← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΝΙΟΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3486/10, 8 Νοεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΝΙΟΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 3486/10, 8 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ). Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3486/10 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΝΙΟΤΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Α. Χ΄ Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: Ο κ. Βασιλακκάς Κατηγορούμενος παρών -------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του ποινικού κώδικα, ΚΕΦ. 154, ήτοι ο κατηγορούμενος στις 17.05.10 στην οδό ελευθερίας στη Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου παράνομα επιτέθηκε στην Άγγελο Χ΄ Αναστάση από το Παραλίμνι και προξένησε σ΄ αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας (Μ.Κ.). Την αστυφύλακα 1694 Γεωργία Γεωργίου, Μ.Κ.1, τον Άγγελο Χ΄ Αναστάση, παραπονούμενο, Μ.Κ.2 και την ιατρό παθολόγο Μ.Κ.3. Κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η γραπτή παραπομπή στο νοσοκομείο, από την Μ.Κ.1, του παραπονούμενου και η κατάθεση του αστυφύλακα 2691 Χ. Μίσιη. Επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 η κατάθεση του κατηγορούμενου, ως Τεκμήριο 2 η γραπτή κατηγορία εναντίον του και ως Τεκμήριο 3 η ιατρική αναφορά της Μ.κ.3 για την εξέταση που προέβη στον Μ.Κ.1. Οι καταθέσεις των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση μπορούν να συνοψιστούν στα πιο κάτω. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2 από έλεγχο που διενεργήθηκε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας του, η οποία ασχολείται με αγοραπωλησίες και κτίσιμο κατοικιών, διαπιστώθηκε ότι είχαν δοθεί δύο φορές κάποια ποσά στον κατηγορούμενο, που ενήργησε ως μεσάζων, για να τα δώσει στους ιδιοκτήτες ενός οικοπέδου από τους οποίους αγόρασε η εταιρεία του το οικόπεδο. Με βάση το πιο πάνω δεδομένο στις 17.05.10 και περί ώρα 11:30 μετέβη στο γραφείο πώλησης αυτοκινήτων του κατηγορούμενου για να τον ενημερώσει σχετικά και να βρουν λύση. Στο γραφείο την ώρα που πήγε ήταν η κόρη του κατηγορούμενου και ένας υπάλληλος του που οδηγεί το ρυμουλκό. Όταν μπήκε μέσα, αφού χαιρέτισε ανάφερε στον κατηγορούμενο ότι του είχε δώσει περισσότερα χρήματα, ήτοι €30.500 και θα έπρεπε να του τα επιστρέψει. Τότε ο κατηγορούμενος εξαγριώθηκε, άρχισε να του φωνάζει και αφού τον πλησίασε τον άρπαξε με τα δύο του χέρια από τον λαιμό και του κτύπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του στον τοίχο, ενώ ταυτόχρονα του έλεγε να φύγει από το γραφείο του και να μην ξαναπατήσει. Στο επεισόδιο παρενέβη η κόρη του κατηγορούμενου, η Άντρη, μπήκε στη μέση και τον παρακάλεσε να φύγει. Έτσι χωρίς να κάνει οτιδήποτε έφυγε και μετέβη αμέσως στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου όπου η Μ.Κ.1 τον παρέπεμψε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Ενώ κατά την επιστροφή του τον έστειλε στον αστυνομικό σταθμό Δερύνειας ως ο αρμόδιος σταθμός να επιληφθεί της καταγγελίας. Τα πιο πάνω αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του ως η κατάθεση Μ.Κ.2 την οποία υιοθέτησε. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ανάφερε ότι δεν είχε να προσθέσει ή να αφαιρέσει τίποτε. Στη συνέχεια όμως κατόπιν που υποβλήθηκαν σ΄ αυτόν ερωτήσεις από την δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι εισήλθε εντός του γραφείου κάθισε στην καρέκλα που είναι στη γωνία προς τον τοίχο και απέναντι από τον κατηγορούμενο και περίμενε να του μιλήσει μέχρι που έφυγε ένας πελάτης που ήταν μέσα στο γραφείο. Όταν άρχισε να του μιλά δεν είχε κανένα άλλο στο γραφείο, ήταν μόνοι τους. Η κόρη του κατηγορούμενου επενέβη την ώρα που είδε το συμβάν και τον παρακάλεσε να φύγει. Επαναλαμβάνοντας το επεισόδιο είπε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε αρπάξει από το λαιμό, και έδειξε με το ένα χέρι του, το δεξί, πως τον έπιασε από τον λαιμό. Κατά την αντεξέταση σε σχετική ερώτηση είπε ότι πήγε να συναντήσει τον κατηγορούμενο για να του αναφέρει το δεδομένο αυτό και να βρουν το λάθος οι λογιστές. Σε υποβολές ότι πήγε για να του ζητήσει λεφτά και όχι να βάλουν λογιστές να βρουν το λάθος απάντησε όχι ήταν για να βρουν τη διαφορά. Σε ερώτηση γιατί ο κατηγορούμενος να του πει «ούτε σου χρωστώ ούτε προμήθεια πήρα», όπως λέει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος, απάντησε: «να ρωτήσετε τον ίδιο». Σε υπόδειξη ότι στην κατάθεση του δεν αναγράφεται η λέξη λογιστές απάντησε «Εάν δεν γράφει το λέω συμπληρωματικά τωρά». Σε ερώτηση αν ανέφερε στον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση για τους λογιστές, απάντησε ότι του το ανάφερε αλλά δεν κρατούσε το χέρι του. Σε υποβολή ότι δεν ανέφερε στον αστυνομικό για λογιστές απάντησε ότι «τούτο είναι συμπέρασμα δικό σου». Αφού επανέλαβε ότι όταν χειροδίκησε ο κατηγορούμενος εναντίον του δεν είχε κανένα μέσα και η Άντρη, που ήταν έξω, επενέβη, ερωτήθηκε γιατί τότε στην κατάθεση του ανάφερε ότι όταν μπήκε μέσα ήταν η Άντρη και ένας υπάλληλος. Ο παραπονούμενος αφού έδωσε μία δικαιολογία, είπε ότι όταν εισήλθε στο γραφείο είχε ένα πελάτη που περίμενε να φύγει για να του μιλήσει για τα χρήματα. Στη συνέχεια επαναλαμβάνοντας ακόμα μία φορά πως έγινε το επεισόδιο, είπε ότι τον έπιασε από τον λαιμό μέχρι το σημείο που «κακκάριζε». Αν και δεν γνώριζε πόσες φορές του κτύπησε το κεφάλι στον τοίχο είπε ότι ήταν με πολλή ένταση σαν «μενώμενος ταύρος». Παραδέχθηκε όμως ότι η κεφαλή του δεν έβγαλε «καρούμπαλο». Ο λαιμός του, όμως, είπε ήταν «ολοκόκκινος». Ακολούθως ανάφερε ότι μετά το επεισόδιο αυτό και αφού έφευγε και ήταν έξω του επιτέθηκε δεύτερη φορά και αφού τον έπιασε από το πουκάμισο του έκοψε ένα κουμπί. Σε ερώτηση γιατί δεν το ανάφερε στην κατάθεση του απάντησε ότι μπορεί να του διέφυγε. Σε υποβολή ότι υπήρχαν δύο πελάτες στο γραφείο ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι ήταν ένας και τώρα ενθυμήθηκε ότι τον έλεγαν Έρικ Παρασκευόπουλο. Σε υποβολές ότι ο ίδιος παραφέρθηκε και για τούτο απλά τον έβγαλε έξω και η καταγγελία έγινε εκδικητικά γιατί νόμιζε ότι πήρε τα λεφτά ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ενώ είπε ότι πήγε σπίτι του και άλλαξε υποκάμισο και μετά πήγε στον αστυνομικό σταθμό το αναίρεσε αυτό και είπε ότι δεν πήγε σπίτι του αλλά δεν το είπε στην αστυνομικό για το υποκάμισο. Τέλος είπε ότι 3 - 4 μήνες μετά οι λογιστές του ανακάλυψαν ότι ήταν λάθος τους αυτό με τα χρήματα. Η Μ.Κ.1 που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Δερύνειας ανάφερε ότι στις 17.05.10 και περί ώρα 17:00 προσήλθε στον σταθμό και προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου ότι περί ώρα 11:30 ενώ ήταν στο γραφείο του του επιτέθηκε και τον κτύπησε προκαλώντας του σωματική βλάβη. Στις 11.06.10 και περί ώρα 9:00 στο γραφείο του κατηγορούμενου όταν τον πληροφόρησε για την διερευνώμενη υπόθεση και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Όϊ να πει ότι εδέραμεν τον τζιόλας». Ενώ όταν τον κατηγορήθηκε γραπτώς απάντησε «δεν παραδέχομαι». Σε σχέση με το χρόνο που προσήλθε στο σταθμό της είχε αναφέρει ο Μ.Κ.2 ότι πήγε στον αστυνομικό σταθμό Παραλιμνίου και τον παρέπεμψαν για την καταγγελία στον σταθμό Δερύνειας. Η Μ.Κ.3 ανάφερε ότι όταν εξέτασε τον κατηγορούμενο βρήκε ότι έφερε ερυθρά σημεία στον τράχηλο (λαιμό) και δεξιά και αριστερά και παράπονείτο για αυχενοαλγια και κεφαλαλγία. Είχε γίνει ακτινογραφία με αρνητικό αποτέλεσμα. Από τα αρχεία φαίνεται ότι είπε για κακοποίηση από άλλο πρόσωπο. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι από την αναφορά που είχε διαβάσει είπε ότι κάποιος προσπάθησε να τον πνίξει και ότι δέχθηκε γροθιές στο πρόσωπο ή την κεφαλή. Δεν μπορούσε να αναφέρει από πού προήλθε το κοκκίνισμα αφού μπορεί να γίνει από πολλούς λόγους, ούτε μπορούσε να πει πότε μπορεί να εμφανισθεί ένα «καρούμπαλο». Διευκρίνισε όμως ότι δεν βρήκε σύμπτωμα που να σχετίζεται με γροθιά ή με έντονα κτυπήματα στο κεφάλι και ότι εάν το δέρμα είναι ευαίσθητο μπορεί και από τον κολλάρο να προκληθεί υπεραιμία και κοκκίνισμα. Τέλος είπε ότι δεν μπορούσε να ενθυμηθεί πόσο έντονα ήταν τα ερυθρά. Αφού το Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κλήθηκε σε απολογία, ο κατηγορούμενος αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η δικηγόρος της κατηγορούσας αρχής, από τη μία, κάλεσε το δικαστήριο να βρει ένοχο τον κατηγορούμενο αφού κρίνει τον Μ.Κ.2 αξιόπιστο, ενώ οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις εισηγήθηκε ότι αυτές είναι ασήμαντες. Από την άλλη ο συνήγορος του κατηγορούμενου έδωσε έμφαση στην μαρτυρία του παραπονούμενου, υποδεικνύοντας τις αντιφάσεις σ΄ αυτή, οι οποίες είπε είναι σοβαρές και μεγάλες σε τέτοιο βαθμό που ο Μ.Κ.2 πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Με την απόρριψη δε της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αναπόδραστα ο κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί αθώος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στηρίζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ 154, το οποίο προνοεί: "Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων." Η έννοια της "σωματικής βλάβης" καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως εξής: "Σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη, είτε προσωρινή. Στο ίδιο άρθρο δίνεται και η ερμηνεία του "τραύματος". "Τραύμα" σημαίνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή που διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος και εξωτερική μεμβράνη για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού θεωρείται η μεμβράνη την οποία κάποιος δύναται να αγγίξει χωρίς να παραστεί ανάγκη τομής ή διάτρησης άλλης μεμβράνης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (
  2. i)η επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο (
  3. ii)η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτό Ο όρος "επίθεση" χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και "battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna

(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η Έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2. Η μεγάλη αδιαφορία, που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, 982, R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση, παρ. 17-25). Μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία. (Βλ. Kimber
(1983)77 Cr. App. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για τα σχόλια στο θέμα αυτό της αδιαφορίας (recklessness) παραπέμπω επίσης στον Archbold, 42η έκδοση, παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 724. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Ruseel, πιο πάνω, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2 W.BI. 892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. N.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί. Επιπρόσθετα, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 243, πέραν του στοιχείου της επίθεσης απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη παραπέμπω στις αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529, 534, Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61 και Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R.
  1. Στην τελευταία απόφαση επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Το τι συνιστά "πραγματική σωματική βλάβη" σχολιάζεται στον Archbold, 36η έκδοση παρ. 2634 όπου αναφέρεται ότι: "Actual bodily harm need not be an injury of permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grevious bodily harm." Ακόμη και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη [βλ. Miller (πιο πάνω)]. Η απουσία του συστατικού στοιχείου της προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης θα κατέτασσε το αδίκημα στο άρθρο 242 για απλή επίθεση [βλ. Αστυνομία ν. Ανδρέα Ιωάννου (πιο πάνω)]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μ.Κ.1, 2 και 3 κατά την διάρκεια που έδιναν ενώπιον του Δικαστηρίου την ένορκη μαρτυρία τους και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, την φιλαλήθεια τους, την ευθύτητα τους και την εν γένει συμπεριφορά τους. Οι Μ.Κ. 1 και 3 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, ήταν ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας. Άλλωστε, ουσιαστικά, η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής και σταθερός στις απαντήσεις του ως προς τα γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό του έλαβαν χώρα στο γραφείο του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του όχι απλώς εκλονίσθει από τα ίδια τα λεχθέντα από αυτόν αλλά οι αντιφάσεις ήταν τόσο ουσιώδεις στον πυρήνα που γύρω του περιβλήθηκαν τα γεγονότα που δεν άφησαν περιθώριο αποδοχής της μαρτυρίας του. Από την αρχή της περιγραφής και εξιστόρησης των γεγονότων, δηλαδή από την είσοδο του στο γραφείο του κατηγορούμενου, μέχρι την αποχώρηση του, έστω την εκδίωξη του, άλλαξε στα ουσιώδη μέρη αυτής, σημαντικά στοιχεία ή και υπερέβαλε αυτά σε μέγιστο βαθμό. Έτσι ενώ στη γραπτή κατάθεση του, που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέρει ότι «Στο γραφείο του την ώρα που πήγα ήταν η κόρη του Παναή και ένας υπάλληλος που οδηγά το ρυμουλκό της εταιρείας του», και ενώ λέει μετά την κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ότι 'δεν έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτε», στην συνέχεια της εξέτασης του λέει ότι, κάθισε στη καρέκλα που ήταν στη γωνία απέναντι από τον κατηγορούμενο και περίμενε να φύγει ένας πελάτης του και μετά να του μιλήσει. Ενώ δεν είχε αναφέρει ποιος ήταν αυτός ο πελάτης τελικά κατά την αντεξέταση ενθυμήθηκε ότι ήταν κάποιος Έρικ Παρασκευόπουλος. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι πήγε για τα €30.500 που βρήκαν οι λογιστές του ότι του έδωσε περιπλέον και να δουν τι να κάνουν και σε κάποια φάση να του τα επιστρέψει, στην αντεξέταση είπε ότι ήταν για να βρει τη διαφορά. Ότι δεν πήγε για να βρει τη διαφορά αλλά για να ζητήσει την επιστροφή εξάγεται από αυτό που καταγράφεται αμέσως ανώτερο αλλά και από αυτό που αναφέρει ο ίδιος στην κατάθεση του ότι είπε ο κατηγορούμενος εξαγριωμένος «ούτε σου χρωστώ, ούτε πήρα προμήθεια από την πράξη». Ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρεται σε λογιστές, κατά την αντεξέταση του είπε «εάν δε το γράφει (εννοεί την κατάθεση του) το λέω συμπληρωματικά τώρα». Και στο ουσιώδες σημείο, που αναφέρει στην κατάθεση του ότι τον έπιασε με τα δύο του χέρια από το λαιμό και χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο, στην εξέταση του όταν ρωτήθηκε περί τούτου από την κατηγορούσα Αρχή έδειξε ότι τον έπιασε από το λαιμό με το δεξί του χέρι, άρα με το ένα του χέρι. Στην αντεξέταση του, ενώ δεν λέχθηκε τίποτε εκ μέρους του στην κατάθεση του, είπε ότι τον έπιασε τόσο πολύ δυνατά από το λαιμό «μέχρι το σημείο που κακκάρισα». Ενώ στην κατάθεση του και στην εξέταση του δεν είπε οτιδήποτε για τον τρόπο που ο κατηγορούμενος χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο, κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι τον χτυπούσε «με πολλή ένταση σαν μαινόμενος ταύρος». Όμως δεν ενθυμείτο να αναφέρει πόσες φορές. Ενώ στην κατάθεση του δεν ανάφερε ότι όταν αποχωρούσε και ήταν εκτός του γραφείου συνέβηκε οτιδήποτε, ενώπιον του Δικαστηρίου είπε ότι όταν έφευγε του επιτέθηκε ξανά και του έκοψε ένα κουμπί. Σε ερώτηση γιατί δεν το ανάφερε στην κατάθεση του και το είπε στο δικαστήριο απάντησε «μπορεί να μου διέφυγε». Επίσης στην αντεξέταση αρχικά είπε ότι πήγε σπίτι του και άλλαξε υποκάμισο και αμέσως μετά είπε ότι δεν πήγε σπίτι του και ήταν λάθος αυτό που είπε. Ακόμη για κάποια πράγματα που δεν αναφέροντο στην κατάθεση του αλλά τα ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι τα είχε αναφέρει στην αστυνομικό. Τέλος η Μ.Κ.3 όταν ρωτήθηκε τι της ανάφερε ο παραπονούμενος για το τι είχε συμβεί σ΄ αυτόν, απάντησε ότι δέχθηκε γροθιές αλλά δεν ενθυμείτο εάν ήταν στο πρόσωπο ή στην κεφαλή που της είπε. Ένεκα των πιο πάνω, απορρίπτω και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τη μαρτυρία που αποδέχθηκα και τη μαρτυρία που απέρριψα δεν είναι δυνατό να προβώ σε ευρήματα και κατ' επέκταση σε συμπεράσματα για γεγονότα που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης δηλαδή των γεγονότων που στοιχειοθετούν ή μη το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη. Το Δικαστήριο τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στην περίπτωση μας με την απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 ελλείπει αυτό το γεγονός της αξιόπιστης μαρτυρίας και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ευρήματα και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η σημασία της αξιόπιστης μαρτυρίας μπορεί να αναζητηθεί στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R 212, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witness. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter". Στην Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και στην Εθνική Τράπεζα ν. Χ"Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, 45 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή Αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφ' όσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ' αρχής ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου". Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στις υποθέσεις, Παπανδρέου ν. Τύλληρου,
(1992)1 ΑΑΔ 157, Κωνσταντινίδης ν. Κάτζιη,
(1993)1 ΑΑΔ 492, Αθανασίου ν. Κουνούνη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, 741 και Μ.Α. GOODVALVE SUPPLIERS LTD κ.α. ν. Θάλειας Χαραλάμπους,
(2003)1 ΑΑΔ 127 στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, υποδεικνύοντας, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, ότι η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. Στην υπόθεση Κορέλλη ν. Δημοκρατίας,
(2000)2 ΑΑΔ 12 αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης σε ποινική δίκη βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και εναπόκειται σ' αυτή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Επίσης έχει να αποδείξει την κατηγορία και κάθε στοιχείο που τη βαρύνει και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσων εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363). Ίδια ήταν η προσέγγιση και στις υποθέσεις Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 επ. και Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 επ. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω κατάληξη μου είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ. ...........) Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.