← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Λουκά Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8433/11, 15.12.2011

Δημοκρατία ν. Λουκά Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8433/11, 15.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2011:21 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. Δ.Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8433/11 Δημοκρατία ν.

  1. Λουκά Χρυσάνθου, από την Πάφο
  2. Μαρίας Λουκά, από την Πάφο Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 15.12.2011 Για τη Δημοκρατία: κ. Στ. Ερωτοκρίτου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (δίκη εντός δίκης) Ο Αστ. 2986 Κυριάκος Λουκά είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Καταθέτοντας ως Μ.Κ.2 επιχείρησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο το περιεχόμενο προφορικών δηλώσεων του κατηγορούμενου 1 και να παρουσιάσει γραπτή του κατάθεση που έλαβε την 18.6.
  3. Τόσο οι προφορικές δηλώσεις, όσο και το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης, είναι ενοχοποιητικές για τον κατηγορούμενο
  4. Η υπεράσπιση υπέβαλε ένσταση στην αποδοχή τους υποστηρίζοντας ότι: - Οι δηλώσεις και η γραπτή κατάθεση λήφθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 11.4 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα ότι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 δυνατότητα ή επαρκής χρόνος για να έχει επικοινωνία με το δικηγόρο του. - Υπήρξε παραβίαση του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005 και των Δικαστικών Κανόνων. - Οι δηλώσεις και η γραπτή κατάθεση ήταν προϊόντα εκβιασμού και δεν ήταν θεληματικές. Ο εκβιασμός ήταν αρχικά τηλεφωνικός. Κάποιος αστυνομικός ή λοχίας, ονόματι Δώρος, και κάποιος Σταύρος, κάλεσαν τον κατηγορούμενο 1 τηλεφωνικά να παρουσιαστεί αμέσως στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου, διαφορετικά, τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας του θα κλείνονταν στα κρατητήρια. Ο εκβιασμός συνεχίστηκε με την άφιξη του κατηγορούμενου 1 στον αστυνομικό σταθμό με την εμπλοκή του εξεταστή. Αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο 1: «Για να μείνει ελεύθερη η μάνα σου θα πρέπει να δώσεις κατάθεση στην οποία θα αναλάβεις εσύ τα ανευρεθέντα.». Κατά τη δίκη εντός δίκης που ακολούθησε κατάθεσαν τρεις μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή ενώ η υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες. Μαρτύρησαν ο Αστ. 2986 Κ. Λουκά (Μ.Κ.1 στη δίκη εντός δίκης), εξεταστής της υπόθεσης, ο Αστ. 2790 Σταύρος Νεοφύτου (Μ.Κ.2 στη δίκη εντός δίκης) και ο Αρχ. Αστ. 2459 Θεόδωρος Νικολάου (Μ.Κ.3 στη δίκη εντός δίκης), ο Δώρος στον οποίο είχε αναφερθεί ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κατά την υποβολή της ένστασης του. Κανένας από τους μάρτυρες δεν αποδέχτηκε πως εκβίασε τον κατηγορούμενο 1 και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη. Ούτε τα όσα οι αστυνομικοί μαρτύρησαν ότι είπαν στον κατηγορούμενο 1 συνιστούν, υπό τας περιστάσεις της υπόθεσης, εκβιασμό. Ότι ο κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε τηλεφωνικά πως είχαν συλληφθεί οι γονείς του, κάτι που ήταν η πραγματικότητα, δεν μπορεί αφ΄ εαυτού και χωρίς άλλο να τεκμηριώσει εκβιασμό. Πολύ περισσότερο όταν ο Νικολάου ενήργησε, κατά παράκληση του κατηγορούμενου 1, έτσι ώστε ο συλληφθείς πατέρας του κατηγορούμενου 1 που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας να μην μεταφερθεί στον αστυνομικό σταθμό αλλά να παραμείνει υπό φρούρηση στην κατοικία του. Εάν υπήρχε διάθεση εκβιασμού του κατηγορούμενου 1, ο Νικολάου θα μπορούσε να παραβλέψει την παράκληση του κατηγορούμενου 1 και να μεταφερθεί ο πατέρας του στον αστυνομικό σταθμό. Περαιτέρω, διαφάνηκε πως ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 αφέθηκε ελεύθερος η ώρα 03:05, πριν ο κατηγορούμενος 1 αφιχθεί στον αστυνομικό σταθμό. Στην απουσία μαρτυρίας πως ο κατηγορούμενος 1 εκβιάστηκε για να προβεί στις ενοχοποιητικές του δηλώσεις, οι επί μέρους θέσεις της υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες. Δεν υπάρχει βάση γεγονότων άλλη από αυτή που μαρτυρήθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας την οποία και αποδεχόμαστε. Η σχετική ένσταση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Οι εναπομείναντες λόγοι εδράζονται στα ίδια γεγονότα. Τα καταγράφουμε στην έκταση που είναι ουσιαστικά για τα επίδικα ζητήματα και όπως προκύπτουν από τις μαρτυρίες των Λουκά και Νικολάου. Ο Νεοφύτου δεν είχε ανάμιξη στα γεγονότα αυτά. Ο κατηγορούμενος 1 που βρισκόταν στη Λευκωσία, όπως είχε ειπωθεί στην αστυνομία από τους οικείους του, κλήθηκε τηλεφωνικά για να μεταβεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, στα γραφεία της ΥΚΑΝ από τον Νικολάου. Ο Νικολάου του ανέφερε ότι έπρεπε να πάει στο σταθμό και πως θα ανακρινόταν για την υπόθεση. Τον ενημέρωσε ακόμα πως εκκρεμούσε ένταλμα έρευνας των υποστατικών του που θα έπρεπε να εκτελεστεί. Έγιναν πέντε - έξι κλήσεις από το Νικολάου προς το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου
  5. Ο κατηγορούμενος 1 είχε πει πως είχε ξεκινήσει από τη Λευκωσία. Σε τηλεφώνημα που ακολούθησε πως ήταν καθ΄ οδόν. Μετά το τηλέφωνο του είτε ήταν κλειστό είτε δεν το απαντούσε και όταν απάντησε είπε πως ήταν στο δρόμο. Σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του ο Νικολάου προέβαλε και τη θέση πως σε κάποιο από τα τηλεφωνήματα ο κατηγορούμενος 1 είχε προβεί σε παραδοχή ότι τα ναρκωτικά που είχαν ανευρεθεί στην κατοικία των γονέων του ήταν δικά του. Ο κατηγορούμενος 1 αφίχθηκε στον αστυνομικό σταθμό όπου βρίσκονται τα γραφεία της ΥΚΑΝ οδηγώντας το αυτοκίνητο του και χωρίς τη συνοδεία οιουδήποτε άλλου προσώπου η ώρα 03:45 της 18.6.
  6. Στάθμευσε στο χώρο στάθμευσης του αστυνομικού σταθμού όπου τον πλησίασαν οι Λουκά και Νικολάου. Δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας ερευνήθηκε το αυτοκίνητο του, ενώ ερευνήθηκε και ο ίδιος σωματικά από το Λουκά. Η αρχική θέση του Λουκά ήταν ότι στο χώρο στάθμευσης και κατ΄ ακολουθία της έρευνας από την οποία τίποτε δεν προέκυψε, απέσπασε προφορική ομολογία από τον κατηγορούμενο
  7. Κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση του, εξηγώντας πως αυτό είχε γίνει στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Καθ΄ υπόδειξη του ο κατηγορούμενος 1 τον είχε ακολουθήσει από το προαύλιο του σταθμού στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Ο Λουκά του ανέφερε ότι θα του υπόβαλλε ερωτήσεις σχετικά με την υπόθεση, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και τον πληροφόρησε ότι δεν ήταν υπόχρεος να αναφέρει οτιδήποτε εκτός και αν το επιθυμούσε. Τον ρώτησε τι γνώριζε για τα ναρκωτικά που είχαν ανευρεθεί στην κατοικία των γονέων του και ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή ότι αυτά ήταν δικά του. Στο χρονικό τούτο στάδιο ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε ακόμα συλληφθεί. Ουδεμία αναφορά είχε γίνει από οιοδήποτε αστυνομικό όργανο σε τυχόν δικαίωμα του να επικοινωνήσει ή να συμβουλευτεί δικηγόρο ούτε και ο κατηγορούμενος 1 εξέφρασε επιθυμία για κάτι τέτοιο. Η δεύτερη φορά που ο κατηγορούμενος ομολόγησε προφορικά ήταν αμέσως πριν τη λήψη της κατάθεσης του. Η απόφαση αναφορικά με την αποδεκτότητα αυτής της δήλωσης δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που αφορά τη γραπτή κατάθεση. Οι ουσιαστικές συνθήκες που την περιβάλλουν είναι οι ίδιες με αυτές που αφορούν τη γραπτή κατάθεση. Η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο Ι στη δίκη εντός δίκης) άρχισε την 04:50 και τέλειωσε την 05:10 της 18.6.
  8. Κατ΄ αυτό το χρόνο ο κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό σύλληψη. Είχε συλληφθεί την 04:35 από τον Λουκά δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί την 04:
  9. Πριν δώσει τη γραπτή του κατάθεση, είχαν επεξηγηθεί στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του ως συλληφθέντος προσώπου και υπόγραψε σχετικό έντυπο (Τεκμήριο ΙΙ στη δίκη εντός δίκης). Το έντυπο αναπαράγει διατάξεις του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005 και καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει, ότι ο κατηγορούμενος 1 δικαιούτο αμέσως μετά τη σύλληψη του να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά με δικηγόρο της επιλογής του. Ο κατηγορούμενος 1 υπόγραψε το τυποποιημένο μέρος του εντύπου που αναφέρει ότι είχε πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκησης του δικαιώματος του αλλά δεν επιθυμούσε να το ασκήσει, κατέγραψε όμως στο χώρο που υπάρχει για παρατηρήσεις τα εξής: «Πήρα το Δικηγόρο τηλέφονο και δεν Απαντά και θα προσπαθήσω ξανά το προί.» Για τις παρατηρήσεις υπάρχει στο έντυπο επεξηγηματική υποσημείωση που αναφέρει: «Να σημειώνονται τυχόν παρατηρήσεις π.χ. δήλωση ότι επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του σε μεταγενέστερο χρόνο κ.λ.π.» Η περίπτωση της γραπτής κατάθεσης και της προφορικής δήλωσης που άμεσα προηγήθηκε αυτής καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του
  10. Ο κατηγορούμενος 1 τελούσε κατά το χρονικό εκείνο στάδιο υπό σύλληψη και είχε το δικαίωμα να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά με δικηγόρο της επιλογής του (άρθρο 3

(1)(α)). Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής πως ο κατηγορούμενος 1 αποποιήθηκε του δικαιώματος του γι΄ αυτό και υπόγραψε το σχετικό έντυπο ότι δεν επιθυμούσε να το ασκήσει. Το κείμενο που κατέγραψε στο χώρο των παρατηρήσεων επιβεβαιώνει την επιλογή του, αφού επιφυλάχθηκε να προσπαθήσει ξανά το πρωί. Αντίθετα η υπεράσπιση υποστηρίζει πως η αναφορά ότι ο κατηγορούμενος 1 πήρε τηλέφωνο το δικηγόρο του, θεμελιώνει τη θέση πως επιθυμούσε να έχει τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του διαφορετικά γιατί να του τηλεφωνήσει. Η περαιτέρω αναφορά ότι θα προσπαθούσε ξανά το πρωί δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως εγκατάλειψη του δικαιώματος του να έχει επικοινωνία με το δικηγόρο. Απλά η επικοινωνία θα ήταν ευκολότερα εφικτή όταν θα ξημέρωνε. Εξάγεται από τη μαρτυρία του Λουκά πως το τηλεφώνημα στο οποίο αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος 1 είχε γίνει προτού ο τελευταίος αφιχθεί στον αστυνομικό σταθμό. Έγινε αντιληπτό από τη μαρτυρία του Λουκά πως, από τη στιγμή της άφιξης του κατηγορούμενου 1 στο σταθμό και μέχρι την ολοκλήρωση της γραπτής του κατάθεσης, ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν υπό την εποπτεία του και δεν αναφέρθηκε να έκανε οιοδήποτε τηλεφώνημα. Μαρτύρησε ο Λουκά πως ανέφερε στον κατηγορούμενο 1 τα δικαιώματα του και του έδωσε το έντυπο το οποίο ο κατηγορούμενος 1, αφού ανέγνωσε, το συμπλήρωσε. Το έντυπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με δύο τρόπους. Μπορεί να αφορά και να χρησιμοποιείται μόνο στην περίπτωση που ο συλληφθείς, αφού του εξηγηθούν προφορικά τα δικαιώματα του και αποφασίσει και αναφέρει στην αστυνομία ότι δεν επιθυμεί να τα ασκήσει ή να τα ασκήσει στο στάδιο εκείνο, του παραδίδεται για να το υπογράψει ως αποδεικτικό στοιχείο της επιλογής του. Ότι το έντυπο μπορεί να προορίζεται για τέτοια χρήση, ενισχύεται από την τυποποιημένη επιλογή μη άσκησης του δικαιώματος που ο συλληφθείς καλείται να υπογράψει. Μπορεί, όμως, στην πράξη να χρησιμοποιείται ώστε ο συλληφθείς αναγιγνώσκοντας το να ενημερώνεται για τα δικαιώματα του και να προβαίνει στη συνέχεια στην επιλογή του. Τέτοια χρήση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα πρακτική έτσι που να μην δημιουργούνται αμφιβολίες στο κατά πόσο τα δικαιώματα εξηγήθηκαν επαρκώς προφορικά. Από τη μαρτυρία του Λουκά προκύπτει πως το έντυπο χρησιμοποιήθηκε κατά το δεύτερο τρόπο. Δεν υποστήριξε ο Λουκά πως εξήγησε προφορικά τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο 1 και πως ο κατηγορούμενος 1 του δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Εφόσον το έντυπο χρησιμοποιείται και φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση με αυτό τον τρόπο είναι τουλάχιστον άκομψο να υπάρχει σε αυτό τυποποιημένη επιλογή μη επιθυμίας άσκησης του δικαιώματος. Η επιλογή θα έπρεπε να ήταν ανοιχτή ή να υπήρχε τυποποιημένη διαζευκτική επιλογή ότι ο συλληφθείς επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του. Κάτω από τις περιστάσεις που το έντυπο παραδόθηκε στον κατηγορούμενο 1, και χωρίς μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ειπώθηκε οτιδήποτε, καταλήγουμε πως ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος 1 συμπλήρωσε το έντυπο δεν καταδεικνύει θετικά πως η επιλογή του ήταν να μην έχει στο χρονικό εκείνο στάδιο επικοινωνία με το δικηγόρο του. Βρίσκουμε πως περισσότερο πιθανό παρά όχι είναι ο κατηγορούμενος 1 να επιθυμούσε επικοινωνία με το δικηγόρο του αλλά να κατανοούσε πως ίσως δεν ήταν βολικό στο χρονικό εκείνο στάδιο. Ο Νόμος προνοεί πως η πληροφόρηση συλληφθέντος για τα δικαιώματα του, αποτελεί υποχρέωση κάθε μέλους της αστυνομίας που διενεργεί σύλληψη (άρθρο 7
(1)). Όταν ο Νόμος εναποθέτει υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με την ικανοποίηση του σκοπού της υποχρέωσης που ο Νόμος εναποθέτει. Το δικαίωμα του συλληφθέντα για πληροφόρηση, και η συνεπακόλουθη υποχρέωση του αστυνομικού οργάνου να τον πληροφορήσει, εναποθέτουν καθήκον στον τελευταίο να βεβαιωθεί πως ο συλληφθείς πράγματι πληροφορήθηκε. Αναμφίβολα δε, όταν η επιλογή του συλληφθέντα εκφράζεται κατά τρόπο διφορούμενο ή δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του, το αστυνομικό όργανο έχει υποχρέωση να διευκρινίσει και να βεβαιωθεί για την επιλογή του συλληφθέντα. Αναφέρεται στην Panovits v. Cyprus 11.3.2009 (σελ. 18, παραγρ. 68) πως η αποποίηση του δικαιώματος για νομικές υπηρεσίες που εξασφαλίζεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στις πρόνοιες της αναφερόμαστε πιο κάτω) πρέπει να τεκμηριώνεται με μη διφορούμενο τρόπο. Ο Λουκά δεν ενδιαφέρθηκε να διευκρινίσει ποια ήταν η πραγματική επιθυμία του κατηγορούμενου. Ανάφερε πως ως εξεταστής της υπόθεσης έπρεπε να λάβει μια γραπτή κατάθεση τη στιγμή εκείνη. Πως έπρεπε να ληφθεί μια κατάθεση η οποία μπορούσε να δώσει νέο φάσμα στην υπόθεση που διερευνούσε. Περαιτέρω πως αυτός εκείνη τη στιγμή ήθελε να προχωρήσει σε σχέση με την υπόθεση γιατί μπορούσε να υπάρχουν νέα γεγονότα. Ακόμα υπόβαλε τη ρητορική ερώτηση πως αν ο κατηγορούμενος δεν εύρισκε δικηγόρο ή εύρισκε το δικηγόρο μετά από δύο ή τρεις μέρες δεν θα έπαιρνε κατάθεση σχετικά με την υπόθεση; Ο Λουκά μετά τη συμπλήρωση του εντύπου από τον κατηγορούμενο 1 προχώρησε σε περαιτέρω ερωτήσεις και ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε θεληματική κατάθεση. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πως η κατάθεση ήταν θεληματική. Η ουσία είναι πως υποβλήθηκαν σχετικές με τη διερεύνηση της υπόθεσης ερωτήσεις ως αποτέλεσμα των οποίων ο κατηγορούμενος 1 αφού παραδέχτηκε εκ νέου προφορικά την εμπλοκή του προχώρησε να δώσει τη γραπτή του κατάθεση. Καταλήγουμε πως υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση, παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου 1 να έχει επικοινωνία με το δικηγόρο της επιλογής του. Η γραπτή κατάθεση που έδωσε και η προφορική δήλωση που άμεσα προηγήθηκε αυτής λήφθηκαν κατά παράβαση του πιο πάνω δικαιώματος του κατηγορούμενου
  1. Κατά το στάδιο που ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε στην πρώτη προφορική του ομολογία δεν είχε ακόμα συλληφθεί. Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 δεν τυγχάνει, συνεπώς, εφαρμογής. Ο δικηγόρος υπεράσπισης μας κάλεσε να εφαρμόσουμε το Νόμο «κατ΄ αναλογία» και στην περίπτωση αυτή. Έργο του Δικαστηρίου είναι η εφαρμογή του Νόμου και η ερμηνεία του. Όταν το λεκτικό του Νόμου είναι ξεκάθαρο, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να αλλοιώσει το νόημα προσθέτοντας ή αφαιρώντας από το περιεχόμενο του. Ο περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 αφορά σε πρόσωπα που έχουν συλληφθεί και κρατούμενους. Δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να αλλοιώσει την πρόνοια ώστε τα δικαιώματα που ο Νόμος κατοχυρώνει να καλύπτουν και άλλες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα την περίπτωση προσώπου που δεν έχει συλληφθεί αλλά ευρίσκεται σε αστυνομικό σταθμό και ανακρίνεται. Το δικαίωμα των υπηρεσιών δικηγόρου δεν πρωτοεμφανίστηκε με τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου. Το άρθρο 11.4 του Συντάγματος προνοεί ότι: «Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά την στιγμήν της συλλήψεως αυτού εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχη των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του.» Το δε άρθρο 30 ότι: «
  2. Έκαστος κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.
  3. Έκαστος έχει το δικαίωμα: ................................... (δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Θα εξετάσουμε, συνεπώς, κατά πόσο η υποβολή ερώτησης ή ερωτήσεων προς τον κατηγορούμενο 1, αναφορικά με την συμμετοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται και ως αποτέλεσμα των οποίων αυτός προέβηκε σε ενοχοποιητική δήλωση , χωρίς προηγουμένως να τύχει οιασδήποτε πληροφόρησης αναφορικά με τυχόν δικαίωμα του να επικοινωνήσει ή να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου έχει παραβιάσει το συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 30.3(δ) του Συντάγματος είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 6.3(c) της Σύμβασης. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με το άρθρο 6 της Σύμβασης παρέχει άριστη καθοδήγηση. Αναφέρεται στην Golder 21.2.1975, Series A, no. 18
(4), 13, para.28 πως το άρθρο 6 αναφέρεται σε δικαιώματα που διακρίνονται μεταξύ τους αλλά πηγάζουν από την ίδια βασική ιδέα και τα οποία μαζί συνθέτουν ένα δικαίωμα που δεν ορίζεται ρητά, αυτό της δίκαιας δίκης. Αναγνωρίζεται ρητά πως προϋπόθεση για δίκαια δίκη είναι η αρχή της ισότητας των όπλων. Στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας του Α.Ν. Λοϊζου, αναφέρεται (σελ. 197) με παραπομπή σε νομολογία του ΕΔΑΔ, πως με τις διατάξεις του άρθρου 30 εισάγεται επίσης και η αρχή της ισότητας των όπλων γιατί το δικαίωμα για ακριβοδίκαια δίκη προϋποθέτει συμμόρφωση με την αρχή αυτή. Η εξέταση του κατά πόσο η δίκη είναι δίκαια, δεν περιορίζεται στα γεγονότα που εξελίσσονται κατά την ακροαματική διαδικασία. Αναφέρεται στην Magee v. The United Kingdom 6.9.2000, σελ. 13, παραγρ. 41 πως παρά το ότι ο πρωταρχικός σκοπός του άρθρου 6, καθ΄ όση έκταση αφορά ποινικά ζητήματα, είναι η εξασφάλιση δίκαιας δίκης από Δικαστήριο ικανό να κρίνει μια ποινική κατηγορία, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το άρθρο δεν έχει εφαρμογή στις διαδικασίες πριν τη δίκη. Στην Panovits (σελ. 17 παραγρ. 64) επαναλαμβάνεται η πιο πάνω θέση και αναφέρεται πως η δίκαια δίκη μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς από μια αρχική αποτυχία συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις της. Είναι αλήθεια πως σημαντικά γεγονότα που μπορεί να καθορίσουν το αποτέλεσμα μιας ποινικής δίκης, λαμβάνουν χώραν στον αστυνομικό σταθμό παρά στη δικαστική αίθουσα (βλ. Μ. McConville and J. Baldwin "The Role of Interrogation in Crime Discovery and Conviction"
(1982)22 BJ Crim. 165, σελ. 174). Το κρίσιμο ερώτημα είναι το στάδιο κατά το οποίο το δικαίωμα για νομικές υπηρεσίες αποκρυσταλλώνεται. Αναφέρεται στην Neumeister 27.12.1968, Series A, no.
  1. P.41, παραγρ. 18 πως η λέξη «charge» («ποινικής κατηγορίας») στο άρθρο 6 πρέπει να γίνεται αντιληπτή μέσα στο νόημα της σύμβασης. Η προεξάρχουσα θέση του δικαιώματος για δίκαια δίκη οδήγησε το ΕΔΑΔ να προτιμήσει μια ουσιαστική παρά τυπική αντίληψη του όρου και να κοιτάξει πίσω από την εμφάνιση και να διερευνήσει την πραγματικότητα της διαδικασίας. Στην Deweer 27.2.1980, Series A, no. 35, αναφέρεται πως ο όρος «charge» μπορεί να οριστεί ως η επίσημη κοινοποίηση που δίδεται σε ένα άτομο από την αρμόδια αρχή για ισχυρισμό ότι έχει διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα. Στην Corigliano 10.12.1982, Series A, no. 57, p.13, para 34, αναφέρεται πως ο όρος «charge» που μπορεί γενικά να οριστεί ως η επίσημη κοινοποίηση που δίδεται σε ένα άτομο από την αρμόδια αρχή για ισχυρισμό ότι έχει διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα, μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να πάρει τη μορφή άλλων μέτρων που εμπεριέχουν την υπόνοια τέτοιου ισχυρισμού και τα οποία κατά τον ίδιο τρόπο ουσιαστικά επηρεάζουν την κατάσταση του υπόπτου. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ θα υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης εάν κατά τη δίκη κατηγορούμενου επιτραπεί η παρουσίαση ενοχοποιητικών δηλώσεων του που λήφθηκαν προτού να είχε ο κατηγορούμενος πληροφορηθεί των δικαιωμάτων του για νομικές υπηρεσίες. Αναφέρεται στην Panovits (σελ. 18, παραγρ. 66) ότι η ιδέα της δίκαιας δίκης που προνοείται στο άρθρο 6 απαιτεί όπως δοθεί στον κατηγορούμενο το ευεργέτημα των υπηρεσιών δικηγόρου από τα αρχικά στάδια της αστυνομικής ανάκρισης. Η απουσία νομικών υπηρεσιών (legal assistance) κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του κατηγορούμενου συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης τους. Στην Salduz v. Turkey (Application No. 36391/02 ημερομηνίας 27.11.2008) αναφέρεται πως τα δικαιώματα της υπεράσπισης ως θέμα αρχής βλάπτονται ανεπανόρθωτα όταν καταθέσεις οι οποίες έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια αστυνομικής ανάκρισης, χωρίς πρόσβαση σε δικηγόρο, χρησιμοποιούνται για σκοπούς καταδίκης. Στην υπόθεση Salduz αποφασίστηκε ότι αναμφίβολα ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε από τους περιορισμούς ως προς την πρόσβαση σε δικηγόρο καθότι η κατάθεση του χρησιμοποιήθηκε για την καταδίκη του. Ούτε η βοήθεια η οποία παρασχέθηκε μετά από δικηγόρο αλλά ούτε και το σύστημα αντιπαράθεσης της επακόλουθης διαδικασίας θα μπορούσε να θεραπεύσει τις ελλείψεις οι οποίες είχαν προκύψει κατά τη διάρκεια της αστυνομικής ανάκρισης. Καταλήγουμε πως η αποδοχή και ένταξη στο μαρτυρικό υλικό της προφορικής δήλωσης του κατηγορούμενου 1, που τον ενοχοποιεί σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία δικάζεται και που αποσπάστηκε από τον αστυφύλακα Λουκά στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου κάτω από τις περιστάσεις που τούτο έγινε, θα παράβλαπτε ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 για δίκαια δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εμπλοκή σε σχέση με αδικήματα που αφορούσαν ναρκωτικά. Εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας της κατοικίας του και του αυτοκινήτου του καθώς και της κατοικίας των γονέων του, στη βάση πληροφορίας που συνέδεε και την πατρική του κατοικία. Κατά την έρευνα στην κατοικία των γονέων του ανευρέθηκαν ναρκωτικά και αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος
  2. Είναι πρόδηλο πως στο μυαλό των αστυνομικών που διεξήγαγαν την έρευνα ο κατηγορούμενος 1 συνδεόταν με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Γι΄ αυτό και επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικά και αρκετές φορές μέχρι αυτός αφιχθεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου όπως του είχε αναφερθεί πως έπρεπε να πράξει. Είναι αδιαμφισβήτητο πως η αστυνομία τον αντιμετώπισε ως ύποπτο σε σχέση με τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Μάλιστα ο Νικολάου υποστήριξε πως από το τηλέφωνο ο κατηγορούμενος 1 του είχε παραδεχτεί πως τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις καταλήγουμε πως η αποδοχή και ένταξη στο μαρτυρικό υλικό της προφορικής δήλωσης του κατηγορούμενου 1, που τον ενοχοποιεί σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία δικάζεται και που αποσπάστηκε από τον αστυφύλακα Λουκά στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου κάτω από τις περιστάσεις που τούτο έγινε, θα παράβλαπτε ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 για δίκαια δίκη όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και για την περίπτωση της γραπτής κατάθεσης και προφορικής ομολογίας που άμεσα προηγήθηκε αυτής. Θα θέλαμε, τέλος, να αναφέρουμε πως ακόμα και αν καταλήγαμε σε αντίθετο αποτέλεσμα σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος αποποιήθηκε του δικαιώματος του για επικοινωνία με το δικηγόρο του στο στάδιο πριν τη γραπτή κατάθεση και την προφορική ομολογία είχε άμεσα προηγηθεί αυτής, η γραπτή κατάθεση και η προφορική αυτή ομολογία θα έπρεπε και πάλι να μην γίνουν αποδεκτές γιατί ο κατηγορούμενος 1 είχε ήδη ομολογήσει με την πρώτη του προφορική δήλωση οπόταν οποιαδήποτε άρνηση ενοχής στη συνέχεια δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί πως είχε οποιαδήποτε σημασία γι΄ αυτόν. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. ............. Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. ............. Δ.Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Assize Court/Interim Αναφορά: Αποδεκτότητα ομολογίας - δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.