Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ανδρέα Ευαγόρου, Αρ. Υπόθεσης: 5833/10, 12 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5833/10 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Ανδρέα Ευαγόρου, από το Παραλίμνι Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Πιττάτζιης Κατηγορούμενος παρών -------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) (ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΚΤΟΤΗΤΑ ΜΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΤ. 3748 Μ.Κ.1) (ΚΑΝΟΝΑΣ ΙΙ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι
(6)κατηγορίες για τροχαία και/ή σχετικά με αυτά αδικήματα. Ήτοι ότι επέτρεψε στον Θεοφάνη Ευαγόρου να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό πλαισίου XLER4X20004439106,
(1)Χωρίς άδεια οδήγησης,
(2)Χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας,
(3)χωρίς να είναι εγγεγραμμένο,
(4)χωρίς προστατευτικές ράβδους,
(5)χωρίς φώτα και
(6)χωρίς πισινούς σηματοδότες. Αφού αρνήθηκε τις κατηγορίες η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στις 21.09.11 η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον αστυφύλακα 3748 Κώστα Χριστοδούλου ως Μ.Κ.
- Όταν ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του και θα κατατίθετο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση σχετικά με την αποδεκτότητα μιας αναφοράς αυτής που συνίσταται σε προφορική δήλωση που φέρεται να έκανε ο κατηγορούμενος σ΄ αυτόν ήτοι «Εν δικό μου το φορτηγό τζιαι έδωσα το του παπά μου να το πάρει Ξυλοφάγου» καθ΄ ότι παραβιάστηκε ο δεύτερος (ΙΙ) Δικαστικός Κανόνας. Δεν αμφισβητήθηκε ότι έγινε η προφορική δήλωση. Τούτως εχόντων των πραγμάτων και οι δύο συνήγοροι συμφώνησαν ότι η κατάθεση μπορούσε να κατατεθεί, και κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, εκτός της επίδικης αναφοράς η οποία έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο δίκης εντός δίκης για να διαφανούν οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε. Έτσι το Δικαστήριο κρίνοντας ότι αυτή ήταν η ορθή διαδικασία, διέταξε την διεξαγωγή δίκης εντός δίκης περί αυτού και μόνο του ζητήματος. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα και μοναδικό μάρτυρα, ήτοι τον αστυφύλακα 3748 Κώστα Χριστοδούλου ο οποίος κατά την εξέταση του ανέφερε ότι κατά την διάρκεια εξετάσεως δυστυχήματος που έγινε στις 12.08.09 τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και του ανάφερε «Εν δικό μου το φορτηγό τζιαι έδωσα το του παπά μου να το πάρει Ξυλοφάγου». Τότε του είπε μην πεις τίποτε άλλο και συνέχισε τις εξετάσεις. Μαζί του εκείνη την στιγμή ήταν ο υπεύθυνος της τροχαίας Αμμοχώστου κος Κόνιας που ήταν κοντά του, ο αστυφύλακας 4069 και ο λοχίας
- Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι γνώριζε καλά τον κατηγορούμενο από προηγουμένως και είχαν αρκετές φιλικές σχέσεις σε τέτοιο σημείο που μετά το δυστύχημα πήγαν ταξίδι μαζί. Γνώριζε ότι διέθετε φορτηγά μεταφοράς μεγάλων κάδων απορριμμάτων, αφού κάποιες φορές επικοινώνησε μαζί του και τον προμήθευσε με τέτοιους κάδους. Αναφερόμενος στο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 12.08.09 στο Παραλίμνι, είπε ότι στη σκηνή του δυστυχήματος πρώτα μετέβησαν αστυνομικοί του αστυνομικού σταθμού Παραλιμνίου, που αναλαμβάνουν τα δυστυχήματα στα οποία δεν υπάρχει απώλεια ζωής, και μετά επειδή διαπιστώθηκε ότι το δυστύχημα ήταν θανατηφόρο, απέκοψαν την σκηνή και κλήθηκε η Τροχαία Αμμοχώστου, στην οποία υπηρετούσε, ως αρμόδιο τμήμα διερεύνησης θανατηφόρων δυστυχημάτων για την ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου και μετέβηκε εκεί με τα άτομα που ανάφερε, προς διερεύνηση της υπόθεσης. Η ενημέρωση που είχε ήταν ότι το δυστύχημα έγινε μεταξύ φορτηγού και μοτοσικλέτας αλλά δεν ενθυμείτο εάν του αναφέρθηκε ότι ήταν φορτηγό μεταφοράς κάδων απορριμμάτων. Όταν μετέβη στη σκηνή το πρώτο πράγμα που είδε ήταν το φορτηγό το οποίο είχε ξένες πινακίδες, ενώ τον ενημέρωσαν ότι το θύμα ήταν ξένος και υπήρχε εκεί μάρτυρας. Στη συνέχεια είπε ότι παρών στη σκηνή ήταν και ο πατέρας του κατηγορούμενου τον οποίο δεν γνώριζε και ο οποίος όταν ρωτήθηκε του ανέφερε το όνομα του αλλά δεν του είπε, ότι είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου, ούτε αντιλήφθηκε από το επίθετο ότι ήταν ο πατέρας του κατηγορούμενου αφού με το επίθετο αυτό υπάρχουν πολλά άτομα. Τον ρώτησαν πώς έγινε το δυστύχημα αλλά δεν ενθυμείτο τι άλλο ειπώθηκε από τον πατέρα του κατηγορούμενου. Συμφώνησε ότι εκτός από το δυστύχημα διερευνούσε και άλλες τροχαίες παραβάσεις όπως ότι το φορτηγό δεν έφερε προστατευτικές ράβδους. Τον κατηγορούμενο όμως τον είδε αργότερα, χωρίς να γνωρίζει από πότε ήταν εκεί, όταν ο κατηγορούμενος εβρίσκετο έξω από την κορδέλα με την οποία αποκόπηκε η σκηνή και του ανέφερε την επίδικη προφορική δήλωση. Αρνήθηκε υποβολές ότι πριν μεταβεί στη σκηνή γνώριζε ποιοι ήταν οι εμπλεκόμενοι και ότι αφού του ανέφερε το όνομα του ο πατέρας του κατηγορούμενου σίγουρα υποψιάστηκε τον κατηγορούμενο και ότι ήταν ύποπτος ο κατηγορούμενος ένεκα του είδους του φορτηγού. Αρνήθηκε δε και πολλές άλλες υποβολές, που έγιναν επί τη βάσει ότι καθιστούσαν ύποπτο τον κατηγορούμενο, παραπέμποντας είτε σ΄ αυτά που είχε αναφέρει προηγουμένως είτε δίδοντας εξήγηση με αρνητική απάντηση. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα. Η κα Γιακουμεττή στην αγόρευση της τόνισε ότι ο Μ.Κ. δεν γνώριζε ποιου ήταν το φορτηγό και ο κατηγορούμενος από μόνος του πλησίασε τον Μ.Κ. και του ανάφερε την επίδικη φράση ενώ δεν ήταν ύποπτος. Ο κος Πιττάτζιης, από την άλλη, στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέσεισε το βάρος που είναι επιφορτισμένη για την απόδειξη της υπόθεσης της στο βαθμό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Πριν την έναρξη της δίκης εντός δίκης ζητήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης το ημερολόγιο ενεργείας (εκείνης της ημέρας) του Αστυνομικού Σταθμού Παραλιμνίου και η Κατηγορούσα Αρχή δεν το παρουσίασε. Αν και, ενδεχομένως να μην αποτελεί μαρτυρικό υλικό εντούτοις, είπε, πλήττει την αξιοπιστία της Κατηγορούσας Αρχής αφού αρχικά την διερεύνηση ανέλαβαν αστυνομικοί του Σταθμού Παραλιμνίου και μετά αστυνομικοί της Τροχαίας Αμμοχώστου και είναι δικαίωμα της Υπεράσπισης να γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ των αστυνομικών των δύο τμημάτων και δη τού Μ.Κ., αφού εάν γράφει στο ημερολόγιο ενεργείας ότι ενημέρωσαν τον Μ.Κ. ότι διερευνούσαν υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και του πατέρα του ή μη αποκάλυψη τούτου του γεγονός θα αποτελούσε αδικία για τον κατηγορούμενο και συνάμα είναι αντινομικό.
(2)Δεν ενθυμείτο εάν ο πατέρας του κατηγορούμενου του είπε ότι το φορτηγό ήταν του γιου του.
(3)Αφού διερευνούσε και άλλα αδικήματα όπως το ότι δεν έφερε ράβδους προστασίας το φορτηγό, άρα ο ιδιοκτήτης καθίστατο ύποπτος.
(4)Δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο Μ.Κ. με τα όσα γνώριζε για τον κατηγορούμενο ήτοι το όνομα του, τη δουλειά του, τα φορτηγά του με τα οποία μετέφεραν κάδους απορριμμάτων και τις σχέσεις που είχαν καθώς και την αναφορά του ονόματος του πατέρα του κατηγορούμενου και δεν κατέστη ύποπτος ο κατηγορούμενος.
(5)Γιατί δεν έγραψε στην κατάθεση του ο Μ.Κ. ότι μετά που του ανάφερε την επίδικη φράση του είπε μην πεις τίποτε άλλο και το ανάφερε στο Δικαστήριο; Επίσης γιατί δεν ανάφερε στην κατάθεση του ότι ήταν και άλλοι αστυνομικοί και ότι ο κ. Κόνιας ήταν κοντά του;
(6)Η μη παρουσίαση του κ. Κόνια αλλά και των δύο αστυνομικών στο εδώλειο του μάρτυρα (άφησε να νοηθεί) δημιουργεί κενό στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Το άρθρο 8 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 που αναφέρεται στην εφαρμογή των Δικαστικών κανόνων προνοεί: «Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του άρθρου 3 και άνευ επηρεασμού της εφαρμογής του άρθρου 5 οι εκάστοτε εγκρινόμενοι από τους δικαστές της Αυτής Μεγαλειότητας του Queen´s Bench Division της Αγγλίας κανόνες που αφορούν τη λήψη καταθέσεων από αστυνομικούς (γνωστοί ως οι «Δικαστικοί Κανόνες») ("The Judges´Rules") ισχύουν για τη λήψη καταθέσεων στη Δημοκρατία όπως αυτοί ισχύουν για τη λήψη καταθέσεων στην Αγγλία». Το άρθρο 3 του Κεφ. 155 που αναφέρεται πότε εφαρμόζεται το Αγγλικό Δίκαιο έχει ως εξής: «Αναφορικά με ζητήματα ποινικής δικονομίας για τα οποία δεν υπάρχει ειδική διάταξη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα που ισχύει εκάστοτε, κάθε δικαστήριο εφαρμόζει σε ποινική διαδικασία, το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής οι οποίοι αφορούν την ποινική δικονομία». Το άρθρο 5 του Κεφ. 155 που κάμνει λόγο για την ανάκριση ποινικών αδικημάτων έχει ως ακολούθως: «
(1)Κάθε ανακριτικής δύναται να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο αυτός έχει λόγο να θεωρεί ενήμερο των γεγονότων ή περιστατικών του ποινικού αδικήματος για το οποίο διεξάγει ανακρίσεις, να παραστεί σε τέτοιο τόπο και χρόνο ως ανακριτής ήθελε εύλογα ορίσει για το σκοπό εξέτασης και λήψης κατάθεση από αυτό σε σχέση με το ποινικό αδίκημα.
(2)Ο ανακριτής δύναται να καταγράψει οποιαδήποτε κατάθεση του εξεταζόμενου προσώπου, η οποία τότε διαβάζεται στο πρόσωπο αυτό που στη συνέχεια την υπογράφει ή αν είναι αναλφάβητο, θέτει το σημείο του σε αυτήν και αν το πρόσωπο αυτό αρνείται να ενεργήσει με αυτό τον τρόπο, ο ανακριτής σημειώνει την άρνηση στο τέλος της κατάθεσης αναφέροντα επίσης το λόγο της, αν εξακριβώθηκε, και η κατάθεση στη συνέχεια υπογράφεται από τον ανακριτή..
(3)Κάθε τέτοια κατάθεση, αν αποδειχτεί ότι έγινε θεληματικά, είναι δεκτή ως μαρτυρία σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου που κατέθεσε.
(4)Όποιος, χωρίς εύλογη αιτία, αρνείται να παραστεί σε τέτοιο τόπο και χρόνο ως ήθελεν ορίσει ο ανακριτής, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Το 1964 οι δικαστές του Queen Bench Division της Αγγλίας εξέδωσαν νέους δικαστικούς Κανόνες οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 27.01.1964 (Βλ. 1964) 1 W.L.R. 152 και είναι αυτοί που εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ (ΤΟΥ 1964) Στην εισαγωγή των εν λόγω Κανόνων αναφέρονται τα ακόλουθα: "These rules do not affect the principles (
- a)That citizens have a duty to help a police officer to discover and apprehend offenders; (
- b)That police officers, otherwise than by arrest, cannot compel any person against his will to come to or remain in any police station; (
- c)That every person at any stage of an investigation should be able to communicate and to consult privately with a solicitor. This is so even if he is in custody provided that in such a case no unreasonable delay or hindrance is caused to the processes of investigation or the administration of justice by his doing so; (
- d)That when a police officer who is making inquiries of any person about an offence has enough evidence to prefer a charge against that person for the offence, he should without delay cause that person to be charged or informed that he may be prosecuted for the offence; (
- e)That it is a fundamental condition of the admissibility in evidence against any person, equally of any oral answer given by that person to a question put by a police officer and of any statement made by that person, that it shall have been voluntary, in the sense that it has not been obtained from him by fear of prejudice or hope of advance, exercised or held out by a person in authority, or by oppression. The principle set out in paragraph 8e) above is overriding and applicable in all cases. Within that principle the following rules are put forward as a guide to police officers conducting investigations. Non-conformity with these rules may render answers and statements liable to be excluded from evidence in subsequent criminal proceedings". Σε ελεύθερη μετάφραση τα πιο πάνω έχουν ως ακολούθως: « Οι Κανόνες αυτοί δεν επηρεάζουν τις αρχές: (α) Ότι οι πολίτες έχουν την υποχρέωση να βοηθούν τα όργανα της αστυνομίας στην ανακάλυψη και σύλληψη των εγκληματιών (β) Ότι τα όργανα της αστυνομίας, εκτός μόνο με τη σύλληψη, δεν μπορούν να εξαναγκάζουν οποιοδήποτε πρόσωπο ενάντια στη θέληση του να έρχεται ή να παραμείνει σε αστυνομικό σταθμό. (γ) Ότι ο καθένας σε όλα τα στάδια μιας ανάκρισης πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί και να συμβουλεύεται δικηγόρο με εμπιστευτικό τρόπο. Τούτο ισχύει και στην περίπτωση προσώπου που τελεί υπό κράτηση, νοουμένου ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα προκαλείται παράλογη καθυστέρηση ή εμπόδιο στην πορεία της ανάκρισης ή στην απονομή της δικαιοσύνης (δ) Ότι όταν ο αστυνομικός που ευθύνεται για την ανάκριση ενός προσώπου πάνω στη διάπραξη ενός αδικήματος έχει αρκετή μαρτυρία για να του προσάψει κατηγορία για το αδίκημα, οφείλει χωρίς καθυστέρηση να φροντίσει ώστε το πρόσωπο αυτό να κατηγορηθεί ή τουλάχιστο να πληροφορηθεί ότι υπάρχει η πιθανότητα να διωχθεί ποινικά. (ε) Ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποδεκτικότητα σε μαρτυρία ενάντια σ΄ ένα πρόσωπο, τόσο (κι εξίσου) μιας προφορικής απάντησης που δόθηκε απ΄ αυτό σ΄ ερώτηση από αξιωματικό της αστυνομίας όσο και κατάθεσης που έγινε από το πρόσωπο αυτό, ότι πρέπει να ήταν θεληματική, με την έννοια ότι δεν πάρθηκε από αυτό από φόβο μήπως επηρεαστεί επιζήμια η θέση του ή από ελπίδα για κάποιο όφελος, που του προκλήθηκε η που του δόθηκε από πρόσωπο εξουσίας ή με τρόπο που να αποτελεί καταπίεση (OPPERESSION). Η αρχή που παρατίθεται στην πιο πάνω παράγραφο (ε), υπερισχύει όλων των άλλων κ΄ εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις. Στα πλαίσια της αρχής αυτής παρατίθενται οι Κανόνες που ακολουθούν που έγιναν για την καθοδήγηση των αστυνομικών οργάνων που διεξάγουν ανακρίσεις. Η μη συμμόρφωση προς τους Κανόνες αυτούς, μπορεί να καταστήσει απαντήσεις και καταθέσεις ανεπίτρεπτες και να τις αποκλείσει από τη μαρτυρία που θα δοθεί σε μεταγενέστερη ποινική διαδικασία. Οι δικαστικοί Κανόνες είναι οι εξής: Rule I. "when o police officer is trying to discover whether, or by whom, an offence has been committed, he is entitled to question any person, whether suspected or not, from whom he thinks that useful information may be obtained. This is so whether or not the person in question has been taken into custody so long as he is not being charged with the offence or informed that he may be prosecuted for it". Κανόνας Ι. «Οσάκις αστυνομικός προσπαθεί ν΄ ανακαλύψει κατά πόσο ή από ποιον έχει διαπραχθεί ένα αδίκημα, δικαιούται να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε ύποπτο είτε όχι, από το οποίο νομίζει ότι μπορεί να πάρει χρήσιμες πληροφορίες. Αυτό ισχύει είτε το εν λόγω πρόσωπο έχει τεθεί υπό κράτηση είτε όχι, εφόσον δεν έχει κατηγορηθεί με το αδίκημα ή πληροφορηθεί ότι δυνατό να διωθχεί ποινικά γι΄ αυτό.». Rule II. "As soon as the police officer has evidence which would afford reasonable grounds for suspecting that a person has committed an offence, he shall cautioned, before putting to him any question, or further question, relating to that offence. The caution shall be in the following terms: ´ You are not obliged to say anything unless you wish to do so, but what you say me be put into writing and given in evidence.´ Κανόνας ΙΙ. «Μόλις ο αστυνομικός έχει μαρτυρία η οποία θα πρόσφερε εύλογη βάση για να υποπτευθεί ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα τότε οφείλει να προειδοποιήσει (caution) το πρόσωπο αυτό ή να φροντίσει να προειδοποιηθεί, προτού του υποβάλει οποιαδήποτε ρωτήσει ή περαιτέρω ερωτήσεις, σχετικά με το εν λόγω αδίκημα. Ο τύπος της προειδοποίησης θα έχει ως εξής: «Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός αν επιθυμείς να το πράξεις, αλλά ο,τιδήποτε πεις μπορεί να καταγραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία». Ο κανόνας αυτός σίγουρα και ξεκάρα προνοεί ότι η απλή υποψία δεν είναι αρκετή για να υποχρεώσει το αστυνομικό όργανο να προειδοποιήσει τον ύποπτο. Στο αρχικό στάδιο της συλλογής πληροφοριών ο ανακριτής μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις για τη λήψη χρήσιμων πληροφοριών. Σύμφωνα με το λεκτικό του πρώτου (Ι) κανόνα μπορούν να υποβληθούν ερωτήσεις χωρίς να επιστηθεί η προσοχή του προσώπου προς το οποίο υποβάλλονται οι ερωτήσεις. Η ανάγκη επίστησης της προσοχής του υπόπτου προκύπτει μόνο μετά που το ερευνών όργανο έχει εύλογη βάση να υποψιάζεται ότι ο ύποπτος έχει διαπράξει το διερευνώμενο αδίκημα. Είναι φανερό ότι η διάκριση μεταξύ της ύπαρξης απλής υποψίας και της ύπαρξης εύλογης βάσης για υποψία ότι ο ύποπτος έχει διαπράξει το αδίκημα είναι πολύ λεπτή. Η ανάγκη επίστησης της προσοχής του υπόπτου δημιουργείται από τη στιγμή που η αστυνομία έχει στην κατοχή της μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον ύποπτο με τη διάπραξη του αδικήματος που διερευνά. (Βλέπε R. v. White and others
(1964)Cr. L.R. 720). Στην υπόθεση R. v. Osborne
(1973)1 All E.R. 649, αποφασίστηκε ότι στην περίπτωση που το αστυνομικό όργανο που διερευνούσε την υπόθεση είχε λόγους να υποπτεύεται τον ύποπτο ότι ενεχόταν στην διάπραξη του αδικήματος αλλά η υποψία αυτή δεν βασιζόταν σε μαρτυρία που να την δικαιολογεί, η επίστηση της προσοχής δεν ήταν αναγκαία. Στην υπόθεση εκείνη επεξηγήθηκε ότι υπάρχουν τρία στάδια στην διερευνητική διαδικασία: Πρώτο, η συλλογή πληροφοριών∙ οι πληροφορίες μπορεί να ληφθούν από οποιονδήποτε περιλαμβανομένου και του υπόπτου και η επίστηση της προσοχής δεν είναι αναγκαία. Δεύτερο, «τις αρχές της μαρτυρίας» κατά το οποίο δηλαδή αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία, όπου η επίστηση της προσοχής από τον ερευνόντα αστυνομικό επιβάλλεται, και Τρίτο, το τελικό στάδιο της πρόσαψης της κατηγορίας. Στην υπόθεση Πετρή ν. Αστυνομίας
(1968)2 ΑΑΔ 1, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ομόφωνα πως όταν ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο, χωρίς κατ΄ ανάγκη να υπάρχει μαρτυρία που να το συνδέει με τη διάπραξη του ιδίου αδικήματος, η δικαιοσύνη, που αποτελεί το θεμέλιο του νόμου αναφορικά με την ποινική έρευνα, απαιτεί ότι σε τέτοιες περιστάσεις ο ύποπτος πρέπει να προειδοποιείται για τον κίνδυνο να προβεί σε κατάθεση που να τον επηρεάζει δυσμενώς, εκτός αν ελεύθερα και εκούσια επιθυμεί να το πράξει. Το σκεπτικό της απόφασης εκείνης απηχεί θεμελιωμένες αρχές που σχετίζονται με την ανάγκη προστασίας του υπόπτου από τον κίνδυνο της αυτοενοχοποίησης του. Η ανάγκη επίστησης της προσοχής του υπόπτου, με την πρώτη ευκαιρία είναι επιθυμητή αν αναλογιστεί κάποιος τη λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της «υποψίας» και της «ύπαρξης εύλογης βάσης για υποψία». Το ζήτημα του πότε υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογες υποψίες πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή όχι με βάση τον τρόπο που σκέπτεται και εκτιμά την κατάσταση ο ανακριτής αλλά με αντικειμενικά κριτήρια. Όταν δηλαδή, αντικειμενικά, υπάρχει βάση για δημιουργία εύλογης υποψίας ο ανακριτής μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις αλλά μόνο αφού πρώτα επιστήσει την προσοχή του υπόπτου με τον προαναφερόμενο καθορισμένο τρόπο. Ο δεύτερος κανόνας αναφέρεται σε ερωτήσεις και σε περαιτέρω ερωτήσεις. Αν η ύπαρξη εύλογης βάσης για υποψία διαφανεί στο στάδιο της υποβολής ερωτήσεων θα πρέπει να παρεμβληθεί η επίστηση της προσοχής του υπόπτου πριν του υποβληθούν περαιτέρω ερωτήσεις. Πρέπει να καταδεικνύεται , πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους Δικαστικούς Κανόνες. Αναφορικά με το νομότυπο της κατάθεσης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε μόνο κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες η οποία να μην επέδρασε στη θεληματικότητα της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την παρουσίαση κατάθεσης ακόμα και όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες. (Βλ. R. v. Ovelnell
(1968)1 All E. R. 933 και R. v. Prager
(1972)1 All E.R.1114). Σημειώνω όμως πως τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε επουσιώδης παράβαση (Βλ. Kokkinos v. The Police (πιο πάνω), Petri v. The Police
(1968)2 CLR 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 CLR 181). Ως προς τη σημασία τήρησης των Δικαστικών Κανόνων και τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης, παραπέμπω στις αποφάσεις Αζίνα v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 9, 11 και Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 CLR 73,86. Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασίσει κατά πόσο μία κατάθεση είναι θεληματική. Αναπόφευκτα η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο για να καλύψει τις ανάγκες των επίδικων θεμάτων που τέθηκαν στη δίκη εντός δίκης. Ως εκ τούτου αποφεύγοντας τη διατύπωση ευρημάτων που να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως απαραίτητου θα προσεγγίσω τη μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή ούτως ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και προβαίνω στη διατύπωση όσο το δυνατό λιγότερων ευρημάτων (βλ. Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(967)2 CLR 169 και Πετρή ν. Αστυνομίας
(1968)2 CLR 40). Πυλώνας και θεμέλειο της ένστασης της Υπεράσπισης για το μέρος της κατάθεσης του Μ.Κ. που αναφέρεται στη προφορική δήλωση που έκανε ο κατηγορούμενος σ΄ αυτόν με την οποία δηλώνει ότι είναι δικό του το φορτηγό και το έδωσε του πατέρα του να το πάρει στη Ξυλοφάγου, αποτελούν οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διερεύνηση του θανατηφόρου δυστυχήματος που έγινε στις 12.08.09 και άλλων τροχαίων παραβάσεων από το συγκεκριμένο Μ.Κ., οι οποίες καθιστούσαν τον κατηγορούμενο ύποπτο σ΄ αυτόν. Έτσι θα έπρεπε ο Μ.Κ. να προειδοποιήσει τον κατηγορούμενο πριν την εκστόμιση από αυτόν της υπό κρίση φράσης. Ως φαίνεται ο Μ.Κ. δεν είχε ενημέρωση από κανένα συνάδελφο του ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του φορτηγού μέχρι και τη στιγμή, κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, που τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και του ανέφερε την εν λόγω φράση. Η γνωριμία και οι φιλικές σχέσεις του Μ.Κ. με τον κατηγορούμενο και η γνώση του πρώτου για τις δουλειές του δεύτερου και η χρήση από τον Μ.Κ. υπηρεσιών της ειδικότητας του κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με το ονοματεπώνυμο του πατέρα του κατηγορούμενου πού έμαθε ο Μ.Κ. από τον τελευταίο στη σκηνή του δυστυχήματος, αφού δεν γνώριζε το συγκεκριμένο φορτηγό ότι ήταν του κατηγορούμενου, φαίνεται, αντικειμενικά κρινόμενα και όχι υποκειμενικά, ότι δεν ήταν δυνατό κατ' εκείνη τη στιγμή να λειτουργήσουν στο μυαλό του Μ.Κ. με τρόπο που να καταστήσουν τον κατηγορούμενο ύποπτο. Επί πλέον και σοβαρότερο ο κατηγορούμενος φαίνεται πλησίασε, αυτός έξω από την κορδέλα, τον Μ.Κ., που ήταν εντός αυτής, και η οποία σηματοδοτούσε και χάραζε το χώρο απαγόρευσης εισχώρησης σ΄ αυτό από τους πολίτες, και αυθόρμητα από μόνος του, εν ριπή οφθαλμού θα έλεγε κάποιος, ανέφερε τη συγκεκριμένη φράση, χωρίς να ερωτηθεί οπό τον Μ.Κ., ο οποίος δεν πρόλαβε να του πει οτιδήποτε πριν την εκστόμιση της συγκεκριμένης φράσης, παρά μόνο μετά απ΄ αυτή, λέγοντας του μην πεις τίποτε άλλο. Το γεγονός ότι ο Μ.Κ. δεν ανάφερε στην κατάθεση του ότι είπε στον κατηγορούμενο να μην πει τίποτε άλλο, δεν υποδηλώνει μεμπτή συμπεριφορά αλλά απεναντίας φαίνεται ότι ο Μ.Κ. εκείνη τη στιγμή θεώρησε ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να εμπλέκετο σε ποινικό ή ποινικά αδικήματα και προέβη σε ενέργεια προστασίας και διαφύλαξης των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Όσον αφορά το θέμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο ή δεν εφοδίασε την Υπεράσπιση με αντίγραφο του ημερολογίου ενεργείας και ως εκ τούτου επηρεάστηκε η υπεράσπιση ή ότι η κατηγορούσα Αρχή ενήργησε άδικα και αντινομικά, τίποτε δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι αυτό αποτελεί μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, όπως άλλωστε αναγνώρισε έμμεσα και ο κ. Πιττάτζιης ή σχετίζεται με οιονδήποτε τρόπο για το υπό εξέταση θέμα. Υποθετικά σενάρια και θεωρίες δεν μπορούν να δώσουν έρεισμα για δικαιώματα του κατηγορούμενου. Ούτε βέβαια η μη κλήτευση άλλων μαρτύρων από την κατηγορούσα αρχή στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν δημιουργεί κενό στην υπόθεση της. Να λεχθεί τέλος ότι η Υπεράσπιση διατηρεί το δικαίωμα να κλήτευση και η ίδια αστυνομικούς ή πρόσωπα που κατέχουν μαρτυρία ή έγγραφα που θεωρεί ότι σχετίζονται με την υπόθεση και θα βοηθηθεί. Ξεκαθαρίζω ότι τούτο δεν έχει καμία σχέση με το βάρος που έχει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεση της στο επίπεδο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου η ένσταση απορρίπτεται και η ενστάσιμη αναφορά αποτελεί μέρος της κατάθεσης του Μ.Κ.1 ως μέρος της κυρίας εξέτασης του. (Υπ. ..........) Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο