← Κύπρος

Nikiforos Technologies LTD ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Αρ. Υπόθεσης: 4128/10, 16/12/2011

Nikiforos Technologies LTD ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Αρ. Υπόθεσης: 4128/10, 16/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4128/10 Nikiforos Technologies LTD Παραπονουμένων εναντίον Στυλιανού Γ. Χρήστου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/12/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους παραπονούμενους: κα Ευφροσύνη Χρ. Γεωργιάδου Για τον κατηγορούμενο: κος Χάρης Φωτίου Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 15/3/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής αρ. 10429996 επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) που είχε εκδοθεί από τον ίδιο για το ποσό των € 40,000,00 και ήταν πληρωτέα στις 15/3/2010 στην Nikiforos Technologies LTD. Στην δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 15/5/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής αρ. 10429997 επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) που είχε εκδοθεί από τον ίδιο για το ποσό των € 40,000,00 και ήταν πληρωτέα στις 15/5/2010 στην Nikiforos Technologies LTD. Στην τρίτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα , κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον μήνα Ιανουάριο του 2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, έκδωσε την επιταγή με αριθμό 10429997 επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) πληρωτέας στην Nikiforos Technologies LTD στις 15/5/2010 για το ποσό των € 40,000,00, η οποία επιταγή κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην ίδια τράπεζα μέσω της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός του κατηγορουμένου παγοποιήθηκε και η οποία παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. Στην τέταρτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 15/7/2010 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση της επιταγής αρ. 10429998 επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) που είχε εκδοθεί από τον ίδιο για το ποσό των € 20,000,00 και ήταν πληρωτέα στις 15/7/2010 στην Nikiforos Technologies LTD. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης τα πιο κάτω αναφερόμενα παραδεχτά γεγονότα με τα οποία συμφώνησε και η συνήγορος των παραπονουμένων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: Α) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο. Β) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου έχουν παραδοθεί στον διευθυντή των παραπονουμένων. Γ) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου έχουν παρουσιαστεί στην εκδότρια τράπεζα και δεν έχουν τιμηθεί, διότι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή τους. Με βάση τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα, ουσιαστικά η παραπονούμενη εταιρεία δεν προώθησε την υπόθεση της αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, διότι το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας προϋποθέτει ως συστατικό στοιχείο την μη πληρωμή επιταγής λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και όχι την μη πληρωμή της λόγω ανάκλησης της πληρωμής χωρίς εύλογη αιτία, όπως προωθήθηκε τελικά με τις κατηγορίες 1, 2 και
  2. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Αλέξανδρος Νικηφόρου. Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας και εξουσιοδοτημένος από αυτήν για να καταθέσει ενόρκως στην παρούσα διαδικασία. Στις 7/4/2004 υπογράφτηκε μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης εταιρείας ενοικιαστήριο έγγραφο με το οποίο ο κατηγορούμενος συμφώνησε να ενοικιάσει στην παραπονούμενη εταιρεία γραφείο στην λεωφόρο Μεσόγης. Στις 24/6/2005 υπογράφτηκε μεταξύ των ίδιων μερών επιπρόσθετη τροποποιητική συμφωνία. Ο κατηγορούμενος αρχικά εκχώρησε το ενοικιαστήριο έγγραφο στην Λαϊκή Τράπεζα και ζήτησε από την παραπονούμενη εταιρεία να πληρώνει τα ενοίκια σε τραπεζικό λογαριασμό του στην Λαϊκή. Στην συνέχεια η παραπονούμενη εταιρεία έλαβε την επιστολή ημερ. 2/6/2008 με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι το ενοικιαστήριο δεν χρειάζεται να είναι πλέον εκχωρημένο και ότι η παραπονούμενη δεν είχε την υποχρέωση να καταθέτει στον λογαριασμό του κατηγορουμένου τα εκχωρημένα ποσά. Στις 22/5/2008 η παραπονούμενη εταιρεία έλαβε επιστολή από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ( Κύπρος ) Λτδ με την οποία πληροφορούσαν την παραπονούμενη ότι το ενοικιαστήριο ημερ. 7/4/04 εκχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στην εν λόγω τράπεζα και ζήτησαν όπως οποιαδήποτε πληρωμή βάσει του εν λόγω εγγράφου έπρεπε να γίνεται στην Εθνική Τράπεζα. Συνημμένη στην επιστολή ήταν επιστολή του κατηγορουμένου με την οποία πληροφορούσε την παραπονούμενη για την εκχώρηση και με την οποία ζητούσε όπως το ενοίκιο καταβάλλεται σε λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ( Κύπρος ) Λτδ. Στις 27/11/2008 η παραπονούμενη παρέδωσε στον κατηγορούμενο ειδοποίηση ότι το ενοικιαστήριο ημερομηνίας 7/4/2004 που έληγε 31/7/09 δεν θα ανανεωνόταν και ο κατηγορούμενος υπόγραψε και παρέλαβε την ειδοποίηση. Περί τον Ιούνιο του 2009 ο κατηγορούμενος ζήτησε όπως διαπραγματευτεί με την παραπονούμενη εταιρεία την αγορά μέρος του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων που έλαβε στο μίσθιο η παραπονούμενη εταιρεία. Ετοιμάστηκε κατάλογος με τον εξοπλισμό - εγκαταστάσεις. Τον εν λόγω κατάλογο συνόδευαν τα τιμολόγια που έδειχναν την τιμή για την οποία αγοράστηκε ο εξοπλισμός - εγκαταστάσεις. Ο κατηγορούμενος πήρε τον κατάλογο και τα τιμολόγια για να τα μελετήσει και να αποφασίσει αν θα προχωρούσε σε αγορά του εν λόγω εξοπλισμού - εγκαταστάσεων και για να αποφασίσει τι ποσό ήταν διατεθειμένος να δώσει για τον εξοπλισμό - εγκαταστάσεις. Επίσης όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος, θα έπαιρνε τον κατάλογο και τα τιμολόγια στην τράπεζα για να δει αν μπορούσε να εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις για την αγορά εξοπλισμού - εγκαταστάσεων. Στις 31/7/09 η παραπονούμενη εταιρεία παρέδωσε την κατοχή του μισθίου στον κατηγορούμενο και η ενοικίαση τερματίστηκε και όλα τα ενοίκια μέχρι και την παράδοση της κατοχής του μισθίου έχουν καταβληθεί. Καμία ζημιά δεν προκλήθηκε στο μίσθιο. Ο κατηγορούμενος από την 31/7/2009 μέχρι τις 15/3/2009, ( εννοώντας προφανώς 15/3/2010 ), δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε ζημιά στο μίσθιο και δεν έστειλε οποιαδήποτε επιστολή, ειδοποίηση ή αξίωση εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας για οποιαδήποτε ζημιά και μέχρι σήμερα η παραπονούμενη εταιρεία δεν γνωρίζει σε ποιά ζημιά αναφέρεται ο κατηγορούμενος. Δεν έχει γίνει καμιά παράβαση του ενοικιαστηρίου ημερ. 7/4/04 από την παραπονούμενη εταιρεία, ο κατηγορούμενος από την 31/7/09 μέχρι τις 15/3/2010 δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε παράβαση του ενοικιαστηρίου και δεν έστειλε οποιαδήποτε επιστολή, ειδοποίηση ή αξίωση εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας για οποιαδήποτε παράβαση του ενοικιαστηρίου και μέχρι σήμερα η παραπονούμενη εταιρεία δεν γνωρίζει σε ποιά παράβαση αναφέρεται ο κατηγορούμενος. Κατά την ημερομηνία παράδοσης της κατοχής η παραπονούμενη εταιρεία και ο κατηγορούμενος συμφώνησαν να παραμείνει ο εξοπλισμός στο μίσθιο για να αποφασίσει ο κατηγορούμενος αν θα προχωρήσει με την αγορά. Περί τις αρχές Ιανουαρίου του 2010 ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη εταιρεία συμφώνησαν όπως ο κατηγορούμενος αγοράσει τον εν λόγω εξοπλισμό και εγκαταστάσεις για το ποσό των € 100,
  3. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε τρεις επιταγές, ήτοι την επιταγή με αρ. 10429996 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου ) για το ποσό των € 40,000 πληρωτέα την 15/3/2010, την επιταγή με αρ. 10429997 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου ) για το ποσό των € 40,000 πληρωτέα την 15/5/2010 και την επιταγή με αρ. 10429998 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου ) για το ποσό των € 20,000 πληρωτέα την 15/7/
  4. Οι εν λόγω επιταγές παραδόθηκαν στον γιο του Φίλιππο Νικηφόρου περί τις αρχές Ιανουαρίου 2010 από τον κατηγορούμενο και ο γιος του τις παρέδωσε στην εταιρεία εντός λίγων ημερών, η οποία είναι και η δικαιούχος των επιταγών. Ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει τον εξοπλισμό από τις 31/7/2009 που πήρε πίσω την κατοχή του μισθίου και δεν εξέφρασε κανένα παράπονο, δεν έστειλε καμία ειδοποίηση ότι έχει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της παραπονούμενης σε σχέση με τον εξοπλισμό και μέχρι σήμερα η παραπονούμενη εταιρεία δεν γνωρίζει αν υπάρχει οποιοδήποτε τέτοιο παράπονο ή αξίωση. Στις 15/3/2010 ο κατηγορούμενος έδωσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ( Κύπρου ) εντολή ανάκλησης πληρωμής των τριών επιταγών και δήλωσε ως λόγους ανάκλησης ότι δεν τηρήθηκε η συμφωνία που είχε με τον δικαιούχο και ότι ο δικαιούχος ενοικιαστής προκάλεσε ζημιές. Οι λόγοι που δήλωσε ο κατηγορούμενος δεν ευσταθούν διότι καμία ζημιά δεν προκλήθηκε, καμία παράβαση του ενοικιαστηρίου δεν υπήρξε και καμία παράβαση της συμφωνίας για αγορά του εξοπλισμού δεν υπήρξε. Οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα κατά τις ημερομηνίες που κατέστησαν πληρωτέες αλλά δεν πληρώθηκαν επειδή υπήρχαν οι οδηγίες ανάκλησης που έδωσε ο κατηγορούμενος και οι επιταγές παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Αναφορικά με τον κατάλογο, ανέφερε ότι αυτός ετοιμάστηκε από το λογιστήριο και συγκεκριμένα από τον κ. Ανδρέα Ττίλευ. Ο εν λόγω κατάλογος και τα σχετικά τεκμήρια είναι στην κατοχή του διότι τα ζήτησε ο κατηγορούμενος για να τα μελετήσει για σκοπούς αγοράς. Κατά την διάρκεια της κύριας εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε το τεκμήριο Α το οποίο αποτελεί την γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίας εξέτασης του, τα τεκμήρια 1 - 9 ως επίσης και το τεκμήριο Α για αναγνώριση το οποίο σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας αναγνωρίστηκε και αριθμήθηκε ως τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε το τεκμήριο 10, λέγοντας ότι η υπογραφή επί του εν λόγω τεκμηρίου δεν είναι η δική του αλλά του υιού του, ήτοι του κ. Φίλιππου Νικηφόρου, ο οποίος εργάζεται στην παραπονούμενη εταιρεία και την εκπροσωπεί. Αρχικά συμφώνησε με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 ενώ σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν συμφωνεί ότι η σύμβαση έχει ακυρωθεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι την κατοχή των επίδικων καταστημάτων που αναγράφονται στο τεκμήριο 5 ανέλαβαν οι εταιρείες Pinatumbo Estates Ltd και Rousticana Ltd, λέγοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτές τις εταιρείες και δεν ξέρει αν ανήκουν στον υιό του. Επίσης σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι αν και αναγνώρισε το τεκμήριο 5 και την ειδική εγγύηση, δεν ξέρει αν είναι η υπογραφή του υιού του επί του τεκμηρίου 5 και αν ο υιός του το υπόγραψε, λέγοντας επίσης ότι ο ίδιος δεν το υπόγραψε. Διαφώνησε όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οι δύο εταιρείες που μίσθωσαν στις 1/1/2007 τα επίδικα καταστήματα, παρέδωσαν την κατοχή τους στον κατηγορούμενο την 19/2/
  6. Όταν οι παραπονούμενοι ενοικίασαν το επίδικο κατάστημα αυτό ήταν άδειο και ο εξοπλισμός τοποθετήθηκε από τους ίδιους. Ο κατηγορούμενος χρειαζόταν να αγοράσει τον εξοπλισμό και ζήτησε τον κατάλογο για να απαντήσει αναλόγως για το τι είχε μέσα. Ο κατάλογος δόθηκε στον κατηγορούμενο ο οποίος είχε την ευχέρεια για έξι μήνες να δει τον εξοπλισμό. Αργότερα ο κατηγορούμενος βρέθηκε με τον γιο του εν λόγω μάρτυρα στην Μολδαβία και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι συμφωνεί όπως αγοράσει τον εξοπλισμό για το ποσό των € 100,000 και συνακόλουθα του έδωσε τις επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν στην Μολδαβία. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η τελευταία πληρωμή μισθώματος έγινε στις 3/2/2009, ανέφερε ότι πληρώθηκαν μέχρι τον Ιούλιο του 2009 και συγκεκριμένα όταν ανέφεραν στον ιδιοκτήτη ότι θα έφευγαν από το υποστατικό τον Ιούλιο του 2009 και ότι θα χρειάζονταν πίσω τις Λ.Κ. 29,000 που δόθηκε ως ντεπόζιτο, ο ιδιοκτήτης τους είπε ότι δεν έχει χρήματα και γι΄ αυτό να γίνει συμψηφισμός με τα ενοίκια. Ο ιδιοκτήτης τους χρωστούσε € 35,880, οι παραπονούμενοι τον πρώτο μήνα Ιανουάριο πλήρωσαν κανονικά το ενοίκιο, ήτοι € 6,492, τον Φεβρουάριο πλήρωσαν το ποσό των € 3,075 και το υπόλοιπο των € 35,000 αντιπροσώπευε το ντεπόζιτο όπου κρατούσε και με αυτόν τον τρόπο εξοφλήθηκαν τα μίσθια μέχρι τον Ιούλιο που παραδόθηκε η κατοχή και δήλωσε ότι έχει και τις σχετικές αποδείξεις. Ανέφερε ότι ο γιος του που εκπροσωπεί την παραπονούμενη εταιρεία θα μπορούσε να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της. Ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε τα χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 14 του τεκμηρίου 5, λέγοντας ότι αυτά ήταν υπό μορφή ενοικίου. Τα επίδικα καταστήματα βρίσκονται στην Μεσόγη ενώ η παραπονούμενη εταιρεία έχει καταστήματα και στην Πέγεια. Όταν του υποδείχθηκε η τρίτη σελίδα του τεκμηρίου 11, ανέφερε ότι για το εν λόγω τεκμήριο δεν γνωρίζει οτιδήποτε, ούτε γνωρίζει Αγγλικά και ότι για το εν λόγω τεκμήριο μπορεί να καταθέσει ο λογιστής της εταιρείας. Όταν του υποδείχθηκε η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 11 ανέφερε ότι το ποσό που αναγράφεται σε αυτό το πλήρωσαν στην Α.Η.Κ. για την σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος στο κατάστημα της Μεσόγης και ότι η διεύθυνση που αναγράφεται πάνω σε αυτό είναι η διεύθυνση αλληλογραφίας και ότι η αλληλογραφία δεν πήγαινε στην Μεσόγη. Ερωτώμενος ως προς το περιεχόμενο της παραγράφου 4 του τεκμηρίου 5 ανέφερε ότι ο ίδιος αύξησε το ηλεκτρικό φορτίο με δικά του έξοδα. Αναφορικά με τα έξοδα που έδωσε ο κατηγορούμενος που έπρεπε να πληρώσει τις € 100,000 αφορούσε αυτά που είχε πάρει και όχι για όλα τα τιμολόγια. Ο κατηγορούμενος ζήτησε όλα τα τιμολόγια για να διαβουλευθεί με την τράπεζα και να δει τι θα πληρώσει και μετέπειτα συμφώνησε το ποσό των € 100,
  7. Ο ίδιος επέλεξε για ποια πράγματα ανταποκρινόταν το ποσό των €100,000 και σε αυτό περιλαμβανόταν το πάτωμα του καταστήματος, τα κλιματιστικά, οι τουαλέτες, η ηλεκτρική εγκατάσταση και πολλά άλλα πράγματα όπως ανέφερε τα οποία γνωρίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος συνεννοήθηκε με τον λογιστή της παραπονούμενης εταιρείας. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος στις 17/2/2010 στις δύο εταιρείες που προαναφέρθηκαν πιο πάνω, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τις άλλες δύο εταιρείες διότι δεν έγινε οτιδήποτε δια μέσου του ιδίου. Επίσης όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο ίδιος και ο γιος του Φίλιππος εκβίασαν τον κατηγορούμενο όπως εκδώσει τις εν λόγω επιταγές διότι δεν θα του παρέδιδαν τα κλειδιά του καταστήματος, ανέφερε ότι παρέδωσαν τα κλειδιά στον κατηγορούμενο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος το ενοικίασε και αργότερα έδωσε τις επιταγές. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιόν ενοικίασε ο κατηγορούμενος το εν λόγω κατάστημα αλλά εντός αυτού ήταν η εταιρεία ΄΄Vasos Leptos΄΄ που δραστηριοποιείτο με είδη υγιεινής. Ο κατηγορούμενος έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές για να πάρει τα χρήματα και να πληρώσει αργότερα τους παραπονούμενους. Αρνήθηκε σχετική υποβολή που του υποβλήθηκε, ότι δηλαδή εκβίασε τον κατηγορούμενο όπως του δώσει τις επίδικες επιταγές επειδή γνώριζε την επιθυμία του κατηγορουμένου να μισθώσει το ακίνητο στην εταιρεία ΄΄Vasos Leptos΄΄ διαφορετικά θα κατέρρεε η συμφωνία του κατηγορουμένου με την εν λόγω εταιρεία, λέγοντας ότι παρέδωσαν το κατάστημα στον κατηγορούμενο με την λήξη του συμβολαίου. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν πούλησε τους καναπέδες σε συγκεκριμένο πρακτορείο στοιχημάτων, ούτε ήταν σε θέση να ξέρει αν πούλησε όλα τα διαχωριστικά σε υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στην Λάρνακα, ως επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν πούλησε τα γραφεία και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές σε συγκεκριμένη εταιρεία και παρέπεμψε ευθέως στον λογιστή της εταιρείας. Μετά τις 17/2/2010 ο νέος μισθωτής, ήτοι η εταιρεία ΄΄Vasos Leptos΄΄ χρησιμοποιούσε το πάτωμα που τοποθετήθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι αυτό αφαιρέθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία και ότι χρειάστηκε να τοποθετηθεί άλλο, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως είναι το πάτωμα σήμερα. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος χρειάστηκε να κάνει άλλη ηλεκτρική εγκατάσταση και ότι όταν η παραπονούμενη εταιρεία παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος άφησε ζημιές ύψους € 114,000, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε ποτέ οτιδήποτε για οποιεσδήποτε ζημιές παρόλο που το κατείχε για πολύ καιρό. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9, ανέφερε ότι η διεύθυνση αλληλογραφίας της εταιρείας δεν είναι αυτή που αναγράφεται επί του εν λόγω τεκμηρίου αλλά ήταν μια ταχυδρομική θυρίδα στην Πάφο την οποία και περιέγραψε, παραδεχόμενος ότι στο τεκμήριο 9 δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην διεύθυνση αλληλογραφίας. Παραδέχθηκε ότι η παραπονούμενη εταιρεία διώκετο το 2006 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ότι ασκούσε το επάγγελμα του μεσίτη χωρίς άδεια, αλλά όχι με την επωνυμία ΄΄BYE - SELL΄΄ Το κατάστημα στην Μεσόγη δεν είναι το κεντρικό κατάστημα της παραπονούμενης εταιρείας και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι για να μην μπορεί να συνδεθεί η παραπονούμενη εταιρεία με το κατάστημα στην Μεσόγη, έπεισαν τον κατηγορούμενο να υπογράψει ακύρωση της σύμβασης του 2004 και να υπογράψει νέα συμφωνία με δύο εταιρείες του γιου του. Όταν του υποδείχθηκε το προτελευταίο έγγραφο του τεκμηρίου 11 ανέφερε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται σε αυτό δεν είναι το κεντρικό γραφείο της εταιρείας. Ανέφερε ότι τις διαπραγματεύσεις τις έκανε ο κατηγορούμενος με τον γιο του εν λόγω μάρτυρα στο λογιστήριο της εταιρείας και είναι ο γιος του που τον ενημέρωσε ότι επήλθε η συμφωνία για το ποσό των € 100,000 για τα αντικείμενα που αγόρασε ο κατηγορούμενος. Δεν ήταν επίσης σε θέση να γνωρίζει γιατί ο γιος του ακύρωσε την συμφωνία του
  8. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Ττίλλευ. Ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος στην παραπονούμενη εταιρεία και τα καθήκοντα του ήταν σε θέματα λογιστηρίου. Σήμερα δεν εργάζεται κάπου. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο Α για αναγνώριση το αναγνώρισε και σημειώθηκε ως τεκμήριο
  9. Ανέφερε ότι το τεκμήριο 11 είναι η κατάσταση που ζητήθηκε για να ετοιμάσουν και που αφορούσε τα έξοδα για το εν λόγω υποστατικό και αυτό έγινε όταν τα γραφεία ήταν έτοιμα για ενοικίαση και έγιναν αυτές οι προσθήκες για να μπορέσει να λειτουργήσει. Τον κατάλογο του τον έδωσε ο υπεύθυνος του λογιστηρίου ο κ. Χριστόφορος Παντούρης αλλά τελικά το τεκμήριο 11 το ετοίμασε ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού και τα ενοίκια σε αυτόν πληρώνονταν με την έκδοση επιταγής από την παραπονούμενη εταιρεία κάθε τέλος εκάστου μηνός και μετά την κατέθεταν στον λογαριασμό του κατηγορούμενου. Η τελευταία πληρωμή έγινε τον Φεβρουάριο του 2009 και το υποστατικό κατά την διάρκεια που ενοικιαζόταν από την παραπονούμενη εταιρεία το είχε δει. Σε πρόσφατη επίσκεψη του στο επίδικο υποστατικό για να αγοράσει κάτι για το σπίτι του, παρατήρησε ότι το πάτωμα ήταν το ίδιο αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι συμφωνήθηκε να παραμείνει στον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν τα γραφεία στα οποία εργαζόταν ήταν τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας λέγοντας ότι ήταν απλός υπάλληλος στο λογιστήριο της εταιρείας. Αρκετές από τις αποφάσεις της παραπονούμενης εταιρείας λαμβάνονταν στο επίδικο υποστατικό όπου ήταν και η διεύθυνση αλληλογραφίας. Όταν του υποδείχθηκε η τρίτη και τέταρτη σελίδα του τεκμηρίου 11, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι αυτό αφορά το κατάστημα στο Coral Bay. Όταν του υποδείχθηκε η πέμπτη σελίδα του τεκμηρίου 11 ανέφερε ότι αυτό δεν φέρει διεύθυνση αλλά τα αντικείμενα που αναγράφονται στο εν λόγω έγγραφο παρασχέθηκαν στο κατάστημα της Μεσόγης. Ο υπεύθυνος του λογιστηρίου τους έλεγε ότι αυτά αφορούσαν το κατάστημα της Μεσόγης. Ο ίδιος προέβαινε σε καταχώρηση στο λογιστικό πρόγραμμα της εταιρείας και το ίδιο συνέβαινε και με το έκτο, όγδοο και εικοστό τιμολόγιο του τεκμηρίου 11 και για το οποίο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε διαδικασία για να επιστραφεί το Φ.Π.Α. Από ότι γνωρίζει η κατοχή του καταστήματος στον κατηγορούμενο έγινε τον Ιούλιο του 2009 αλλά δεν ήταν σε θέση να πει επακριβώς πότε οι παραπονούμενοι έδωσαν τα κλειδιά στον κατηγορούμενο. Συμφώνησε ότι σήμερα ο χώρος του καταστήματος είναι ενιαίος και ότι πριν ήταν διαχωρισμένος με διαχωριστικά αλλά όχι με γυψοσανίδες. Δεν ήταν παρών όταν γινόταν ο διαχωρισμός ούτε κατά την παραλαβή του πατώματος, οι δε παραγγελίες έγιναν πριν να τοποθετηθούν στο επίδικο κατάστημα και η διεύθυνση της παραπονούμενης εταιρείας ήταν στο Coral Bay. Επίσης όταν του υποδείχθηκε το τιμολόγιο 4843 ημερομηνίας 28/10/2006 από το τεκμήριο 11, ανέφερε οι περισσότερες εργασίες γίνονταν στην Μεσόγη και δεν έγινε αλλαγή διεύθυνσης. Όταν του υποδείχθηκε το τελευταίο τιμολόγιο του τεκμηρίου 11 της Α.Η.Κ. ανέφερε ότι η Α.Η.Κ. ανέγραψε λάθος διεύθυνση σε αυτό και ότι το ορθό είναι αυτό της Μεσόγης. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η μίσθωση τερματίστηκε στις 31/12/2006 και ούτε του το είπε κανείς, ούτε επίσης ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Αλέξανδρος Νικηφόρου ή ο Φίλιππος Νικηφόρου παίρνουν τις αποφάσεις της παραπονούμενης εταιρείας. Επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την αξία του εξοπλισμού που πουλήθηκε σε τρίτους, ως επίσης στην πρόσφατη επίσκεψη του στο κατάστημα δεν πρόσεξε αν υπήρχε σκάλα στην μέση του καταστήματος και δεν ήταν σε θέση να θυμάται οποιαδήποτε κατασκευή μπροστά από το κτήριο. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο κ. Φίλιππος Νικηφόρου. Ανέφερε ότι το 2004 εργαζόταν ως υπάλληλος στην παραπονούμενη εταιρεία. Αναγνώρισε το τεκμήριο 5 λέγοντας ότι είναι η συμφωνία ενοικίασης που έκανε η παραπονούμενη εταιρεία με τον κατηγορούμενο για την ενοικίαση του κτηρίου που βρίσκεται στην Λεωφόρο Μεσόγης
  10. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 6 λέγοντας ότι είναι συμπληρωματική συμφωνία που έγινε στην πρώτη συμφωνία με την οποία δίνεται το δικαίωμα υπενοικίασης του υποστατικού. Επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 7 λέγοντας ότι αυτό αποτελεί επιστολή από την Λαϊκή Τράπεζα που λέει ότι το ενοίκιο δεν θα είναι πλέον εκχωρημένο στην Λαϊκή Τράπεζα. Η παραπονούμενη εταιρεία μέχρι το τέλος του Μάη του 2008 πλήρωνε το ενοίκιο απευθείας στην εν λόγω τράπεζα σύμφωνα με τις οδηγίες του κατηγορούμενου. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 8 λέγοντας ότι είναι επιστολή από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) την οποία υπογράφει ο κατηγορούμενος και ο υπεύθυνος του καταστήματος της τράπεζας με την οποία απευθύνεται προς την παραπονούμενη εταιρεία, έτσι ώστε να εκχωρηθεί από τον Ιούνιο του 2008 στην Εθνική Τράπεζα το έγγραφο το οποίο υπογράφτηκε τον Απρίλιο του 2004 και συνέχισε να βρίσκεται σε ισχύ μέχρι την λήξη του τον Ιούλιο του
  11. Σε αυτό το έγγραφο απευθυνόταν η επιστολή που πήραν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου). Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 9 λέγοντας ότι είναι η επιστολή ειδοποίησης που έδωσαν στον κατηγορούμενο τον Νοέμβριο του 2008 με την οποία τον ενημέρωναν ότι κατά την λήξη της συμφωνίας του ενοικιαστηρίου εγγράφου που έληγε τον Ιούλιο του 2009 αυτή δεν θα ανανεωνόταν, ότι θα τερματίσουν την ενοικίαση, του παρέδωσαν αυτήν την επιστολή στον κατηγορούμενο στις 31/7/2009 ο οποίος και την υπόγραψε. Στις 31/7/2009 παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τα κλειδιά και την πλήρη κατοχή του καταστήματος και έκτοτε δεν είχαν ξανά πρόσβαση στο ακίνητο. Τα ενοίκια έχουν πληρωθεί όλα και έγινε μια συμφωνία συμψηφισμού των τελευταίων ενοικίων με την εγγύηση που δόθηκε κατά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Η παραπονούμενη εταιρεία και ο κατηγορούμενος επειδή κατά την λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου ο κατηγορούμενος τους ενημέρωσε 6 μήνες πριν ότι δεν ήταν σε οικονομική θέση να τους επιστρέψει την εγγύηση, συμφώνησαν να συμψηφίσουν την εν λόγω εγγύηση με τα τελευταία ενοίκια όπως και έγινε. Κατά την παράδοση της κατοχής δεν τους αναφέρθηκε ότι υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο ή οικονομική διαφορά μεταξύ τους που αφορούσε το ενοικιαστήριο έγγραφο και ο κατηγορούμενος δεν τους ενημέρωσε για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό δυνάμει ενοικίων. Με τον κατηγορούμενο έγινε ξεχωριστή συμφωνία που δεν είχε καμία σχέση με το ενοικιαστήριο έγγραφο διότι ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να κρατήσει μέρος των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού που βρισκόταν στο κτήριο και που η παραπονούμενη εταιρεία είχε τοποθετήσει. Ένα με δύο μήνες πριν λήξει η ενοικίαση και παραδοθεί η κατοχή του καταστήματος, διαπραγματεύθηκαν με τον κατηγορούμενο αναφορικά με ποιον εξοπλισμό και εγκαταστάσεις θα άφηναν στο κτήριο λόγω του γεγονότος ότι εξόπλισαν το κτήριο με εξοπλισμό και εγκαταστάσεις σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου όπως π.χ. ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ταβάνια, υπερυψωμένο δάπεδο, φωτιστικά, σύστημα συναγερμού και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, σύστημα πυρασφάλειας, εξωτερικές θύρες αυτόματες στην είσοδο του κτηρίου. Επειδή σε περίπτωση που θα αφαιρούσαν τον εξοπλισμό θα ήταν πολύ δύσκολο να ενοικιαστεί, ο κατηγορούμενος διαπραγματεύτηκε με τους παραπονούμενους για να μείνει μέρος του εξοπλισμού και αυτός ήταν ο λόγος που έγινε αυτή η ξεχωριστή συμφωνία. Έτσι ο κατηγορούμενος τους ζήτησε όπως του ετοιμάσουν κατάλογο με όλο τον εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που υπήρχαν στο κτήριο για να μελετήσει την αξία του εξοπλισμού και να αποφασίσει τι θέλει να κρατήσει, αλλά και για να παρουσιάσει τον κατάλογο αυτόν στην τράπεζα για να εξασφαλίσει το ποσό που συμφωνήθηκε και να πληρώσει τους παραπονούμενους. Έγινε η συμφωνία για το εξοπλισμό που θα κρατούσε ο κατηγορούμενος και συμφωνήθηκε το ποσό των € 100,
  12. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11, ανέφερε ότι αυτή είναι η λίστα με τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που ετοιμάστηκε από την παραπονούμενη εταιρεία για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να επιλέξει τι ήθελε να κρατήσει και να αγοράσει. Έχουν καταλήξει για ποια πράγματα θα κρατούσε ο κατηγορούμενος και όλα ήταν εντός του υποστατικού εκτός από τις εξωτερικές θύρες του χώρου στάθμευσης. Όλα ήταν σε άριστη κατάσταση και όταν παραδόθηκε η κατοχή ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα αναφορικά με τον εν λόγω εξοπλισμό και εγκαταστάσεις. Το ποσό που συμφωνήθηκε δεν πληρώθηκε αμέσως διότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι δεν ήταν σε οικονομική θέση να πληρώσει αμέσως και ζήτησε χρόνο για να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα. Επειδή οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν πολύ καλές θα του έδιναν χρόνο για να τους εξοφλήσει. Μετά από 6 μήνες περίπου ο κατηγορούμενος τους ενημέρωσε ότι βρήκε ενοικιαστή και ότι ήταν σε θέση να τους δώσει επιταγές για να εξοφλήσει το ποσό και έτσι τους έδωσε τις επίδικες επιταγές, τις οποίες και αναγνώρισε, αρχές Ιανουαρίου του 2010 οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες διότι ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι ήθελε ποιο πολύ χρόνο για να διευθετήσει το ποσό αυτό. Ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις σε αυτό το χρονικό διάστημα βρίσκονταν στην κατοχή του κατηγορουμένου. Οι επίδικες επιταγές τις κατέθεσαν στην τράπεζα η οποία τους ενημέρωσε αργότερα ότι έχουν επιστραφεί. Οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα και τα γεγονότα τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γνωρίζει από προσωπική γνώση διότι ήταν υπεύθυνος για την λειτουργία του καταστήματος της εταιρείας αλλά και από προσωπική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπόγραψε ο ίδιος το τεκμήριο 5 ως εγγυητής. Αναφορικά με το τεκμήριο 12 ανέφερε ότι αυτό αφορούσε άλλο κατάστημα. Αναγνώρισε επίσης και τα τεκμήρια 13 και 14 τα οποία και υπόγραψε. Όταν ερωτήθηκε αν έχει το τιμολόγιο πώλησης του εξοπλισμού, ανέφερε ότι επειδή οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, το λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας δεν δέχεται μεταχρονολογημένες επιταγές, τις είχε στην κατοχή του μέχρι την ημερομηνία εξαργύρωσης. Την ημέρα εξαργύρωσης εξέδωσαν τιμολόγιο και προσπάθησαν να ειδοποιήσουν τον κατηγορούμενο να το παραλάβει αλλά δεν απαντούσε στα τηλέφωνα του και ούτε μπορούσαν να τον εντοπίσουν. Όταν πέρασαν λίγες μέρες και η επιταγή επιστράφηκε, ο λογιστής τους ακολούθησε τις λογιστικές διαδικασίες που προβλέπονται και ακύρωσε το τιμολόγιο διότι πλέον δεν υφίστατο αφού δεν είσπραξαν οποιοδήποτε ποσό. Επίσης σύμφωνα με οδηγίες των λογιστών της εταιρείας δεν εξεδόθηκε τιμολόγιο τον Ιούλιο του 2009 διότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία και έτσι τον συμβούλεψαν όπως το τιμολόγιο εκδοθεί όταν τους παραδοθεί η επιταγή. Το τιμολόγιο εκδόθηκε αλλά μέχρι να έρθει η τριμηνία για να πληρωθεί το Φ.Π.Α, η επιταγή επιστράφηκε και το τιμολόγιο ακυρώθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες των λογιστών της εταιρείας, αλλά δεν ακυρώθηκε η σύμβαση πώλησης. Οι λογιστές της εταιρείας ήταν το ελεγκτικό γραφείο Γρηγορίου & Σια και ο Ανδρέας Ττίλευ ήταν βοηθός στο λογιστήριο. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11, ανέφερε ότι ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις που αναφέρονται σε αυτό είναι αξίας € 360,000 και ο κατηγορούμενος τα αγόρασε σε τιμή αγοράς και αυτός ήταν ο λόγος που συμφωνήθηκε το ποσό των € 100,
  13. Το πρώτο και δεύτερο στη σειρά τιμολόγιο αφορά μέρος της ηλεκτρικής εγκατάστασης και του συστήματος αυτόματου ελέγχου του φωτισμού. Ανέφερε ότι η διεύθυνση σε αυτό το τιμολόγιο είναι Coral Bay Plaza η οποία είναι η διεύθυνση αλληλογραφίας και δεν είναι η διεύθυνση όπου τοποθετήθηκε ο εξοπλισμός. Οι προμηθευτές επειδή συνεργάστηκαν ξανά στο παρελθόν με την παραπονούμενη εταιρεία και επειδή είχαν καταχωρημένη αυτήν την διεύθυνση, αυτός ήταν και ο λόγος που αναγράφηκε αυτή η διεύθυνση, πλην όμως αυτά που περιγράφονται στο πρώτο τιμολόγιο τοποθετήθηκαν στο επίδικο υποστατικό. Το τρίτο τιμολόγιο αφορά είδη υγιεινής, το τέταρτο την κατασκευή ταβανιών με γυψοσανίδα, το πέμπτο αφορά μεταλλική σκάλα στο πίσω μέρος του κτηρίου, το έκτο την κατασκευή γυψοσανίδας στην οροφή, το δε εξωτερικό σκέπαστρο δεν έμπιπτε στην συμφωνία. Γενικά ο κατηγορούμενος πήρε όλες τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις που αναγράφονται στην κατάσταση του τεκμηρίου 11 με αριθμούς 1, 4, 5, 7, 10, 19 και 21 και γενικά ο μάρτυρας περιέγραψε τι έλαβε ο κατηγορούμενος τελικά, παραπέμποντας στο τεκμήριο 11 λέγοντας ότι αυτά παραδόθηκαν σε άριστη κατάσταση. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το κατάστημα παραδόθηκε στις 19/2/2010 λέγοντας ότι αυτό παραδόθηκε στις 31/7/
  14. Επίσης αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι κατακρατούσαν τα κλειδιά του καταστήματος από 31/7/2009 μέχρι τις 19/2/2010 ζητώντας αέρα, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι το κατάστημα παραδόθηκε στις 31/7/2009 χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει οποιαδήποτε απαίτηση. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι μεταξύ 31/7/2009 και 19/2/2010 εισήλθε στο κατάστημα και αφαίρεσε τα έπιπλα μεταπουλώντας τα σε πρακτορείο στοιχημάτων, λέγοντας ότι τα έπιπλα τα πούλησε πριν τις 31/7/
  15. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι μεταξύ της πιο πάνω περιόδου εισήλθε με βοηθούς του και αφαίρεσε τα διαχωριστικά και τα πούλησε σε κατάστημα της Ελληνικής τράπεζας, αυτός αρνήθηκε και είπε ότι τα διαχωριστικά αφαιρέθηκαν πριν τις 31/7/
  16. Περιέγραψε δε τις τηλεφωνικές εγκαταστάσεις, το δίκτυο, ως επίσης και τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και το αυτόματο σύστημα φωτισμού. Σήμερα το κατάστημα ενοικιάστηκε στην εταιρεία του Βάσου Λεπτού. Σύμφωνα με τις οδηγίες των λογιστών της εταιρείας ακύρωσαν το τιμολόγιο πώλησης του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν επειδή οι επίδικες επιταγές έχουν επιστραφεί και ο δεύτερος λόγος ο οποίος και προηγήθηκε, ήταν επειδή δεν μπορούσαν να βρουν τον κατηγορούμενο για να του το παραδώσουν. Σύμφωνα με την ενημέρωση που έχει από τους λογιστές της εταιρείας, το τιμολόγιο έχει την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία που κατατέθηκαν οι επιταγές στην τράπεζα και για κάθε επιταγή εκδόθηκε καινούργιο τιμολόγιο και συνολικά εκδόθηκαν τρία τιμολόγια. Αυτά τα τιμολόγια δεν τα γνωρίζει διότι δεν είχε καμία σχέση με το λογιστήριο και τα εν λόγω τιμολόγια ακυρώθηκαν από το λογιστήριο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ψεύδεται διότι για να ακυρωθεί ένα τιμολόγιο θα πρέπει να ακυρωθεί η σύμβαση πώλησης και να επιστραφούν τα τιμολόγια, λέγοντας ότι όλα έγιναν όπως τα περιέγραψε. Μόλις προέκυψε το πρόβλημα με τις επιταγές συμβουλεύτηκαν τον δικηγόρο τους και ήρθαν στο Δικαστήριο διότι δεν μπορούσαν να εισπράξουν τα ποσά και ακολούθησαν τις οδηγίες των δικηγόρων τους. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει που εκδόθηκαν οι επιταγές αλλά ο κατηγορούμενος του τις παρέδωσε στην Μολδαβία. Στην Μολδαβία του ΄΄έβγαλε΄΄ όπως είπε τρεις επιταγές συμπληρωμένες και του τις έδωσε. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 12, 13 και 14, ερωτήθηκε εάν στις 31/12/2006 ακύρωσε την σύμβαση ως αντιπρόσωπος των παραπονουμένων, και απάντησε ότι τα δύο ενοικιαστήρια έγγραφα και η ακύρωση, λίγες μέρες μετά που υπογράφτηκαν είχε συνάντηση με τον κατηγορούμενο και τα κατέστρεψαν διότι από κοινού είχαν αποφασίσει να ισχύει η πρώτη συμφωνία που έγινε τον Απρίλιο του
  17. Ο λόγος που τα ακύρωσαν ήταν διότι όσον αφορά το ένα από τα δύο καταστήματα δηλαδή αυτό που είχε κτιστεί το καινούργιο, ο κατηγορούμενος του είπε ότι βρήκε άλλον ενοικιαστή, ήτοι την εταιρεία Πηλακούτας, αντιπρόσωπο των αυτοκινήτων BMW και συμφώνησαν όπως το εν λόγω ακίνητο ενοικιαστεί στην εν λόγω εταιρεία διότι προσφερόταν στον κατηγορούμενο υψηλότερο ενοίκιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν προχώρησαν σε νέα ενοικιαστήρια και αμφότεροι στην παρουσία τους κατέστρεψαν τις δύο συμφωνίες. Συνακόλουθα συνέχισε να ισχύει το πρώτο ενοικιαστήριο και αυτός ήταν και ο λόγος που οι εταιρείες δεν έδωσαν στον κατηγορούμενο οποιοδήποτε ποσό, δηλαδή τα ενοίκια πληρώνονταν πάντα από τους παραπονούμενους, οι αυξήσεις δίδονταν με βάση το πρώτο ενοικιαστήριο συμβόλαιο του 2004, ως επίσης και η ειδοποίηση τερματισμού περί μη συνέχισης της ενοικίασης. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος δεν κατέστρεψε το δικό του. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 14 ανέφερε ότι αυτό καταστράφηκε στις 31/12/2006 και ότι δεν παρέδωσε την κατοχή του καταστήματος και ότι μόνο προφορικά το ακύρωσαν. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 12 και 13 και συγκεκριμένα η παράγραφος 10 του τεκμηρίου 12, ανέφερε δεν έγινε καμία ανταλλαγή ποσού διότι έτσι θα έπρεπε ο ιδιοκτήτης να τους επιστρέψει και την εγγύηση του πρώτου συμβολαίου, πράγμα που δεν έγινε. Ανέφερε ότι δεν ήταν εμπλεκόμενος σε οποιαδήποτε συζήτηση στην οποία ζητήθηκε αέρας και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι εκβίασαν τον κατηγορούμενο ζητώντας από αυτόν το ποσό των € 100,000 λόγω της επικείμενης ενοικίασης στην εταιρεία του Βάσου Λεπτού, λέγοντας ότι η κατοχή παραδόθηκε από τον Ιούλιο του 2010 και όσον αφορά το ποσό του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων συμφωνήθηκε κατά την παράδοση της κατοχής. Όταν του υποβλήθηκαν οι θέσεις ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές χωρίς να έχει άλλη επιλογή και ότι δαπανήθηκε το ποσό των € 79,300 για να επανέλθει το κατάστημα στην προτέρα κατάσταση, τις αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη μετά την παράδοση της κατοχής και ότι αυτό παραδόθηκε σε άριστη κατάσταση και μάλιστα σε επίσκεψη του πριν δυόμιση μήνες στο κατάστημα, όλα βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση και λειτουργία που τα άφησαν κατά την παράδοση του ακινήτου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η πλευρά των παραπονουμένων έκλεισε την υπόθεση τους και το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ.1 δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η όλη του συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ήταν συμπεριφορά μάρτυρα ο οποίος δεν ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση και σκοπό να πει την αλήθεια. Ιδίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του απαντούσε με δισταγμό, υπεκφυγές, γενικότητες και ασάφειες κυρίως σε αμφισβητούμενα γεγονότα και ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ. 1 απέκρυψε από το Δικαστήριο την ύπαρξη του τεκμηρίου 10 το οποίο και αναγνώρισε και ήρθε στο φως μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Το εν λόγω τεκμήριο είναι πολύ σημαντικό διότι από το περιεχόμενο του διαφαίνεται η οριστική διευθέτηση που έγινε μεταξύ των διαδίκων στις 31/12/2006, η οποία διευθέτηση δια μέσου του τεκμηρίου 10 δεν αποκαλύφθηκε κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης του. Περαιτέρω, αναφορικά με το τεκμήριο 10, ενώ αρχικά ανέφερε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του, αμέσως αργότερα και σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την υπόθεση των παραπονουμένων, είπε πως δεν καταλαμβαίνει, ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο, ήτοι ότι με αυτό ακυρώνεται το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 7/4/
  1. Επίσης ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να αποφύγει να δώσει οποιαδήποτε σαφή απάντηση όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  2. Συγκεκριμένα είπε ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του υιού του επί του τεκμηρίου 5, ερχόμενος ουσιαστικά σε αντίφαση με προηγούμενη του δήλωση με την οποία αναγνώρισε την υπογραφή του υιού του επί του τεκμηρίου
  3. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός, ότι το πρώτο και τελευταίο τιμολόγιο του τεκμηρίου 11, είναι ότι αναφέρονται σε ακίνητο το οποίο δεν έχει την διεύθυνση του επίδικου ακινήτου, ήτοι την Λεωφόρο Μεσόγης 85, αλλά έχει άλλη διεύθυνση στο Coral Bay Plaza. Από την στιγμή που η παραπονούμενη εταιρεία προώθησε την θέση ότι παρέδωσε στον κατηγορούμενο κατάσταση, ήτοι το τεκμήριο 11, με τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που τοποθετήθηκαν στο επίδικο ακίνητο και που συμφώνησε ο κατηγορούμενος μετά από επιλογή που έκανε όπως κρατήσει μέρος αυτών έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των € 100,000 και για το οποίο εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, και από την στιγμή που καταγράφονται σε έγγραφα του τεκμηρίου 11 άλλη διεύθυνση από αυτήν του επίδικου ακινήτου και από την στιγμή που ο Μ.Κ. 3 σε μια προσπάθεια του να δικαιολογήσει την πιο πάνω απόκλιση ανέφερε ότι οι προμηθευτές ήταν αυτοί που ανέγραψαν αυτήν την διεύθυνση διότι είχαν την παλιά διεύθυνση του καταστήματος της παραπονούμενης εταιρείας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί αμφισβητήθηκαν και δεν κλητεύθηκαν οι εν λόγω προμηθευτές, αφήνουν εύλογες αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς το υπόβαθρο αλλά και το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης συμφωνίας πώλησης του εξοπλισμού και εγκαταστάσεων από τους παραπονούμενους προς τον κατηγορούμενο. Η επίκληση άλλων προσώπων, ήτοι οι εν λόγω προμηθευτές, οι οποίοι δεν κλητεύθηκαν για να καταθέσουν και να δικαιολογήσουν την αναγραφή της πιο πάνω διεύθυνσης αλλά και να στηρίξουν την θέση ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται στα εν λόγω έγγραφα παραδόθηκαν στο επίδικο κατάστημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την μη κλήτευση τους, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των όσων αναφέρονται σε αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Ο Μ.Κ. 2 επίσης δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας. Σε καίρια επίσης σημεία και γεγονότα προσπάθησε να στηρίξει την θέση του επικαλούμενος τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν ήρθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι τον κατάλογο με τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που περιέχονται στο τεκμήριο 11 του τον έδωσε ο υπεύθυνος του λογιστηρίου κάποιος Χριστόφορος Παντούρης. Αν και ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι τελικά το τεκμήριο 11 το ετοίμασε ο ίδιος, το οποίο τεκμήριο αποτέλεσε ουσιαστικά την ραχοκοκαλιά της εκδοχής της παραπονούμενης εταιρείας για να στηρίξει το νόμιμο αντάλλαγμα της έκδοσης των επίδικων επιταγών το οποίο και αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης, από την στιγμή που ο Χριστόφορος Παντούρης είναι αυτός που είχε στην κατοχή όλα τα αναγκαία στοιχεία και έγγραφα πάνω στα οποία στηρίχτηκε ο εν λόγω μάρτυρας για να ετοιμάσει το εν λόγω τεκμήριο, αφήνει στο μυαλό του Δικαστηρίου εύλογες υποψίες ως προς την ορθότητα αλλά και αλήθεια του περιεχομένου του τεκμηρίου 11, η οποία και αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Η απουσία του εν λόγω προσώπου από το εδώλιο του μάρτυρα και η μη εξήγηση για την μη κλήτευση του στο Δικαστήριο, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των όσων αναφέρονται σε αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Οι εύλογες αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία της εκδοχής των Μ.Κ. 1 και 2, ενισχύονται επίσης και από το γεγονός ότι από την μια ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συνεννοήθηκε με τον λογιστή της εταιρείας αναφορικά με την έκταση και το είδος του εξοπλισμού και εγκαταστάσεων που τελικά αγόρασε και που ήταν το νόμιμο αντάλλαγμα της έκδοσης των επίδικων επιταγών και από την άλλη ο Μ.Κ. 2 ο οποίος ήταν πρόσωπο το οποίο εργαζόταν στο λογιστήριο της εταιρείας, να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τι συμφωνήθηκε με τον κατηγορούμενο. Επίσης εύλογες αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 2 όταν του υποδείχθηκαν η τρίτη και η τέταρτη σελίδα του τεκμηρίου 11, ανέφερε ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται σε αυτά, έχουν τοποθετηθεί στο επίδικο κατάστημα επί της Λεωφόρου Μεσόγης 85, διαφωνώντας ουσιαστικά με την αναγραφή επί των εν λόγω εγγράφων ως διεύθυνση το Coral Bay Plaza. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ο υπεύθυνος του λογιστηρίου του έλεγε ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται επί των εν λόγω εγγράφων παραδόθηκαν στο επίδικο κατάστημα επί της Λεωφόρου Μεσόγης 85 και όχι στο Coral Bay Plaza. Από την στιγμή που αμφισβητήθηκε η αλήθεια του περιεχομένου του τεκμηρίου 11 στο οποίο βάσισε η παραπονούμενη εταιρεία την εκδοχή της για να στηρίξει το νόμιμο αντάλλαγμα της έκδοσης των επίδικων επιταγών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν κλητεύθηκε ο υπεύθυνος του λογιστηρίου για τον οποίο αναφέρθηκε ο εν λόγω μάρτυρας χωρίς να δικαιολογηθεί η μη κλήτευση του, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των όσων αναφέρονται σε αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Ο εν λόγω μάρτυρας σε μια προσπάθεια του να ενισχύσει την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας και για να πείσει ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται επί των εν λόγω εγγράφων παραδόθηκαν στο επίδικο κατάστημα, επικαλέστηκε την μαρτυρία αυτού του τρίτου προσώπου ο οποίος τελικά δεν κλητεύθηκε, ενισχύοντας ουσιαστικά τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Κ.
  4. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό απορρίπτει επίσης την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη στο σύνολο της. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να ενισχύσει την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας και επεδίωκε να επιβεβαιώσει την μαρτυρία του πατέρα του, ήτοι του Μ.Κ. 1 αλλά και να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας του. Ερωτηματικά και αμφιβολίες έχουν γεννηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου οι οποίες προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα κλονίζοντας την αξιοπιστία του. Όπως ο ίδιος ο Μ.Κ. 3 ανέφερε, κατά την παράδοση της κατοχής δεν τους αναφέρθηκε ότι υπήρχε οποιοδήποτε υπόλοιπο ή οικονομική διαφορά μεταξύ τους που αφορούσε το ενοικιαστήριο έγγραφο και ο κατηγορούμενος δεν τους ενημέρωσε για οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό δυνάμει ενοικίων. Η μεταγενέστερη δήλωση του εν λόγω μάρτυρα ότι έγινε ξεχωριστή συμφωνία αναφορικά με τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις του επίδικου υποστατικού, δεν πείθει το Δικαστήριο διότι το λογικά αναμενόμενο αλλά και φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις, θα ήταν να γινόταν μια συνολική διευθέτηση για όλα τα ζητήματα όπως οφειλόμενα ενοίκια, εγγυήσεις, αλλά και για τον εν λόγω εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, εν΄ όψει και του υψηλού κόστους του εξοπλισμού και εγκαταστάσεων αλλά και του περιεχομένου τους, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Οι αμφιβολίες ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε την κατάσταση - τεκμήριο 11 όχι μόνο για να την μελετήσει, αλλά και για να την παρουσιάσει στην τράπεζα για σκοπούς εξασφάλισης δανείου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν πείθει το Δικαστήριο διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν στην παρούσα υπόθεση να καταβαλλόταν το ποσό των € 100,000 σε μετρητά αν και εφόσον εγκρινόταν οποιοδήποτε δάνειο, ή τουλάχιστον να διερωτηθεί ο εν λόγω μάρτυρας και να ρωτήσει τον κατηγορούμενο αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε στην τράπεζα του για να εξασφαλίσει δάνειο για να καταβάλει το εν λόγω ποσό, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Επίσης το λογικά αναμενόμενο στην παρούσα υπόθεση θα ήταν ο εν λόγω μάρτυρας να αναρωτηθεί κατά την παραλαβή των επίδικων επιταγών, γιατί τελικά ο κατηγορούμενος εκδίδει επιταγές και τι τελικά απέγινε με τις ενέργειες του που έκανε για να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Επίσης ερωτηματικά και αμφιβολίες έχουν προκύψει και από το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι δεν όχλησαν τον κατηγορούμενο για περίοδο έξι μηνών για ένα τόσο σημαντικό ποσό, ήτοι για το ποσό των € 100,
  5. Ο ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα ότι δεν τον όχλησαν επειδή ο κατηγορούμενος ήθελε και άλλο χρόνο και επειδή είχαν καλές σχέσεις μαζί του, δεν πείθει το Δικαστήριο, όπως δεν πείθει το Δικαστήριο ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε τις επίδικες επιταγές επειδή βρήκε καινούργιο ενοικιαστή για το επίδικο κατάστημα. Το λογικά αναμενόμενο στην παρούσα υπόθεση δεν θα ήταν η έκδοση των επίδικων επιταγών αλλά η περαιτέρω πίστωση χρόνου μέχρι να του καταβληθούν ενοίκια από τον νέο ενοικιαστή ή η αποκρυστάλλωση κατά πόσο η τράπεζα του θα του παραχωρούσε οποιοδήποτε δάνειο, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Οι αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του Μ.Κ. 3 ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας στην προσπάθεια του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 12, ανέφερε ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που φέρει ως ιδιοκτήτη τον κατηγορούμενο και ως ενοικιαστές την εταιρεία Rusticana Ltd, δεν αφορά το επίδικο κατάστημα, ερχόμενος ουσιαστικά σε αντίθεση με το εν λόγω έγγραφο διότι ρητά στο τεκμήριο 12 γίνεται αναφορά στο επίδικο κατάστημα, ήτοι αυτό που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Μεσόγης
  6. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας σε μια προσπάθεια του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια και για να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας, ανέφερε ότι τα εμπλεκόμενα μέρη κατέστρεψαν στην παρουσία τους το εν λόγω τεκμήριο. Αυτός ο ισχυρισμός του εν λόγω μάρτυρα δεν είναι πειστικός διότι αυτός αναιρείται από την ύπαρξη του εν λόγω τεκμηρίου και την κατάθεση του στο Δικαστήριο και μάλιστα του πρωτότυπου. Ο εν λόγω μάρτυρας σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης του, αντιλαμβανόμενος ουσιαστικά το παράλογο της εκδοχής του, άλλαξε τον ισχυρισμό του και είπε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος κατέστρεψε το δικό του αντίγραφο του τεκμηρίου 12, ενισχύοντας έτσι το αναξιόπιστο της εκδοχής του. Η ύπαρξη νέου ενοικιαστή αναφορικά με το επίδικο υποστατικό με διάρκεια ενοικίασης μέχρι το τέλος του 2011 σε συνδυασμό με την μη προσκόμιση αποδείξεων πληρωμών μέχρι την λήξη της ισχυριζόμενης ενοικίασης τον Ιούλιο του 2009 από την παραπονούμενη εταιρεία προς τον κατηγορούμενο όπως ισχυρίστηκε ο Μ.Κ. 1, αφήνει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την εκδοχή των παραπονουμένων περί ύπαρξης συμφωνίας αναφορικά με τον πιο πάνω αναφερόμενο εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, ως επίσης και αμφιβολίες κατά πόσο νομικά οι παραπονούμενοι νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας διαδικασίας. Παρόλο που ο κατηγορούμενος δια μέσου του τεκμηρίου 4 ανέφερε ως δικαιούχους των επίδικων επιταγών τους παραπονούμενους, εν τούτοις δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με την εμπλοκή των παραπονουμένων με την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία πώλησης του εξοπλισμού και εγκαταστάσεων που τοποθέτησαν στο επίδικο κατάστημα, ως επίσης και την νομιμοποίηση τους διότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο 10, σύμφωνα με το οποίο στις 31/12/2006 τερματίστηκε η ενοικίαση ημερομηνίας 7/4/2004 που υπογράφτηκε μεταξύ των παραπονουμένων και του κατηγορουμένου. Από την στιγμή που δηλώνεται στο τεκμήριο 10 ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα μεταξύ των δύο πλευρών και από την στιγμή που το επίδικο υποστατικό ενοικιάζεται σε ένα άλλο ξεχωριστό νομικό πρόσωπο στις 1/1/2007 σύμφωνα με το τεκμήριο 12, αφήνει σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξη μιας συμφωνίας δύο και πλέον χρόνια μετά, για πώληση εξοπλισμού και εγκαταστάσεων που τοποθετήθηκε από τους παραπονούμενους πριν τις 31/12/2006 και ενώ το επίδικο υποστατικό είναι ήδη ενοικιασμένο σε άλλο νομικό πρόσωπο. Επίσης σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη της συμφωνίας πώλησης του εξοπλισμού και εγκαταστάσεων, η οποία αποτέλεσε και το νόμιμο αντάλλαγμα έκδοσης των επίδικων επιταγών σύμφωνα με την εκδοχή των παραπονουμένων, αποτελεί και το γεγονός ότι από την μια ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι για την εν λόγω συμφωνία εκδόθηκε ένα τιμολόγιο πώλησης ενώ ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι εκδόθηκαν τρία τιμολόγια πώλησης, πλην όμως κανένα τιμολόγιο πώλησης δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το τιμολόγιο ακυρώθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες των λογιστών της εταιρείας, πλην όμως δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από το λογιστήριο που να επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ο Μ.Κ. 2 δεν αναφέρθηκε επί αυτού του ζητήματος και εν΄ όψει της αμφισβήτησης του εν λόγω ισχυρισμού από την πλευρά της υπεράσπισης η οποία επικεντρώθηκε στην αμφισβήτηση της ύπαρξης ανταλλάγματος των επίδικων επιταγών, σε συνδυασμό με την μη κλήτευση των μαρτύρων που σχετίζονταν με το λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας και οι οποίοι έδωσαν τις οδηγίες ακύρωσης του εν λόγω τιμολογίου και χωρίς να εξηγηθεί ο λόγος της μη κλήτευσης τους, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι των εν λόγω ισχυρισμών. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Επίσης οι αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το νόμιμο αντάλλαγμα της έκδοσης των επίδικων επιταγών το οποίο και αμφισβητήθηκε, ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει αγοράσει όλα τα αντικείμενα που καταγράφονται στο τεκμήριο 11, χωρίς να είναι σε θέση να τα προσδιορίσει, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ξέρει τον ακριβή αριθμό και είδος των αντικειμένων που τελικά αγοράστηκαν που συνεννοήθηκε με τον λογιστή της εταιρείας. Ο εν λόγω ισχυρισμός έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Μ.Κ. 2 που εργαζόταν στο λογιστήριο της παραπονούμενης εταιρείας, ο οποίος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι συμφωνήθηκε με τον κατηγορούμενο αναφορικά με τον εξοπλισμό και εγκαταστάσεις που τελικά αγοράστηκε. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της τεθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ότι όλοι οι μάρτυρες που παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ιδίως απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία και έγγραφα τα οποία σχετίζονται με το νόμιμο αντάλλαγμα των επίδικων επιταγών, ως επίσης προσπάθησαν με κάθε τρόπο να πείσουν το Δικαστήριο ότι το νόμιμο αντάλλαγμα των επίδικων επιταγών συνίστατο στην συμφωνία μεταξύ των διαδίκων όπως οι παραπονούμενοι πουλήσουν τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που τοποθέτησαν στο ακίνητο επί της λεωφόρου Μεσόγης στην Πάφο, ισχυρισμός ο οποίος δεν έπεισε το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το μόνο ασφαλές έδαφος για να εξάξει το Δικαστήριο, είναι μόνο αυτά που συνίσταντο στα παραδεχτά γεγονότα τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και που έχουν ως ακολούθως: Α) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο. Β) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου έχουν παραδοθεί στον διευθυντή των παραπονουμένων. Γ) Οι επιταγές που αναγράφονται επί του κατηγορητηρίου έχουν παρουσιαστεί στην εκδότρια τράπεζα και δεν έχουν τιμηθεί, διότι ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την τρίτη κατηγορία λόγω μη προώθησης της. Επίσης ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις κατηγορίες 1, 2 και 4 λόγω αμφιβολιών, επειδή η παραπονούμενη εταιρεία απέτυχε να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το νόμιμο αντάλλαγμα των επίδικων επιταγών. Η παραπονούμενη εταιρεία να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.