← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χαράλαμπου Γαϊτανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4790/10, 27 Οκτωβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Χαράλαμπου Γαϊτανίδη, Αρ. Υπόθεσης: 4790/10, 27 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4790/10 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Χαράλαμπου Γαϊτανίδη, από Αγία Νάπα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Χ΄ Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Πιττάτζιης Κατηγορούμενος παρών -------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για χρησιμοποίηση μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων αδείας, κατά παράβαση του άρθρου 187

(1)(α)
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ήτοι χρησιμοποίησε μεγάφωνο ο ενισχυμένος ήχος του οποίου προκαλούσε οχληρία σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τον Γεώργιο Νέο, Μ.Κ. και κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα οι καταθέσεις του Αστ. 3963 Ι. Κουμή και του αστ. 3563 Α. Χειμώνα. Η μαρτυρία τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να αναφερθεί σ΄ αυτό το σημείο αφού θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Η υπεράσπιση είχε εισηγηθεί ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό και αφού βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κλήθηκε σε απολογία, ο κατηγορούμενος, αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να προβεί στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Δεν ήμουν εκεί». Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ. Γεώργιου Νέου, ο οποίος είναι ο παραπονούμενος στην υπόθεση αυτή, είναι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «ΚΟΡΝΕΛΙΑ» το οποίο βρίσκεται στην οδό Μακαρίου 23 Α στην Αγία Νάπα και στο οποίο διαμένει. Στις 20.08.10 και κατά η ώρα έντεκα (23:00) το βράδυ άρχισε να εκπέμπεται δυνατή μουσική από την μπυραρία «PEPPER» που βρίσκεται ακριβώς απέναντι του, (τους χωρίζει ο δρόμος), μέχρι και η ώρα 01:25 της 21.08.10 που ξεκίνησε και μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας όπου προέβη σε καταγγελία για το γεγονός αυτό. Η «κατάσταση» αυτή, όπως ανάφερε, είναι κάθε νύκτα και μάλιστα εδώ και πάρα πολλή καιρό και δεν μπορεί να αντέξει ούτε αυτός, ούτε η οικογένεια του και οι πελάτες του οι οποίοι του κάνουν συνεχώς παράπονα. Αυτά σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία ανέφερε ότι στις 6.09.10 και περί ώρα 11:00 το βράδυ μετέβη στο δωμάτιο του, στο αναφερθέν ξενοδοχείο, για να κοιμηθεί. Περί ώρα 12:00 το βράδυ ξύπνησε λόγω της δυνατής μουσικής με πάσο που εκπέμπετο από το υποστατικό "PEPPER". Μετέβη και πάλι στον ίδιο αστυνομικό σταθμό και προέβη σε σχετική καταγγελία. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε ή υπέδειξε τη διάταξη άλλων κέντρων διασκέδασης, μπυραριών, καφετεριών κλπ που βρίσκονται δίπλα ή και πλησίον του υποστατικού «PEPPER», όμως δεν συμφώνησε ότι από αυτά ή σε μερικά εξ΄ αυτών εκπέμπεται μουσική η οποία είναι δυνατή για να τον ενοχλεί. Ήταν απόλυτος ότι, από το μόνο υποστατικό που μεταδίδετο δυνατή μουσική που προκαλούσε οχληρία σε βαθμό που να μην μπορεί να κοιμηθεί, ήταν το υποστατικό «PEPPER». Αυτές οι δύο καταγγελίες δεν ήταν οι μοναδικές καταγγελίες στις οποίες προέβη. Απεναντίας έγιναν πάρα πολλές στο παρελθόν, σχεδόν καθημερινά, σε τέτοιο βαθμό που η αστυνομία τον αποθάρρυνε να προβαίνει σε καταγγελίες. Αρνήθηκε υποβολή ότι σκοπός των καταγγελιών είναι η πώληση ή ενοικίαση του ξενοδοχείου του στους ιδιοκτήτες της «PEPPER». Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση αν ερχόμενος πίσω από την αστυνομία, όπου προέβη σε καταγγελία, συνέχιζαν τη μουσική, απάντησε βέβαια αλλά σταμάτησαν για κάποια στιγμή που ήρθε η αστυνομία και τους κατήγγειλε αλλά μετά ξεκίνησαν. Δεν ήταν όμως παρών. Σε υποβολή ότι ο ισχυρισμός του ότι εξακολουθούσε να παίζεται μουσική στο υποστατικό και μετά την επιστροφή του από την αστυνομία, το υποστατικό ήταν κλειστό, απάντησε ότι δεν γνώριζε αν ήταν κλειστό ή ανοικτό όταν ήρθε η αστυνομία Εκείνο που γνώριζε, είπε, ήταν ότι την ώρα που μετέβη να δώσει κατάθεση στην αστυνομία και την ώρα που επέστρεψε, ήταν ανοικτό και έπαιζε μουσική. Αφού έγιναν ερωτήσεις σχετικές με το χρόνο που χρειάσθηκε να μεταβεί στην αστυνομία, να δώσει κατάθεση και να επιστρέψει πίσω, αφού πέρασε και από άλλο ξενοδοχείο του, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η ώρα που επέστρεψε και λέει ότι ήταν ανοικτό το υποστατικό και σ' αυτό έπαιζε μουσική, ήταν η ώρα που σύμφωνα με την μαρτυρία του αστυνομικού Κουμή, ως παραδεκτό γεγονός, το υποστατικό ήταν κλειστό. Ο Μ.Κ. απαντώντας επέμενε ότι την ώρα που αυτός επέστρεψε η μπυραρία ήταν ανοικτή και απ΄ αυτή εκπέμπετο μουσική ενώ δεν γνώριζε τι ώρα μετέβη στη μπυραρία η αστυνομία. Τόσο κατά την 21.08.10 όσο και κατά την 6.09.10 ανάφερε ότι στο υποστατικό εβρίσκετο ο κατηγορούμενος. Αξίζει όμως να καταγραφούν οι σχετικές ρωτήσεις και απαντήσεις επί του θέματος αυτού ως εμφαίνονται στα πρακτικά του δικαστηρίου. «Ερ. Στις 21.08.10 και στις 6.09.10 ότι όταν κάνετε την καταγγελία τον είδατε τον κατηγορούμενο τζιαμέ; Απ. Βέβαια. Ερ. Τον είδατε τζιαμέ; Α. Ναι τζιαμέ στο μαχαζί. Είναι υπεύθυνος του μαχαζιού. Ερ. Τις συγκεκριμένες μέρες τον είδατε τζιαμέ· Απ. Εγώ δεν κατήγγειλα το πρόσωπο αλλά το «PΕPPER». Τωρά ποιος ήταν στο υποστατικό . αλλά τούτον τον έβλεπα κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή μέχρι να κλείσει το «PΕPPER» ήταν τζιαμέ, δεν δέχομαι να πω ότι δεν ήταν. Είναι καθημερινά εκεί. Ερ. Πού ήταν; Απ. Μέσα στο μπαρ του «PΕPPER». Ερ. Σου λέω ότι εκείνη την νύκτα δεν ήταν τζιαμέ. Απ. Εγώ είδα, ας το αποδείξει ο ίδιος. Ερ. Μήπως ήταν κανένας άλλος εκεί; Απ. Κοίτα εγώ κατάγγειλα ένα υποστατικό το οποίο με ενοχλεί. Σήμερα είναι ο Κώστας, αύριο ο Γιαννής. Εγώ μαρτυρώ για την ενόχληση και τώρα αν ήταν εκεί, είναι κάθε νύκτα. Είναι υπεύθυνος της μπυραρίας. Ερ. Συμφωνείς ότι 21 Αυγούστου μπορεί ν α μην ήταν εκεί; Απ. Δεν συμφωνώ. Ήταν». ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η κατηγορούσα αρχή με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν οι κατηγορίες και ζήτησε από το δικαστήριο όπως κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο και στις δύο κατηγορίες. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι οι κατηγορίες πρέπει να απορριφθούν και ο κατηγορούμενος να αθωωθεί για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Ο Μ.Κ. είναι αναξιόπιστος γιατί η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων. (α) Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε, ο Μ.Κ. είπε ότι δεν γνώριζε εάν εκείνη τη νύκτα ο κατηγορούμενος ήταν στη μπυραρία, εννοώντας, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, το βράδυ της 21.08.10. Ενώ στη συνέχεια άλλαξε την απάντηση του και είπε ότι ήταν εκεί, ότι είναι υπεύθυνος της μπυραρίας και ότι είναι εκεί κάθε βράδυ. (β) Επίσης, δεν ήξερε τι ρούχα φορούσε ο κατηγορούμενος. (γ) Κατά την αντεξέταση του, ο Μ.Κ. είπε, ότι δεν σημαίνει ότι κάθε νύκτα έκαμνε καταγγελία ενώ μετά παραδέχθηκε ότι εάν δεν πήγαινε κάθε νύκτα πήγαινε μία και μία. Από αυτό δε ενισχύεται η θέση του ότι ο παραπονούμενος έχει έχθρα κατά του κατηγορούμενου. (δ) Η θέση του είναι εξωπραγματική, η οποία στερείται λογικής και πειστικότητας, όταν ο ίδιος παραδέχεται ότι έχει άλλα πέντε
(5)υποστατικά που γειτνιάζουν με την «PEPPER» που παίζουν μουσική, και "το αυτί του να πιάνει μόνο τη μουσική του υποστατικού «PEPPER»". (ε) Η μαρτυρία έρχεται σε αντίφαση με το παραδεκτό γεγονός που αποτέλεσε η γραπτή κατάθεση του αστυνομικού Κουμή που αναφέρει ότι όταν μετέβη εκεί, στις 21.08.10 η ώρα 01:50 η μπυραρία ήταν κλειστή.
(2)Η κατηγορία αναφέρεται σε παραβίαση των όρων αδείας αλλά δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο η άδεια.
(3)Το άρθρο 187
(1)(α)
(2)ως τροποποιήθηκε με τον νόμο 126
(1)/07 δεν εφαρμόζεται, αφού ο νόμος περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) 124
(1)/07 δεν τέθηκε σε ισχύ (δεν εκδόθηκε υπουργικό διάταγμα). Υπάρχει νομοθετικό κενό αφού το σχετικό άρθρο 187
(1)(α)
(2)παραπέμπει σε άρθρο νόμου που δεν ενεργοποιήθηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τον Μ.Κ., Γεώργιο Νέο, ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων την ειλικρίνεια του, την ευθύτητα του, την προσήλωση του στην αλήθεια, το συμφέρον που πιθανόν να έχει στην υπόθεση καθώς και την εν γένει συμπεριφορά του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο του κατηγορούμενου ότι επειδή ο Μ.Κ. δεν ενθυμείτο τι ρούχα φορούσε ο κατηγορούμενος στις 21.08.10, δηλαδή ένα και πλέον χρόνο από τότε μέχρι σήμερα, θα πρέπει να κριθεί ο Μ.Κ. αναξιόπιστος. Ούτε επειδή είπε αρχικά ότι μετά την επιστροφή του από την αστυνομία όπου μετέβει και προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου η μπυραρία ήταν ανοικτή και ότι όταν ήρθε η αστυνομία στην μπυραρία έπαιζε μουσική, ενώ σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός, δηλαδή τη γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα Κουμή, το υποστατικό ήταν κλειστό, γιατί ο Μ.Κ. διευκρίνισε καθαρά ότι αυτός μετέβη στο δωμάτιο του στο ξενοδοχείο και δεν γνώριζε ο ίδιος προσωπικά εάν πήγε η αστυνομία και τι βρήκε. Ούτε επειδή με βάση κάποιους χρονικούς υπολογισμούς και συλλογισμούς λεπτών, του δικηγόρου υπεράσπισης που σχετίζοντο με το χρονικό διάστημα που χρειάσθηκε από τη στιγμή που έφυγε από το ξενοδοχείο ο Μ.Κ. μέχρι που γύρισε η ώρα 01:55, της 21.08.10 δεν θα μπορούσε να ήταν ανοικτή η μπυραρία και να έπαιζε μουσική αφού, σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός της κατάθεσης του αρ. 3963 Κουμή στις 01:50 που μετέβη στην μπυραρία αυτή ήταν κλειστή. Συμφωνώ ότι εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση ή διάσταση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα ως αναντίλεκτη μαρτυρία, άρνηση των οποίων και προβολή αντιφατικής προς τούτα εκδοχής στη μαρτυρία θεωρήθηκε κατά συνέπεια ως προσφυγή στο ψεύδος για αντιμετώπιση ενοχοποιητικών δεδομένων (Βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, ΚΟΤ ν. Χαραλάμπους
(2000)2 ΑΑΔ 186 και 604 και Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143). Όμως είναι σε εκείνες τις περιπτώσεις που η αντίθεση είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνεται περιθώριο για καμία άλλη ερμηνεία ή εκδοχή. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος που υπολογίσθηκε από την ώρα που μετέβη ο Μ.Κ. στην αστυνομία μέχρι την επιστροφή του στο ξενοδοχείο ήταν στο περίπου και για ελάχιστα λεπτά. Γεγονός που αφήνει ανεπηρέαστη τη μαρτυρία του Μ.Κ. ότι όταν επέστρεψε, σίγουρα πριν την ώρα 01:50 της 21.08.10 που ο αστυφύλακας Κουμής βρήκε την μπυραρία κλειστή, η μπυραρία ήταν ανοικτή και απ΄ αυτή εκπέμπετο μουσική. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Μ.Κ. λέει την αλήθεια ότι όταν επέστρεψε η μπυραρία ήταν ανοικτή και μεταδίδετο απ΄ αυτή μουσική. Άλλωστε για το κύριο και ουσιαστικό που είναι η εκπομπή της μουσικής εκτός του υποστατικού σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο δεν εκλονίσθηκε ούτε κατ΄ ελάχιστο η μαρτυρία του. Η απάντηση δε του κατηγορούμενου όταν κλήθηκε από την αστυνομία στις 23.08.10 για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του, και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, ήταν: «πάλι μας κατάγγειλε;», είναι άμεσα σχετική επί του γεγονότος αυτού. Ούτε βέβαια επειδή αρχικά είπε ότι «δεν έκανε καταγγελία κάθε νύκτα» και στη συνέχει είπε ότι «αν δεν πήγαινε κάθε νύκτα πήγαινε μία και μία» αυτό αναδεικνύει τον Μ.Κ. σε άτομο που είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Άλλωστε, ουσιαστικά, η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο Μ.Κ. προβαίνει σε καταγγελία κάθε νύκτα για χρόνια τώρα για να αποκτήσει δικό του όφελος. Ούτε ακόμη αναδεικνύεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ. ότι αυτός προέβηκε σε ψευδή καταγγελία ορμώμενος από εκδικητικά κίνητρα ή για να αποκτήσει όφελος. Επίσης ούτε στο σύνολο τους ιδωμένα τα πιο πάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν ικανά στοιχεία για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι ο Μ.Κ. είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση, ήτοι «Δεν ήμουν εκεί». Στο σύγγραμμα "Archbold Criminal Procedure & Practice", 41η έκδοση σελ. 423 υπό τον τίτλο "statements from the dock" αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ". This provision entitles the defendant if he chooses to make an unsworn statement instead of giving evidence on his own behalf. (R. v. Pope
(1901)18 TLR 717)." Ακολούθως στο ίδιο σύγγραμμα και υπό τον τίτλο Evidential value γίνεται αναφορά στην υπόθεση R. v. Frost & Hale
(1964)48 Cr. App. R. 284 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Such a statement is certainly more than a mere comment and in so far as if it is stating facts, it is clearly something more and different from the comments in counsels speeches. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... it cannot prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light. " Η Κυπριακή Νομολογία παρότι στο Νόμο αναφέρεται ο όρος "κατάθεση" έχει στην πλειοψηφία της υιοθετήσει την έκφραση "Ανώμοτη Δήλωση". (Βλ. Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου ν. Δήμος Στροβόλου
(1991)2 CLR 369, Ιωάννης Μαραγκός ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 251, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 129 και Vrakas v. The Republic
(1973)2 CLR 139. Στην αποδεικτική αξία της ανώμοτης δήλωσης αναφέρονται οι αποφάσεις Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97. Επίσης στην Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την αποδεικτική αξία της ανώμοτης δήλωσης. ". It was pointed out in Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, 210 that it is not entirely accurate to describe an unsworn statement from the dock as evidence in the strict sence." Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Σάββα Πλαστήρα Ιωάννου και άλλος ν. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 195, Σίφουνας κ. α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 22 και Πίτσιακος κ. α. ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 284. Στην υπόθεση Θεοχάρους, ανωτέρω, σελ. 46 λέχθηκε ότι «η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε δη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση». Από τις πιο πάνω αρχές προκύπτει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι χωρίς απολύτως καμιά αποδεικτική ισχύ. Δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, είναι όμως παρόλα αυτά κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο (mere comment). Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η πιο πάνω νομολογία έχει διασαφηνίσει επίσης ότι η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου δεν μπορεί να βρει έδαφος αφού για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. αποδέχθηκα την μαρτυρία του ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο και στις δύο ημερομηνίες στην «PEPPER». ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα ευρήματα μου είναι τα ακόλουθα: Ο Γεώργιος Νέος, Μ.Κ, παραπονούμενος στην υπόθεση, είναι ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «ΚΟΡΝΕΛΙΑ» στο οποίο διαμένει μαζί με την οικογένεια του και στο οποίο κατακλίνουν τουρίστες. Αυτό βρίσκεται στην οδό Μακαρίου 23 Α στην Αγία Νάπα και ακριβώς απέναντι από αυτό, που τους χωρίζει μόνο ο δρόμος, βρίσκεται η μπυραρία «PEPPER»- Μεταξύ των ωρών 23:00 της 20.08.10 και 01:25 της 21.08.10 καθώς και περί τα μεσάνυκτα και κάτι, 00:05 της 6.09.10 εκπέμπετο μουσική από μεγάφωνα από τη μπυραρία «PEPPER» η οποία ακούετο σε δημόσιο χώρο μέχρι και το ξενοδοχείο «ΚΟΡΝΕΛΙΑ» και στο δωμάτιο όπου διαμένει ο Μ.Κ., που στην πρώτη ημερομηνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ενώ στη δεύτερη ξύπνησε από τη μουσική. Σ΄ αυτή, την μπυραρία «PEPPER», εβρίσκετο κατά τον ως άνω ουσιώδη χρόνο των δύο ως άνω αναφερομένων ημερομηνιών ο κατηγορούμενος, υπεύθυνος της μπυραρίας. Η μπυραρία «PEPPER» έχει άδεια χρήσης μεγαφώνων καθώς και άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι κατηγορίες στηρίζονται στο άρθρο 187
(1)(α)
(2)του ΚΕΦ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο- (α) σε δημόσιο χώρο ή (β) ......... Παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτέι ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια.
(2)Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση έξι μηνών ή και στις δύο ποινές, το δε δικαστήριο που εκδικάζει τέτοιο ποινικό αδίκημα δύναται να διατάξει κατάσχεση εκείνου του οργάνου που αφορούσε το ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε ή στέρηση της άδεια που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα». Το εδάφιο (β), το οποίο δεν καταγράφεται στην έκθεση του αδικήματος, του άρθρου 187
(1)του ΚΕΦ. 154 προνοεί: «σε οποιοδήποτε άλλο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυμένος ήχος με αυτό τον τρόπο να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο». Το ως άνω εδάφιο όπως και η πιο κάτω επιφύλαξη του άρθρου 187 του ΚΕΦ. 154 επήλθε δυνάμει του Ν. 126
(1)/07. Η επιφύλαξη έχει ως εξής: «Νοείται περαιτέρω ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εκπομπής ήχου από κέντρα αναψυχής που εμπίπτουν στις διατάξεις του περί Κέντρων Αναψυχής (Άδεια Εκπομπής Ήχου) Νόμου του 2007 (124
(1)/07). Πρώτο θέμα εξέτασης είναι η θέση της υπεράσπισης ότι, αφού στην επιφύλαξη του άρθρου 187 του ΚΕΦ. 154 αναφέρεται ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εκπομπής ήχου από κέντρα αναψυχής που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου 124
(1)/07 ο οποίος δεν τέθηκε σε εφαρμογή τότε δεν εφαρμόζεται το σχετικό άρθρο ή υπάρχει κενό νόμου και ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί. Η προσέγγιση αυτή, του δικηγόρου υπεράσπισης, επί αυτού του ζητήματος δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όταν διάταξη ενός νόμου παραπέμπει σε διάταξη ή διατάξεις άλλου νόμου ο οποίος δεν τέθηκε σε ισχύ η ορθή ερμηνεία και αντίκριση του θέματος είναι ότι η διάταξη νόμου που παραπέμπει σε άλλο νόμο που δεν τέθηκε σε ισχύ είναι η αδρανοποίηση και μη εφαρμογή της παραπέμπουσας διάταξης μέχρι την εφαρμογή του νόμου στον οποίο παραπέμπει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού δεν τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 124
(1)/07 στον οποίο παραπέμπει η επιφύλαξη του άρθρου 187 του ΚΕΦ 154 με βάση την οποία δεν θα εφαρμόζετο το σχετικό εδάφιο στις περιπτώσεις εκπομπής ήχου από κέντρα αναψυχής που εμπίπτουν στις διατάξεις του περί Κέντρου αναψυχής (Άδεια Εκπομπής Ήχου Ν 124
(1)/07, το σχετικό εδάφιο συνεχίζει να εφαρμόζεται για όλες τις περιπτώσεις γενικά και καθολικά. Επομένως η θέση αυτή δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Σε απάντηση του δεύτερου, θεωρητικού πλέον ερωτήματος, δηλαδή στην περίπτωση που δεν ήταν παρών ο ίδιος κατά την εκπομπή της μουσικής, και πάλι δεν θα υπήρχε διαφορετική αντίκρυση ως προς την ευθύνη του κατηγορούμενου αφού πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης και ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται ως παραδεκτό γεγονός στην κατάθεση του αστυφύλακα Κουμή ότι «πληροφόρησε τον υπεύθυνο της μπυραρίας με την ονομασία «PEPPER». Σε σχέση με τα αδικήματα αυστηρής ευθύνης λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση SEA ISLAND TRAVEL & TOURS LTD ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ Ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
(1998)2 ΑΑΔ 196 από τον δικαστή Νικολάου: «Το πώς προσεγγίζεται ερμηνευτικά μια ποινική διάταξη προκειμένου να διαγνωστεί το κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη, εξετάστηκε από το Εφετείο, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 όπου τέθηκαν οι ακόλουθες γενικές κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες συνοψίζουμε, προσθέτοντας και κάποιες επεξηγήσεις. Το θέμα κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers v.Yorkshire Water Services Ltd.[1995]1 All E.R.
  1. Το ζήτημα εδώ δεν απαιτεί εκτενή συζήτηση δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας, το λεκτικό της διάταξης, ερμηνευόμενο από μόνο του χωρίς αναφορά προς οτιδήποτε άλλο, καταδείχνει τη δημιουργία αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Αναδύεται ευκρινώς πως με την εκδήλωση της προσδιορισθείσας ενέργειας, εφόσον προκύπτει η παράβαση, τελείται το αδίκημα. Στο αυτό κατατείνουν ενισχυτικά και οι λοιποί παράγοντες που αναφέραμε. Πρόκειται έκδηλα για ρυθμιστικής φύσης αδίκημα ή δημιουργία του οποίου αποβλέπει στην διασφάλιση της απρόσκοπτης επικράτησης του Νόμου σε ένα ιδιαίτερα νευραλγικό τομέα, όπως είναι ο τουριστικός, με προεκτάσεις στα γενικότερα συμφέροντα του τόπου. Η συμπερίληψη υποκειμενικής υπόστασης ως προϋπόθεσης για την ύπαρξη αδικήματος οριζομένου στο άρθρο 9 του Νόμου, θα καθιστούσε ασπίδα την αδιαφορία και την αδράνεια στη λήψη μέτρων προς εκπλήρωση τεθείσας υποχρέωσης και θα αποτελούσε αδικαιολόγητο περιορισμό στην εμβέλεια του Νόμου. Προσθέτουμε για πληρότητα ότι ούτε και αφήνει το λεκτικό της διάταξης οποιαδήποτε δυνατότητα για τοποθέτηση του αδικήματος στην βάση αμέλειας ως ενδιάμεσο σταθμό. Για αυτή την τελευταία διάσταση βλ. τον Devlin, "Samples of Lawmaking" σελ.
  2. Αλλά και το αντίθετο αν συνέβαινε, η ευθύνη στη βάση αμέλειας θα ήταν, από την προσαχθείσα μαρτυρία, προφανής και δεν θα οφελούσε τους εφεσείοντες». Βέβαια στην ίδια υπόθεση ο Δικαστής Πικής αντίκρισε το θέμα ως εξής: «Συμφωνώ με την κατάληξη και την αιτιολογία που θεμελιώνει την απόφαση του Νικολάου, Δ. Παρά τη συμφωνία μου, θεωρώ επωφελές να εκθέσω σε ξεχωριστή απόφαση πώς αντιλαμβάνομαι τη φύση και χαρακτήρα αδικημάτων αυστηρής ποινικής ευθύνης και, ταυτόχρονα, να διατυπώσω τις επιφυλάξεις μου για το συσχετισμό της ποινικής ευθύνης του παραβάτη αδικημάτων αυτής της κατηγορίας με την εκ προστήσεως ευθύνη κυρίου (master) για τις πράξεις προσώπων που τελούν στην υπηρεσία του, κατά το αστικό δίκαιο. Η χρήση των κυρώσεων του Ποινικού Δικαίου για την προαγωγή κοινωνικών σκοπών και όχι ως κατ΄ εξοχή μέσου για την τιμωρία του παραβάτη για το πταίσμα του, έγινε παραδεκτή στην Αγγλία από τα τέλη του 19ου αιώνα - (Sherras v. D. Rutzen [1895-1899] All E.R. Rep. 1167, 1169). Αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης είναι γνωστά, επίσης, και ως ρυθμιστικά (regulatory) αδικήματα, εκ του λόγου ότι αποβλέπουν στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής δραστηριότητας. H εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αδικημάτων αυστηρής ποινικής ευθύνης. Ποινική ευθύνη στοιχειοθετείται εφόσον αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έπραξε ή παρέλειψε να πράξει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει (actus reus) ανεξάρτητα από την πρόθεση (σκοπό) του κατηγορουμένου να επιφέρει την απαγορευμένη πράξη - (Οικονομίδης ν. Διευθ. Κοινων. Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, 240-241). Παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης αποτελεί η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση του Κ 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανομισμών του 1992, Δ.Π. 242/72 - (βλ. Karaoglanian v. Police [1984] 2 C.L.R. 161). Η δημιουργία αδικημάτων αυστηρής ευθύνης συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές του κοινού δικαίου ως προς τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea), υποκειμενικά διαπιστευμένο, με αναφορά στο άτομο του παραβάτη, εμπεριέχεται σε κάθε αδίκημα. Είναι αυτό το στοιχείο της συνειδητής ενέργειας για την πρόκληση εκείνου το οποίο απαγορεύει ο νόμος που προσδίδει εγκληματικό χαρακτήρα στην πράξη ή παράλειψη, ανάλογα με τη φύση της απαγόρευσης. Το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης έχει υποκειμενική υπόσταση. Η δυνατότητα απάλειψης του στοιχείου της εγκληματικής πρόθεσης, ως συστατικού στοιχείου αδικήματος το οποίο προσδιορίζεται από νόμο, έχει σαφώς αναγνωρισθεί από τη νομολογία - (Warner v. Metropolitan Police commissioner [1969] 2 A.C. 256 Sweet v. Parsley [1969] 1 All E.R. 347, 362 και Lim Chin AIK v. Reginam [1963] 1 ALL E.R. 223, 228). Η βασική απόφαση, η οποία πραγματεύεται τη φύση και προεκτάσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης, είναι η Gammon (Hong Kong) Ltd v. A-G. [1984] 2 All E.R. 503 (P.C.)).
(1)Το λεκτικό του νόμου, με το οποίο προσδιορίζεται το αδίκημα, είναι ο πρώτος δείκτης αποκαλυπτικός των προθέσεων του νομοθέτη.
(2)Το θέμα ως προς το οποίο επιβάλλεται η απαγόρευση ή ο τομέας ανθρώπινης δραστηριότητας ο οποίος ρυθμίζεται από το νόμο είναι ο δεύτερος δείκτης. Είναι δύσκολο να αποδοθεί πρόθεση στο νομοθέτη να ποινικοποίηση πράξη όπου το άτομο κυριαρχεί, ανεξάρτητα από το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης του αδικοπραγούντα. Αδικήματα κατά του προσώπου, περιουσίας, της δικαιοσύνης και δημόσιας τάξης, ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία εγκλημάτων. Ευκολότερα συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να δημιουργήσει αδίκημα αυστηρής ευθύνης όπου το αντικείμενο το νόμου είναι θέμα κοινωνικού ενδιαφέροντος, όπως η διαφύλαξη της ασφάλειας ή της υγείας των πολιτών. Με την ποινικοποίηση της πράξης προάγεται η εγρήγορση για την επίτευξη του στόχου ο οποίος επιδιώκεται. Η προσέγγιση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοσυμβουλίου (P.C.) υιοθετήθηκε και από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στη Wings Ltd. V. Ellis [1984] 3 All E.R.
  1. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως ορθά διαπιστώνεται στην απόφαση του Νικολάου, Δ., το λεκτικό του νόμου αποκαλύπτει πρόθεση δημιουργίας αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Παράλληλα, το αντικείμενο της προστασίας, ο τουρισμός, συνιστά θέμα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η νομοθεσία σκοπεί στην καθιέρωση του πλαισίου μέσα στο οποίο παρέχονται οι τουριστικές υπηρεσίες. Η δημιουργία αδικημάτων αυστηρής ευθύνης και οι προεκτάσεις τους έχουν προκαλέσει ανησυχίες στον Καθηγητή J.C. Smith, οι οποίες διατυπώνονται σε κριτικό σημείωμα για την απόφαση στην R. v. Wells Street Magistrates' Court [1986] Crim. L.R. 695-
  2. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ο παραλληλισμός, έστω έμμεσα, αδικημάτων αυστηρής ποινικής ευθύνης με την εκ προστήσεως ευθύνη του κυρίου (master), συνήθως εργοδότη, για τις πράξεις των υπαλλήλων του κατά το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων παρόλο που ο παραλληλισμός αυτός ευρίσκει έρεισμα στην Αγγλική νομολογία - (βλ., μεταξύ άλλων, Mousell Brothers v. London and North-Western Railway [1917] 2 K.B. 836, 844). Η ευθύνη του παραβάτη σε αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης είναι πρωτογενής. Ενώ εκείνη του κυρίου, για τις πράξεις προσώπων που τελούν στην υπηρεσία του, δευτερογενής. Η αξιόποινη πράξη ή παράλειψη για την οποία επιβάλλεται τιμωρία είναι εκείνη του κατηγορουμένου». Όμως στην υπόθεση Φωκάς ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 572 σε σχέση με το ίδιο θέμα και σχολιάζοντας την υπόθεση SEA ISLAND ειπώθηκαν τα εξής: «Όπως είναι διατυπωμένη η σχετική νομοθετική πρόνοια είναι φανερό ότι για διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, δεν απαιτείται υποκειμενική υπόσταση (mens rea) και συνεπώς το αδίκημα κατατάσσεται στην κατηγορία των αδικημάτων απόλυτης ευθύνης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan "Criminal Law", 5η έκδοση, σελ. 87, αδικήματα τα οποία δεν απαιτούν πρόθεση, ασύγγνωστη αμέλεια ή ακόμα και αμέλεια σαν ένα από τα συστατικά της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) είναι γνωστά ως αδικήματα απόλυτης ευθύνης. Εν πάση περιπτώσει, είναι φανερό ότι ακόμα κι' αν απαιτείτο από το Νόμο πρόθεση, το δικαστήριο είχε καταλήξει ότι ο εφεσείων ευθυνόταν αφού, εκτός του ότι είναι διευθυντής της ιδιοκτήτριας εταιρείας, φαίνεται ότι ήταν και απόλυτα αναμεμειγμένος με τη διαχείριση της οποίας προφανώς είχε και τον πλήρη έλεγχο, είχε δε ο ίδιος επιλέξει τα όργανα και τους μουσικούς που έπαιζαν εκεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι ορθή η θέση του δικηγόρου του εφεσείοντα ότι στην απόφαση Sea Island Travel & Tours Ltd κ.ά. ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πρέπει να υπάρχει ούτε καν έμμεσος παραλληλισμός αδικημάτων αυστηρής ποινικής ευθύνης με την εκ προστήσεως ευθύνη του κυρίου, συνήθως εργοδότη, για τις πράξεις των υπαλλήλων του κατά το δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Το συγκεκριμένο σχόλιο έγινε από ένα μόνο δικαστή, εν παρόδω (obiter) και δεν φαίνεται αν το συμμερίζονται τα άλλα μέλη του συγκεκριμένου Εφετείου. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και στο συγκεκριμένο σχόλιο αναφέρεται ότι ο παραλληλισμός αυτός βρίσκει έρεισμα στην αγγλική νομολογία (βλέπε μεταξύ άλλων Mousell Brothers v. London and North-Western Railway [1917] 2 K.B. 836, 844.» Βλέπε επίσης υποθέσεις PAVLOS ZENONOS GENERAL MOTORS LTD Vs ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2009)2 ΑΑΔ 5 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Vs ΑΝΤΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ποινική Έφεση 119/09 ημερομηνίας 18.06.10 στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Για τη διάγνωση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, για το οποίο δεν απαιτείται η απόδειξη mens rea, εκτός από το λεκτικό της νομοθετικής πρόνοιας που δημιουργεί το αδίκημα, σημασία έχει και η φύση του αδικήματος. Για παράδειγμα πράξεις που απαγορεύονται από το Νόμο και τιμωρούνται απ΄ αυτόν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας πολιτικής, ή δημόσιας ευημερίας, όχι σπάνια αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (Δέστε: Sherras v. De Rutzen
(1895)1 Q.B. 918. Δέστε επίσης: Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 και Sea Island Travel & Tours Ltd κ.α. ν. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196)». Το συγκεκριμένο αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης και δεν χρειάζεται απόδειξη της Mens Rea και τούτο εξάγεται από τη διατύπωση και το λεκτικό του άρθρου αλλά και από το αγαθό που προστατεύει που εντάσσεται στην δημόσια ευημερία και του δικαιώματος του ανθρώπου να απολαμβάνει ανάπαυση και ησυχία και έχει κοινωνικό σκοπό. Το άρθρο 187 του ΚΕΦ. 154 επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία έχει καταγραφεί ανωτέρω. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: (Α) Χρήση μεγαφώνων (Β) Σε δημόσιο χώρο (Γ) Έκδοση άδειας χρήσης μεγαφώνων (Δ) Παράβαση όρων αδείας χρήσης μεγαφώνων Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες των δύο
(2)κατηγοριών, ότι (Δ.1) υπήρχε όρος ο ήχος των μεγαφώνων να μην προκαλεί οχληρία σε δημόσιο ή άλλο χώρο (Δ.2) ότι υπήρχε παράβαση του όρου αυτού και προκαλείτο οχληρία. Από την ενώπιον μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί το (Α) συστατικό στοιχείο του αδικήματος δηλαδή η χρήση μεγαφώνων αφού ο Μ.Κ. ανάφερε ότι η μουσική εκπέμπετο από τη μπυραρία «PEPPER». Άλλωστε ο κατηγορούμενος όταν κλήθηκε στην αστυνομία στις 23.08.10 σε σχέση με την καταγγελία ημερομηνίας 21.08.10 και του επεστήθηκε η προσοχή του στο νόμο απάντησε «Πάλι μας κατάγγειλε;». Αυτή η αναφορά βέβαια γίνεται μόνο για τα γεγονότα της 21.08.10. Σε σχέση με το (Β) συστατικό στοιχείο, η χρήση των μεγαφώνων να γίνεται σε δημόσιο χώρο, παρατηρώ ότι όπως αναφέρθηκε, το υποστατικό είναι μπυραρία και εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου χώρου σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (βλ. Ανδρέας Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ σελίδα 25). Το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 προνοεί: "«δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση∙" Ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί και το (Β) συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Έχει αποδειχθεί επίσης το (Γ) συστατικό στοιχείο του αδικήματος αφού τούτο υπάρχει ως παραδεκτό γεγονός στη κατάθεση του αστυφύλακα Κουμή. Ότι ακούετο η μουσική εκτός της μπυραρίας ήτοι σε άλλο δημόσιο χώρο αλλά και σε άλλο χώρο αφού έτσι χαρακτηρίζεται το δωμάτιο του Μ.Κ., υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Κ., την οποία το δικαστήριο αποδέχθηκε. Ο Μ.Κ. είπε ότι ακούετο η μουσική στο ξενοδοχείο όπου και διαμένει και στις 21.08.10 δεν μπορούσε να κοιμηθεί ενώ στις 6.09.10 ξύπνησε από τη δυνατή μουσική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και τις δύο ως άνω περιπτώσεις ο ήχος της μουσικής που εκπέμπετο από τα μεγάφωνα που εβρίσκοντο στη μπυραρία «PEPPER» προκαλούσε οχληρία σε δημόσιο χώρο, το ξενοδοχείο ή άλλο χώρο, αφού χαρακτηρίζεται ως άλλος χώρος το δωμάτιο του Μ.Κ., αφού ο Μ.Κ. στην μία περίπτωση δεν μπορούσε να κοιμηθεί ενώ στην άλλη ξύπνησε από την δυνατή μουσική. Ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί μέρος του (Δ.2) συστατικού στοιχείου του αδικήματος και μέρος του συστατικού στοιχείου (Δ.1) του αδικήματος, δηλαδή ότι ακούετο σε δημόσιο ή άλλο χώρο και ότι προκαλείτο οχληρία. Παραμένει η εξέταση του άλλου μέρους των συστατικών (Δ.1) και (Δ.2) δηλαδή κατά πόσο υπήρχε όρος στην άδεια να μην ακούεται η μουσική από το «PEPPER» σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο και να μην προκαλεί οχληρία. Σε σχέση με την εισήγηση ότι δεν παρουσιάστηκε η άδεια μεγαφώνων με τους όρους για να διαφανεί ποιοι ήταν αυτοί και όντως παραβιάζετο οιοσδήποτε εξ΄ αυτών, παρατηρώ ότι το άρθρο 187 του ΚΕΦ. 154 εντάσσεται κάτω από το μέρος ΟΧΛΗΡΙΕΣ στον Ποινικό Κώδικα, ΚΕΦ. 154. Σκοπός τόσο του άρθρου 187 όσο και του άρθρου 186 του ΚΕΦ. 154 αλλά και των άλλων που ακολουθούν στο συγκεκριμένο μέρος του Ποινικού Κώδικα είναι η προστασία του δικαιώματος του πολίτη για απόλαυση ωρών ανάπαυσης και ησυχίας και η αποφυγή οχληρίας και ενόχλησης του διπλανού, του γείτονα, υπό την ευρεία έννοια. Θα ήταν παράδοξο ο νόμος που έχει σκοπό τα πιο πάνω να παραβιάζεται από θεσμικά όργανα εφαρμογής του νόμου. Τα πιο πάνω βεβαίως αναφέρονται σε μία ακαδημαϊκή θεώρηση του πράγματος. Η ουσία έγκειται αλλού, και δεν είναι άλλη από το κατά πόσο έχουν αποδειχθεί ή όχι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στην περίπτωση που η κατηγορία ήταν η χρήση μεγαφώνων και αποδεικνύοντο τα δύο πρώτα από τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως τα κατέγραψα ανωτέρω, το αδίκημα στοιχειοθετείται, έκτος εάν ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι υπήρχε η απαιτούμενη άδεια για το συγκεκριμένο σκοπό, οπότε και θα πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη, «το Δίκαιο της απόδειξης (Μια Πρακτική Προσέγγιση)»
(1994)σελ. 72: «Όταν ένας νόμος προνοεί ότι μια πράξη δημιουργεί ένα ποινικό αδίκημα, εκτός αν η πράξη εκτελείται από ένα πρόσωπο που έχει ορισμένα προσόντα ή άδεια ή συγκατάθεση μιας ορισμένης αρχής, τότε ένας κατηγορούμενος που βασίζεται πάνω σε μια τέτοια εξαίρεση έχει το νομικό βάρος να το αποδείξει. Και τούτο γιατί οι λεπτομέρειες της υπεράσπισης αποτελούν στοιχεία που βρίσκονται μόνο την προσωπική γνώση ή κατοχή του κατηγορούμενου και είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο για την Κατηγορούσα Αρχή να το αντικρούσει». Στην συγκεκριμένη περίπτωση η θέση της υπεράσπισης ότι, με την μη προσκόμιση της άδειας για να διαφανεί ποιοι ήταν οι όροι δεν αποδείχθηκε η παράβασης τους, που στην ουσία σημαίνει η απαγόρευση να ακούεται σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο και της πρόκλησης οχληρίας, με βρίσκει σύμφωνο γιατί το στοιχείο αυτό δηλαδή, της άδειας με τους όρους, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, του οποίου το βάρος απόδειξης έχει η κατηγορούσα αρχή. Να σημειωθεί ότι αυτό το στοιχείο, η άδεια δηλαδή, δεν εβρίσκετο μόνο στη γνώση του κατηγορούμενου αλλά και της Κατηγορούσας Αρχής και δεν είναι όπως στην περίπτωση που δεν έχει κάποιος καθόλου άδεια και θα έπρεπε ο ίδιος να προσκομίσει μια τέτοια άδεια. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν είχε το βάρος να παρουσιάσει την άδεια στην οποία να φαίνεται όρος ότι του επιτρέπετο ο ήχος των μεγαφώνων να ακούεται σε δημόσιο ή άλλο χώρο και να προκαλεί οχληρία. Η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να παρουσιάσει την άδεια στην οποία να φαίνεται ο όρος απαγόρευσης να ακούεται ο ήχος σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο και δη η πρόκληση οχληρίας, αφού στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρεται ότι ο ενισχυμένος ήχος από τη χρήση μεγαφώνων της «PEPPER» προκαλούσε οχληρία σε δημόσιο χώρο ή άλλο χώρο. Το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ΄ αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 401). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαραίνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102 επ. και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 482 επ. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και των δύο κατηγοριών. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες. (Υπ. ..........) Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.