← Κύπρος

Νίκος Λαούρης ν. Δανιήλ Αναγνωστόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 9842/10, 23/12/2011

Νίκος Λαούρης ν. Δανιήλ Αναγνωστόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 9842/10, 23/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9842/10 Νίκος Λαούρης Παραπονούμενος εναντίον Δανιήλ Αναγνωστόπουλος Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον παραπονούμενο: κα Δήμητρα Καρακώστα Για τον κατηγορούμενο: κος Αντώνης Χουβαρτάς Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 στην Πάφο, εξέδωσε στον παραπονούμενο τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμούς 87703023 και 87703025 για τα ποσά των €1,500 έκαστη πληρωτέες την 1/6/2010 και αφού παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα για πληρωμή, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και οι επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως της. ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΧΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δηλώθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορουμένου ως παραδεχτά γεγονότα με τα οποία συμφώνησε και η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονουμένου και τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στον λογαριασμό με αριθμό 0676-12-001658-00 την 1/6/2010 ο οποίος ανήκει στον παραπονούμενο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στην παρούσα υπόθεση η ακροαματική διαδικασία ήταν μακρά και οι αντεξετάσεις του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου ήταν η κάθε μια μακρά, επίμονη και επίπονη και τα εμπλεκόμενα μέρη παρέθεσαν μεγάλη σε έκταση μαρτυρία η οποία εκτεινόταν σε πολλά θέματα που άπτονταν στην μεταξύ τους συνεργασία, τι προηγήθηκε, τι έγινε και πως κατέληξαν οι σχέσεις τους και βρέθηκαν τελικά να βρίσκονται διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, δίνοντας ο καθένας την δική του εκδοχή. Όμως αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να συνοψίσει την μαρτυρία στα καίριας σημασίας γεγονότα με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τις υπερασπίσεις που δύναται να προβάλει ο κατηγορούμενος, χωρίς βεβαίως να την επαναλαμβάνει και να την καταγράφει. Επίσης αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξακριβώσει ποιος είναι ο πυρήνας της εκδοχής που παρουσίασε η κάθε πλευρά, οι οποίες ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες, για να στηρίξει την υπόθεση της έτσι ώστε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία έχοντας κατά νου την βάση όπου στήριξε κάθε πλευρά το οικοδόμημα της υπόθεσης της. Μελετώντας πολύ προσεκτικά την τεθείσα ενώπιον μου προφορική και γραπτή μαρτυρία, η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος για να στηρίξει το νόμιμο αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο προς όφελος του, έγκειτο στο γεγονός ότι ο παραπονούμενος δάνεισε στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των € 3,406 και συγκεκριμένα το ποσό των € 1,000 στις 26/11/2009, το ποσό των € 450 στις 23/1/2010, το ποσό των € 76 στις 19/2/2010, το ποσό των € 300 στις 8/3/2010, το ποσό των € 1,000 στις 25/4/2010, το ποσό των € 80 στις 13/5/2010 και το ποσό των € 500 στις 14/5/2010. Έναντι του πιο χρέους ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, στις 25/4/2010 εξέδωσε τις πιο πάνω αναφερόμενες επίδικες επιταγές. Στον αντίποδα η εκδοχή του κατηγορούμενου συνίστατο στο γεγονός ότι ουδέποτε δανείστηκε τα χρήματα που αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι αυτά τα ποσά αναλογούσαν σε έξοδα που έγιναν με βάση την συνεργασία που είχαν και ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν με σκοπό και υπό την προυπόθεση αυτές να εξαργυρωθούν όταν θα ελάμβανε από τον παραπονούμενο το αντίστοιχο δάνειο στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, το οποίο τελικά δεν παραχωρήθηκε λόγω της κατάρρευσης των μεταξύ τους προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων. Το Δικαστήριο έχοντας λοιπόν υπόψιν του τις πιο πάνω αντικρουόμενες εκδοχές ως προν το νόμιμο αντάλλαγμα, τον σκοπό και τον λόγο της έκδοσης των επίδικων επιταγών, όπου είναι και η ουσία της παρούσας υπόθεσης, προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ.1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η όλη συμπεριφορά της μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έδειχνε άτομο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πει την αλήθεια. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες, πηγαίες, απαντούσε με φυσικότητα παραθέτοντας όλα όσα γνώριζε με βάση τα επαγγελματικά της καθήκοντα και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Συνεπώε το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Ο παραπονούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η όλη συμπεριφορά του μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, έδειχνε άτομο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο όχι μόνο για να πείσει ότι η εκδοχή του είναι αληθής προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αλλά προσπάθησε με κάθε τρόπο να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου τον οποίο αντιμετώπιζε με εμπάθεια κατά την ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο συνεπώς απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος στην ολότητα της ως αναξιόπιστη, ψευδής και υστερόβουλη, όχι μόνο λόγω της συμπεριφόρας του ως αναφέρθηκε πιο πάνω αλλά και για τους πιο κάτω λόγους: Α) Δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος να δανείζει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των € 3,406 και συγκεκριμένα το ποσό των € 1,000 στις 26/11/2009, το ποσό των € 450 στις 23/1/2010, το ποσό των € 76 στις 19/2/2010, το ποσό των € 300 στις 8/3/2010, το ποσό των € 1,000 στις 25/4/2010, το ποσό των € 80 στις 13/5/2010 και το ποσό των € 500 στις 14/5/2010 και από την άλλη ο κατηγορούμενος να του εκδίδει στις 25/4/2010 όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, τις επίδικες επιταγές για το ποσό των € 3,000 έναντι του ισχυριζόμενου χρέους. Από τα πιο πάνω συνάγεται τα ασφαλέστατο συμπέρασμα ότι ο παραπονούμενος όχι μόνο κατασκεύασε εκ των υστέρων την εκδοχή του, αλλά την κατασκεύασε και λανθασμένα, αν μπορεί βεβαίως να νοηθεί σωστή κατασκευή μιας εκδοχής, διότι στις 25/4/2009 το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο με βάση τα ποσά που έδωσε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο μέχρι τότε, ανερχόταν στο ποσό των € 2,906. Δεν είναι λογικό επομένως να δίνονται έναντι του ισχυριζόμενου χρέους επιταγές ύψους € 3,000 που όχι μόνο δεν είναι έναντι του χρέους αλλά αυτές υπερκαλύπτουν κατά € 94 το ισχυριζόμενο χρέος. Δεν διακρίνω οποιονδήποτε λόγο ή αιτία ο κατηγορούμενος να εκδίδει επιταγές για μεγαλύτερο ποσό από αυτό που κατ΄ ισχυρισμόν οφείλει. Ο παραπονούμενος αντιλαμβανόμενος το μη λογικό της εκδοχής του και για να δικαιολογήσει την απόκλιση αυτή, ανέφερε ότι δεν θυμάται αν τοποθέτησε άλλη ημερομηνία στην επιταγή των € 500, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτή δόθηκε πριν τις 25/4/2010, ισχυρισμός ο οποίος δεν είναι πιστευτός αφού λέχθηκε σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει την έκδοση των επίδικων επιταγών. Β) Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τα πιο πάνω ποσά τα κατέβαλε στον κατηγορούμενο με την έκδοση των ανάλογων επιταγών κάθε φορά με εξαίρεση για το ποσό των € 80 το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο δόθηκαν σε μετρητά. Όμως οι πιο πάνω επιταγές δεν παρουσιάστηκαν από τον ίδιο στο Δικαστήριο αν και είπε πως θα τις παρουσίαζε και φυσικά δεν θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να τις παρουσιάσει διότι δεν ήταν ο δικαιούχος σε αυτές. Η μη παρουσίαση των εν λόγω επιταγών σε συνδυασμό με το γεγονός από τη μια ο παραπονούμενος κατά το στάδιο της ανεξέτασης του και την υποβολή των θέσεων από την πλευρά της υπεράσπισης αναφορικά με τους λόγους έκδοσης και τους δικαιούχους των εν λόγω επιταγών όπως ήταν η τέως σύζυγος του κατηγορουμένου και η εταιρεία Proudly Cyprus Ltd, αλλά και από την άλλη του γεγονότος ότι απαντούσε με δισταγμό, υπεκφυγές, η μνήμη του ήταν θολή, δεν απέκλειε το γεγονός να εκδόθηκαν επιταγές στο όνομα των εν λόγω προσώπων, κλονίζουν ανεπανόρθωτα το αξιόπιστο της εκδοχής του που επικαλέστηκε για να στηρίξει το νόμιμο αντάλλαγμα, τον σκοπό και τον λόγο έκδοσης των επίδικων επιταγών. Γ) Ενώ αρχικά ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 1,000 για να καλύψει ο κατηγορούμενος δικές του ανάγκες, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι του έδωσε αυτό το ποσό για σκοπούς μιας διαφήμισης η οποία τελικά δεν έγινε. Δ) Επίσης δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του παραπονούμενου να δανείζει τον κατηγορούμενο χρήματα στα χρονικά διαστήματα που ανέφερε και να μην αναρωτάται κάθε φορά πότε ο κατηγορούμενος θα τον εξοφλήσει μερικώς ή ολικώς και με ποιο τρόπο. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου και της εκδοχής που προέβαλε για να στηρίξει το αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης των επίδικων επιταγών, ουσιαστικά κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης και που δεν μπορεί ασφαλώς να είναι άλλο από την αθώωση και την απαλλαγή του κατηγορουμένου και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, εν τούτοις το Δικαστήριο θα προχωρήσει, ως είναι βεβαίως και καθήκον του, να αξιολογήσει την μαρτυρία του κατηγορουμένου η οποία είναι ουσιαστικά εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή του παραπονουμένου και ιδίως ως προς το αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Ο κατηγορούμενος άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήταν άτομο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, ρίχνοντας φως σε όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Απαντούσε πάντα με σαφήνεια, η εκδοχή του είχε λογική και συνοχή και δικαιολογείτο από τα τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η αξιοπιστία του όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αλλά απεναντίας ενισχύθηκε με την παράθεση εκ μέρους του λεπτομερών απαντήσεων και καταθέσεων σχετικών τεκμηρίων και πέρασε αλώβητος από την μακρά, επίμονη και επίπονη αντεξέταση του. Ο κατηγορούμενος δεν αποποιήθηκε των οποιονδήποτε οφειλών του προς τον παραπονούμενο όπως π.χ. για το ποσό των € 1,586 το οποίο και αιτιολόγησε δίνοντας την δική του εκδοχή, ούτε προσπάθησε να εκμηδενίσει πανελώς την προσφορά του παραπονούμενου όπως έγινε με την αναφορά του ότι ο παραπονούμενος έδωσε για τους σκοπούς της συνεργασίας τους το ποσό των € 300 που ήταν και το μοναδικό ποσό που έδωσε ο παραπονούμενος για την μεταξύ των διαδίκων συνεργασία. Ο κατηγορούμενος αντέκρουσε με σαφήνεια κάθε ποσό το οποίο ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι δάνεισε σε αυτόν, αποδεικνύοντας τον λόγο και τον σκοπό που δίνονταν αυτά τα ποσά και που σχετίζονταν με την μεταξύ τους συνεργασία η οποία τελικά κατέρρευσε. Επίσης παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδοθηκαν οι επίδικες επιταγές, ως επίσης και το νόμιμο αντάλλαγμα, τον σκοπό και τον λόγο έκδοσης τους. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν τα παραδεχτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Ο κατηγορούμενος εξέδωσε στις 25/4/2010 τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμούς 87703023 και 87703025 για τα ποσά των €1,500 έκαστη. Β) Ο κατηγορούμενος δεν ανέγραψε το όνομα του δικαιούχου επί των εν λόγω επιταγών. Γ) Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν με σκοπό και υπό την προυπόθεση αυτές να εξαργυρωθούν όταν θα ελάμβανε από τον παραπονούμενο το αντίστοιχο δάνειο στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας, το οποίο τελικά δεν παραχωρήθηκε λόγω της κατάρρευσης των μεταξύ τους προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων. Δ) οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στον λογαριασμό με αριθμό 0676-12-001658-00 την 1/6/2010 ο οποίος ανήκει στον παραπονούμενο, ο οποίος ανέγραψε το όνομα του επί των εν λόγω επιταγών ως δικαιούχου και οι οποίες δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων καφαλαίων του κατηγορουμένου. Ε) Ο παραπονούμενος δεν δάνεισε στον κατηγορούμενο το ποσό των € 3,406 το οποίο ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος και οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν έναντι τέτοιου δανείου διότι δεν έλαβε χώρα ποτέ τέτοιο δάνειο με την παραχώρηση των ποσών όπως τα περιέγραψε ο παραπονούμενος, αλλά αυτά είναι ποσά που ξοδεύτηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων η οποία τελικά κατέρρευσε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία το νόμιμο αντάλλαγμα, τον λόγο και τον σκοπό της έκδοσης των επίδικων επιταγών και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο παραπονούμενος να καταβάλει στον κατηγορούμενο τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από ο Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.