← Κύπρος

Νίκος Χαριλάου ν. Τάσου Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 11320/10, 16/12/2011

Νίκος Χαριλάου ν. Τάσου Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 11320/10, 16/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11320/10 Νίκος Χαριλάου Παραπονουμένου εναντίον Τάσου Νεοφύτου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/12/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κ. Κυριάκος Δημητρίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Χαράλαμπος Ζόππος Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 21/6/2010 στην Πάφο, εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος στον Νίκο Χαριλάου την επιταγή Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού υπ΄ αρ. 20466455 για το ποσό των € 12,800 η οποία παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού εντός ευλόγου χρόνου από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα κατά ή περί την 21/6/2010 και δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ο οποίος παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός
(15)δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Επίσης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 21/6/2010 στην Πάφο, εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος στον Νίκο Χαριλάου την επιταγή Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού υπ΄ αρ. 20466452 για το ποσό των € 19,200 η οποία παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού εντός ευλόγου χρόνου από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα κατά ή περί την 21/6/2010 και δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ο οποίος παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός
(15)δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η κα Ειρήνη Λαμπριανίδη, η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 το αντίγραφο της ταυτότητας του κατηγορουμένου τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος διατηρεί λογαριασμό στο υποκατάστημα όπου εργάζεται και κατέθεσε ως τεκμήριο 2 κατάσταση λογαριασμού, το οποίο όπως ανέφερε, είναι κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού του κατηγορούμενου και στον οποίο αναγράφεται ο αριθμός της ταυτότητας του κατηγορουμένου. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 3 και 4 τις επίδικες επιταγές, αναφέροντας ότι τις έχει στην κατοχή της διότι αυτές έγιναν κατάθεση από τον δικαιούχο κ. Νίκο Χαριλάου. Εκδότης των επιταγών είναι ο κατηγορούμενος, αυτές έγιναν κατάθεση με βάση την σφραγίδα της τράπεζας στις 21/6/2010 και στην κατοχή της τράπεζας επήλθαν στις 24/6/2010 όπως φαίνεται και στην υπογραφή του διευθυντή επί των εν λόγω επιταγών. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι από τις 24/6/2010 και μετά από δεκαπέντε μέρες, οι εν λόγω επιταγές δεν τιμήθηκαν και ούτε πληρώθηκαν όπως φαίνεται στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 2. Ανέφερε ότι έχει ένα δείγμα της υπογραφής, καταθέτοντας το ως τεκμήριο 5, το οποίο τους το έστειλαν με τηλεομοιότυπο από τα κεντρικά γραφεία και είναι κάτι που εκτύπωσε από το σύστημα λόγω της επιστροφής των επιταγών και συγκεκριμένα το εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εργασίας της και που έχει τον έλεγχο της, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το κεντρικό σύστημα των κεντρικών γραφείων. Επίσης όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 2, 3 και 4, ανέφερε ότι ο λόγος ο οποίος δεν τιμήθηκαν οι επίδικες επιταγές, ήταν επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο προσωπικά διότι είναι πελάτης της τράπεζας όπου εργάζεται αλλά δεν ξέρει προσωπικά τον παραπονούμενο. Όταν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 3 και 4, ήτοι οι επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι επήλθαν στην κατοχή της επειδή της τις έδωσε ο δικηγόρος του παραπονουμένου, ότι δεν γνωρίζει αν αυτές έχουν εξοφληθεί, αυτές δεν έχουν ξαναπεραστεί μέσα στον λογαριασμό για εξόφληση, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αυτές έχουν εξοφληθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους σε μετρητά, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν αυτές ήρθαν ενώπιον της για εξαργύρωση, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο ήταν το αντάλλαγμα των επιταγών, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κάτω από ποιο καθεστώς εκδόθηκαν και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο παραπονούμενος απείλησε τον κατηγορούμενο. Δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να αποδεικνύει την αυθεντικότητα των καταστάσεων που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Επίσης ανέφερε ότι με την πρώτη ματιά και με γυμνό μάτι, είναι ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας του ονόματος του δικαιούχου με το ποσό που αναγράφεται ολογράφως επί του τεκμηρίου 3, χωρίς να είναι σε θέση να πει οτιδήποτε άλλο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η πλευρά του παραπονουμένου έκλεισε την υπόθεση του. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί στην πιο κάτω ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης: << Δηλώνω αθώος και δεν οφείλω κανένα ποσό στον κ. Νίκο Χαριλάου>> ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία της με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια της, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων της ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατέθεσε απλά και με σαφήνεια τα γεγονότα τα οποία γνώριζε η ίδια και που εμπίπταν στην εκτέλεση των καθηκόντων της και δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει οποιαδήποτε άλλα γεγονότα πέραν αυτών έτσι ώστε να βοηθήσει την υπόθεση του παραπονουμένου. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της. Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ,κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Αφού έλαβα υπόψιν μου το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να επιβεβαιώσει την πιο πάνω δήλωση του, δεν αποδίδω καμία βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την μαρτυρία που κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου και αναγραφόταν το όνομα του παραπονουμένου ως δικαιούχου των εν λόγω επιταγών για τα ποσά που αναγράφονται σε αυτές, ως επίσης έφεραν ως ημερομηνία πληρωμής την 21/6/2010. Οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 24/6/2010 στην πληρώτρια τράπεζα επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού και αυτές δεν τιμήθησαν από την πληρώτρια τράπεζα επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού, εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους από την πληρώτρια τράπεζα, ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού λόγω έλλειψης επαρκών κεφαλαίων του κατηγορουμένου. Όμως στο μυαλό του Δικαστηρίου έχουν δημιουργηθεί σοβαρά ερωτηματικά και αμφιβολίες αναφορικά με το ποιο ήταν το νόμιμο αντάλλαγμα και ο σκοπός της έκδοσης των επίδικων επιταγών, διότι η μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν σε θέση να το προσδιορίσει ποιο ήταν το νόμιμο αντάλλαγμα και ο σκοπός της έκδοσης των επίδικων επιταγών και ούτε ο ίδιος ο παραπονούμενος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να προσδιορίσει το νόμιμο αντάλλαγμα και τον σκοπό της έκδοσης των εν λόγω επιταγών. Επίσης στο μυαλό του Δικαστηρίου έχουν δημιουργηθεί σοβαρά ερωτηματικά και αμφιβολίες αναφορικά με το ζήτημα της πληρωμής των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο σε μετρητά εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους, διότι η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν αυτές εξοφλήθηκαν από τον κατηγορούμενο σε μετρητά εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους, αφήνοντας έτσι ανοικτό το παράθυρο σε αμφιβολίες και χωρίς να αποκλειστεί με βεβαιότητα το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να εξόφλησε τις επίδικες επιταγές σε μετρητά εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους στην πληρώτρια τράπεζα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ποιο ήταν το νόμιμο αντάλλαγμα και ο σκοπός έκδοσης των επίδικων επιταγών, ως επίσης απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε τις επίδικες επιταγές εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους στην πληρώτρια τράπεζα, διότι δεν αποκλείστηκε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να εξόφλησε τις επίδικες επιταγές σε μετρητά εντός δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση τους στην πληρώτρια τράπεζα, αφήνοντας έτσι ανοικτό το παράθυρο σε αμφιβολίες. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο παραπονούμενος να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.