Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5593/10, 2 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5593/10 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Ανδρέα Χαραλάμπους Lachezar Iliychov Chipinski Loucas Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο 1: Ο κ. Σ. Αγγελίδης Για τον κατηγορούμενο 2: Η κα Β. Ιωάννου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες -------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) (ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΕΚΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24.10.10 ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ 2) Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει κατηγορία μαστροπείας, κατά παράβαση των άρθρων 20, 35 και 157 (β) του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, κατηγορία εκμετάλλευσης πόρνων, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 164
(1)(α)
(3)του ίδιου νόμου και κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 (1 (ΙΙΙ), 5 (α) και 7 του Νόμου 188
(1)/07 και άρθρο 20 του ΚΕΦ.
- Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε με την κατάθεση του Μ.Κ.1 λοχία 1609 Πανίκου Δρουσιώτη και συνεχίστηκε με την μαρτυρία του λοχία 2750 Ανδρέα Μουγή, Μ.Κ.2, της Tatianas Cojocari M.K.3 και του αστυφύλακα 3488 Μάριου Χρίστου Μ.Κ.
- Καθ΄ ων χρόνο ο Μ.Κ.4 αστυφύλακας Μάριος Χρίστου κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήθηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει ως στοιχείο μαρτυρίας την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε από τον Μ.Κ.4 στις 24.10.10 μεταξύ των ωρών 19:00 και 20:
- Τότε η υπεράσπιση έφερε ένσταση στη κατάθεση της η οποία στηρίζεται στους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου ότι αυτή λήφθηκε από τον Μ.κ.4 κατόπιν (α) έμμεσης βίας, δηλαδή, όπως διευκρινίστηκε από την συνήγορο του κατηγορούμενου, απειλές ότι θα παρέμενε για πολλή καιρό στη φυλακή αν δεν συνεργάζετο, ότι δεν θα δει την οικογένεια του ενώ οι συνθήκες του κατηγορούμενου ήταν πολύ άσχημες και ότι θα του φόρτωναν όλη την υπόθεση στους ώμους του και θα ήταν ο κύριος υπεύθυνος, ποινικά και (β) υποσχέσεων ότι αν συνεργάζετο με την αστυνομία θα του έβρισκαν νόμιμη εργασία σε άλλη πόλη στην Κύπρο. Τόσο οι απειλές όσο και οι υποσχέσεις έγιναν από τον Μ.Κ.4 που του έλαβε την κατάθεση στις 24.10.10 μεταξύ των ωρών 19:00 και 20:
- Ως εκ των πιο πάνω, για την εξακρίβωση της δεκτότητας της κατάθεσης του κατηγορούμενου ως στοιχείου μαρτυρίας διατάχθηκε η διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.) για την αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία της δίκης εντός δίκης τον αστυφύλακα 3488 Μάριο Χρίστου, Μ.Κ.1, ο οποίος είναι το πρόσωπο στο οποίο καταλογίζονται οι μεμπτές ενέργειες για την λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου και τον αστυφύλακα 3080 Μάρκο Πιττάκη, Μ.Κ.2, ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην αγγλική γλώσσα, στις 23.10.10 μεταξύ των ωρών 06:00 - 07:00 στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου στο Παραλίμνι. Ο Μ.Κ. 2 δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του δε εξαντλήθηκε στην αναφορά του για λήψη της αναφερθείσας κατάθεσης και της αναγνώρισης της κατάθεσης του κατηγορούμενου που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1 ως τεκμήριο ΙΙ και ΙΙ (α) η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται περαιτέρω αναφορά επί αυτής. Ο Μ.Κ.1, του οποίου η μαρτυρία ενδιαφέρει, ανάφερε, αφού προηγουμένως εξήγησε τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επιχείρηση, και οι οποίες για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν χρειάζεται να καταγραφούν, σύμφωνα με την κατάθεση του που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι στις 24.10.10 και μεταξύ των ωρών 19:00 - 20:00 στο ΤΑΕ Αμμοχώστου με την βοήθεια της Μαριάννας Παρνέρου που εκτέλεσε χρέη διερμηνέα έλαβε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Μετά το πέρας της κατάθεσης ο κατηγορούμενος την διάβασε. Τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του και αφού είπε ότι ήταν ορθή, την υπέγραψε στην παρουσία του και στη παρουσία της διερμηνέως. Στη συνέχεια κατάθεσε ως τεκμήριο (α) το ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου το οποίο εξεδόθη στις 23.10.10 και η ώρα 07:33 και το οποίο εκτελέστηκε σύμφωνα με το σχετικό σημείωμα πίσω από αυτό η ώρα 08:00 στα γραφεία του ΤΑΕ Αμμοχώστου. Επίσης κατέθεσε το γραπτό κείμενο δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατουμένων στα Βουλγάρικα που φέρει ημερομηνία 23.10.10 και ώρα 08:00 και είναι υπογραμμένο από τον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο (β) και την μετάφραση του στα ελληνικά ως Τεκμήριο (γ). Ακόμη κατάθεσε ως τεκμήριο (δ) την γραπτή συγκατάθεση του για δειγματοληψία DNA στα Βουλγάρικα και στα ελληνικά υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο. Ακολούθως ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν πολύ συνεργάσιμος, ήρεμος και εξέφρασε κάποιες προσωπικές του ανησυχίες για κάποια πρόσωπα που σχετίζονται με αυτόν και θέμα ασφάλειας. Τέλος είπε ότι ουδέποτε τον απείλησε ούτε του υποσχέθηκε οτιδήποτε πέραν του ότι η αστυνομία μπορεί να τον προστατεύσει από οιονδήποτε πρόσωπο. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι γνώριζε ότι στις 23.10.10 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου από άλλο συνάδελφο του. Σε ερώτηση εάν έλαβε του κατηγορούμενου προφορική ανακριτική κατάθεση μεταξύ των ωρών 17:00 έως 19:00 απάντησε καταφατικά. Σε άλλη ερώτηση γιατί δεν ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του τη λήψη των δύο πιο πάνω ανακριτικών καταθέσεων απάντησε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου για να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Σε άλλη ερώτηση πως στην ανακριτική του κατάθεση ημ. 23.10.10 αναφέρει τον κατηγορούμενο 1 μόνο με το μικρό του όνομα ενώ στη θεληματική του κατάθεση αναφέρει το ονοματεπώνυμο του είπε ότι αυτός έγραψε ότι του είπε και πιθανολογεί ότι στις 24.10.10 είπε το ονοματεπώνυμο του επειδή είπε ότι θα έλεγε όλη την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει ένας είναι ο Ανδρέας ιδιοκτήτης του Moulin Rouge. Σε υποβολή ότι δεν είναι με δική του πρωτοβουλία που ο κατηγορούμενος έδωσε την κατάθεση στις 24.10.10 ο Μ.Κ.1 ανάφερε ότι αφού τον πήρε από το κελί στο γραφείο του για κατάθεση ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να δώσει θεληματική κατάθεση. Σε υποβολές ότι κατά την διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του κατηγορούμενου που έγινε στα ελληνικά και έλαβε χώρα από τις 17:00 έως 19:00, ήταν που έγιναν οι απειλές και οι υποσχέσεις εκ μέρους του, απάντησε ότι δεν προέβη σε καμιά απειλή ούτε υπόσχεση και ότι όταν τον έβγαλε από το κελί έγιναν και άλλες ενέργειες από άλλους συναδέλφους του, οι οποίες ήταν η λήψη της συγκατάθεσης για δειγματοληψία DNA και η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων καθώς και ανεύρεση διερμηνέως. Επίσης είπε ότι όταν εξέφρασε την επιθυμία ο κατηγορούμενος να δώσει θεληματική κατάθεση έκρινε ότι χρειάζετο μεταφράστρια. Τέλος σε υποβολές ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου ήταν προϊόν απειλών, έμμεσης βίας, υπό συνθήκες που δεν εξέφρασε ελεύθερα την βούληση του και υποσχέσεων, απάντησε ότι ο κατηγορούμενος μόνος του θεληματικά προέβη στην κατάθεση του. Για την υπεράσπιση έδωσε ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο ο κατηγορούμενος. Σ΄ αυτή ανάφερε ότι πρώτη φορά έμπαινε φυλακή ήταν σοκαρισμένος, και ένιωθε άσχημα. Δεν ήθελε να δώσει δεύτερη κατάθεση αλλά όταν ήρθε ο Μ.Κ.1 και τον έβγαλε από το κελί αφού του έκανε φραπέ, χωρίς να ξέρει τι τον ήθελε, του πήραν αίμα για δειγματοληψία DNA καθώς και δακτυλικά αποτυπώματα. Αφού είχε δώσει την προηγούμενη ημέρα κατάθεση τίποτε άλλο δεν ήθελε να πει. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 του είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 και η Tatiana έδωσαν κατάθεση εναντίον του και αν δεν συνεργάζετο με την αστυνομία θα έμενε είκοσι
(20)χρόνια φυλακή, θα τον έβαζαν στο STOP LIST και θα τον έστελναν στη χώρα του, πράγμα που δεν ήθελε γιατί η μητέρα του διαμένει στην Κύπρο, καθώς και ότι θα φόρτωναν όλη την υπόθεση σ΄ αυτόν. Ακολούθως του είπε ότι η αστυνομία θα τον προστατεύσει και θα του βρει δουλειά σε άλλη πόλη και ότι αν υπογράψει την κατάθεση, την οποία είχε γράψει ο Μ.Κ.1 και μετάφρασε η διερμηνέας θα τον έκαναν μάρτυρα κατηγορίας. Όλα αυτά που του είπε ο Μ.Κ.1, πίστεψε ότι ήταν αλήθεια γιατί ήταν και πάρα πολύ σοβαρός. Έτσι έχοντας όλα αυτά στο μυαλό και τις συνέπειες που θα είχε για την οικογένεια του, που όπως είπε όταν έμαθε ο πατέρας του ότι ήταν φυλακή κρεμάστηκε και επειδή ήταν και πάρα πολύ φοβισμένος για την οικογένεια του υπέγραψε την κατάθεση. Η αλήθεια όπως είπε είναι στην πρώτη κατάθεση του. Κατά την αντεξέταση αρνήθηκε κάθε υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι ήταν ήρεμος, δεν ήταν σοκαρισμένος, ότι δεν απειλήθηκε ούτε του υποσχέθηκε οτιδήποτε ο Μ.Κ.1 και ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο και επέμενε σ΄ αυτά που είπε στην εξέταση του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής αφού αναφέρθηκε στο χρόνο που διαδραματίστηκαν οι διάφορες ενέργειες μέχρι να εκφράσει την επιθυμία να δώσει κατάθεση, εισηγήθηκε ότι συνάδουν με το χρόνο που έδωσε την θεληματική του κατάθεση. Στη συνέχεια υπέδειξε στο Δικαστήριο τις αντιφάσεις που περιέπεσε ο κατηγορούμενος με όσα αρχικά εισηγήθηκε η Υπεράσπιση για την μη θεληματικότητα της κατάθεσης του ήτοι (α) ότι του ανάφερε ο Μ.Κ.1 ότι έδωσαν καταθέσεις ο κατηγορούμενος 1 και η Tatiana εναντίον του, (β) ότι αν υπέγραφε την κατάθεση του θα τον καθιστούσαν μάρτυρα κατηγορίας και (γ) ότι ήταν σε κατάσταση σοκ, δεν τέθηκε στους λόγους ένστασης κατάθεσης ως τεκμηρίου της κατάθεσης του κατηγορουμένου από την υπεράσπιση. Τέλος εισηγήθηκε ότι ουδέποτε απειλήθηκε ή δόθηκε υπόσχεση στον κατηγορούμενο για οτιδήποτε. Η συνήγορος του κατηγορούμενου από την άλλη αφού αναφέρθηκε σε νομολογία εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη δώσει μια κατάθεση στις 23.10.10 από την οποία ο Μ.Κ.1 δεν ήταν ικανοποιημένος και γι΄ αυτό προέβη στην προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου για την οποία δεν έκανε καμιά αναφορά στη γραπτή κατάθεση του. Διερωτήθηκε γιατί εάν είχε αποφασίσει ο κατηγορούμενος να συνεργαστεί με την αστυνομία και να δώσει θεληματική κατάθεση με δική του πρωτοβουλία, χρειάστηκε δύο
(2)ώρες προφορική ανάκριση, πριν ξεκινήσει η λήψη της κατάθεσης στην παρουσία διερμηνέως. Εάν χρειάστηκε μία
(1)ώρα η λήψη της γραπτής κατάθεσης πώς χρησιμοποιήθηκαν οι δύο
(2)ώρες από τον Μ.Κ.1; Εάν ήθελε να δώσει θεληματική κατάθεση ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να το κάνει σε μία κόλλα χαρτί στο κελί του ή στην παρουσία αστυνομικού και να γίνει η μετάφραση αργότερα; Η πρακτική λέει ότι συμβαίνουν αυτά αλλά ο Μ.Κ.1 ήθελε να πετύχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Φυσικά το πέτυχε με τις υποσχέσεις και τις απειλές παίζοντας με τα συναισθήματα αγάπης και αφοσίωσης του για την οικογένεια του. Η ηλικία του, 23 ετών, και η έλλειψη εμπειρίας του κατηγορουμένου με αστυνομικές υποθέσεις βοήθησαν τον Μ.Κ.1 να δημιουργήσει την πεποίθηση στον κατηγορούμενο ότι βρίσκεται στο έλεος της αστυνομίας. Τέλος εισηγήθηκε ότι η κατάθεση λήφθηκε σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του κατηγορούμενου, ότι ασκήθηκε έμμεση βία με απειλές και δόθηκαν υποσχέσεις. Γι΄ αυτό να μη γίνει δεκτή ως τεκμήριο η κατάθεση του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι θεμελιώδης αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο ως μαρτυρία, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, ότι δηλαδή δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή τη δίωξη η οποία να είχε προκαλέσει στον κατηγορούμενο είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλαδή μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη θέληση του κατηγορούμενου: Βλ. Ibrahim v. R.
(1914)A.C. 599 (H.L.), Commissioners of Customs and Excise v. Harz and Power
(1967)1 A.C. 760 (H.L.), D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 All ER 175, R. v. Priestly 51 Cr. App. R., Psaras & Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, R. v. Sfongaras 22 CLR 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petris v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40, R. v. Phaedonos and others, 22 CLR 21, Petris v. Police
(1968)2 CLR 40, Ioannides v. Republic
(1969)2 CLR 169, Vrakas and others v. Republic
(1973)2 CLR 139, Azinas and another v. Police
(1968)2 CLR και Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73. Η κλασσική διατύπωση της αρχής που διέπει την δεκτότητα μιας ομολογίας φαίνεται στην υπόθεση Imbrahim v. R.
(1914)Α.C. 599, 609: «Έχει προ πολλού καθιερωθεί σαν θετική αρχή του Αγγλικού Ποινικού Δικαίου ότι κατάθεση κατηγορουμένου προσώπου τότε μόνο γίνεται δεκτή σαν μαρτυρία όταν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν πάρθηκε από φόβο δια ζημία ή από ελπίδα δια όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας.» Οι αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης συνοψίζονται στην υπόθεση Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, όπου στις σελίδες 86, 87 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει την δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμία από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση, αποτελούν ωστόσο σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική». Τα Κυπριακά Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση εν αντίθεση με τα Αγγλικά Δικαστήρια (Βλ. Criminal Procedure in Cyprus τον Λοίζου και Πική σελ. 1140 - 142). Αν από την έρευνα του δικαστηρίου διαφανεί ότι η ομολογία είτε είναι προφορική είτε είναι έγγραφη λήφθηκε υπό ύποπτες ή ανεξακρίβωτες συνθήκες ή περιστάσεις αυτή δεν γίνεται αποδεκτή (Βλ. Fournides ανωτέρω). Στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 510 λέχθηκε ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να διστάσει να αποκλείσει μία κατάθεση αν μετά την εξέταση ολων των γεγονότων που την περιβάλλουν παραμένουν υποψίες, (Βλ. Archbold Criminal Pleading and Evidence 41η έκδοση). Περαιτέρω στην υπόθεση Πετρή v. Αστυνομία
(1968)2 Α.Α.Δ. 40, έχει αναφερθεί ότι ο Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μια κατάθεσης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, και το κατά πόσο η κατάθεση «πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου». Στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 169, αναφέρθηκε, στη σελίδα 185, ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης «είναι θέμα δικαστικής, διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να δεχθεί ή να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση». Δηλαδή πρέπει να εξετάζονται όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης και αν ακόμη η πλάστιγγα της αξιοπιστίας κλίνει εναντίον του κατηγορούμενου και υπέρ της αστυνομίας, δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι με βάσει το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων δεν θα ήταν ασφαλές να δεκτεί την κατάθεση. Στην υπόθεση Volettos v. The Republic
(1961)CLR 169 υποδείχθηκε ο κίνδυνος τέτοιου υπερβάλλοντος ζήλου από την αστυνομία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα, ώστε να τείνει να ξεπερνά τα όρια που καθορίζει ο νόμος για την προστασία ατόμου που βρίσκεται στα χέρια της. Στην Κόκκινος, ανωτέρω, εκφράστηκε καχυποψία σε σχέση με ομολογίες που υποτίθεται ότι πηγάζουν από τύψεις και μετάνοια, και παρά ταύτα, αποκηρύσσονται από τον κατηγορούμενο κατά τη δίκη. Συνάγεται από όλα τα πιο πάνω ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και με δίκαιο τρόπο για τον κατηγορούμενο. Έτσι εκτός του ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την θεληματικότητα της κατάθεσης, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια αφού εξετάσει τις συνθήκες που περιστοιχίζουν την λήψη της κατάθεσης να απορρίψει την κατάθεση έστω και αν είναι θεληματική αν κρίνει ότι δεν θα ήταν ασφαλές να την αποδεχθεί. Δεν απαιτείται να πεισθεί το δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί για απειλές ή υποσχέσεις είναι αληθείς. Αν διατηρεί αμφιβολίες, τότε η κατηγορούσα αρχή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης με το οποίο ήταν επιφορτισμένη. Εάν μετά από μια ευρεία θεώρηση των περιστάσεων που λήφθηκε η κατάθεση, το δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι περιστάσεις είναι ύποπτες τότε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της κατάθεσης. Για ολοκλήρωση της Νομικής Πτυχής του θέματος της θεληματικότητας μιας κατάθεσης έστω και αν δεν έχει τεθεί τέτοιο θέμα και δεν εξετάζεται, παραθέτω και τα ακόλουθα: Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους Δικαστικούς Κανόνες. Αναφορικά με το νομότυπο της κατάθεσης, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε μόνο κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες η οποία να μην επέδρασε στη θεληματικότητα της κατάθεσης και να μην έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την παρουσίαση κατάθεσης ακόμα και όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες. (Βλ. R. v. Ovenell
(1968)1 All E.R. 933 και R. v. Prager
(1972)1 All E.R. 1114). Σημειώνω όμως πως τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ότι αφορά την τήρηση των Δικαστικών Κανόνων με αποτέλεσμα να αποκλίνουν προς τον αποκλεισμό κατάθεσης όπου υπήρξε επουσιώδης παράβαση (βλ. Kokkinos v. The Police (πιο πάνω), Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R. 181). Ως προς τη σημασία τήρησης των Δικαστικών Κανόνων και τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης, παραπέμπω στις αποφάσεις Αζίνα v. Αστυνομίας
(1981)2 C.L.R. 9,11 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 C.L.R. 73,86. Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν αποτελούν από μόνοι τους κανόνες δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασίσει κατά πόσο μία κατάθεση είναι θεληματική. Αναπόφευκτα η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο για να καλύψει τις ανάγκες των επίδικων θεμάτων που τέθηκαν στη δίκη εντός δίκης. Ως εκ τούτου, αποφεύγοντας τη διατύπωση ευρημάτων που να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως απαραίτητου θα προσεγγίσω τη μαρτυρία με κάθε δυνατή προσοχή ούτως ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και προβαίνω στη διατύπωση όσο το δυνατό λιγότερων ευρημάτων (βλ. Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1967)2 C.L.R. 169 και Πετρή v. Αστυνομίας
(1968)2 C.L.R. 40). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην αγγλική γλώσσα μεταξύ των ωρών 06:00 και 07:00 στον Μ.Κ.2, δηλαδή πριν εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης η ώρα 07:33 στις 23.10.10 και εκτελεστεί μισή ώρα μετά, ήτοι η ώρα 08:00 την ίδια ημέρα, στην οποία σε κανένα σημείο δεν αναφέρει οτιδήποτε που να εμπλέκει τον εαυτό του με το αδίκημα «αποζείν από κέρδη πορνείας», το οποίο διερευνάτο κατ΄ εκείνη την ώρα και για το οποίο σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο IV και IV (α) είχε εύλογες υποψίες ότι ενέχετο. Να λεχθεί ότι μετά τη σύλληψη του η ώρα 08:00 στις 23.10.10 ο κατηγορούμενος υπέγραψε, στο έγγραφο έντυπο « Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων», Τεκμήρια (β) και (γ), στο μέρος σύμφωνα με το οποίο είχε πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκησης των πιο πάνω δικαιωμάτων του αλλά δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Σημειώνεται ότι στο έγγραφο αυτό δεν υπάρχει ξεχωριστό μέρος πληροφόρησης δικαιωμάτων κρατουμένων και ξεχωριστό μέρος δήλωσης επιθυμίας ή μη επιθυμίας άσκησης του δικαιώματος αλλά υπάρχει μια ενιαία πρόταση που έχει ως εξής «Εγω ο/η ......... έχω πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκησης των πιο πάνω δικαιωμάτων μου αλλά δεν επιθυμώ να τα ασκήσω». Ενώ στο ίδιο έντυπο ακολουθούν τα πιο κάτω: «Παρατηρήσεις*: ......................... .................................. Ημερομηνία: .......... Ώρα:.... Υπογραφή Κρατουμένου/ης (............) Σε περίπτωση άρνησης του/της να υπογράψει το εν λόγω έντυπο να σημειώνονται οι λόγοι της άρνησης. ................................................................... ........... Υπογραφή Ανακριτή (βαθμός/αριθμός/ονοματεπώνυμο) *Να σημειώνονται τυχόν παρατηρήσεις π.χ. δήλωση ότι επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα του σε μεταγενέστερο χρόνο κ.λ.π.». Κατά την άποψη του δικαστηρίου ο τρόπος διατύπωσης της παραγράφου που αναφέρει ότι ο κρατούμενος έχει πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκησης των δικαιωμάτων του συμπλεκόμενο με την μη επιθυμία του να το ασκήσει είναι παραπλανητικό, πρώτο γιατί ο κρατούμενος διαβάζοντας το πρώτο μέρος της πρότασης μπορεί να θεωρήσει ότι είναι ικανοποιητικό γι΄ αυτό και να μη διαβάσει το υπόλοιπο της πρότασης, Δεύτερο και αν την διαβάσει να θεωρήσει σημαντικό το πρώτο μέρος και να το υπογράψει ενώ δεν ήταν επιθυμία του να μην ασκήσει το δικαιώματα του. Τρίτο ως είναι γραμμένη η πρόταση μπερδεύει, συγχύζει και παραπλανεί τον κρατούμενο για πιο από τα δύο μέρει υπογράφει. Η έκφραση της ελεύθερης βούλησης, για το τι ο κρατούμενος επιθυμεί ή δεν επιθυμεί να υπογράψει ή να μην υπογράψει, να ασκήσει ή να μην ασκήσει δικαίωμα, μπορεί να προέλθει μόνο από εκεί όπου υπάρχει με σαφήνεια το καθένα από τα τρία δικαιώματα διατυπωμένο. Δηλαδή να αναγράφονται ξεχωριστά και δίπλα από το καθένα, ο χώρος υπογραφής εκ μέρους του κρατουμένου, που με την υπογραφή του σ΄ αυτό εκφράζει ξεκάθαρα και χωρίς αμφιβολία την επιθυμία του. Έτσι θα έπρεπε να είναι ως εξής το πρώτο σκέλος του εντύπου μετά την καταγραφή των δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατουμένου: 1. Εγώ ο/η ....... Έχω πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκηση των δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατουμένων. Υπ. ............. 2. Επιθυμώ να το ασκήσω πιο πάνω δικαίωμα μου. Υπ. ......... 3. Δεν επιθυμώ να ασκήσω το πιο πάνω δικαίωμα μου. Υπ. .......... Βέβαια στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν τέθηκε ζήτημα για τη μη άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστεί. Επανερχόμενος στα γεγονότα του θέματος που τώρα εξετάζει το Δικαστήριο, διαφαίνεται ότι τριάντα τέσσερις
(34)ώρες μετά τη σύλληψη του, αφού εν τω μεταξύ εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης, κατά τις οποίες ο κατηγορούμενος ούτε ζήτησε ο ίδιος κάτι ούτε κλήθηκε από την αστυνομία για κάτι, η ώρα 17:00 της 24.10.10 παραλαμβάνεται από το κελί που εβρίσκετο στα κρατητήρια, από τον Μ.Κ.
- Μεταξύ 17:00 και 17:02 δίνεται η κατάθεση και γίνεται η δειγματοληψία DNA από τον Μ.Κ.1 σύμφωνα με το Τεκμήριο δ χωρίς την παρουσία άλλων προσώπων ως αναφέρεται στο Τεκμήριο δ. Στη συνέχεια λαμβάνονται δακτυλικά αποτυπώματα από τον κατηγορούμενο, που έστω διήρκησε η διαδικασία αυτή μερικά λεπτά. Ακολούθως αρχίζει η προφορική ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου στην ελληνική γλώσσα αυτή τη φορά, από τον Μ.Κ
- Η προφορική ανάκριση στα ελληνικά δικαιολογήθηκε από τον Μ.Κ.1 ότι έγινε καθ΄ ότι ο κατηγορούμενος μιλά πολύ καλά ελληνικά. Αυτή η αναφορά του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε από την δικηγόρο του κατηγορούμενου. Αφού ανακρίθηκε προφορικά στα ελληνικά επί δύο
(2)περίπου ώρες ήτοι από περίπου 17:00 έως 19:00 ο κατηγορούμενος δηλώνει στον Μ.Κ.1 ότι επιθυμεί να δώσει θεληματική κατάθεση. Τότε ο Μ.Κ.1 θεώρησε ότι ήταν προτιμότερο η θεληματική κατάθεση να ληφθεί στην μητρική γλώσσα του κατηγορούμενου, τα Βουλγάρικα, και έτσι από τις 19:00 έως τις 20:00, με την βοήθεια διερμηνέως, ο κατηγορούμενος προβαίνει σε θεληματική κατάθεση στα Βουλγάρικα η οποία μεταφράστηκε στα Ελληνικά. Σε σχέση με όλα όσα μας ανάφερε ο Μ.κ.1 εγείρονται τα εξής ερωτηματικά. Τι ήταν αυτό που προέκυψε από η ώρα 07:00 της 23.10.10 έως η ώρα 17:00 της 24.10.10 και ως εξεταστής της υπόθεσης ο Μ.Κ.1 προέβη σε προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου; Δεν ανάφερε π.χ. ότι διαβάζοντας την κατάθεση που έδωσε στις 23.10.10 προέκυψε κάποια ανάγκη να προβεί στο διάβημα αυτό. Γιατί δεν αναφέρθηκε, αρχικά στην κατάθεση του, και μετά κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, στη προφορική ανάκριση του κατηγορούμενου στις 24.10.10 και το ανάφερε στην αντεξέταση του; Γιατί δεν αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της προφορικής ανάκρισης έτσι ώστε να διαπιστωθεί τόσο η αναγκαιότητα της όσο και η αναγκαιότητα της διάρκειας της για δύο
(2)περίπου ώρες; Αφού η προφορική ανάκριση έληξε στις 19:00, με την επιθυμία του κατηγορούμενου να προβεί σε θεληματική κατάθεση, πως βρέθηκε εκεί η διερμηνέας στις 19:00; Και εάν η απάντηση είναι γιατί αναζητήθηκε από προηγουμένως, πώς συνέπεσε την ώρα που θέλησε ο κατηγορούμενος να δώσει θεληματική κατάθεση, ήτοι στις 19:00 εμφανίστηκε η διερμηνέας και άρχισε στις 19:00 η καταγραφή της θεληματικής κατάθεσης; Βέβαια αυτά δεν έχουν να κάνουν με την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 αλλά για τα ερωτηματικά που δημιουργούνται για τις συνθήκες λήψης, μέχρι και τη λήξη, της θεληματικής κατάθεσης. Από την άλλη ο κατηγορούμενος, ένα άνθρωπος της νύκτας, παρουσίασε στο Δικαστήριο τον εαυτό του ως ένα άβγαλτο νέο, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 23 ετών, που με τον εγκλεισμό του στα κρατητήρια υπέστη σοκ, κάτι που δεν τέθηκε ούτε αρχικά στην εισήγηση της υπεράσπισης ούτε μεταγενέστερα αλλά το ανάφερε κατά την ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης είπε ότι δεν είχε ποτέ προηγουμένως οιανδήποτε σχέση με την αστυνομία και τα κρατητήρια και αυτό ήταν κάτι που τον επηρέασε. Δεν είναι όμως λογικό ο επηρεασμός να γίνετο με την πρώτη επαφή του με την αστυνομία και τα κρατητήρια παρά τριαντατέσσερις ώρες
(34)μετά που βρίσκετο υπό κράτηση και δεν τον είχε πλησιάσει κανείς με οιανδήποτε κακή πρόθεση, αφού δεν ανέφερε ότι έγινε οτιδήποτε σε βάρος του σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα; Εάν μπορούσε να δημιουργηθεί κάποια «αίσθηση» σ΄ αυτόν, στο ήρεμο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την μεταφορά του στα κρατητήρια μέχρι την λήψη της επίδικης κατάθεσης, αυτή θα ήταν ότι δεν συμβαίνει κάτι στα κρατητήρια από την αστυνομία που να τον ανησυχεί. Η αναφορά του πάλι στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του δικαστηρίου ότι του λέχθηκε από τον Μ.Κ.1 ότι η Τατιάνα και ο κατηγορούμενος 1 έδωσαν μαρτυρία εναντίον του ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Μ.Κ.1 για να εκφράσει την δική του εκδοχή. Ούτε όμως ήταν και μια από τις εισηγήσεις της υπεράσπισης κατά την έγερση της ένστασης. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι του υποσχέθηκε ο Μ.Κ.1 ότι θα τον καθιστούσε μάρτυρα κατηγορίας. Κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 για να δώσει τον δικό του ισχυρισμό επί τούτου. Ούτε βέβαια αναφέρθηκε στον Μ.Κ.1 ότι του ανάφερε ότι θα έμενε είκοσι
(20)χρόνια φυλακή όπως είπε ο κατηγορούμενος ότι του λέχθηκε από τον Μ.Κ.
- Εκείνο που υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 ήταν ότι είπε στον κατηγορούμενο ότι θα έμενε πολλή καιρό στη φυλακή. Ούτε επίσης λέχθηκε στον Μ.Κ.1 ότι θα τοποθετούσαν το όνομα του στον κατάλογο STOP LIST όπως είπε ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρατηρείται από το Δικαστήριο σε σχέση με την μαρτυρία του κατηγορούμενου μία προέκταση και ευρύτητα των ισχυρισμών του για αυτά που ισχυρίζεται ότι του είπε ο Μ.Κ.1, προσθέτοντας και άλλα στοιχεία στον τομέα των απειλών και υποσχέσεων που διατείνεται ότι του ανέφερε ο Μ.Κ.
- Όσα ερωτηματικά και να τίθενται, για τα όσα ανάφερε αρχικά ο κατηγορούμενος και προωθηθήκαν από την συνήγορο του, με αυτά που ανάφερε στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του δικαστηρίου, δεν είναι επί της πλάστιγγας. Η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι οι τρεις καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο σε τρεις διαφορετικές γλώσσες, με ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι η δεύτερη προφορική ανακρτική κατάθεση λήφθηκε στα ελληνικά, χωρίς να γίνει αναφορά στην αναγκαιότητα που προέκυψε, στο περιεχόμενο της, και την διάρκεια της δύο
(2)ώρες, κατά την οποία εξέφρασε επιθυμία ο κατηγορούμενος να δώσει, και για την οποία δεν έγινε καμιά αναφορά για την ύπαρξη της εκ μέρους του Μ.Κ.1, μέχρι που τέθηκε το θέμα στην αντεξέταση του, δημιουργούνται αμφιβολίες για τις συνθήκες, περιστάσεις και τι πραγματικά οδήγησε τον κατηγορούμενο να προβεί στην γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 24.10.10 (Βλ. R. v. Hough
(1979)68 Cr. App. R. 197, Ιωαννίδης και Φουρνίδης ανωτέρω). Αυτό είναι αρκετό για να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχής δεν απέσεισε το βάρος που είχε για να πεισθεί το δικαστήριο για την θεληματικότητα της κατάθεσης του κατηγορούμενου, χωρίς να απαιτείται να πεισθεί το δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι αληθείς. Κατά συνέπεια είναι κατάληξη του δικαστηρίου ότι ή κατάθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως Τεκμήριο. (Υπ. .........) Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο