Δημοκρατία ν. Αντώνης Σιαμπάνιας, Αρ. Υπόθεσης: 6992/11, 8.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2011:18 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6992/11 Δημοκρατία ν. Αντώνης Σιαμπάνιας, από την Πάφο Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - 8.11.2011 Για τη Δημοκρατία: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών, γι΄ αυτόν: κ. Λ. Κληρίδης μαζί με κ. Α. ΤύλληροH ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οκτώ συνολικά κατηγορίες, τέσσερις κατά παράβαση του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, και τέσσερις κατά παράβαση του Μέρους ΙV, Ποινικά Αδικήματα εναντίον των Ηθών του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στο σύνολο των κατηγοριών ώστε ο πελάτης του να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του σε οιαδήποτε από αυτές. Η εισήγηση εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 το οποίο προνοεί πως: «Κατά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του μπορούν να εισηγηθούν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου επαρκώς για να του ζητηθεί να κάμει την υπεράσπιση του και αν το Δικαστήριο αποδεχθεί την εισήγηση του θα τον αθωώσει.» Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου έχουν αναλυθεί στη νομολογία. Κλασσική επί του προκειμένου απόφαση θεωρείται η Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου στη σελίδα 145 αναφέρεται πως: «Η απαλλαγή του [κατηγορούμενου] δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεσης της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.» Εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου ότι ισχύουν και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις για κάθε μια από τις οποίες ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί στο στάδιο τούτο. Κυρίαρχο ζήτημα στην αγόρευση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ήταν ο σχολιασμός της μαρτυρίας της παραπονούμενης Larysa Bozo (Μ.Κ.2). Ηγέρθησαν διάφορα ζητήματα τα οποία δεν χρειάζεται να απαντήσουμε στο στάδιο τούτο. Αρκεί να σημειώσουμε πως η παραπονούμενη έδωσε ένορκη μαρτυρία αναγνωρίζοντας και υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και που καταγράφηκε στη ρωσική γλώσσα. Ανέγνωσε την κατάθεσή της που μεταφραζόταν από μεταφραστή, όπως και ότι άλλο ειπώθηκε από την ίδια τόσο κατά την κύρια εξέτασή της όσο και κατά την αντεξέτασή της. Η ενώπιον μας μεταφορά του λόγου της παραπονούμενης στην ελληνική συνιστά μαρτυρία. Η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αντινομική ή ότι στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορούμενου. Πρόκειται για μαρτυρία που χρήζει αξιολόγησης, όπως και η λοιπή μαρτυρία που προσφέρθηκε, έργο που επιτελείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Η μαρτυρία της παραπονούμενης και η υπόλοιπη μαρτυρία στην υπόθεση συνιστούν υλικό πάνω στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε ώστε να εξετάσουμε κατά πόσο οι κατηγορίες δύνανται, εξ αντικειμένου, να τεκμηριωθούν. Εξετάσαμε το σύνολο των κατηγοριών και επικεντρωθήκαμε στα συστατικά στοιχεία του κάθε καταλογιζόμενου αδικήματος, αναζητώντας στη δοθείσα μαρτυρία την παρουσία αποδεικτικού υλικού δυνάμενου να τεκμηριώσει αντικειμενικά κάθε συστατικό στοιχείο στην κάθε περίπτωση. Έχουμε καταλήξει πως από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό μπορούν αντικειμενικά να τεκμηριωθούν οι κατηγορίες 1 μέχρι 3 και 6 μέχρι
- Η κατηγορία 4 αφορά μαστροπεία κατά παράβαση του άρθρου 157(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Η κατηγορία 5 αφορά προαγωγή διαφθοράς γυναίκας με απειλές και εκφοβισμό κατά παράβαση του άρθρου 159(α) του ιδίου νόμου. Τόσο το άρθρο 157 όσο και το άρθρο 159 διατηρούν επιφύλαξη που προνοεί ότι: «. κανένας δεν καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου αυτού βάσει της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα, εκτός αν η μαρτυρία αυτή ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο.». Αναφέρεται στον Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 35η έκδ. παραγρ. 2951 πως για τεκμηρίωση του συστατικού στοιχείου της προαγωγής πρέπει να υπάρχει πραγματική προαγωγή. Η γυναίκα που ενεργεί με δική της θέληση δεν προάγεται (βλ. R. V. Christian 78 J.P. 112). Η μαρτυρία της παραπονούμενης τεκμηριώνει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών, όμως ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί σε αυτά στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας ότι προήγαγε την παραπονούμενη σε κοινή πορνεία ή ότι με απειλές και εκφοβισμούς την προήγαγε σε πορνεία. Η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 3 και 4 αναφέρεται σε συναφή ζητήματα ουδόλως όμως αγγίζει το επί μέρους ζήτημα της προαγωγής. Η μαρτυρία τους δεν αναφέρεται καθόλου στο κατά πόσο η παραπονούμενη αποδεχόταν να έλθει σε συνουσία μαζί τους με τη θέληση της ή κατόπιν εξαναγκασμού από τον κατηγορούμενο. Προβληματιστήκαμε κατά πόσο θα έπρεπε να απορρίψουμε τις κατηγορίες στο στάδιο τούτο στη βάση του ότι με την μέχρι τώρα παρουσιασθείσα μαρτυρία ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί σε αυτές. Θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει πως καλώντας τον σε απολογία ουσιαστικά τον θέτουμε σε κίνδυνο να συμπληρώσει τα κενά της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη ο νομοθέτης ρητά στις επιφυλάξεις των άρθρων αναφέρεται σε καταδίκη που υπονοεί το τελικό στάδιο της δίκης. Το ζήτημα ηγέρθηκε στην υπόθεση Μεϊτανής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 177. Ο εφεσείοντας ήγειρε ως λόγο έφεσης ότι λανθασμένα κλήθηκε σε απολογία σε κατηγορία μαστροπείας χωρίς να υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία με αποτέλεσμα να επιλέξει προς υπεράσπιση του να δώσει ένορκη μαρτυρία, κάτι που δεν θα έκανε υπό άλλες περιστάσεις. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ασχολείται με το συγκεκριμένο ζήτημα, προφανώς γιατί η κατηγορία της μαστροπείας είχε απορριφθεί στο τέλος της δίκης. Στη νομολογία υπάρχουν υποθέσεις όπου κατηγορίες του είδους απορρίφθηκαν στο τελικό στάδιο της δίκης και όχι ενωρίτερα, παρά την καταφανή απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 399). Καταλήξαμε πως, υπό τις περιστάσεις, ενδείκνυται να ακολουθήσουμε την οδό που διασφαλίζει καλύτερα τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Ως εκ των ανωτέρω, οι κατηγορίες 4 και 5 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται αυτών. Βρίσκουμε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 2, 3, 6, 7 και 8 στις οποίες και καλούμε τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. (Το Δικαστήριο επεξηγεί στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του) (Υπ.) .................................................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................................................... Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................................................... Δ.Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Asize/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση Με την κατηγορία 1 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως μεταξύ 5.6.2010 και 20.2.2011 εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την παραπονούμενη μέσω απειλών. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 και 9(α) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του
- Το άρθρο 9(α) καθιστά αδίκημα τη σεξουαλική εκμετάλλευση μέσω απειλών ενώ το ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζει τι περιλαμβάνει ο όρος εκμετάλλευση. Συμπεριλαμβάνει την καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, την εκπόρνευση ή άλλης μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση. Με την κατηγορία 2 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως κατά τον ίδιο χρόνο υπέβαλε την παραπονούμενη σε υποχρεωτική εργασία, δηλαδή την ανάγκαζε να πηγαίνει με πελάτες και να έρχεται σε συνουσία μαζί τους παρά τη θέληση της με τη χρήση απειλών. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 (πιο πάνω) και 8(α) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του
- Το άρθρο 8(α) καθιστά αδίκημα την υποβολή σε υποχρεωτική εργασία μέσω απειλών. Από το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό βρίσκουμε πως υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος με τη χρήση απειλών ανάγκαζε την παραπονούμενη να έρχεται σε συνουσία με άλλους άνδρες αποκομίζοντας ο ίδιος οικονομικό όφελος. Με την κατηγορία 3 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο πως κατά τον ίδιο χρόνο με πρόθεση απέκρυψε το διαβατήριο και το βιβλιάριο καταθέσεων της τράπεζας της παραπονούμενης με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει την προσωπική της ελευθερία. Η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 (πιο πάνω) και 13
(1)(α)(β)(γ) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007. Το άρθρο 13
(1)καθιστά αδίκημα την κατακράτηση συγκεκριμένων εγγράφων που ρητά περιλαμβάνουν διαβατήριο. Βιβλιάριο καταθέσεων τραπέζης δεν φαίνεται να καλύπτεται από οιαδήποτε των περιπτώσεων που προνοούνται στο άρθρο. Οι παράγραφοι (α) και (β) του άρθρου 13
(1)δεν είναι σχετικές έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 3. Πρέπει λοιπόν να διαφαίνεται πως ο κατηγορούμενος κατακράτησε το διαβατήριο της παραπονούμενης με σκοπό να περιορίσει παράνομα την προσωπική της ελευθερία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο