμως τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας ενώ για πρώτη φορά υποστήριξε ότι έστω και σπάνια το τιμολόγιο συμπληρωνόταν έστω και μερικώς από τον υπάλληλο του κρεοπωλείου. Σε υποβολή δε ότι ουδέποτε ζητούνταν έξτρα ποσότητες και γινόταν συμπλήρωση στο ίδιο τιμολόγιο που ήταν ήδη συμπληρωμένο είπε ότι υπήρχαν έξτρα παραγγελίες σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι οποίες γίνονταν συμπληρώσεις με τους τρόπους που είπε και μιλά για ελάχιστες περιπτώσεις στο σύνολο των 4,000 τιμολογίων που εκδόθηκαν. Παρόλα αυτά η θέση του για μεμονωμένες περιπτώσεις δεν συνάδει με τη θέση του ότι αυτό γινόταν σε περιόδους εορτών ή προσφορών εφόσον τέτοιες προφανώς δεν αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις ενώ τα τιμολόγια στα οποία εντοπίσθηκαν διαφορετικά μελάνια είναι
  16. Περαιτέρω δεν τέθηκε η πιο πάνω θέση του κατηγορούμενου 2 για την παράδοση έξτρα ποσοτήτων στους Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.
  17. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση της Μ.Κ.4 ότι από το 2001 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2005 όταν η ίδια έκανε την παραγγελία και πήγαινε ο κατηγορούμενος 2 ή υπάλληλος του για να παραδώσει κοτόπουλα ή παράγωγα τους αυτοί ποτέ δεν έφεραν μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές της παραγγελίας καθώς και ότι οι υπάλληλοι του κρεοπωλείου δεν μπορούσαν κατά την παράδοση να παραγγείλουν ποσότητες επιπλέον από αυτές που είχαν παραγγείλει την προηγούμενη μέρα. Προσπαθώντας δε στην αντεξέταση του να δικαιολογήσει τη συμπλήρωση στα τιμολόγια με διαφορετικές πέννες όταν του υποβλήθηκε ότι η συμπλήρωση στα τιμολόγια 2831, 3354, 3368, 4165, 5631, 0772 που δεν είναι του ίδιου τύπου μελάνι με αυτό της υπογραφής του την έκανε αργότερα από μόνος του χωρίς να παραδώσει τέτοια προϊόντα είπε ότι στα τιμολόγια αυτά πλην του 4165 έγινε η πρώτη συμπλήρωση από αυτόν στη θέση βάρος, όνομα, κωδικός πελάτη, ημερομηνία και κατά την έκδοση τους, λόγω φόρτου εργασίας επειδή συμπλήρωνε και άλλα τιμολόγια τα έδινε στον υπάλληλο του, ο οποίος έβαζε τις καθορισμένες τιμές και με την υπολογιστική έκανε τις πράξεις για να βρει το τόταλ. Εμμένοντας δε στην ίδια θέση είπε για τις συμπληρώσεις με διαφορετικό μελάνι αυτές έγιναν στα μεμονωμένα τιμολόγια και συγκεκριμένα ότι την ώρα που κατέγραφε μπορεί να κρατούσε άλλη πένα και όταν πήγαινε στο κρεοπωλείο για να παραδώσει συμπλήρωνε τα επιπρόσθετα είτε με πένα του κρεοπωλείου είτε με πένα άλλη που κροτούσε ή είχε στο αυτοκίνητο. Σε άλλο σημείο σε ερώτηση αν την έξτρα συμπλήρωση την έκανε με την ίδια πένα, προφανώς για να δικαιολογήσει γιατί σε κάποια τιμολόγια βρέθηκαν περισσότερα των δύο διαφορετικών μελανιών απάντησε αρνητικά. Η εξήγηση όμως που έδωσε ως θα διαφανεί στη συνέχεια στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα σε ένα σημείο της αντεξέτασης είπε ότι έπαιρνε την παραγγελία την κανονική, έκανε συμπλήρωση όταν ήθελαν έξτρα παραγγελία με τα προϊόντα που είχε στο αυτοκίνητο και διόρθωνε τα τιμολόγια με οποιαδήποτε πένα έβρισκε στο κρεοπωλείο ή που κρατούσε μαζί του. Σε άλλο σημείο είπε ότι μετά την παράδοση των έξτρα ποσοτήτων γινόταν διόρθωση, δηλ. προστίθεντο στο τιμολόγιο. Σε ερώτηση δε αν την ώρα που έκανε τη συμπλήρωση κρατούσε μια πένα είπε ότι κρατούσε πάνω του ή έπαιρνε από το κρεοπωλείο. Όταν όμως ρωτήθηκε αν άρα συμπλήρωνε με μια πένα, υπεκφεύγοντας είπε ότι ήδη απάντησε και όταν ρωτήθηκε τι απάντησε είπε ότι με οποιαδήποτε πένα έβρισκε εκεί έκανε τις διορθώσεις. Στη συνέχεια όμως, προφανώς για να δικαιολογήσει την ύπαρξη σε κάποια τιμολόγια περισσότερων των δύο διαφορετικών μελανιών, είπε ότι για τις διορθώσεις αυτές μπορεί να χρησιμοποιούσε την ίδια πένα ή διαφορετική. Όταν πολύ λογικά ρωτήθηκε αν δηλ. ξεκινούσε τη διόρθωση με μια πένα και μετά έπιανε άλλη έδωσε μια μη πειστική εξήγηση που στηρίζεται στη μη λογική θέση ότι βασικά οι έξτρα παραγγελίες δεν του δίδονταν την ίδια ώρα αλλά μετά που κατέβαζε κάποιες έξτρα ποσότητες του ζητούνταν και άλλες. Συγκεκριμένα είπε ότι όταν κατέβαζε την έξτρα ποσότητα την έπαιρνε στη ζυγαριά, έκανε τη συμπλήρωση-διόρθωση στο τιμολόγιο, μετά πήγαινε στο αυτοκίνητο έφερνε άλλα προϊόντα, τα έπαιρνε στη ζυγαριά τα ζύγιζε, υπήρχαν πένες εκεί αλλά δεν θυμάται αν ήταν η ίδια ή άλλη και συμπλήρωνε-διόρθωνε ξανά. Όμως εάν έτσι είχαν τα πράγματα θα αναμενόταν ότι στα τιμολόγια που έγινε κάτι τέτοιο θα υπήρχαν έστω κάποιες διορθώσεις επί των ήδη αναγραφομένων εφόσον το τιμολόγιο, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ήδη συμπληρωμένο. Κάτι τέτοιο όμως δεν διαπιστώνεται σε κανένα τιμολόγιο. Αντίθετα η Μ.Κ.16 ανέφερε ότι η γραφή με διαφορετικά μελάνια γινόταν επί κενού σημείου και όχι πάνω από άλλα γραφόμενα. Όσον δε αφορά το τιμολόγιο με αριθμό 2810 έδωσε μια ελαφρώς διαφορετική εξήγηση για πρώτη πάντα φορά στην αντεξέταση του. Συγκεκριμένα είπε σχετικά οτι έγινε συμπλήρωση τηλεφωνικώς. Όταν η παραγγελία τακτοποιήθηκε και είχε αυτός γεμίσει το τιμολόγιο στη θέση όνομα, πελάτης, ημερομηνία και το υπέγραψε, του ζητήθηκε τηλεφωνικώς παραπάνω ποσότητα λόγω του ότι άρχιζε προσφορά. Αυτός άφησε στο γραφείο το τιμολόγιο, ζύγισε τα κοτόπουλα, τα άλλα 400 κιλά, φώναξε στο γραφείο τον υπάλληλο που ήταν εκεί γιατί έπρεπε να τοποθετηθούν στο αυτοκίνητο και δεν υπήρχε χρόνος, συμπληρώθηκαν τα 400 κιλά και συμπλήρωσε (μιλά σε τρίτο πρόσωπο) το υπόλοιπο τιμολόγιο, το οποίο ήταν ήδη συμπληρωμένο για αυτό και υπάρχει σβησμένο με τίπεξ ορισμένα νούμερα. Και αυτό είναι μια από τις μεμονωμένες περιπτώσεις. Ο ίδιος έκανε την παράδοση τη συγκεκριμένη μέρα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Φυσικά σε σχέση με αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι σε κάποια μέρη της μαρτυρίας του, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, και ιδιαίτερα σε αυτά που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχές θα δοθεί η δέουσα βαρύτητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109) Νομική Πτυχή Τα αδικήματα της πλαστογραφίας στην παρούσα εδράζονται στα άρθρα 331, 333(γ)(δ)(ι) και 335 του Ποινικού Κώδικα ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στο άρθρο
  1. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως εξής: «331.Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο (ι) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι.
  3. Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός να προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή
  4. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  5. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  6. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία κατά τους επίδικους χρόνους δηλ. 2001-2005 είχαν ως ακολούθως: «
  1. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  2. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων». Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  3. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
  4. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
  5. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
  6. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το αδίκημα της πλαστογραφίας ισχύουν και για το υπό εξέταση αδίκημα. Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Από τα όσα δε έχουν αναφερθεί στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Το αδίκημα της κατηγορίας 136 εδράζεται στα άρθρα 2, 4
(1)(iii)
(2)και 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 61(Ι)/96, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  1. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν προκύπτει από το κείμενο διαφορετική έννοια: «αδικήματα συγκάλυψης» σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο
  2. «γενεσιουργά αδικήματα» σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο
  3. 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ........................................................................................................................... (iii) αποκτά ή κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω ή με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)- (α) ............................................................................................................................. (β) τα αδικήματα συγκάλυψης δύνανται να διπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων. (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις.
  1. Γενεσιουργά αδικήματα είναι τα ποινκά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης κατ' ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4.» Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  2. Γνώση ή υποχρέωση για γνώση ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
  3. Απόκτηση ή κατοχή ή χρήση τέτοιας περιουσίας. Ο ορισμός της απόπειρας δίδεται στο άρθρο 366 του Ποινικού Κώδικα. Σε σχέση με την απόπειρα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 35th edition par. 4104 σελ. 1583: «To constitute an attempt the act done must be immediately, and not remotely, connected with the commission of the offence. In other words it must be more than mere preparation for the commission of the offence:.................. ...................................... It is submitted that the actus reus necessary to constitute an attempt is complete if the prisoner does an act which is a step towards the commission of the specific crime, which immediately and not merely remotely connected with the commission of it, and the doing of which cannot reasonably be regarded as having any other purpose than the commission of the specific crime». Θα πρέπει να γίνουν αρκετά προς την κατεύθυνση της εκτέλεσης του σκοπού του κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της απόπειρας. Μαρτυρία η οποία απλώς καταδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης όπως π.χ. μια δήλωση του κατηγορούμενου αναφορικά με την πρόθεση του πριν ξεκινήσει να κάνει οτιδήποτε για να την υλοποιήσει και όχι μια ενέργεια που γίνεται ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αποδεικνύει το mens rea αλλά όχι του actus reus του αδικήματος της απόπειρας (βλ. Russell on Crime, 10th edition p. 1788). Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του actus reus της απόπειρας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβη σε πράξη, η οποία να αποτελεί βήμα προς την κατεύθυνση διάπραξης του αδικήματος και η οποία είναι άμεσα και όχι απλώς απομεμακρυσμένα συνδεδεμένη με τη διάπραξή του και της οποίας η διάπραξη δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι έχει άλλο σκοπό από το σκοπό της διάπραξης του (βλ. και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 258). Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 1-30 κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ενεργούσε ως διευθυντής και ιδιοκτήτης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και όχι προσωπικά. Κατηγορείται στην ουσία για παροχή συνδρομής στη διάπραξή των υπό εξέταση αδικημάτων. Η ιδιότητα ενός φυσικού προσώπου ως διευθυντή ενός νομικού προσώπου δεν είναι αφ' εαυτής και δίχως άλλο αρκετή για να οδηγήσει στην εναντίον του διευθυντή στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης από τη διάπραξη αδικήματος από το νομικό πρόσωπο (βλ. Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Ο διευθυντής ενός νομικού προσώπου μπορεί να έχει ποινική ευθύνη για αδικήματα που τελούνται από το νομικό πρόσωπο ως συνεργός του νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα δηλ. όταν αποδειχθεί ότι συνήργησε στη διάπραξη του αδικήματος ήτοι με κάποια πράξη ή παράλειψη του κατέστησε δυνατή τη διάπραξη του αδικήματος από τον αυτουργό ή παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε τον τελευταίο κατά τη διάπραξη αυτή. Στην Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις που πρόσωπα διώκονται ως συνεργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες δηλ. γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Έχει επίσης νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Αυτό μάλιστα μπορεί να γίνει χωρίς απαραίτητα να γίνεται αναφορά του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στο κατηγορητήριο. Στην Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 παρατηρήθηκε πως είναι επιθυμητό όπου η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος ενός κατηγορουμένου είναι ρόλος συνεργού, να το εκθέτει αυτό το γεγονός με σκοπό την πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης, όμως αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η έλλειψη όμως της εξειδίκευσης δεν αναιρεί την ετυμηγορία περί ενοχής, σε τέτοιες περιπτώσεις, επειδή ο Νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού. Εξετάζοντας το θέμα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να λεχθεί ότι, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο 2 ότι δρούσε με την ίδια ιδιότητα σε όλες τις κατηγορίες, είναι εμφανές ότι και στις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετωπίζει (δηλ. όχι μόνο στις κατηγορίες 1-30), στις οποίες δεν γίνεται αναφορά του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, κατηγορείται ως συνεργός. Το ότι του αποδίδεται ότι δρούσε με την ίδια ιδιότητα σε όλες τις κατηγορίες ήταν εξ αρχής γνωστό σε αυτόν και η υπεράσπιση του ασκήθηκε με αυτό το δεδομένο. Συνεπώς από την απουσία του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στο κατηγορητήριο δεν επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η υπεράσπιση του εφόσον γνώριζε τι ακριβώς αντιμετώπιζε. Άλλωστε τέτοια εισήγηση δεν υπήρξε από πλευράς υπεράσπισης. Πριν προχωρήσω στην έκθεση των ευρημάτων θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία που υπάρχει στην παρούσα είναι κατά βάση περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Όμως ως αναφέρθηκε στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Περαιτέρω στην πολύ πρόσφατη Σωτήρης Γεωργίου v. Aστυνoµίας, Ποιν. 'Εφ, αρ. 70/10, ηµερ. 20.10.2010 λέχθηκε ότι: «Αν και ένα ένα τα κομμάτια της περιστατικής μαρτυρίας δεν συνιστούν από μόνα τους απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, το συλλογικό τους αποτέλεσμα όταν ιδωθεί μαζί, μπορεί να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, νοουμένου πάντα ότι το αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας δεν θα είναι συμβατό, με οποιανδήποτε άλλη βάση, πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 A.A.Δ 172). Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση, αφ΄ ενός, και να μην μπορεί να συμβιβαστεί, αφ΄ ετέρου, με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 119-120). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του». Επανερχόμενος τώρα στην παρούσα με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία που ιδρύθηκε το 2001 και ασχολείται με τη σφαγή και πώληση κοτόπουλων και παραγώγων αυτών. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της κατηγορούμενης
  1. Η C.A.C. PAPANTONIOU PUBLIC LTD (η παραπονούμενη) είναι εταιρεία και είναι ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια των δυο υπεραγορών Παπαντωνίου που βρίσκονται η μια στην Πάφο και η άλλη στα σύνορα των χωριών Χλώρακας και Λέμπας. Μεταξύ των προμηθευτών των εν λόγω υπεραγορών είναι και η κατηγορούμενη 1, η οποία από την ίδρυση της προμήθευε τις εν λόγω υπεραγορές με νωπά κοτόπουλα, ολόκληρα και τεμαχισμένα ως επίσης και με διάφορα παράγωγα κοτόπουλων όπως φιλέτο, συκώτι, σιντζιέρι κ.α. Η διαδικασία που ακολουθείτο στα κρεοπωλεία των υπεραγορών της παραπονούμενης για την παραγγελία και παραλαβή εμπορευμάτων από την κατηγορούμενη 1 ήταν η ακόλουθη: Μέχρι και τον Ιούνιο του 2004 για την υπεραγορά στην Πάφο και μέχρι και το Δεκέμβριο του 2004 για την υπεραγορά στη Χλώρακα: Η παραγγελία των κοτόπουλων και των παραγώγων τους γινόταν από τους υπαλλήλους των κρεοπωλείων την προηγούμενη μέρα τηλεφωνικά. Την επομένη μέρα είτε ο κατηγορούμενος 2 είτε υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 πήγαινε στο κρεοπωλείο την παραγγελία. Όταν πήγαινε ο κατηγορούμενος 2 αυτός συμπλήρωνε στο κρεοπωλείο το σχετικό τιμολόγιο ως προς όλα τα στοιχεία του (δηλ. και το βάρος, τιμή και ποσό) και το υπέγραφε στη θέση «Παραδώσας». Όταν πήγαινε υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 το σχετικό τιμολόγιο ήταν ήδη συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία και υπογραμμένο στη θέση «Παραδώσας». Η συμπλήρωση δε των τιμολογίων της κατηγορούμενης 1, ως προς όλα τα στοιχεία τους και η υπογραφή στη θέση «Παραδώσας» γινόταν πάντοτε, είτε παρέδιδε αυτός είτε όχι, από τον κατηγορούμενο
  2. Κατά την παράδοση στην παρουσία υπαλλήλου του κρεοπωλείου, που παραλάμβανε, τα εμπορεύματα ζυγίζονταν. Ο εν λόγω υπάλληλος έλεγχε την ποσότητα και το τιμολόγιο και αν συμφωνούσε υπέγραφε το τιμολόγιο στη θέση «Αγοραστής/Παραλήπτης». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 ή ο υπάλληλος της κατηγορούμενης 1 έπαιρνε το πρωτότυπο τιμολόγιο μαζί του χωρίς να αφήνει αντίγραφο στο κρεοπωλείο. Αυτό συνέβαινε μόνο όσον αφορούσε την κατηγορούμενη
  3. Οι υπόλοιποι προμηθευτές άφηναν το πρωτότυπο τιμολόγιο στο κρεοπωλείο και από εκεί αυτό πήγαινε εσωτερικά στο λογιστήριο για πληρωμή. Όσον αφορά το θέμα της παράδοσης των πρωτότυπων τιμολογίων ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στους Μ.Κ.4, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.13 ότι θα τα έπαιρνε αυτός στο λογιστήριο για πληρωμή εφόσον είχε τέτοιες οδηγίες/συμφωνίες. Οι εν λόγω μάρτυρες δεν είχαν δε οδηγίες από τους προϊσταμένους τους να παραλαμβάνουν τα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 και δεν υπήρξαν αντιδράσεις περί του αντιθέτου απο το λογιστήριο ή την Διεύθυνση. Το ότι κατά τη διάρκεια της υπό αναφορά περιόδου τα πρωτότυπα τιμολόγια της κατηγορούμενης 1 δεν παραδίδονταν στα κρεοπωλεία των υπεραγορών κατά την παράδοση των εμπορευμάτων αλλά ο κατηγορούμενος 2 τα έπαιρνε ο ίδιος στο λογιστήριο της παραπονούμενης για να πληρωθεί επιβεβαιώνεται και από τους Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
  4. Συνεπώς αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι αυτή η διαδικασία τηρείτο για την κατηγορούμενη 1 ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτό γινόταν λόγω εμπιστοσύνης που υπήρχε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου
  5. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 δέχθηκε ότι πληρωνόταν αμέσως στο τέλος κάθε μήνα αφού γινόταν μια αποκοπή σε αντίθεση με τους άλλους προμηθευτές, οι οποίοι όπως ανέφερε η Μ.Κ.6, πληρώνονταν μετά από δύο μήνες. Τέλος κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο παραγγελίες και παραλαβές στην υπεραγορά στη Χλώρακα δεν έκαναν μόνο οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.13 αλλά και άλλοι υπάλληλοι του κρεοπωλείου. Στην υπεραγορά στην Πάφο τα πιο πάνω έκαναν η Μ.Κ.10 και ο Δημήτρης Χ'Ιωάννου, εκτός όταν σπάνια αυτοί απουσίαζαν οπόταν παραλαβές έκανε άλλος υπάλληλος τις πλείστες φορές κάποιος Ρουμάνος ονόματι Φλάβιος. Από τον Ιούλιο του 2004 για την υπεραγορά της παραπονούμενης στην Πάφο και από τον Ιανουάριο του 2005 για την υπεραγορά στη Χλώρακα εφαρμόστηκε το σύστημα ISO-HACCP με βάση το οποίο θεσπίσθηκαν συγκεκριμένες διαδικασίες παραγγελίας και παραλαβής, οι οποίες απαιτούσαν πλέον την τήρηση συγκεκριμένων εντύπων. Συγκεκριμένα: Γινόταν η παραγγελία των κοτόπουλων και παραγώγων τους και αυτή ταυτόχρονα καταγράφονταν σε έντυπο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.