← Κύπρος

Πέτρος Ιωαννίδης ν. A MATHEOU INSURANCE CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11608/10, 19/12/2011

Πέτρος Ιωαννίδης ν. A MATHEOU INSURANCE CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11608/10, 19/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11608/10 Πέτρος Ιωαννίδης Παραπονούμενος εναντίον 1) A. MATHEOU INSURANCE CONSULTANTS LTD 2) Ανδρέα Κυπριανού Κατηγορουμένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/12/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κ.κ. Εύρος Κλεάνθους και Ξενής Ξενοφώντος Για τους κατηγορούμενους: κος Επαμεινώνδας Κορακίδης Κατηγορούμενος 2 : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην πρώτη κατηγορία, αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1)και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά ή περί την 21/11/2008 στην Πάφο, εξέδωσε επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πωμού Τυλληρίας υπ΄ αριθμό 10652945 για το ποσό των ΕΥΡΩ 56,000, η οποία κατόπιν οπισθογραφήσεως είχε ως τελικό δικαιούχο τον Πέτρο Ιωαννίδη, επαρουσιάσθη και/ή κατατέθηκε στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία της πληρωμής της δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών μετά την παρουσίαση της. Ο κατηγορούμενος 2 στην δεύτερη κατηγορία, αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί την 21/11/2008 στην Πάφο, εξέδωσε και/ή παρείχε σχετική συνδρομή στην έκδοση επιταγής της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πωμού Τυλληρίας υπ΄ αριθμό 10652945 για το ποσό των ΕΥΡΩ 56,000, η οποία κατόπιν οπισθογραφήσεως είχε ως τελικό δικαιούχο τον Πέτρο Ιωαννίδη, επαρουσιάσθη και/ή κατατέθηκε στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία της πληρωμής της δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών μετά την παρουσίαση της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Πέτρος Ιωαννίδης. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ασφαλιστής και η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία συμφερόντων του κατηγορουμένου 2, επί της οποίας έχει πλήρη έλεγχο και γνώση των δραστηριοτήτων της και προς αυτόν τον σκοπό κατέθεσε το τεκμήριο
  1. Ο Μ.Κ. 1 και ο κατηγορούμενος γνωρίζονταν από χρόνια, βοήθησε τον κατηγορούμενο οικονομικώς τα τελευταία χρόνια και συνεργάστηκαν σε διάφορες κτηματικές αγοραπωλησίες. Στα πλαίσια της οικονομικής βοήθειας προς τον κατηγορούμενο, του δάνεισε διάφορα ποσά τόσο ο ίδιος, αλλά τόσο δια μέσου των εταιρειών του των οποίων έχει πλήρη έλεγχο και γνώση των δραστηριοτήτων της, εκ των οποίων ποσά μερικά δόθηκαν μέσω επιταγών (καταθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο 2) συνολικού ποσού Ευρώ 170,000 από τον ίδιο, αλλά και μέσω τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα μέσω κάποιου Ανδρέα Βασιλείου ο οποίος έλαβε μετρητά ύψους € 200,000 και του τα παρέδωσε προσωπικά. Ο παραπονούμενος δήλωσε ότι λανθασμένα είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο την οποία ο κατηγορούμενος 2 την καταχράστηκε. Συνολικά ο κατηγορούμενος 2 του όφειλε το ποσό των € 531,000 , από το οποίο έλαβε μόνο 15,000 ευρώ περίπου μέχρι σήμερα και από ότι θυμάται εξακολουθούν να οφείλονται σήμερα 516,000 ευρώ, για τα οποία δεν υπόγραψαν κανένα έγγραφο λόγω της εμπιστοσύνης και φιλίας που είχε προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του προς τον κατηγορούμενο 2, αυτός δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά επικαλούμενος σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Σε κατοπινό στάδιο και μετά από διαβουλεύσεις που έγιναν για να λάβει πίσω τα ποσά που δάνεισε, ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε και συμπλήρωσε, υπόγραψε στην παρουσία του και του έδωσε επιταγές εκ μέρους της εταιρείας A. MATHEOU INSURANCE CONSULTANTS LTD, κράτησε αντίγραφα και τα κατέθεσε ως τεκμήρια 3, 4 και 5, συνολικής αξίας € 542,500 και που του ανέφερε ότι θα αναλάμβανε να εκπληρώσει εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία διέθετε χρήματα στον λογαριασμό της. Στην κατοχή του δεν έχει αυθεντικό έγγραφο της κάθε επιταγής διότι τις επέστρεψε στον κατηγορούμενο στις 8/5/2009 με την υπογραφή άλλης συμφωνίας την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο αυτής και το πρωτότυπο βρίσκεται καταχωρημένο σε άλλη δικαστική διαδικασία. Το τεκμήριο 5 ( το οποίο ουσιαστικά είναι και η επίδικη επιταγή ) κατατέθηκε από τον ίδιο στην τράπεζα του και παρουσιάστηκε δύο φορές στην ΣΠΕ Πωμού Τηλλυρίας και αναφέροντας ειδικά στην δεύτερη φορά, ήταν γύρω στις 28/11/2008 η οποία παρουσιάστηκε γύρω στις 3/12/2008 στην ΣΠΕ Πωμού Τηλλυρίας, οπότε και επιστράφηκε η εν λόγω επιταγή σφραγισμένη από την πιο πάνω Συνεργατική ως ακάλυπτη και παρέμεινε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμου κεφαλαίου στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Όταν ο παραπονούμενος παραπονέθηκε για την μη εξόφληση, ο κατηγορούμενος 2 του υποσχόταν ότι θα εξοφλούσε σύντομα. Η συμφωνία - τεκμήριο 6 υπογράφτηκε μεταξύ του ιδίου και εταιρείας η οποία στην πορεία είχε διαφανεί μετά από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών ότι ουσιαστικά δεν υπήρχε αλλά του παρουσιάστηκε ως υφιστάμενη και ως συνέχεια της εταιρείας η οποία του είχε εκδώσει τις επιταγές της κατηγορούμενης
  2. Σύμφωνα με την συμφωνία, του παραδόθηκαν ως ασφάλεια και ως εγγύηση 30 επιταγές συνολικής αξίας € 1,033,750 οι οποίες σύμφωνα με την συμφωνία είχαν παρουσιαστεί και δεν τιμήθηκαν. Η εταιρεία που αναγραφόταν στην εν λόγω συμφωνία αναλάμβανε την υποχρέωση όπως διεκδικούσε δικαστικά τα εν λόγω ποσά και όπως τα εισπραττόμενα ποσά καταβάλλονταν σε αυτόν και θα αφαιρούνταν από την οφειλή. Ο λόγος που τον οδήγησε να αποδεχθεί όπως επιστρέψει τις επιταγές, ήταν λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν εύκολη η εξόφληση των επιταγών εκείνων επειδή αφορούσαν μικρότερα ποσά και επιπλέον το συνολικό τους ύψος ξεπερνούσε το € 1,000,000 και κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφα των επιταγών ως δέσμη, τα δε αυθεντικά είναι καταχωρημένα σε άλλη δικαστική διαδικασία. Κατά τον ίδιο, επειδή προφανώς τέτοια εταιρεία δεν υπάρχει, δεν κατέστη δυνατό να εξοφληθεί οιοδήποτε ποσό, πλην συνολικού ποσού € 15,000 μέχρι σήμερα. Οι πλείστες επιταγές είχαν σφραγιστεί από τον κατηγορούμενο 2 και με σφραγίδα της δήθεν, κατά τον ίδιο, εταιρείας A. MATHEOU INSURANCE LTD, στο μέρος των επιταγών που έπρεπε να αναγραφεί το όνομα του προσώπου για πληρωμή και κατά τον ίδιο όλα έγιναν προσχεδιασμένα από τον κατηγορούμενο για να τον εξαπατήσει και συγκεκριμένα για να επιστρέψει τις επιταγές της ΣΠΕ ΠΩΜΟΥ ΤΗΛΛΥΡΙΑΣ διότι γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 τις επιπτώσεις σε περίπτωση που ο παραπονούμενος αποφάσιζε να τον διώξει ποινικά. Το ποσό της επίδικης επιταγής παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Για το συνολικό οφειλόμενο ποσό καταχωρήθηκε σχετική αγωγή η οποία και εκκρεμεί και κατέθεσε τα τεκμήρια 8 και 9 προς υποστήριξη του ισχυρισμού του. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του περί επιδείνωσης των σχέσεων του με τον κατηγορούμενο 2 και την κατάχρηση της εμπιστοσύνης που του επέδειξε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η αίτηση ενδιάμεσου διατάγματος στην αγωγή με αρ. 3177/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν εκδικάστηκε ακόμα και συμφώνησε με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  3. Αναφορικά με την συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο 2, ανέφερε ότι αυτή αφορούσε αγοραπωλησίες κτημάτων, ήτοι αγόραζαν και πουλούσαν κτήματα όπως κάνει κάποιος μεσίτης και μερικές φορές ενεργούσαν και ως μεσίτες και δεν θυμόταν εάν οι μεταβιβάσεις γίνονταν απευθείας στο όνομα εκάστου νέου ιδιοκτήτη ή αν αγοράστηκε ακίνητο και ενεγράφη απευθείας στο όνομα του παραπονουμένου. Ανέφερε ότι κάποιον βοήθησαν για να εξασφαλίσει δάνειο από την ΣΠΕ Γεροσκήπου αλλά δεν θυμόταν το ποσό και το εν λόγω άτομο, ούτε και το άτομο που μίλησε με την εν λόγω ΣΠΕ. Επίσης δεν θυμόταν οτιδήποτε που να σχετιζόταν με την ΣΠΕ Κάτω Πάφου, ούτε αν ο αγοραστής ονομαζόταν Πέτρου, ούτε θυμόταν κάποιον αστυνομικό με το όνομα Σταύρος, ούτε κάποια Αντιγόνη Βαρναβίδου, ούτε τα ονόματα Παντελής Πίττα και Σωφρόνη Σωφρονίου. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται πόσα χρήματα έβαζε ο καθένας για κάθε ακίνητο, δεν θυμόταν αν οι συναλλαγές ξεπερνούσαν το € 1,000,000, δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος 2 του είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο έγγραφο, δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος του έδινε χρήματα για τις συναλλαγές, ούτε τα ποσά, αναλόγως όμως γινόταν η διανομή των κερδών. Ο κατηγορούμενος 2 δεν του έδωσε δικά του χρήματα ύψους € 44,000 για να τα καταθέσει αλλά κατέθεσε δικά του χρήματα στην Universal χωρίς να θυμάται πότε και πόσα. Σύστασε μια εταιρεία στην Πόλη Χρυσοχούς στην οποία κατείχε το 50% των μετοχών, κέρδισε από αυτήν την εταιρεία πολλά χρήματα και την πούλησε πριν 4 - 5 χρόνια στον συνέταιρο του. Μετά ξεκίνησε την συνεργασία του με τον κατηγορούμενο δημιουργώντας την εταιρεία Runner Property Ltd και σε κατοπινό στάδιο με υποδείξεις δικές του, ο κατηγορούμενος μεταβίβασε σε άλλο πρόσωπο τις μετοχές του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι τα τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 είναι επιταγές που αφορούσαν την μεταξύ τους συνεργασία στα κτηματικά με εξαίρεση την επιταγή για το ποσό των € 400,000 το οποίο και ήταν εικονικό, ανέφερε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν αφορούσαν τα κτηματικά. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι όταν αποφάσισε να στραφεί εναντίον του κατηγορουμένου 2, ανακάλυψε τα αντίγραφα των επιταγών και για να καλύψει το κενό των €200,000 των επιταγών που του έλειπαν κατασκεύασε τον ισχυρισμό ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο το εν λόγω ποσό δια μέσου του ξαδέρφου του, παρέπεμψε στην γραπτή κατάθεση του. Επίσης όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι όλη η υπόθεση είναι πλαστή και ότι πληρώθηκε εγκαίρως, το αρνήθηκε. Δεν θυμόταν πότε έγινε η τρίτη κατάθεση της επίδικης επιταγής, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι το γνωρίζει και ότι με την τρίτη κατάθεση ο εκδότης της επιταγής καταχωρείται στο Κ.Α.Π. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 και η θέση ότι τα πρωτότυπα των επιταγών δεν είναι κατατεθειμένα σε δικαστική διαδικασία αλλά είναι στην κατοχή του δικηγόρου Νίκου Χατζηκλεοβούλου, ανέφερε ότι δεν το ξέρει και ότι έδωσε αυτές τις επιταγές στον εν λόγω δικηγόρο τον οποίο και διόρισε για να εισπράξει και όχι σε εισπράκτορες προς αυτόν τον σκοπό. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι διόρισε εισπράκτορα για να εισπράξει το ποσό των επιταγών και επειδή αυτές δεν εισπράχτηκαν επειδή ο κόσμος δεν είχε χρήματα τον ενημέρωσε ότι υπάρχει πρόβλημα, λέγοντας ότι διόρισε τον δικηγόρο του για να εισπράξει νόμιμα τα χρήματα και με συμφωνία. Επιπλέον αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο εισπράκτορας απαίτησε και από τον ίδιο αμοιβή και ότι ο ίδιος απαίτησε από τον κ. Χατζηκλεοβούλου να συντάξει το τεκμήριο 6, λέγοντας ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να τιμήσει τις επιταγές και μετά από πιέσεις όταν κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τον πληρώσει, ο κατηγορούμενος 2 του είπε όπως του δώσει άλλες επιταγές ως εγγύηση και ότι θα μπορούσαν να αλλαχτούν και συμφώνησαν να πάνε στον δικηγόρο του και να συνταχθεί το τεκμήριο
  4. Διαφώνησε επίσης σε σχετική υποβολή ότι οι επιταγές που αναγράφονται επί του τεκμηρίου 6 τις κρατούσε ο ίδιος επειδή ήταν δικοί του πελάτες. Δεν αμφισβήτησε το ενδεχόμενο ο δικηγόρος του να ζήτησε να υπογραφτούν από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο 2 διοριστήρια δικηγόρου, λέγοντας ότι ο ίδιος δεν έκανε προσπάθειες για να εισπράξει τις επιταγές αλλά τις πήρε στον δικηγόρο του για να τις εισπράξει αυτός και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν κάποιο άτομο τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 για να διευθετήσει τις επιταγές. Είχε γνώση αναφορικά με το περιστατικό πυροβολισμού του αυτοκινήτου της συζύγου του κατηγορουμένου 2 διότι συνελήφθηκε για το εν λόγω περιστατικό αλλά δεν έγινε οτιδήποτε άλλο. Δεν θυμόταν αν ο δικηγόρος του απέστειλε επιστολή στον κ. Κορακίδη με πρόταση όπως αγοράσει ακίνητο του κατηγορουμένου 2 αλλά ο δικηγόρος του τον ρώτησε ποιός ήταν ο δικηγόρος του κατηγορουμένου 2 και συμφώνησε ο εν λόγω μάρτυρας σε σχετική υποβολή ότι ο κ. Κορακίδης απάντησε ότι δεν θα ήθελε να εμπλακεί στην υπόθεση και αυτό το γνωρίζει διότι ο δικηγόρος κ. Κλεάνθους τηλεφώνησε στον κ. Κορακίδη στην καντίνα του Δικαστηρίου και η συνομιλία ήταν σε ανοικτή ακρόαση, αλλά δεν ήξερε γιατί ο δικηγόρος του έκανε αυτά τα διαβήματα. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι εκβίασε τον κατηγορούμενο 2 για να του πάρει το κτήμα και ότι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 2 προέβαιναν σε τοκογλυφίες, λέγοντας ότι δεν εκβιάζει και ότι δεν ξέρει τι είναι η τοκογλυφία. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 και η θέση ότι οι εκδότες των επιταγών που φαίνονται στο τεκμήριο 7 είναι δικοί του πελάτες το αρνήθηκε, ως επίσης αρνήθηκε και οποιαδήποτε σχέση με αυτούς. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οικονομικά προβλήματα και όταν ερωτήθηκε πως γινόταν να αγόραζαν μαζί χωράφια αφού ο κατηγορούμενος 2 είχε οικονομικά προβλήματα, απάντησε ότι δεν θυμάται οποιαδήποτε ποσά, δεν έδωσε χρήματα στον γραμματέα της ΣΠΕ Γεροσκήπου για να εγκριθεί οποιοδήποτε δάνειο, δεν κατέθεσε την επιταγή των € 400,000, ούτε ανέγραψε επί αυτής κάποια ημερομηνία, καθ΄ ότι όταν ο παραπονούμενος ανέγραψε ημερομηνία σε μια επιταγή, ο κατηγορούμενος 2 του είπε να είναι σε τηλεφωνική επικοινωνία αναφορικά με την εξαργύρωση τους, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την απορία πως θα εξαργυρώνονταν οι άλλες επιταγές όταν η επίδικη επιταγή δεν εξαργυρώθηκε. Ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε τις επιταγές μετά που του έδωσε τα χρήματα και μετά από πιέσεις δικές του, επεξηγώντας ότι με τον όρο πιέσεις εννοεί παρακλήσεις διότι ήταν ξεκρέμαστος και ότι βασίστηκε στον λόγο του κατηγορουμένου 2 . Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 μάλλον του έδωσε 4 επιταγές και δεν τον ρώτησε γιατί δεν του έδωσε μια επιταγή διότι ήθελε να πάρει τα χρήματα του. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 3 και 4 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι αυτός που του είπε να καταθέσει την επίδικη επιταγή. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι μέρος του ποσού των € 531,000 που δάνεισε στον κατηγορούμενο 2, ήταν και οι επιταγές που φαίνονται επί του τεκμηρίου
  5. Τα μετρητά τα έδωσε κατά το διάστημα των επιταγών αλλά δεν θυμάται πότε και δεν ήταν σε θέση να πει πότε ο Βασιλείου έδωσε τις € 200,
  6. Το ποσό που διεκδικεί από τον κατηγορούμενο είναι € 531,000, τις € 15,000 τις αφαίρεσε διότι τις είσπραξε και πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε επιταγές για μεγαλύτερο ποσό λόγω της ταλαιπωρίας και αυτός είναι και ο λόγος που με την αγωγή διεκδικεί το ποσό των € 531,000, αρνούμενος επίσης σχετική υποβολή ότι κατασκεύασε τον ισχυρισμό για τα ποσά των € 170,000 και € 200,000 για να δικαιολογηθεί το ποσό των € 530,000 που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Όταν του υποδείχθηκε εκ νέου το τεκμήριο 2, ανέφερε ότι για κάποιες επιταγές ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε και του είπε ότι τον απειλούν και του ζήτησε όπως τον βοηθήσει. Μετά από λίγες μέρες κλήθηκε στην Αστυνομία και ερωτήθηκε αν αυτές τις επιταγές τις έδωσε στον κατηγορούμενο 2 ή αν ο κατηγορούμενος 2 του τις έκλεψε, λέγοντας στον αστυνομικό ότι έδωσε τις επιταγές στον κατηγορούμενο 2 για να τον βοηθήσει. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει γιατί οι επιταγές που φαίνονται στο τεκμήριο 2 είναι μεταχρονολογημένες. Το ποσό των € 170,000 που έδωσε στον κατηγορούμενο το είχε κατατεθειμένο στην τράπεζα, τα έδιδε κατά διαστήματα και ότι αυτό πρέπει να φαίνεται στην τράπεζα. Μετά από σχετική αναβολή που δόθηκε, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι προσπάθησε να φρεσκάρει την μνήμη του και είπε ότι δεν βρήκε οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τις κτηματικές συναλλαγές, αλλά ανέφερε ότι σε κάποιες περιπτώσεις αγόραζαν μαζί χωράφια και τα μεταπουλούσαν και σε ορισμένες περιπτώσεις έκαμναν μεσιτεία αλλά δεν θυμόταν από που αγόραζαν τα κτήματα, αναφέροντας μόνο 2 - 3 περιπτώσεις. Ανέφερε ότι απέσυρνε τα χρήματα του από τις τράπεζες όπου διατηρούσε λογαριασμό και τα έδινε στον Βασιλείου. Όταν του υποδείχθηκαν η 12η , η 13η και η 21η επιταγή που φαίνεται επί του τεκμηρίου 7, ανέφερε ότι αυτές εκδόθηκαν προς όφελος του επειδή όταν ο κατηγορούμενος 2 του έφερνε τις επιταγές ως δέσμη για εγγύηση, για να πάνε στον δικηγόρο και να ετοιμαστεί το συμβόλαιο, πρόσεξε ότι κάποιες επιταγές δεν είχαν όνομα. Έτσι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 αναφέροντας του το γεγονός και ο κατηγορούμενος 2 του είπε να αναγράψει το όνομα του παραπονούμενου διότι είναι το ίδιο πράγμα, όπως και έγινε και όλα αυτά έγιναν πριν πάνε στον δικηγόρο. Ανέφερε επίσης ότι κάποιες από αυτές τις επιταγές τις είσπραξε ο κ. Κορακίδης ο οποίος και του έδωσε τα χρήματα αλλά δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιες ήταν αυτές οι επιταγές. Ανέφερε ότι δεν δάνεισε χρήματα σε κάποιον Σωφρόνη Σωφρονίου αλλά ούτε και σε κανέναν. Ήξερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν του κατηγορουμένου 2 αλλά για να δικαιολογήσει την θέση του ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε την πρόθεση να τον ξεγελάσει, ανέφερε ότι αυτό δικαιολογείται πρώτα από το ιστορικό με τις επιταγές και μετέπειτα με την συμφωνία και υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν συμφωνούν όπως είναι το όνομα της εταιρείας. Δεν αντιλήφθηκε ο παραπονούμενος ότι σύναπτε συμφωνία με την εν λόγω εταιρεία και ο δικηγόρος του όταν έκανε έρευνα στον έφορο εταιρειών, διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει εταιρεία με το όνομα A. MATHEOU INSURANCE LTD. Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε για το εν λόγω γεγονός από τον κατηγορούμενο 2 είναι ότι εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε μια λέξη στην σφραγίδα. Ο ίδιος πιστεύει ότι σύναπτε την συμφωνία με τον κατηγορούμενο 2 όπως και γινόταν με όλες τις συναλλαγές, αρνούμενος σχετικές υποβολές ότι γνώριζε ότι συναλλασσόταν με την εταιρεία του κατηγορουμένου 2 και ότι για να πιέσει τον κατηγορούμενο 2 τον κατάγγειλε στην αστυνομία. Επίσης ανέφερε ότι ο υπεύθυνος αστυνομικός παραπλανήθηκε και ο ίδιος ότι υπάρχει εταιρεία με το όνομα A. MATHEOU INSURANCE LTD. Απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι για τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές είσπραξε και εισπράττει και άλλα ποσά, ανέφερε ότι μπορεί οι δικηγόροι του να εισπράττουν και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η επίδικη επιταγή έχει ικανοποιηθεί και αποπληρωθεί πριν την κατάρτιση του τεκμηρίου 6 επιστρέφοντας την στον κατηγορούμενο
  7. Διαφώνησε επίσης στην υποβολή της θέσης ότι απέκρυψε από το Δικαστήριο τις συναλλαγές που έκανε με τον κατηγορούμενο
  8. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Χριστοφής Ιωάννου. Ανέφερε ότι εργάζεται στην ΣΠΕ Πωμού Τυλληρίας από το 1971 και είναι υπεύθυνος για όλες τις εργασίες της εταιρείας. Γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 και 2 ως πελάτες της ΣΠΕ Πωμού Τυλληρίας και συγκεκριμένα ο κατηγορουμένος 2 εμφανιζόταν για την εταιρεία του. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρούσε ένα λογαριασμό με αριθμό 4000621-5 και κατείχε βιβλιάριο επιταγών. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 3, 4 και 5 και ειδικότερα το τεκμήριο 3, ανέφερε ότι είναι αντίγραφα της ΣΠΕ Πωμού Τυλληρίας και αυτό το ξέρει από το όνομα της εταιρείας και επειδή είδε πολλές φορές επιταγές της εν λόγω ΣΠΕ. Στην τρίτη επιταγή ( η οποία είναι και η επίδικη ) του τεκμηρίου 3 κάτω αριστερά υπάρχει μια σφραγίδα με ημερομηνία 26/11/2008 και αυτό σημαίνει ότι παρουσιάστηκε στην πιο πάνω ΣΠΕ και αυτή η επιταγή επιστράφηκε πίσω διότι δεν υπήρχαν υπόλοιπα. Στην μέση της επιταγής υπάρχουν δύο σφραγίδες της Universal Bank και μια παρόμοια και αυτό σημαίνει ότι αυτές είναι οι τράπεζες όπου τις κατάθεσε ο δικαιούχος, δηλαδή πρώτα κατατέθηκαν σε άλλη τράπεζα και μετά στην πιο πάνω ΣΠΕ. Η σφραγίδα στην εν λόγω επιταγή πάνω δεξιά σημαίνει ότι η επιταγή παρουσιάστηκε ξανά και ότι δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Όταν αναγράφεται να παρουσιαστεί στον εκδότη, ως συνήθως δίνουν το δικαίωμα στον πελάτη για να καταθέσει χρήματα για να πληρώσει τις επιταγές, την δεύτερη φορά λένε να αποταθεί στον εκδότη. Η υπογραφή επί της εν λόγω επιταγής τοποθετήθηκε από την υπεύθυνο του τρεχούμενου λογαριασμού που είναι η κα Μαρούλλα Ιωάννου. Έλεγχος γίνεται όταν υπάρχουν υπόλοιπα και απλώς ενημερώνουν τον πελάτη και ο αριθμός που αναγράφεται στο τεκμήριο 5 είναι ο κωδικός της ΣΠΕ. Εξασφάλισε τα στοιχεία από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και κατέθεσε το τεκμήριο 10 που είναι η κατάσταση λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας την οποία και περιέγραψε. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Πωμού Τηλλυρίας στις 25/11/2008 και αυτή δεν εξοφλήθηκε διότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Όταν παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή, ο λογαριασμός έδειχνε ότι είχε € 140,256,78 σεντ αλλά υπήρχαν επιταγές της εταιρείας για το ποσό των € 180,300 οι οποίες δεν είχαν ξεκαθαρίσει και συνακόλουθα φαινόταν ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Μια επιταγή για να ξεκαθαρίσει χρειάζεται 7 εργάσιμες ημέρες. Αρχικά ανέφερε ότι νομίζει ότι η επίδικη επιταγή εμπίπτει και αυτή στις επιταγές που αναμενόταν το ξεκαθάρισμα της αλλά σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι τελικά δεν εμπίπτε σε αυτές. Η επίδικη επιταγή έχει παρουσιαστεί ξανά στις 2/12/2008 και αυτή δεν τιμήθηκε διότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα αφού ο λογαριασμός παρουσίαζε αρνητικό υπόλοιπο € 14,716,78 σεντ, υπήρχαν όμως πάλι μη ξεκαθαρισμένες επιταγές. Η επίδικη επιταγή επιστράφηκε στον δικαιούχο στην τράπεζα όπου έγινε η κατάθεση στις 4/12/
  9. Την πρώτη φορά που παρουσιάστηκε η επιταγή για πληρωμή στις 25/11/2008 αυτή επιστράφηκε στην τράπεζα όπου έγινε κατάθεση στις 28/11/
  10. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι έχει δείγμα υπογραφής. Αντεξεταζόμενος όταν ερωτήθηκε εάν στην σελίδα 7 του τεκμηρίου 10 και συγκεκριμένα στις 25/11/2008 να φαίνεται ότι αφαιρείται από το ποσό των € 140,000 το ποσό των € 56,000 και να γίνεται € 84,000, απάντησε καταφατικά και ότι το ποσό των € 56,000 προστέθηκε στις πιστώσεις στις 28/11/2008 στην σελίδα 8 του τεκμηρίου 10 και με την προσθήκη αυτή ενώ υπήρχε αρνητικό υπόλοιπο € 38,243,22 επήλθε θετικό υπόλοιπο € 17,756,78 σεντ. Στις 28/11/2008 υπήρχε θετικό υπόλοιπο € 60,156,78 σεντ αλλά όταν μια επιταγή στις 2/12/2008 ξεκαθάρισε ,το ποσό αυτό ήταν τελικά αρνητικό άρα αυτή ήταν η πραγματική εικόνα του λογαριασμού μετά το ξεκαθάρισμα μιας επιταγής για το ποσό των € 100,
  11. Επεξηγώντας την ένδειξη << ΜΕΣΩ ΤΡΑΠ>> στο τέλος της σελίδας 7 του τεκμηρίου 10, ανέφερε ότι μέσω τράπεζας έκανε μια κατάθεση επιταγής για το ποσό των € 100,000 από άλλη τράπεζα. Στις 25/11/2008 ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας έδειχνε αρνητικό υπόλοιπο € 87,143,22 σεντ και δεν υπολογίστηκαν οι μη ξεκαθαρισμένες επιταγές. Τις επιταγές εκ μέρους της ΣΠΕ Πωμού Τηλλυρίας δεν τις υπόγραψε ο ίδιος αλλά ο υπεύθυνος του τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος και τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 και αυτό το γνωρίζει μέσα από την καθημερινή άσκηση των καθηκόντων του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από τον εν λόγω μάρτυρα, ο παραπονούμενος έκλεισε την υπόθεση του. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως εκπροσωπώντας και την κατηγορούμενη 1 εταιρεία και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι κατά την επίδικη περίοδο ήταν διευθυντής στην περιφέρεια Πάφου της ασφαλιστικής εταιρείας Liberty Life και παράλληλα ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας η οποία ήταν οικογενειακή επιχείρηση με μέτοχο την σύζυγο του, ασχολείτο ο ίδιος με αγοραπωλησίες ακινήτων και ενεργούσε έτσι ώστε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία να δανείζει χρήματα. Η κατηγορούμενη 1 ήταν εύρωστη εταιρεία με αρκετά χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς εκ των οποίων τα αρχικά προήλθαν από πώληση οικογενειακού κτήματος. Κατά την επίδικη χρονική περίοδο δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα και δεν είχε ανάγκη να δανειστεί από κανένα. Αναφέρθηκε για τις δραστηριότητες της κατηγορούμενης 1 εταιρείας που σχετίζονταν με τον δανεισμό χρημάτων και την δραστηριότητα του παραπονουμένου στον ίδιο τομέα με τους Ανδρέα Βασιλείου και Πυγμαλίωνα Τσαμαδού. Ο κατηγορούμενος 2 προσεγγίστηκε από τον παραπονούμενο για να συνεργαστεί μαζί του στον δανεισμό χρημάτων και ενώ αρχικά αρνήθηκε, σε κατοπινό στάδιο συνεργάστηκαν, παράλληλα με την αγοραπηλησία ακινήτων, με το να ενημερώνει τον παραπονούμενο ότι κάποιο άτομο ήθελε να δανειστεί χρήματα και αυτό γινόταν όταν η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν ήθελε να δανείσει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και έτσι ο κατηγορούμενος λάμβανε 20% επί των κερδών του δανεισμού που γινόταν τελικά από τον παραπονούμενο. Το εκάστοτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το οποίο δάνειζε ο παραπονούμενος με τον πιο πάνω τρόπο, επισκεπτόταν το γραφείο του κατηγορουμένου 2 και έδιδε στον παραπονούμενο μεταχρονολογημένες επιταγές χωρίς να φέρουν όνομα δικαιούχου. Ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον παραπονούμενο. Όταν οι χρεώστες των παραπονουμένων καθυστέρησαν να εξοφλήσουν τις επιταγές που έκδωσαν προς όφελος του, ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 όπως αυτές οι επιταγές παρουσιαστούν στην τράπεζα για εξαργύρωση και να αναγραφεί ως δικαιούχος των επιταγών η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διότι δεν ήθελε να το γνωρίζει η σύζυγος του παραπονουμένου, όπως και έγινε και τοποθετήθηκε η σφραγίδα της εταιρείας χωρίς την λέξη ΄΄CONSULTANTS΄΄ που εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε στην σφραγίδα και αυτό ήταν εις γνώσιν του παραπονουμένου ο οποίος γνώριζε το όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Η πιο πάνω μη συμπερίληψη της λέξης ΄΄CONSULTANTS΄΄ δεν δημιούργησε ποτέ κανένα πρόβλημα στις συναλλαγές. Μετά την σφράγιση των επιταγών ο κατηγορούμενος παρέδωσε τις επιταγές στον παραπονούμενο ο οποίος και συνέχισε να επικοινωνεί με τους χρεώστες του για σκοπούς είσπραξης των επιταγών. Ο κατηγορούμενος 2 παρέπεμψε στο τεκμήριο 6 και έκανε ειδική αναφορά σε άτομα που αναφέρονται σε αυτό, λέγοντας ότι δεν έχει συναλλαχθεί μαζί τους αλλά ο παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας όσες φορές έχει δανείσει χρήματα και ξεκαθαριζόταν ότι οι χρεώστες δεν θα τον πλήρωναν, έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του για έναρξη ποινικών διώξεων και το ίδιο έπραξε και ο παραπονούμενος με τον ίδιο δικηγόρο κατόπιν παράκλησης του παραπονούμενου. Έδωσε μάλιστα και συγκεκριμένα παραδείγματα περιπτώσεων που καταχωρήθηκαν υποθέσεις της κατηγορουμένης 1 εταιρείας εναντίον ατόμων που δεν συναλλάχθηκαν ποτέ μαζί του και που τελικά αποσύρθηκαν. Υπόγραψε ο κατηγορούμενος 2 την συμφωνία - τεκμήριο 6 διότι ο παραπονούμενος του το ζήτησε για να είναι εξασφαλισμένος ότι τα χρήματα από τις επιταγές θα τις είσπραττε ο παραπονούμενος και ότι δεν θα εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι αναγραφόταν το όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως δικαιούχου και αυτήν την εντύπωση είχε ο κατηγορούμενος 2 και όχι ότι θα δημιουργείτο ευθύνη εναντίον της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έδωσε σημασία στους όρους της εν λόγω συμφωνίας και ούτε είδε τις επιταγές που αναγράφονται σε αυτήν και διερωτάται γιατί αναγράφονται σε αυτήν επιταγές που δεν είχαν ως δικαιούχο της κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας υπόγραψε διοριστήρια στον δικηγόρο Νίκο Χατζηκλεοβούλου και οι επιταγές εξακολουθούν να παραμένουν στην κατοχή του παραπονουμένου. Αναφέρθηκε επίσης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υποθέσεων που αποσύρθηκαν ή απορρίφθηκαν αλλά και για κάποιο περιστατικό που έγινε μετά την υπογραφή της συμφωνίας, όπου πυροβολήθηκε το αυτοκίνητο της συζύγου του κατηγορουμένου 2, τις απειλές που δέχθηκε, την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία για το συμβάν, την σύλληψη του παραπονουμένου και τι του λέχθηκε από τον υπεύθυνο του ΤΑΕ, ότι δηλαδή πίσω από το εν λόγω περιστατικό είναι ο παραπονούμενος. Επίσης αναφέρθηκε και σε ότι επακολούθησε με τις προσπάθειες του παραπονουμένου είτε απευθείας με τον ίδιο είτε με επιστολές στον δικηγόρο του για να του εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για να αγοράσει ένα ακίνητο του κατηγορουμένου 2, διευκρινίζοντας ότι δεν διόρισε τον δικηγόρο του για υπόθεση αγοράς του εν λόγω ακινήτου και ότι ο δικηγόρος του τον συμβούλεψε να προσέχει και αν υπάρχει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για αγορά ακινήτου θα πρέπει να γίνει συγκεκριμένη πρόταση. Κατά τον ίδιο αυτές οι επιστολές που στάληκαν απευθείας από τον δικηγόρο του παραπονουμένου προς τον δικηγόρο του, εμπίπτουν στις συνολικές πιέσεις και απειλές που ακολούθησαν μετά τον πιο πάνω πυροβολισμό. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε επίσης ότι ο παραπονούμενος δεν του δάνεισε ποτέ χρήματα είτε απευθείας είτε μέσου τρίτου προσώπου και οι επιταγές οι οποίες αναφέρθηκε ο παραπονούμενος με δικαιούχο τον κατηγορούμενο 2, εκδόθηκαν στα πλαίσια των κτηματικών συναλλαγών που είχαν και που δεν αναγράφονταν τα κτήματα στα ονόματα τους εξ΄ ου και δεν φαίνονται τα ονόματα τους στα μητρώα του κτηματολογίου. Το ίδιο ισχύει και για τις επιταγές που εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία με εξαίρεση την επιταγή που εκδόθηκε για το ποσό των € 400,000 η οποία εκδόθηκε αποκλειστικά για να παρουσιαστεί από τον παραπονούμενο για να αποδείξει κάπου ότι έχει να λαμβάνει χρήματα και την επέστρεψε στον κατηγορούμενο 2 μετά από λίγες μέρες. Όλες οι άλλες επιταγές έχουν ικανοποιηθεί και αυτός ήταν και ο λόγος της μη κατάθεσης τους στην τράπεζα, πλην της επίδικης η οποία όμως και αυτή έχει τιμηθεί. Κατά τον κατηγορούμενο 2, εάν παρουσιάζονταν οι καταστάσεις λογαριασμών του παραπονουμένου θα αποδεικνυόταν η είσπραξη χρημάτων που αφορούσε την επίδικη επιταγή αλλά και το ψευδές των ισχυρισμών του παραπονουμένου περί δανεισμού χρημάτων προς αυτόν και αυτό αποδεικνύεται κατά τον ίδιο και από το γεγονός ότι υπάρχουν μεταγενέστερες επιταγές προς όφελος του κατηγορουμένου 2. Ολοκληρώνοντας την κύρια εξέταση του ανέφερε ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στον παραπονούμενο και ότι η όλη υπόθεση εναντίον του είναι κατασκευασμένη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εργαζόταν ως διευθυντής στην Liberty Life από το 2006 -7 μέχρι τις αρχές του 2010 όπου και εγκατέλειψε το επάγγελμα του ασφαλιστή λόγω κρίσης και λόγω του ότι δεν υπήρχε σταθερό εισόδημα, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα, και προτίμησε κάτι πιο σίγουρο. Τότε δεν αντιμετώπιζε κανένα οικονομικό πρόβλημα έτσι ώστε να δανειστεί χρήματα. Σήμερα όμως η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν είναι εύρωστη εδώ και 1 με 1 ½ χρόνο λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν έχει χρήματα η εταιρεία, δεν είναι κερδοφόρα και δεν υπάρχουν πελάτες για να αγοράσει κτήματα και να συνάψει ασφαλιστικές συμβάσεις. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δάνεισε πέραν του € 1,000,000 και έχει να λαμβάνει πέραν του εν λόγω ποσού από διάφορα πρόσωπα και εκκρεμούν σχετικές αγωγές. Η εν λόγω εταιρεία ήταν επικερδής από όλες τις δραστηριότητες και όχι μόνο από τον δανεισμό. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του που αναγράφονται στην τρίτη παράγραφο της γραπτής του δήλωσης όταν του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται. Ο παραπονούμενος δεν ερχόταν σε επαφή με τα άτομα που δανείζονταν χρήματα από τον κατηγορούμενο 2 αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τους ήξερε. Ο παραπονούμενος δάνειζε και από μόνος του χρήματα. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποια άτομα είναι αυτά που αναφέρεται στην παράγραφο 4 της δήλωσης του αλλά τα άτομα που δανείζονταν ήταν από όλη την Κύπρο. Κατά τον ίδιο, δυστυχώς η επιχείρηση ήταν επικερδής και παρασύρθηκε να δανείζει από μια εταιρεία από πολλά χρήματα και σήμερα δεν έχει τίποτε. Υπήρχε ανοικτή υπόθεση όταν δέχτηκε απειλές κατά της ζωής του, πλήρωσε την επιταγή, ο παραπονούμενος δεν του την παρέδωσε, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και τότε ο παραπονούμενος την παρέδωσε στην αστυνομία με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος 2 να αποσύρει την υπόθεση αλλά η αστυνομία έχει παράπονο εναντίον του. Η επιταγή αφορούσε δανεισμό και αγοραπωλησίες κτημάτων. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο παραπονούμενος έδωσε ευνοϊκή κατάθεση υπέρ του και αναφέρθηκε εκ νέου για τα περιστατικά με τις απειλές κατά της ζωής του. Η συνεργασία του με τον παραπονούμενο ξεκίνησε το 2007 και έληξε το 2009, χρονιά κατά την οποία κατάγγειλε τον παραπονούμενο στην αστυνομία. Στην συνεργασία τους δεν είχαν προβλήματα και αυτή έληξε διότι λόγω της κρίσης ο καθένας ήθελε να έχει τους πελάτες του. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι τα όσα ανέφερε είναι ψέματα και ότι αυτά επινοήθηκαν για να σταματήσει ο παραπονούμενος τις πιέσεις προς αυτόν για τα οφειλόμενα ποσά, λέγοντας ότι επειδή ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να εισπράξει τα ποσά, έκανε τις πιο πάνω ενέργειες εναντίον του σε μια προσπάθεια είσπραξης των. Ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 ότι δυστυχώς δεν ξέρει ποιος τον απείλησε αλλά ο παραπονούμενος, μετά από τηλεφώνημα του κατηγορουμένου 2 που έλαβε χώρα μετά την πρώτη τηλεφωνική απειλή, του ανέφερε ότι αυτός ευθύνεται για την απειλή για να του δώσει στοιχεία των ατόμων που του οφείλουν χρήματα και επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση και τους λόγους που οδήγησαν στην σύναψη της συμφωνίας - τεκμήριο 6, η οποία συντάχθηκε από τον δικηγόρο του παραπονουμένου, ήτοι τον κ. Νίκο Χατζηκλεοβούλου. Υπόγραψε την εν λόγω συμφωνία χωρίς να την διαβάσει λόγω της εμπιστοσύνης που είχε προς τον παραπονούμενο, λέγοντας ότι αν την διάβαζε δεν θα την υπόγραφε. Όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 6 και 7 και ερωτήθηκε ποιες επιταγές του επιστράφηκαν, ανέφερε ότι οι επιταγές που ήταν στο όνομα της εταιρείας κατατέθηκαν, όταν επιστράφηκαν τις πήρε ο παραπονούμενος διότι του ανήκαν, του τις έφερε ο παραπονούμενος και τοποθετήθηκε η σφραγίδα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας επειδή δεν ήθελε ο παραπονούμενος να γνωρίζει η γυναίκα του τι δουλειές κάνει και όταν αυτές επιστράφησαν τις έδωσε στον παραπονούμενο ο οποίος τις κατέχει μέχρι σήμερα. Από το τεκμήριο 6 αναγνώρισε κάποια άτομα τα οποία και κατονόμασε και όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 ανέφερε ότι δεν υπάρχουν δικά του γράμματα στις επιταγές που φαίνονται σε αυτό. Ανέφερε επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος 2 δάνειζε χρήματα δια μέσου της κατηγορούμενης 1 εταιρείας αλλά οι κτηματικές συναλλαγές γίνονταν ονομαστικά στον ίδιο. Αναφέρθηκε εκ νέου στην συνάντηση που είχε με τον παραπονούμενο σε ξενοδοχείο, συνάντηση η οποία διευθετήθηκε μέσω τρίτου προσώπου, λέγοντας ότι δεν φοβόταν να πάει εκεί επειδή υπήρχε κόσμος και ότι ήθελε να ακούσει τι θα του έλεγε ο παραπονούμενος αναφορικά με το περιστατικό του πυροβολισμού της συζύγου του. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του είπε ότι δεν ευθύνεται αυτός για τον πυροβολισμό, αλλά και για την πρόταση του παραπονουμένου ως προς την αγορά ακινήτου στην Μεσόγη και την θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος 2 σε αυτήν την πρόταση, αρνούμενος σχετικές υποβολές ότι συναντήθηκε με τον παραπονούμενο για σκοπούς διευθέτησης των οφειλόμενων ποσών, ότι η επικοινωνία από τον δικηγόρο του παραπονουμένου προς τον δικηγόρο του έγινε καλόπιστα, ότι καμία επιταγή δεν εξοφλήθηκε, ότι ξεγέλασε τον παραπονούμενο και επανέλαβε τα όσα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση αλλά και προφορικά. Ανέφερε επίσης ότι γύρω στο καλοκαίρι που αγόρασαν τα κτήματα εξόφλησε και τον παραπονούμενο. Επίσης αναφέρθηκε ότι γνωρίζει κάποια Μαρία Φωκά επειδή έλαβε μια επιταγή από τον δικηγόρο κάποιου ατόμου όπου κινήθηκε εναντίον του δικαστικά, και που αυτή έκδωσε στα πλαίσια αυτής της διευθέτησης. Επανεξεταζόμενος περιέγραψε τον τρόπο όπου γίνονταν οι κτηματικές συναλλαγές που γίνονταν μεταξύ του ιδίου και συγκεκριμένα η μια πλευρά εξέδιδε προς την άλλη πλευρά επιταγή με το ποσό που αναλογούσε στο μερίδιο της και που η άλλη πλευρά κατέβαλε με την αγορά ενός ακινήτου και με την μεταγενέστερη πώληση του ακινήτου η κάθε πλευρά έπαιρνε το μερίδιο της που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου ως επίσης και το κέρδος από την συγκεκριμένη πράξη και έτσι δεν χρειαζόταν να γίνει κατάθεση των επιταγών. Επίσης ενεργούσαν και ως μεσίτες με την υπογραφή εκ μέρους των πελατών τους πληρεξουσίων εγγράφων και με βάση αυτά γινόταν η εκάστοτε μεταβίβαση. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο Μ.Κ. 2 κ. Χριστοφής Ιωάννου άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήταν ο μάρτυρας αυτός μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όσα γνώριζε και που εμπίπταν στην προσωπική του γνώση μέσα από τα καθήκοντα του στην ΣΠΕ Πωμού Τηλλυρίας και δεν διέκρινα οποιαδήποτε δόση υπερβολής για να βοηθήσει την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Από την άλλη ο παραπονούμενος άφησε πολύ κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο μάρτυρας αυτός μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Η όλη εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο είναι επίπλαστη, μη λογική, υστερόβουλη, κακόπιστη, ψευδής και απώτερο σκοπό είχε να επιτύχει την πίεση και καταδίκη του κατηγορουμένου
  1. Το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή του παραπονουμένου, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να στηρίξει το νόμω βάσιμο της έκδοσης της επίδικης επιταγής, στην ολότητα της συνεπεία των πιο πάνω αλλά και για τους πιο κάτω λόγους: 1) Δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ο παραπονούμενος από την μια δάνειζε χρήματα στον κατηγορούμενο 2 και από την άλλη συνεργάζονταν μαζί και αγόραζαν και πουλούσαν ακίνητα. Ο ισχυρισμός αυτός αντιστρατεύεται την κοινή λογική διότι από την μια δεν είναι πειστικό κάποιος να δανείζει σε κάποιον άλλον τόσα υπέρογκα ποσά που ξεπερνούσαν συνολικά το ποσό του μισού εκατομμυρίου και να μην συνάπτεται για αυτόν τον σκοπό κάποια γραπτή συμφωνία. Η δικαιολογία που προβλήθηκε ότι ο παραπονούμενος βασίστηκε ΄΄στον λόγο του ανθρώπου΄΄ όπως ανέφερε, εννοώντας βασικά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου ότι θα του τα επιστρέψει, αλλά και ότι είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο 2, είναι τουλάχιστον άστοχος. Επίσης δεν είναι λογικό και πειστικό κάποιος να συνεργάζεται σε θέματα αγοραπωλησίας ακινήτων με το άτομο το οποίο του οφείλει ένα τέτοιο υπέρογκο ποσό και που έχει οικονομικά προβλήματα, με σχεδόν βέβαιη την μη ανάκτηση ενός τέτοιου ποσού εν΄ όψει των οικονομικών προβλημάτων που είχε. 2) Ο παραπονούμενος δήλωσε ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των € 531,000 και συγκεκριμένα παρουσίασε δια μέσου του τεκμηρίου 2 επιταγές συνολικού ύψους € 161,000, και το υπόλοιπο ποσό δανεισμού δόθηκε υπό την μορφή μετρητών από τον ίδιο ύψους €170,000 και το υπόλοιπο ποσό των € 200,000 δόθηκε μέσω κάποιου Ανδρέα Βασιλείου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν έπεισαν το Δικαστήριο και αυτοί προβλήθηκαν υστερόβουλα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο. Δεν είναι πειστικοί οι εν λόγω ισχυρισμοί διότι δεν παρουσιάστηκε καμία κατάσταση λογαριασμού από τραπεζικό λογαριασμού του παραπονούμενου που να φαίνεται η ανάληψη μετρητών που να δικαιολογούν τα πιο πάνω ποσά. Ο παραπονούμενος δήλωσε ότι αυτά τα ποσά τα έδωσε από τραπεζικούς λογαριασμούς που διέθετε, πλην όμως κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε και δεν διέκρινα οποιονδήποτε βάσιμο λόγο ή κώλυμα που να δικαιολογεί την μη προσκόμιση τέτοιας κατάστασης λογαριασμού. Ούτε κλητεύθηκε ο κ. Ανδρέας Βασιλείου για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι δόθηκαν από αυτόν το ποσό των € 200,000 και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί την μη κλήτευση του. Η μη κλήτευση του στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο η όχι του εν λόγω ισχυρισμού (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου, Ποινική Έφεση 74/05, ημερ. 22.5.06). Επίσης η μη κλήτευση του ενισχύει τις αμφιβολίες που γεννήθηκαν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με το αληθές της εκδοχής που παρουσίασε ο παραπονούμενος για να δικαιολογήσει τον λόγο έκδοσης της επίδικης επιταγής. 3) Ο παραπονούμενος για να δικαιολογήσει την εκδοχή του ότι ο κατηγορούμενος 2 για να διευθετήσει το ποσό των € 531,000 το οποίο δανείστηκε από τον παραπονούμενο, ανέφερε ότι του εξέδωσε επιταγές συνολικού ύψους € 542,500, ήτοι ποσού μεγαλύτερου από αυτό του δανεισμού, καταθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 3, 4 και 5 στα οποία φαίνεται και η επίδικη επιταγή στα τεκμήρια 3 και
  2. Η δικαιολογία που προέβαλε ο παραπονούμενος για να δικαιολογήσει αυτήν την απόκλιση, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να συμπλήρωσε στις εν λόγω επιταγές συνολικά μεγαλύτερο ποσό λόγω της ταλαιπωρίας που προκλήθηκε στον παραπονούμενο συνεπεία της καθυστέρησης στην εξόφληση, είναι τουλάχιστον άστοχος. 4) Επίσης οι ημερομηνίες των επιταγών που επικαλέστηκε ο παραπονούμενος και που εμφαίνονται στο τεκμήριο 2 για να δικαιολογήσει την εκδοχή του, αφήνουν εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του. Δεν είναι λογικό και πειστικό από την μια ο παραπονούμενος να δανείζει στον κατηγορούμενο 2 χρήματα με την έκδοση επιταγών από τον παραπονούμενο και εταιρείας δικής του προς όφελος του κατηγορουμένου 2 συνολικού ύψους € 161,000 και τρεις από αυτές να φέρουν ημερομηνία 26/1/2009 για το ποσό των € 20,000 και 7/5/2009 για τα ποσά των € 5,000 και € 10,000 αντίστοιχα και από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 να εκδίδει την επίδικη επιταγή της κατηγορούμενης 1 προς εξόφληση του πιο πάνω δανείου σε ημερομηνία προγενέστερη των εν λόγω επιταγών, ήτοι τον Νοέμβριο του
  3. 5) Εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου προκύπτουν σαφώς και από το γεγονός ότι ο παραπονούμενος να ισχυρίζεται ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δια μέσου του κατηγορουμένου 2 να εκδίδει επιταγές συνολικού ύψους € 542,500 για εξόφληση δανείου, το οποίο τον Μάιο του 2009 να δηλώνεται δια μέσου του τεκμηρίου 6 ότι ανέρχεται στο ποσό των € 530,
  4. 6) Επίσης εύλογα ερωτηματικά έχουν δημιουργηθεί αναφορικά με το αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου προκύπτουν σαφώς και από το γεγονός ότι από τις επιταγές που δόθηκαν, κατά τον ισχυρισμό του παραπονουμένου για εξόφληση του δανείου που παραχωρήθηκε, μόνο η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα ενώ οι άλλες όχι και μάλιστα η μια ήταν για το ποσό των € 400,000 και χωρίς ημερομηνία πληρωμής. Είναι άστοχος ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή μετά από επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 και ότι δεν παρουσιάστηκαν οι άλλες επιταγές επειδή αυτές δεν θα είχαν χρήματα αφού δεν πληρώθηκε η επίδικη. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να παρουσιαστεί στην τράπεζα ο παραπονούμενος και να καταθέσει όλες τις επιταγές για να μπορέσει αν όχι να εισπράξει τις εν λόγω επιταγές και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο ποσό, να μπορεί σε περίπτωση μη εξαργύρωσης τους να μπορεί να κινηθεί δικαστικά εναντίον των κατηγορουμένων διότι αποτελεί νομική προϋπόθεση η παρουσίαση τους στην πληρώτρια τράπεζα. 7) Το αναξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου ενισχύεται επίσης και από το γεγονός ότι ο παραπονούμενος κίνησε την παρούσα ποινική διαδικασία δύο και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της επίδικης επιταγής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν έχει στην κατοχή του την επίδικη επιταγή, ως επίσης και καμία από τις επιταγές που επικαλέστηκε για να στηρίξει την εκδοχή του ότι δάνεισε τον κατηγορούμενο 2, επειδή υπογράφτηκε η συμφωνία - τεκμήριο
  5. Ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ξεγελάστηκε από τον κατηγορούμενο 2 που του είπε ότι η εταιρεία που αναγράφεται στην συμφωνία - τεκμήριο 6 είναι η συνέχεια της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν πείθει το Δικαστήριο διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να ζητήσει από τον κατηγορούμενο 2 σχετικά αποδειχτικά στοιχεία από τον Έφορο εταιρειών που να αποδεικνύουν αυτήν την μεταβολή αλλά και σχετικά ψηφίσματα από την εταιρεία που υπόγραψε την εν λόγω συμφωνία αλλά και από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Επίσης είναι φανερό ότι ο παραπονούμενος γνώριζε το πραγματικό όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας επειδή στο παρελθόν εξέδωσε η εν λόγω εταιρεία επιταγές στο όνομα του. Όλα τα πιο πάνω που αναγράφονται στην παράγραφο 7, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο παραπονούμενος σε όλη την έκταση της μαρτυρίας του επικεντρώθηκε εναντίον του προσώπου του κατηγορουμένου 2, δηλώνοντας μάλιστα απερίφραστα ότι όταν σύναπτε την συμφωνία - τεκμήριο 6 είχε την εντύπωση ότι συναλλασσόταν με τον κατηγορούμενο 2 όπως γινόταν και με όλες τις συναλλαγές, αυτός ο ισχυρισμός από μόνος του, εκθεμελιώνει κάθε νομικό δικαίωμα του παραπονουμένου από του να προωθήσει την παρούσα διαδικασία διότι με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 8/5/2009 - τεκμήριο 6 και την παράδοση από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο 2 της επίδικης επιταγής, συνιστά ξεκάθαρη απεμπόλιση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τυχόν είχε ο παραπονούμενος που πήγαζαν από την εν λόγω επιταγή, καταδεικνύοντας επίσης ξεκάθαρα ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Από την στιγμή λοιπόν που προωθείται η θέση ότι ουσιαστικά ο παραπονούμενος διεκδικεί τα κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά από τον κατηγορούμενο 2 προσωπικά, ο οποίος είναι ο διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, και δεν διεκδικεί αυτά τα ποσά από την κατηγορούμενη 1 εταιρείας, η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί και συνεπώς απορρίπτεται και για αυτόν τον λόγο ( Τομαζου - ν - Σαββίδη, ποινική έφεση αρ. 181/2007 ημερ. 21/12/2010 ). Ο ισχυρισμός του παραπονουμένου ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι θα αναλάμβανε να εκπληρώσει εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία διέθετε χρήματα στον λογαριασμό της αν και ουσιαστικά δεν προωθήθηκε μεταγενέστερα όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία του παραπονουμένου, εν τούτοις αυτός αξιολογείται και κρίνεται ως άστοχος, ψευδής και υστερόβουλος ο οποίος τέθηκε σε μια προσπάθεια του παραπονουμένου να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, διότι καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ανάλαβε αυτήν την υποχρέωση με κάποιο ψήφισμα ή απόφαση της. 8) Κλονισμό στην αξιοπιστία του παραπονούμενου αποτέλεσε και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος από την μια να αναφέρει ότι οι επιταγές, που αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να συναφθεί η συμφωνία ημερομηνίας 8/5/2009,ήτοι το τεκμήριο 6, εκδόθηκαν από τρίτα πρόσωπα προς όφελος του κατηγορουμένου 2 και όχι του παραπονουμένου και από την άλλη κάποιες από αυτές τις επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν αντίγραφα αυτών ως δέσμη - τεκμήριο 7, να φέρουν τον παραπονούμενο ως δικαιούχο και συγκεκριμένα ήταν η 12η , η 13η και η 21η επιταγή. Η δικαιολογία που προέβαλε ότι αυτό έγινε κατόπιν επικοινωνίας με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του είπε να αναγράψει το όνομα του παραπονουμένου επειδή είναι το ίδιο πράγμα, είναι ασφαλώς υστερόβουλος, και μη λογικός εν΄ όψει και του γεγονότος ότι αυτές αφορούσαν πολύ ψηλά ποσά και συγκεκριμένα η 12η επιταγή αφορούσε ποσό € 17,000, η 13η επιταγή αφορούσε ποσό € 290,000 και η 21η επιταγή αφορούσε ποσό € 112,
  6. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου και της εκδοχής που προέβαλε για να στηρίξει το αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης της επίδικης επιταγής, ουσιαστικά κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης και που δεν μπορεί ασφαλώς να είναι άλλο από την αθώωση και την απαλλαγή και των δύο κατηγορουμένων στην κατηγορία που αντιμετωπίζει έκαστος, εν τούτοις το Δικαστήριο θα προχωρήσει, ως είναι βεβαίως και καθήκον του, να αξιολογήσει την μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 η οποία είναι ουσιαστικά εκ διαμέτρου αντίθετη στα καίρια και αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος 2 άφησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, πηγαίες και δεν δίστασε να περιγράψει γεγονότα και περιστάσεις οι οποίες ουδόλως είναι ευχάριστες και τιμητικές για τον ίδιο, παραδεχόμενος ουσιαστικά την αφέλεια του και την προχειρότητα που επέδειξε κατά την κατά την άσκηση των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, ως επίσης και την αφέλεια του με την εμπιστοσύνη που επέδειξε προς το πρόσωπο του παραπονουμένου και την μη μελέτη της συμφωνίας ημερομηνίας 8/5/2009, ήτοι το τεκμήριο
  7. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τον παραπονούμενο και ότι αυτή έχει τιμηθεί. Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει με ασφάλεια, σαφήνεια και λεπτομέρεια οποιαδήποτε συμπεράσματα διότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σαφή μαρτυρία αναφορικά με ποιες συναλλαγές ακινήτων συνδεόταν η επίδικη επιταγή και πότε αυτή εξοφλήθηκε. Το γεγονός όμως ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν μπόρεσε να αποδείξει πότε εξοφλήθηκε αυτή η επιταγή έτσι ώστε να εξεταστεί κατά πόσο αυτή εξοφλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην πληρώτρια τράπεζα έτσι ώστε να μην υπέχει ποινική ευθύνη και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με το αναγκαίο υπόβαθρο για να εξάξει με ασφάλεια, σαφήνεια και λεπτομέρεια οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με ποιες συναλλαγές ακινήτων συνδεόταν η επίδικη επιταγή, δεν ισοδυναμεί με αποτυχία του να αποδείξει την αθωότητα του ή οποιαδήποτε υπεράσπιση που προνοείται από το άρθρο 305 Α εδ. 6 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  8. Το μαχητό τεκμήριο αθωότητας που απολαμβάνουν και οι δύο κατηγορούμενοι στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν έκαστος, δεν έχει ανατραπεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία, διότι η εκδοχή του παραπονουμένου η οποία προβλήθηκε για να στηρίξει το αντάλλαγμα, τον σκοπό και τον λόγο έκδοσης της επίδικης επιταγής απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση. Από την στιγμή λοιπόν που ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων επειδή απορρίφθηκε η εκδοχή που παρουσίασε για να στηρίξει το αντάλλαγμα, τον σκοπό και τον λόγο που εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την εκδοχή της υπεράσπισης, η αποτυχία των κατηγορουμένων να αποδείξουν με σαφήνεια την εκδοχή τους αναφορικά με το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής και τον χρόνο αποπληρωμής της, δεν μπορεί να προσμετρήσει εις βάρος τους ή να οδηγήσει σε καταδίκη τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα μόνα ασφαλή συμπεράσματα που δύναται να εξάξει το Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, συνίστανται απλά στο ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δια μέσου του κατηγορουμένου 2 εξέδωσε την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πωμού Τυλληρίας υπ΄ αριθμό 10652945 για το ποσό των ΕΥΡΩ 56,000 η οποία έφερε ως δικαιούχο τον παραπονούμενο, αυτή παρουσιάστηκε στην πληρώτρια τράπεζα στις 28/11/2009 και αυτή δεν τιμήθηκε από την πληρώτρια τράπεζα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση απορρίπτεται και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα επειδή ο παραπονούμενος απέτυχε να αποτύχει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία το αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης της επίδικης επιταγής, επειδή ο παραπονούμενος προώθησε την παρούσα διαδικασία κακόπιστα και με σκοπό την κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και χωρίς να έχει νομικό δικαίωμα επειδή απεμπόλισε οποιοδήποτε δικαίωμα πήγαζε από την επίδικη επιταγή με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 8/5/2009 και την παράδοση της στον κατηγορούμενο 2 και επειδή ο παραπονούμενος ουσιαστικά προώθησε την παρούσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 και όχι εναντίον της κατηγορουμένης 1 εταιρείας στην οποία είναι διευθυντής ο κατηγορούμενος 2 ( Τομαζου - ν - Σαββίδη, ποινική έφεση αρ. 181/2007 ημερ. 21/12/2010 ). Ο παραπονούμενος να καταβάλει στους κατηγορούμενους τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.