Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Δημήτρη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 5732/10, 4/11/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5732/10 Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού Κατηγορούσας αρχής εναντίον Δημήτρη Ιωάννου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4/11/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Εύζωνα Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες και που αφορούν αδικήματα που σχετίζονται με την παράλειψη του κατηγορουμένου να καταβάλει στην κατηγορούσα αρχή το ποσοστό 3% επί των εισπράξεων, πλέον πρόσθετες επιβαρύνσεις και τόκους, κατά παράβαση του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμων 1985 - 2007 αρθ. 2, 3, 5, 14,
(1)(α)
(2)
(6)
(7)
(8)
(9)
(10)
(14)και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων (Γενικών) Κανονισμών του 1986 - 1999 και της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου υπ΄ αρ. 51810 ημερ. 24/5/2000 Ε.Ε. αριθ. 3415 ημερ. 30/6/2000 και του άρθρου 20 Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ενώ ήταν επιχειρηματίας και διευθυντής της επιχείρησης κέντρου αναψυχής και ενώ λειτουργούσε κέντρο αναψυχής ΄΄ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΟ΄΄ με την επωνυμία ΄΄MESSALINA NIGHT CLUB΄΄ που βρίσκεται στην Πάφο επί της οδού Βλαδίμηρου Ηρακλέους αρ.31 κατά τις περιόδους 1/1/2003 - 30/3/3003 και 1/10/2003 - 31/12/2003, από τις 25/4/2003 και 25/1/2004 αντίστοιχα, παρέλειψε να καταβάλει στην κατηγορούσα αρχή το ποσοστό 3% επί των εισπράξεων, πλέον πρόσθετες επιβαρύνσεις και τόκους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο κος Νίκος Πίτσιλλος. Ανέφερε ότι εργάζεται ως οικονομικός λειτουργός Α΄ στον Κ.Ο.Τ. στα γραφεία της Λευκωσίας ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος για να καταθέσει ενόρκως στην παρούσα υπόθεση και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου. Με βάση τον νόμο ανέφερε, οι επιχειρηματίες ή/και διευθυντές των κέντρων αναψυχής είναι υπόχρεοι να υποβάλλουν ανά τρεις μήνες έντυπα δηλώσεων ποσοστού 3% μέχρι την 25η ημέρα που ακολουθεί την τριμηνία. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής του εντύπου και μη καταβολής του ποσοστού 3%, επιβαρύνονται με πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσοστού 3%, επιπλέον 9% τόκο επί του ποσοστού 3% και της πρόσθετης επιβάρυνσης 10% , 30 ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας των 25 ημερών. Επιπλέον επιβαρύνονται μετά την λήξη της διορίας των 25 ημερών με Λ.Κ.15 ή €25,63 για κάθε μήνα ή μέρος του μήνα που καθυστερεί η υποβολή του εντύπου. Ο κατηγορούμενος ήταν επιχειρηματίας και διευθυντής κατά την επίδικη περίοδο και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, κατέθεσε το τεκμήριο 1, ήτοι την αίτηση για κατάταξη και έκδοση άδειας λειτουργίας κέντρου αναψυχής. Για το έτος 2003 δόθηκε άδεια λειτουργίας του επίδικου κέντρου στο οποίο ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται ως επιχειρηματίας και διευθυντής και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, κατέθεσε το τεκμήριο
- Ο επιχειρηματίας - διευθυντής υπέβαλε για τις επίδικες τριμηνίες και συγκεκριμένα για την τριμηνία Γενάρη - Μάρτη 2003 το έντυπο ποσοστού 3% στις 19/12/2007 χωρίς να καταβάλει το ποσοστό 3% και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που απορρέουν από την νομοθεσία λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του εντύπου και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, κατέθεσε το τεκμήριο
- Για το τρίμηνο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2003, ο κατηγορούμενος υπέβαλε το σχετικό έντυπο στις 19/12/2007 χωρίς να καταβάλει το ποσοστό 3% και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που απορρέουν από τον νόμο και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, κατέθεσε το τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε και ειδοποιήθηκε από τον Κ.Ο.Τ. αναφορικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη νομοθεσία και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, κατέθεσε τα τεκμήρια 5, 6 και
- Αναφορικά με τις δηλώσεις για τις τριμηνίες Ιανουαρίου - Μαρτίου 2003 και Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2003 αντίστοιχα , ανέφερε ότι οι σχετικές δηλώσεις κύκλων εργασιών έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο μέχρι τις 25/4/2003 και 25/1/
- Ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και τον συμβούλεψε όπως πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά στον Κ.Ο.Τ. αλλά ο κατηγορούμενος κατέβαλε μόνο το ποσοστό 3%, δηλαδή συνολικά €10,25 στις 23/11/
- Για την τριμηνία Ιανουάριος - Μάρτιος 2003 οφείλονται ακόμα τα ποσά: Πρόσθετη επιβάρυνση 10% ήτοι € 0,51 σεντ, τόκος 9% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 3,46 σεντ, τόκος 9% από 26/5/2003 επί της πρόσθετης επιβάρυνσης € 0,51 σεντ μέχρι εξοφλήσεως και επιπλέον ποσό € 1,435,23 σεντ επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής του εντύπου, για το τρίμηνο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2003 οφείλεται πρόσθετη επιβάρυνση 10% ήτοι € 0,51 σεντ, τόκο 9% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 3,12, τόκο 9% επί της πρόσθετης επιβάρυνσης € 0,51 σεντ από 25/2/2004 μέχρι εξοφλήσεως και επιπλέον € 1,204,56 σεντ επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής του εντύπου. Προς απόδειξη των πιο πάνω ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο
- Αιτήθηκε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών από τον κατηγορούμενο προς τον Κ.Ο.Τ. πλέον € 85 οδοιπορικά για κάθε εμφάνιση του στο Δικαστήριο πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από το Δικαστήριο αναφορικά με το ύψος των ισχυριζόμενων οφειλών του κατηγορουμένου ως είχαν την 31/12/2005, απάντησε ότι οφειλόταν η πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 0,51σεντ, τόκος 9% επί του ποσοστού 3% και της πρόσθετης επιβάρυνσης 10% από 26/5/2003 - 31/12/2005 ποσό €1,2 και ποσό € 845,76 σεντ επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής εντύπου, ποσό το οποίο υπολογίστηκε μέχρι 31/12/
- Για το τρίμηνο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2003 οφείλεται πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 0,51σεντ, τόκος 9% επί του ποσοστού 3% και της πρόσθετης επιβάρυνσης 10% από 25/2/2004 μέχρι 31/12/2005 ποσό € 0,
- Επιπλέον € 615,10 επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής του εντύπου το οποίο υπολογίστηκε μέχρι τις 31/12/2005 στο συνολικό οφειλόμενο ποσό € 1,463,55 σεντ. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε σε υποβολή του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλε το αρχικό οφειλόμενο ποσό και ότι πράγματι ο κατηγορούμενος κατέβαλε προσπάθειες για να εξευρεθεί μια λύση αναφορικά με τα επίδικα ποσά. Δήλωσε ότι από την πλευρά του είχε κάθε πρόθεση να διευκολύνει τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα την πρώτη φορά προτάθηκε το ποσό των € 50 μηνιαίως και την δεύτερη φορά εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου για το ποσό των € 20 μηνιαίως, πλην όμως μέχρις στιγμής δεν υπήρχε ανταπόκριση από τον κατηγορούμενο. Απαντώντας σε υποβολή του κατηγορουμένου ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 12 παρ. 3 του Συντάγματος, ανέφερε ότι τα καθήκοντα του άπτονται της εφαρμογής της νομοθεσίας. Απαντώντας σε σχετική υποβολή του κατηγορούμενου περί καθυστέρησης λήψης Δικαστικών μέτρων εναντίον του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε εμπρόθεσμα για προηγούμενες τριμηνίες τα έντυπα για το 3% και κατέβαλλε τα οφειλόμενα ποσά και συνεπώς ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης της νομοθεσίας. Η συνέχεια της αντεξέτασης του μάρτυρα από τον κατηγορούμενο ουσιαστικά περιορίστηκε σε σχετικές υποβολές οι οποίες ουσιαστικά έχουν να κάνουν με το παράπονο του ότι η κατηγορούσα αρχή παρέμενε αμετάβλητη στις θέσεις τις όπως διεκδικήσει τα επίδικα ποσά τα οποία και θεωρεί υπερβολικά, στην καθυστέρηση που υπήρχε μέχρι να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση, στα όσα προηγήθηκαν της εκπρόθεσμης υποβολής των σχετικών εντύπων και συγκεκριμένα την αναφορά του σε αρμόδιο λειτουργό των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε όπως καταβάλλει το ποσό των € 50 μηνιαίως, ως επίσης και για το ποσό των € 20 μηνιαίως και ότι θα κατέβαλλε τα εν λόγω ποσά με την εξασφάλιση βιβλιαρίου επιταγών, πράγμα που δεν έπραξε. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κος Ανδρέας Παπασάββας, αναφέροντας ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Κ.Ο.Τ. από τον οποίον αφυπηρέτησε στις 1/3/2011 για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, να δώσει μαρτυρία και να καταθέσει δύο αντίγραφα των δελτίων επιθεώρησης που ετοίμασε το 2003 στο επίδικο κέντρο. Όταν εργαζόταν στον Κ.Ο.Τ. επιθεωρούσε κέντρα, ξενοδοχειακά καταλύματα και γραφεία τουρισμού και να παρακολουθεί την πιστή εφαρμογή των νόμων και κανονισμών. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο διότι ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής και επιχειρηματίας το
- Επισκέφθηκε το κέντρο του κατηγορούμενου στις 16/1/2003 και 29/11/
- Στις 16/1/2003 ήταν παρών και υπέγραψε το δελτίο επιθεώρησης με αριθμό 106725, ήτοι το τεκμήριο
- Αναλύοντας το εν λόγω τεκμήριο, ανέφερε ότι περιοδικά ελέγχουν και τον κύκλο εργασιών της επιχείρησης και για μια από τις ημέρες εκείνης της περιόδου διαπίστωσε ότι ο κύκλος εργασιών της επίδικης επιχείρησης έφτανε στο ποσό των € 30, άρα κατά τον ίδιο ο κατηγορούμενος λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση. Το επίδικο κέντρο επισκέφθηκε εκ νέου στις 29/11/2003 και σύνταξε το τεκμήριο 10, ήτοι το δελτίο επιθεώρησης με αριθμό
- Στις 29/11/2003 διαπίστωσε ότι ο κύκλος εργασιών της επίδικης επιχείρησης έφτανε στο ποσό των € 18, άρα κατά τον ίδιο ο κατηγορούμενος λειτουργούσε την εν λόγω επιχείρηση. Το επίδικο κέντρο ανήκει στην κατηγορία του μουσικοχορευτικού, δηλαδή είναι πάνω από 60 τετραγωνικά μέτρα η αίθουσα του κέντρου και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν συνολικού εμβαδού 80 τετραγωνικών μέτρων. Στο επίδικο κέντρο υπήρχε παρασκευαστήριο και σίγουρα ήταν πάνω από 8 τετραγωνικού κέντρου που ήταν και το μίνιμουμ εμβαδού που θα έπρεπε να είχε, τα σχέδια του οποίου εγκρίθηκαν από τον Κ.Ο.Τ. Τέλος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να καταβάλει κάποιο ποσό από αυτά που δήλωσε. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε σχετική υποβολή που του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε, ότι του εξηγήθηκε ο λόγος της επίσκεψης του, ότι συμπλήρωσε ο εν λόγω μάρτυρας κάποιο έντυπο και καθοδηγώντας τον κατηγορούμενο του είπε να πάει στο καλό και ότι όλα είναι εντάξει. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι το εν λόγω έντυπο συμπληρώθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα και τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι όταν κάποιος επιχειρηματίας επισκεφθεί τα γραφεία του Κ.Ο.Τ. τον βοηθούν να συμπληρώσει τα έντυπα, πλην όμως τα έντυπα τα συμπληρώνει ο ίδιος ο επιχειρηματίας και παραδίδονται στα γραφεία του Κ.Ο.Τ. για τα περαιτέρω. Του υποβλήθηκαν επίσης οι ίδιες υποβολές με αυτές που υποβλήθηκαν και στον Μ.Κ. 1 τις οποίες και αρνήθηκε, λέγοντας ότι σύμφωνα με τον νόμο που αφορά το ποσοστό που εισπράττεται από τους επιχειρηματίες, αυτό καταβάλλεται μέχρι την 25η ημέρα του επόμενου μηνός για κάθε τρίμηνο. Υποβάλλεται η φόρμα και καταβάλλεται το ποσοστό, πλην όμως ο κατηγορούμενος για τις επίδικες περιόδους του 2003, υπέβαλε καθυστερημένα τα σχετικά έντυπα και ο κατηγορούμενος ξέρει σίγουρα ότι δεν κατέβαλε τα εν λόγω ποσά τόκους και επιβαρύνσεις. Στις 7/1/2008 στάληκε επιστολή στον κατηγορούμενο, ήτοι το τεκμήριο 7, καλώντας τον κατηγορούμενο όπως καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατέβαλε τα εν λόγω ποσά. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε τα έντυπα και τα υπόγραψε και ότι στο πίσω μέρος των εν λόγω εντύπων, αναγράφονται οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου προς τον Κ.Ο.Τ. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο αφού άκουσε τις εισηγήσεις αμφοτέρων των πλευρών αναφορικά με το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη δήλωση του η οποία και καταχωρήθηκε γραπτώς, εκφράζει την άποψη του ότι το ποσό το οποίο διεκδικεί η κατηγορούσα αρχή είναι παράλογο, δυσανάλογο, ανεδαφικό και εξωφρενικό. Η κατηγορούσα αρχή κατά τον ίδιο, ενήργησε κακόπιστα και εκδικητικά μετά από παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος για να διεκδικήσει περισσότερα χρήματα, παραμένοντας ταυτόχρονα άτεγκτη και προσκολλημένη στο γράμμα του Νόμου, προκαλώντας αδικία στον ίδιο αφού ο σκοπός του Νόμου είναι να απονέμει δικαιοσύνη και όχι να οδηγεί σε αδικίες και εξωφρενικά και παράλογα αποτελέσματα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αμφότεροι οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής άφησαν πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσαν με σαφήνεια, αμεσότητα, πληρότητα, λεπτομερώς και ευκρινώς τα όσα γνώριζαν αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, η δε μαρτυρία τους στηριζόταν και στα κατατιθέντα τεκμήρια τα οποία είχαν συνοχή και ταύτιση με την μαρτυρία που έδιναν στο Δικαστήριο. Η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της σύντομης αντεξέτασης τους η οποία σχεδόν ολοκληρωτικά διεπόταν από την υποβολή των παραπόνων του κατηγορουμένου προς αυτούς αναφορικά με την στάση που κράτησε η Κατηγορούσα αρχή προς αυτόν. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία τους στην ολότητα τους ως αληθή και αξιόπιστη. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ,κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Λαμβανομένου υπ΄ όψη του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου η οποία ουσιαστικά αποτελείται από τα παράπονα του κατηγορουμένου για την στάση που κράτησε η κατηγορούσα αρχή προς αυτόν, αλλά και την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, κρίνω ότι δεν δύναται να αποδοθεί οιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσα από την μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, εξάγονται τα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: 1) Ο κατηγορούμενος σ΄ όλον τον ουσιώδη προς το κατηγορητήριο χρόνο, ήταν διευθυντής και επιχειρηματίας του κέντρου MESSALINA NIGHT CLUB που βρισκόταν επί της οδού Βλαδιμήρου Ηρακλέους αρ. 31 στην Πάφο. 2) Το κέντρο MESSALINA NIGHT CLUB είναι κέντρο αναψυχής εν τη εννοία των νόμων περί Κέντρων Αναψυχής 1985 - 2007, και ανήκει στην κατηγορία των μουσικοχορευτικών κέντρων. 3) Ο κατηγορούμενος για την τριμηνία Ιανουάριος - Μάρτιος 2003 δήλωσε ως κύκλο εργασιών το ποσό των Λ.Κ.
- 4) Ο κατηγορούμενος για την τριμηνία Ιανουάριος - Μάρτιος 2003, δεν υπέβαλε έγκαιρα, ήτοι το αργότερο μέχρι την 25/4/2003 την δήλωση κύκλου εργασιών, διότι την υπέβαλε στις 19/12/
- 5) Ο κατηγορούμενος για την τριμηνία Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2003 δήλωσε ως κύκλο εργασιών το ποσό των Λ.Κ.
- 6) Ο κατηγορούμενος για την τριμηνία Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2003, δεν υπέβαλε έγκαιρα, ήτοι το αργότερο μέχρι την 25/1/2004 την δήλωση κύκλου εργασιών, διότι την υπέβαλε στις 19/12/
- 7) Ο κατηγορούμενος κατέβαλε εκπρόθεσμα μόνο το ποσοστό 3% για τις πιο πάνω αναφερόμενες περιόδους, δηλαδή συνολικά €10,25 στις 23/11/2010, χωρίς να καταβάλει οιοδήποτε ποσό για τους επιβληθέντες τόκους και προσεπιβαρύνσεις συνεπεία της μη εμπρόθεσμης υποβολής του εντύπου δήλωσης κύκλου εργασιών και της μη εμπρόθεσμης καταβολής του ποσοστού 3% του δηλωθέντος κύκλου εργασιών για κάθε μια από τις εν λόγω περιόδους. 8) Οι οφειλές του κατηγορουμένου ως είχαν την 31/12/2005, συνίσταντο στην πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 0,51σεντ, τόκος 9% επί του ποσοστού 3% και της πρόσθετης επιβάρυνσης 10% από 26/5/2003 - 31/12/2005 ποσό €1,2 και ποσό € 845,76 σεντ επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής εντύπου, ποσό το οποίο υπολογίστηκε μέχρι 31/12/
- 9) Για το τρίμηνο Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2003 οφείλεται πρόσθετη επιβάρυνση 10% επί του ποσοστού 3% ήτοι € 0,51σεντ, τόκος 9% επί του ποσοστού 3% και της πρόσθετης επιβάρυνσης 10% από 25/2/2004 μέχρι 31/12/2005 ποσό € 0,
- Επιπλέον € 615,10 επιβάρυνση λόγω μη έγκαιρης υποβολής του εντύπου το οποίο υπολογίστηκε μέχρι τις 31/12/2005 στο συνολικό οφειλόμενο ποσό των € 1,463,55 σεντ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Χωρίς καμία αμφιβολία, το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα υπόθεση και που εφαρμόζεται, είναι αυτή του Νόμου περί Κέντρων Αναψυχής Ν.29/85, ως αυτός τροποποιήθηκε από τους νόμους Ν.214/91, 214
(1)/1999, 90
(1)/2000 και 151
(1)/2005 και δεν συμπεριλαμβάνεται ο νόμος 65
(1)/2007 διότι ο εν λόγω τροποποιητικός νόμος δημοσιεύθηκε και συνεπώς έχει εφαρμογή από τις 6/6/2007, ήτοι χρόνο ο οποίος δεν ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως αυτός διαφαίνεται από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Μέσα λοιπόν από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2, 5 και 14 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταγράφονται στις κατηγορίες 1 και 5 και που πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, είναι τα ακόλουθα: 1) Το επίδικο κέντρο να είναι κέντρο εν τη εννοία του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 2) Το επίδικο κέντρο να εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 5 του εν λόγω νόμου. 3) Το επίδικο κέντρο να μην εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 4) Ο κατηγορούμενος να έχει την ιδιότητα του διευθυντή ή του επιχειρηματία του κέντρου εν τη εννοία των άρθρων 2 και 5 του εν λόγω νόμου. 5) Ο κατηγορούμενος να υποβάλει στον Κ.Ο.Τ. δήλωση κύκλου εργασιών για κάθε τριμηνία όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. 6) Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ το ποσοστό 3% επί του δηλωθέντος κύκλου εργασιών, για περίοδο πέραν των 25 ημερών του μήνα που έπεται της δηλωθείσας τριμηνίας όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και 5 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και
- Από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2, 5 και 14 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταγράφονται στις κατηγορίες 4 και 8 και που πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, είναι τα ακόλουθα: 1) Το επίδικο κέντρο να είναι κέντρο εν τη εννοία του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 2) Το επίδικο κέντρο να εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 5 του εν λόγω νόμου. 3) Το επίδικο κέντρο να μην εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 4) Ο κατηγορούμενος να έχει την ιδιότητα του διευθυντή ή του επιχειρηματία του κέντρου εν τη εννοία των άρθρων 2 και 5 του εν λόγω νόμου. 5) Ο κατηγορούμενος να παραλείψει να υποβάλει το έντυπο εισπράξεων και χρεώσεων όπως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου εμπρόθεσμα, ήτοι το αργότερο μέχρι την 25η ημέρα του μήνα που έπεται της κάθε αμέσως προηγούμενης τριμηνίας μαζί με το ποσοστό 3% επί των εισπράξεων της εν λόγω τριμηνίας. Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 4 και 8 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 4 και
- Από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2, 5 και 14 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταγράφονται στις κατηγορίες 2 και 6 και που πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, είναι τα ακόλουθα: 1) Το επίδικο κέντρο να είναι κέντρο εν τη εννοία του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 2) Το επίδικο κέντρο να εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 5 του εν λόγω νόμου. 3) Το επίδικο κέντρο να μην εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 4) Ο κατηγορούμενος να έχει την ιδιότητα του διευθυντή ή του επιχειρηματία του κέντρου εν τη εννοία των άρθρων 2 και 5 του εν λόγω νόμου. 5) Ο κατηγορούμενος να υποβάλει στον Κ.Ο.Τ. δήλωση κύκλου εργασιών για κάθε τριμηνία όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. 6) Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ το ποσοστό 3% επί του δηλωθέντος κύκλου εργασιών, για περίοδο πέραν των 25 ημερών του μήνα που έπεται της δηλωθείσας τριμηνίας όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. 7) Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ την πρόσθετη επιβάρυνση του ποσοστού 10% επί του ποσοστού 3%. Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 2 και 6 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και 6. Από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2, 5 και 14 του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταγράφονται στις κατηγορίες 3 και 7 και που πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, είναι τα ακόλουθα: 1) Το επίδικο κέντρο να είναι κέντρο εν τη εννοία του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 2) Το επίδικο κέντρο να εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 5 του εν λόγω νόμου. 3) Το επίδικο κέντρο να μην εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου. 4) Ο κατηγορούμενος να έχει την ιδιότητα του διευθυντή ή του επιχειρηματία του κέντρου εν τη εννοία των άρθρων 2 και 5 του εν λόγω νόμου. 5) Ο κατηγορούμενος να υποβάλει στον Κ.Ο.Τ. δήλωση κύκλου εργασιών για κάθε τριμηνία όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. 6) Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ το ποσοστό 3% επί του δηλωθέντος κύκλου εργασιών, για περίοδο πέραν των 25 ημερών του μήνα που έπεται της δηλωθείσας τριμηνίας όπως καθορίζεται από το άρθρο 14
(14)του εν λόγω νόμου. 7) Ο κατηγορούμενος να παρέλειψε να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ την πρόσθετη επιβάρυνση του ποσοστού 10% επί του ποσοστού 3%. 8) Ο κατηγορούμενος να παραλείπει να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ. τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσοστά για περίοδο πέραν των τριάντα ημερών από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέα. 9) Ο κατηγορούμενος να παραλείπει να καταβάλει στον Κ.Ο.Τ. το ποσοστό τόκου προς 9% επί των πιο πάνω αναφερόμενων ποσοστά. Με βάση τα πιο πάνω αναφερθέντα ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 3 και 7 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 3 και 7. Με βάση τα πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο