Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Άγγελου Ευαγγέλου, Αρ. Υπόθεσης: 6079/10, 30 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6079/10 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Άγγελου Ευαγγέλου, από τα Λειβάδια Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Πελεκάνος Κατηγορούμενος παρών -------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ) ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός και κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ήτοι ο κατηγορούμενος στις 12.09.10 και ώρα 22:00 στη Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου κατά τη διάρκεια της νύκτας διέρρηξε και εισήλθε στην οικία του Λοϊζου Κωνσταντίνου από τη Σωτήρα και έκλεψε ένα φορητό ηλεκτρονική υπολογιστή μάρκας Fuji, ένα κινητό τηλέφωνο NOKIA, χρυσαφικά και κοσμήματα, συνολικής αξίας €3.150, περιουσία του πιο πάνω. ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, ήτοι ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παράνομα επιτέθηκε στον Νίκο Νικολάου από τη Σωτήρα και προξένησε σ΄ αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε μάρτυρες κατηγορίας αλλά δήλωσε, μετά την κατάθεση γραπτών παραδεκτών γεγονότων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, και της έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης του κ. Καριόλου ως προς το αληθές του περιεχομένου της, ότι αυτή ήταν η υπόθεση της. Τότε ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως εξής: «Σύμφωνα με την κατάθεση του Αστυφύλακα 4800 Μασούρα, ημερομηνίας 21/11/09, στις 12/09/09 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου από τον Λοίζο Κωνσταντίνου από την Σωτήρα ότι την ίδια μέρα και ώρα 22:00 άγνωστοι διέρρηξαν την οικία του στην οδό Σόλωνος 1, στη Σωτήρα και έκλεψαν διάφορα χρυσαφικά, ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή, ένα κινητό τηλέφωνο Nokia συνολικής αξίας Ευρώ. 3,150. Οι δράστες είχαν γίνει αντιληπτοί από τον κ. Νίκο Νικολάου. Σύμφωνα με κατάθεση του Νίκου Νικολάου ημερ. 12/9/09 περί την ώρα 22.10 ενώ βρισκόταν στην οικία του μαζί με την σύζυγο του, τον ενημέρωσε ότι είχε δει κλέφτες εντός της οικίας του γείτονα τους Λοίζου Κωνσταντίνου. Αμέσως ο κ. Νικολάου κατευθύνθηκε προς το σπίτι του κ. Λοίζου Κωνσταντίνου όπου προέβηκε σε έλεγχο όλων των πλευρών του σπιτιού κατά τον οποίον διαπίστωσε ότι το παράθυρο που βρίσκεται δίπλα από την κύρια είσοδο της οικίας ήταν παραβιασμένο. Ξαφνικά και ενώ ο κ. Νικολάου πήγε στο απέναντι σπίτι για να ζητήσει βοήθεια είδε τρία πρόσωπα να εξέρχονται της αυλής του σπιτιού και να αρχίζουν να τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο κ. Νικολάου άρχισε να καταδιώκει ένα εκ των τριών προσώπων και κατάφερε να τον τραβήξει από την φανέλα και να τον πιάσει. Τότε ο άγνωστος άντρας του έδωσε τα χρυσαφικά που κρατούσε και του είπε ΄ρε φίλε άφησε με να φύγω σε παρακαλώ΄. Ο άγνωστος άντρας άρχισε και πάλι να τρέχει και ο κ. Νικολάου συνέχισε να τον καταδιώκει. Σε κάποιο σημείο ο άγνωστος άντρας σκόνταψε και έπεσε στο έδαφος. Τότε ο κ. Νικολάου πήγε από πάνω από τον άγνωστο άντρα και στην προσπάθεια του να τον πιάσει κάποιο άλλο πρόσωπο τον κτύπησε με μία πέτρα στο κεφάλι. Ο κ. Νικολάου άφησε το άγνωστο πρόσωπο και ξεκίνησε να πηγαίνει προς το σπίτι του. Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου το πρόσωπο που καταδίωκε περιγράφεται ως ακολούθως: Ύψους 1,73 περίπου, γεροδεμένος, ηλικίας 27 - 32 ετών. Τα μαλλιά του ήταν κοντά (σπόντες) και στα πλευρά του κεφαλιού του ήταν πολύ μακριά. Φορούσε τζιν παντελόνι και φανέλα χρώματος μαύρη. Ήταν Κύπριος λόγο της προφοράς που μίλησε. Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου τους άλλους δύο άντρες τους είδε από μακρινή απόσταση και δεν μπορεί να τους περιγράψει. Την σκηνή επισκέφτηκε και διενέργησε επιτόπιες εξετάσεις ο Λοχίας 1609 Δρουσιώτης ο οποίος σε κατάθεση του ημερομηνίας 21/11/09 αναφέρει ότι οι δράστες πέτυχαν είσοδο στην οικία από αλουμινένιο ανοιγόμενο παράθυρο το οποίο παραβίασαν με αιχμηρό όργανο, πιθανόν κατσαβίδι και έξοδο από αλουμινένια μπαλκονόπορτα την οποία άνοιξαν από μέσα. Σύμφωνα με την κατάθεση του κ. Δρουσιώτη κατά την εξέταση της σκηνής γύρω από την οικία εντόπισε σε χωράφι με δέντρα ανατολικά της οδού Σταδίου και μπροστά από την οικία ένα δεξιό γάντι χρώματος γκρίζου το οποίο παρέλαβε και στις 14.09/09 το παρέδωσε στον Αστυφύλακα 2455 Βασιλείου για να το μεταφέρει στο ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Σχετική είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αρ. 2332-2010 ημερομηνίας 8/7/2010 του κ. Καριόλου Μάριου. Στις 28/08/10 και ώρα 13.05 ο Αστυφύλακας 2214 Α. Χατζηκακού συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Αφού ο αστυφύλακας 2214 εξήγησε στον κατηγορούμενο τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε ΄δεν έχω καμία σχέση΄. Στις 29.08.10 ο Λοχίας 2101 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο δια τα αδικήματα που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και ο κατηγορούμενος απάντησε ΄δεν έχω καμία σχέση». ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Στην αγόρευση του ο δικηγόρος του κατηγορουμένου αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ακολούθως προέβαλε ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος για τους ακόλουθους λόγους. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε εντός της κατοικίας αφού τίποτε δεν ανευρέθηκε εντός αυτής που να συνδέει το κατηγορούμενο. Η μόνη μαρτυρία, συνέχισε που συνδέει τον κατηγορούμενο με την ευρύτερη περιοχή της σκηνής, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, είναι ένα δεξιό γάντι γκρίζου χρώματος, που βρέθηκε σε χωράφι με δέντρα ανατολικά της οδού Σταδίου, μπροστά από την οικία, στο οποίο εντοπίστηκε γενετικό υλικό που ταυτίζεται με αυτό του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την έκθεση του κ. Καριολού. Όμως και αυτή η σύνδεση, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, έχει ως βάση ότι ο κατηγορούμενος είναι ελληνοκύπριος γεγονός όμως για το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτή. Η Κατηγορούσα Αρχή από την άλλη με μία λακωνική αγόρευση εισηγήθηκε στη βάση της έκθεσης του κ. Καριολού ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. επόμενα και δη στη σελίδα 141 και 145 όπου λέχθηκε ότι τότε μόνο δικαιολογείται η διακοπή της δίκης μετά το πέρας της κατηγορίας και η αθώωση του κατηγορουμένου όταν: (α) Η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος ή ένα από αυτά και όταν (β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό εκτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του δικαστηρίου περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του
(1962)1 All E.R. 448 του Queen´s Bench του HIGH COURT OF JUSTICE, της Αγγλίας του Λόρδου Parker, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Azinas and another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδης
(1993)2 Α.Α.Δ 82, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 356, Georgiades ν. The Police
(1985)2 C.L.R. 56, Poniros ν. The Police
(1985)2 C.L.R. 10, Μακρυγιάννης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.41). Στην Κουννίδης, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου στο στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο στην κατηγορία. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ΄ αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄ επέκταση εάν αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σ΄ αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάζει μαρτυρία τέτοιας ισχύς στην ουσία της που αντικειμενικά να φαίνεται η καταδίκη του κατηγορούμενου ως μία αντικειμενική δυνατότητα εάν δεν δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο. Ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να καλείται σε απολογία όταν δεν υπάρχει αντικειμενικό έρεισμα προς τούτο διότι τότε δεν θα καλείται για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να συμπληρώσει τις αδυναμίες και ελλείψεις της Κατηγορούσας Αρχής. Θαρρώ ότι τα όσα ανέφερε ο πρώην δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Νικολάου, όταν ήταν επαρχιακός Δικαστής, στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C. 145 είναι πολύ διαφωτιστικά. Παραθέτω κατώτερο σχετικό απόσπασμα: «Το PRACTICE NOTE
(1962)1 All E. R. 448, του Queen´s Bench Division του HIGH COURT OF JUSTICE της Αγγλίας για την καθοδήγηση των Πταισματοδικών, σωστά διατυπώνει τον κανόνα και προσφέρει μια πρακτική καθοδήγηση που στα χρόνια που μεσολάβησαν αποδείχτηκε αφάνταστα βοηθητική για τα πρωτόδικα δικαστήρια που εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις χωρίς ένορκους. Τούτο το PRACTICE NOTE είναι καλά γνωστό για να μη χρειάζεται να το επαναλάβω δωπέρα. Περιπλέον, μια σειρά από Αγγλικές υποθέσεις μας δίνει καθοδήγηση στο ζήτημα τούτο (βλ. μεταξύ άλλων WISEMAN AND ANOTHER v. BORMAN AND OTHERS
(1967)3 ALL E.R. 1045, ELLIS v. JONES
(1973)2 ALL E.R. 893, VYE v. VYE
(1969)2 ALL E. R. 29, R. v. MANSFIELD
(1978)1 ALL E.R. 134). Έχω επίσης αντλήσει σημαντική βοήθεια από την προσέγγιση που κάνει στο ζήτημα ο Π.Ε.Δ. Πικής (όπως ήταν τότε) στην απόφαση που έδωσε στην υπόθεση THE POLICE v. PSARAS (UNREPORTED - 1973) ΣΤΟ Επαρχιακό δικαστήριο Αμμοχώστου. Υπό το φως των αρχών που εφαρμόζονται, η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 που αναφέραμε, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που ν΄ αποτελεί απλή αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και ΄ν΄ απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το δικαστήριο των γεγονότων ώστε να΄ ναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα απ΄ αυτήν, αλλά και την εσωτερική ποιότητα της και στην επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, άνκαι∙ μόνο προκαταρτικά (βλ. COZENS v. BRUTUS
(1972)2 ALL E.R. 1) στο κατά πόσο το δικαστήριο θα μπορεί να στηριχτεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Για παράδειγμα έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Κι έτσι κι αλλιώς, θα ήταν το δικαστήριο διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρίας τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο δικαστήριο, που να΄ ναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής που αν αφεθεί αμάχητο θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Στο στάδιο τούτο βέβαια, το δικαστήριο έχει να κάνει μόνο με τεκμήρια ενοχής σ΄ αντιπαράθεση προς συμπεράσματα ενοχής: με κατά πόσο δηλαδή ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να ΄ναι ένοχος και όχι κατά πόσο όντως είναι∙ κι είναι εδώ που υπάρχει η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο αποδειχτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο τούτο και το βάρος που φέρει στο τέλος της δίκης. Το δικαστήριο όμως οφείλει πάντοτε να περιορίζεται στα στενά πλαίσια της μαρτυρίας και να προσπαθεί να κάνει μια ρεαλιστική αξιολόγησή της: Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. SHAABAN BIN HUSSIEN v. CHONG FOOK KAM
(1969)3 ALL E. R. 1626, P.C.) και το τεκμήριο της ενοχής πρέπει να΄ ναι πραγματικό κι όχι πλασματικό. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο κάποια εξήγηση - αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή, στο στάδιο αυτό, πρέπει να αποδείξει τουλάχιστον κάποιας μορφής σύνδεσης με τη διάρρηξη, ήτοι την παραβίαση του παραθύρου από το οποίο εισήλθαν οι δράστες, ως η διαπίστωση του Λοχία 1609 Δρουσιώτη, ή την είσοδο εντός αυτής, δηλαδή την ανεύρεση κάποιων στοιχείων που να τον συνδέουν με κάποιο τρόπο με το εσωτερικό μέρος της κατοικίας ή την διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής των πιο πάνω αναφερθέντων αντικειμένων, όπως π.χ. την ανεύρεση κάποιων στοιχείων που να τον συνδέουν με τα κλαπέντα αντικείμενα. Από τα παραδεκτά γεγονότα και την έκθεση του Καριόλου ελλείπουν τα οποιασδήποτε μορφής στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με τα πιο πάνω και να καθίστανται ικανά να πληρούν τις προϋποθέσεις για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το γάντι που ανευρέθηκε σε παρακείμενο χωράφι με δέντρα, αγνοώντας ακόμη και το θεμέλιο της ταύτισης στη βάση που στηρίχθηκε η έκθεση σε αναφορά για ελληνοκύπριους και ότι ο κατηγορούμενος είναι ελληνοκύπριος, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι όντως είναι ελληνοκύπριος ο κατηγορούμενος και ταυτίζεται με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε με αυτό του κατηγορούμενου, δεν αποτελεί ικανή μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάρρηξη ή την είσοδο και κλοπή των αναφερθέντων αντικειμένων από την συγκεκριμένη κατοικία. Ούτε αποτελεί ένα στοιχείο για το οποίο θα έπρεπε ο κατηγορούμενος να δώσει κάποια εξήγηση πώς ανευρέθη το γενετικό του υλικό σ΄ αυτό, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία στα παραδεκτά γεγονότα ότι ο Νικολάου που είδε και τους τρεις δράστες και ένα εξ΄ αυτών κατόρθωσε να τον ακινητοποίηση, ότι το γάντι ανήκε σε ένα από τους τρεις δράστες που είδε να εξέρχονται από την διαρρηχθείσα κατοικία. Θα έπρεπε δηλαδή να υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει το γάντι με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία πράγματι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που κτύπησε τον Νικολάου με την πέτρα, αφού στα παραδεκτά γεγονότα δεν αναφέρεται ότι είδε το πρόσωπο που τον κτύπησε. Να λεχθεί ότι, ούτε η γενική περιγραφή του δράστη, ούτε το γενετικό υλικό που ανευρέθηκε στο γάντι και ταυτίζεται με αυτό του κατηγορουμένου θα μπορούσαν να συνδέσουν τον κατηγορούμενο με το αδίκημα αυτό. Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι αν καλούσα τον κατηγορούμενο σε απολογία, αυτός δεν θα προέβαλλε την υπεράσπιση του αλλά θα συμπλήρωνε αδυναμίες, ατέλειες και παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής και θα είχε ως κατάληξη ο κατηγορούμενος να καθίστατο μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω είναι η κατάληξή μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο κατηγορίες. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται των κατηγοριών από αυτό το στάδιο της δίκης. €20 έξοδα να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ. ..........) Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο