Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ανδρέα Ιγνατίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15428/11, 21 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15428/11 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- Ανδρέα Ιγνατίου
- Manana Aladashvili Κατηγορουμένων --------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 1: κ. Ε. Ερωτοκρίτου με κ. Ν. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Δημητρίου Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όταν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η πλευρά της υπεράσπισης έφερε ένσταση στην κατάθεση της. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 αναφέρθηκε σε κατ΄ ισχυρισμό δηλώσεις που περιέχονται στην κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος αναφέρει ότι «ως εργοδότη τους οι αλλοδαπές κατονόμασαν τον Ανδρέα Ιγνατίου τηλ. 99-836667 ο οποίος δεν βρισκόταν στο μέρος. Η πρώτη αλλοδαπή ανάφερε ότι εργάζεται κοντά του περιστασιακά μια με δύο μέρες και πληρώνεται με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως» και ακόμα ότι υπάρχει στην κατάθεση κατ΄ ισχυρισμό δήλωση που προέρχεται από τον κατηγορούμενο 1 ότι «και ότι το εν λόγω χωράφι στην Κισσόνεργα το έχει ενοικιάσει και ότι δεν γνώριζε ότι η εν λόγω αλλοδαπή δεν είχε άδεια για να εργάζεται». Ως πρώτο λόγο ένστασης προέβαλε ότι τέτοιες δηλώσεις δεν έχουν γίνει και ως δεύτερο λόγο ότι αυτές θα πρέπει να αποκλειστούν καθότι αποτελούν προϊόν παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων, έχουν ληφθεί παράνομα αφού κατά τη σύλληψη της δεύτερης κατηγορουμένης δεν υπήρχε αυτόφωρο αδίκημα και ότι η σύλληψη ήταν παράνομη και επομένως οποιαδήποτε μαρτυρία προέκυψε είναι ανεπίτρεπτη, ότι έχουν πραβιαστεί τα δικαιώματα και των δύο κατηγορουμένων και ιδιαίτερα το δικαίωμα της δίκαιης δίκης αφού έχουν παραβιαστεί οι δικαστικοί κανόνες, ιδιαίτερα ο δεύτερος κανόνας αφού δεν δόθηκε η νενομισμένη προειδοποίηση τόσο για τον κατηγορούμενο 1 όσο και για την κατηγορούμενη 2, ότι δεν τους εξηγήθηκε το δικαίωμα της σιωπής και ότι είχαν δικαίωμα προτού προβούν στις κατ΄ ισχυρισμό δηλώσεις να ασκήσουν το δικαίωμα της επιλογής δικηγόρου. Ότι δηλαδή έγινε παράβαση των δικαστικών κανόνων, των προνοιών του Συντάγματος και των προνοιών του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005, του Ν.163
(1)/05. Ακόμα όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, αναφέρθηκε ότι σε κατ΄ ισχυρισμό δήλωση που αναφέρεται στην κατάθεση ότι έγινε από τη δεύτερη κατηγορούμενη, ότι θα πρέπει να αποκλειστεί διότι σύμφωνα με τη Νομολογία αποτελεί μαρτυρία κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του. Ακολούθως ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ανέπτυξε τις θέσεις του με αναφορά στη Νομολογία. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2, υιοθέτησε τα όσα ανάφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 και πρόσθεσε ότι πέραν της παράβασης των προνοιών του Ν.163
(1)/05, υπήρξε και παράβαση των άρθρων 5 και 6 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του άρθρου 11 του Συντάγματος. Τέλος και οι δύο δικηγόροι εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης αναφορικά με το ζήτημα που προέκυψε. Αντίθετα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, πρόβαλε τη θέση ότι από τη στιγμή που η υπεράσπιση δεν αποδέχεται ότι έγιναν αυτές οι δηλώσεις, οι ενοχοποιητικές δηλώσεις τις οποίες αναφέρει ο μάρτυρας στην κατάθεση του ότι του ανάφεραν οι κατηγορούμενοι, ότι είναι θέμα πλέον αντεξέτασης και επομένως δεν υπάρχει λόγος να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης. Η μελέτη της Νομολογίας καταδεικνύει ότι ένα τέτοιο ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία v. Kirnouyan κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 140 (απόφαση ολομέλειας) όπου λέχθηκε ότι: «Η άρνηση του ισχυρισμού πως ο κατηγορούμενος προέβη σε ενοχοποιητική δήλωση, δεν αφήνει αντικείμενο που θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο δίκης εντός δίκης. Η δίκη εντός δίκης, εν προκειμένω, διεξάγεται σε σχέση με ενοχοποιητική δήλωση υπαρκτή. Διαζευτικές τοποθετήσεις δεν χωρούν.» Κατά παρόμοιο τρόπο κρίθηκε ένα τέτοιο ζήτημα από το Κακουργιοδικείο η απόφαση του οποίου επικροτήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Μαύρος, άλλως «Χατζής» v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 466, 473, 475, όπου αναφέρθηκε ότι: «. Είναι γεγονός ότι η δήλωση του κατηγορούμενου της 19/1/1998, η οποία ισοδυναμεί με ομολογία του ότι ο ίδιος τοποθέτησε τη βόμβα του ταχυδρομείου, δεν ήταν το αντικείμενο δίκης εντός δίκης αφού δεν προσβλήθηκε ως μη θεληματική αλλά αμφισβητήθηκε το ότι έγινε καν. Στο στάδιο αυτό λοιπόν το θέμα είναι καθαρά θέμα αξιοπιστίας κατά πόσο η δήλωση έγινε ή όχι. Επ΄ αυτού δεν έχουμε αμφιβολία.» ....................................................................................... «Η εμπλοκή του κατηγορούμενου στην υπόθεση της βόμβας στο Ταχυδρομείο λοιπόν, όσον αφορά την ομολογία του, υπάρχει εξ αρχής (και δεν αμφισβητήθηκε η θεληματικότητα της προφορικής δήλωσης του στις 19/1/1998 παρά μόνο το ότι έγινε) και συνεχίζει μέχρι τις 23/1/98 που προέβη στην κατάθεση Τεκμήριο 3. Αυτό το θεωρούμε σαν ένα στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία της σχετικής ομολογίας του.» Στην υπόθεση Σάκκος v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, όπου προβλήθηκε όπως εδώ διαζευτική τοποθέτηση, υπήρξε λόγος έφεσης ότι θα έπρεπε το Κακουργιοδικείο να διατάξει τη διεξαγωγή δίκη εντός δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως δεν έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο κακώς δεν προχώρησε σε διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Απλώς έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια του Κακουργιοδικείου, το οποίο αποδέχθηκε στο τέλος της δίκης, ενοχοποιητική δήλωση του κατηγορούμενου, δεν ασκήθηκε ορθά. Επομένως, από τη στιγμή που προβάλλονται διαζευτικές τοποθετήσεις όσον αφορά τις αναφορές των κατηγορουμένων προς το Μ.Κ.1 και μία από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ότι αυτές οι δηλώσεις δεν έγιναν, δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης σύμφωνα με τη Νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω. Υπάρχει, βεβαίως ένα ζήτημα που αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 1 και αφορά αναφορές της κατηγορουμένης 2 προς τον Μ.Κ.1, που περιέχονται στην εν λόγω κατάθεση και που δυνατόν να ενοχοποιούν το Μ.Κ.1. Αυτές δεν μπορούν σε οποιαδήποτε περίπτωση να γίνουν αποδεκτές. Στο σύγγραμμα Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στη σελ. 334 αναφέρεται ότι: «Η αναφορά σε μία κατάθεση προς την αστυνομία από ένα κατηγορούμενο με την οποία εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο στην εκτέλεση μιας κοινής παράνομης πράξης δεν μπορεί να ενοχοποιήσει τον συγκατηγορούμενο.» Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις R. v. Gunnerwardene
(1951)35 Cr App R 80, και Βρακάς και άλλος v. Δημοκρατία
(1973)2 CLR 139. Επιπλέον μία τέτοια δήλωση δεν μπορεί να γίνει δεκτή σύμφωνα με το άρθρο 24
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί, όπου αναφέρεται ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία». Τέλος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποδοχή της κατάθεσης της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.1 (στην οποία περιέχονται αυτές οι αναφορές) ως έχει, στερεί στο παρόν στάδιο από τον κατηγορούμενο 1 τη δυνατότητα αντεξέτασης του ατόμου το οποίο φέρεται να έκανε αυτές τις δηλώσεις. Επομένως, το μέρος αυτό της κατάθεσης του Μ.Κ.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. (Υπ.) ............. Α. Ν. Κονής, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο