Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, Υπόθεση. Αρ.:5152/10, 9 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.:5152/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μιχάλης ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες έξι κατηγορίες׃ 1η κατηγορία׃ Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80/2000 και ΚΔΠ 312/07. 2η κατηγορία׃ Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 20, 49
(1)και 54 του περί Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001 και του Διατάγματος Αναγνώρισης Άδειας Οδήγησης ΚΔΠ 2/2006 και ΚΔΠ 312/
- 3η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφαλιστήριο υπέρ τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, 96(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/
- 4η κατηγορία׃ Παράλειψη να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του το εγκεκριμένο από τον Έφορο προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκε με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/07, 189/08 και του άρθρου 20Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000. 5η κατηγορία׃ Οδήγηση μοτοποδήλατου χωρίς φώτα κατά παράβαση των Κανονισμών 50
(10)(α)(ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72. 6η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας κατά παράβαση των Κανονισμών 22, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και Νόμος 166/87. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 2.7.2008, στην οδό Μόρφου στους Αγίους Τριμιθιάς της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με άγνωστους αριθμούς εγγραφής, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο υπέρ τρίτου και παραλείποντας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι του προστατευτικό κράνος εγκεκριμένου τύπου από τον Έφορο. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον πρώτο παραπονούμενο γείτονα του Κατηγορούμενου, κ. Μπαρπάρη Νικόλαο (στο εξής «ο ΜΚ1»), τον Αστ. 2184 Η. Ηρακλέους (στο εξής «ο ΜΚ2»), και τον παραπονούμενο γείτονα του Κατηγορουμένου, κ. Ανδρέα Γιαλελή (στο εξής «ο ΜΚ3»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του πρώτου παραπονούμενου ΜΚ1 στην Αστυνομία (στο εξής «το ΤΕΚ1»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (στο εξής «το ΤΕΚ2»), η γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου (στο εξής «το ΤΕΚ3»), η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον Κατηγορούμενο (στο εξής «το ΤΕΚ4»), η γραπτή κατάθεση του δεύτερου παραπονούμενου / ΜΚ3 (στο εξής «το ΤΕΚ5») και επιστολή, ημερομηνίας 11/4/2011 του Δικηγόρου του Κατηγορουμένου προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (στο εξής «το ΤΕΚ6»), στην οποία επισυνάπτεται επιστολή του ΜΚ3 προς το Γενικό Εισαγγελέα. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέλυσε τη θέση του ως εξής. «Ο ΜΚ1 στη δική του κατάθεση δεν ανέφερε τίποτε το ουσιώδες για να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό το Δικαστήριο και να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Δηλαδή δεν είπε τίποτε σχετικό με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Ο ΜΚ2 δεν μας είπε τίποτε για τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 έδωσε τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση. Τα συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου για το 1ο αδίκημα «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, χρήσης της οδού, τροχαίας κίνησης, κ.λπ.». Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για τον όγκο της τροχαίας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Αυτά είναι αναγκαία συστατικά στοιχεία. Ουδεμία μαρτυρία υπήρξε για τη δεύτερη κατηγορία. Καμία μαρτυρία από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή ότι ο ίδιος δεν ήταν κάτοχος άδειας. Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων.». Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ανέλυσε τη θέση της ως εξής׃ «Σε όλες τις κατηγορίες απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η «οδήγηση». Είτε να υπήρχε είτε να αναμένετο να υπήρχε επηρεασμός της τροχαίας κίνησης από την αλόγιστη οδήγηση. Συνεπώς δεν χρειαζόταν να αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοιος όγκος τροχαίας κίνησης. Αρκεί να αναμενόταν να υπάρχει. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το ότι ο Κατηγορούμενος δεν φορούσε κράνος. Εξού και η αναγνώριση από τους δύο μάρτυρες. Ο ΜΚ3 (Γιαλελής) είχε μια διακριτική τάση αποφυγής λόγω των σχέσεών του με την οικογένεια του Κατηγορουμένου, όμως η κατάθεσή του στην Αστυνομία ευσταθεί. Από την απαγγελία των Κατηγοριών στον Κατηγορούμενο ήταν επόμενο να προκύπτουν και οι κατηγορίες 2 και 3, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος εκ του Νόμου δεν μπορούσε να είναι οδηγός και κατ' επέκταση δεν μπορούσε να έχει ασφάλεια υπέρ τρίτου. Συνολικά, υπάρχει μαρτυρία για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Πρωταρχικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι το αν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της οδήγησης από τον Κατηγορούμενο. Η Υπεράσπιση αμφισβητεί κατ' ουσίαν αυτήν την ίδια την προσκομισθείσα μαρτυρία περί αναγνώρισης του Κατηγορουμένου ως οδηγού του μοτοποδηλάτου που ενέχεται στη διάπραξη των αδικημάτων. Αφετηρία στη θέση της Υπεράσπισης, όπως αναδείχθηκε μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, αποτελεί το γεγονός ότι το ενεχόμενο μοτοποδήλατο δεν είχε αριθμούς εγγραφής και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορούσαν οι καταγγελίες των δύο παραπονούμενων προς την Αστυνομία, το εν λόγω μοτοποδήλατο οδηγήθηκε μαζί με μια ομάδα άλλων μοτοποδηλάτων. Τα πιο πάνω δύο στοιχεία σε συνδυασμό με το ότι ο Κατηγορούμενος, στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε προς την Αστυνομία (σχετικό το Τεκμήριο 3), δεν τοποθέτησε τον εαυτό του στη σκηνή των αδικημάτων. Απεναντίας, το αρνήθηκε. Συγκεκριμένα, όπως ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην ανακρτική του κατάθεση, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ2, στις 2.7.2008, που είναι η επίδικη ημερομηνία, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο πάρτυ του φίλου του στους Αγίους Τριμιθιάς, επειδή εκείνος θα πήγαινε στρατό. Ισχυρίστηκε ότι σπίτι πήγε η ώρα 05׃00, ενώ ο χρόνος κατά τον οποίο συνέβη η καταγγελλόμενη οδήγηση σε εκείνη την ημερομηνία ήταν μεταξύ 01׃15 και 04׃
- Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν οδηγεί μοτοποδήλατο, ούτε και έχει. Ότι σε εκείνο το πάρτι τον οδήγησε ο πατέρας του και ότι επέστρεψε στο σπίτι του με τα πόδια, αφού το σπίτι του φίλου του απέχει μικρή απόσταση από το δικό του. Συνεπής με την πιο πάνω θέση ήταν και η απάντηση του Κατηγορουμένου στις γραπτές κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν (Τεκμήριο 4). Απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Δεν έχω μοτοποδήλατο και δεν οδηγώ μοτοποδήλατο.». Το Δικαστήριο θα συνοψίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας σε ό,τι αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου ως οδηγού του ενεχόμενου στα αδικήματα μοτοποδήλατου, χωρίς να υπεισέλθει σε λεπτομερειακό έλεγχο της αξιοπιστίας της. Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ
- Ο πρώτος παραπονούμενος (ο ΜΚ1), στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 1) αναφέρθηκε στα όσα ο ίδιος είδε να συμβαίνουν στις 2/7/2008 από τις 02׃00 τα ξημερώματα μέχρι τις 04׃
- Κατήγγειλε ότι ο ίδιος αναγνώρισε από πολύ κοντινή απόσταση τον Κατηγορούμενο να οδηγά ένα από τα 3 - 4 μοτοποδήλατα που ενέχονταν στα συμβάντα της 2/7/
- Είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Κατηγορούμενο, γιατί είναι γείτονες αρκετό καιρό. Είπε ότι, όταν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, γύρω στις 04׃00, ο ίδιος (δηλαδή ο ΜΚ1) είχε κοιτάξει προς το δρόμο από το παράθυρο της οικίας του το οποίο συνορεύει σχεδόν με το δρόμο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο και σημειώσε «Τον γνωρίζω καλά. Ζούμε σε διπλανά σπίτια». Είπε ότι αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο από το γεγονός ότι δεν φορούσε κράνος, όχι από τη μοτοσικλέτα του. Σε ό,τι αφορά το φωτισμό υπό τον οποίο τον είδε, ο ΜΚ1 είπε ότι στο ένα μέτρο από το σπίτι του, έχει δύο πυλώνες της ΑΗΚ. Δεν υπάρχουν δέντρα έξω από το σπίτι του Κατηγορούμενου, ούτε υψομετρική διαφορά ή άλλο εμπόδιο, το οποίο να απέκοπτε ή μείωνε την ορατότητά του προς το δρόμο κατά το χρόνο που εκείνος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο να οδηγά τη μοτοσικλέτα. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι η οδός Μόρφου είναι απομονωμένη. Μένουν μόνο 5 οικογένειες σ' αυτήν. Το όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 ΧΑΩ, αφού είναι οικιστική περιοχή, αν και δεν υπάρχει σχετική σημανση. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΚ21 είπε ότι δεν υπήρχε όγκος τροχαίας στην επίδικη οδό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε ό,τι αφορά τις καταγγελλόμενες ενέργειες του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ1 στο Τεκμήριο 1 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μαζί με τους άλλους φίλους του τις μοτοσικλέτες τους έξω από την οικία του «προκαλώντας μεγάλη ενόχληση λόγω του μεγάλου θορύβου που έκαναν οι μοτοσικλέτες τους. [...] Καμία μοτοσικλέτα δεν είχε φώτα πορείας μπροστά και πίσω, όλες έκαναν τρομερό θόρυβο, καμία δεν είχε πινακίδες εγγραφής, ενώ κανένας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος ασφαλείας». Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ2 Ο ΜΚ2, Αστυφύλακας 2184 Η. Ηρακλέους, αναφέρει στο Τεκμήριο 2 ότι έγινε δέκτης της καταγγελίας του ΜΚ1 και του ΜΚ2 στις 2.7.2008 και περί ώρα 22׃00 στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, ότι «ο Μιχάλης Πολυδώρου Μιχαήλ τον οποίο γνωρίζουν πολύ καλά γιατί είναι γείτονάς τους οδηγούσε μοτοποδήλατο μάρκας Chaly σκούρου χρώματος χωρίς αριθμούς εγγραφής, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς φώτα πορείας μπροστά και οδηγούσε επικίνδυνα και αλόγιστα, δηλαδή οδηγούσε το μοτοποδήλατο στον ένα τροχό». Αναφέρει, επίσης, στο Τεκμήριο 2 ότι στις 2.7.2008 και περί ώρα 23׃20 ο ίδιος ο ΜΚ2 περιπόλησε την οδό Μόρφου χωρίς να εντοπιστεί το εν λόγω μοτοποδήλατο στην οικία του Κατηγορουμένου. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ2 είπε ότι όταν πήγε να περιπολήσει στην οδό Μόρφου, δεν βρήκε τον Κατηγορούμενο στο σπίτι του αλλά δεν τον αναζήτησε. Μίλησε με τον πατέρα του Κατηγορουμένου, ο οποίος του είπε πως ο Κατηγορούμενος δεν έχει μοτοποδήλατο. Δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή μοτοποδήλατο στην οικία του. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος περί του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης των καταγγελλόμενων πράξεων, ο ίδιος ήταν σε πάρτυ ενός φίλου του, ο ΜΚ2 προσπάθησε να τον διερευνήσει και διαπίστωσε ότι έγινε το πάρτι, ότι η οικία όπου έγινε το πάρτι απέχει 200 μέτρα από το σπίτι του Κατηγορούμενου και ότι ρώτησε αυτόν που είχε το πάρτι αν ήξερε πώς πήγε στο πάρτι του ο Κατηγορούμενος, αλλά εκείνος δεν θυμόταν. Ούτε γνώριζε αν είχε φύγει ο Κατηγορούμενος από το πάρτι οποιαδήποτε στιγμή και αν ξαναεπέστρεψε σε αυτό. Ο ΜΚ2 περιέγραψε την τροχαία κίνηση στην οδό Μόρφου ως πολύ αραιή, επειδή είναι μέσα από τον κύριο δρόμο και χρησιμοποιείται μόνο από τους κατοίκους της. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να αναπτυχθεί ταχύτητα από κάποιον που οδηγεί προς την εν λόγω οδό, αφού, όπως σημείωσε ο δρόμος που καταλήγει στο αδιέξοδο της εν λόγω οδού είναι περί τα 200 μέτρα. Σε ό,τι αφορά το φωτισμό στην εν λόγω οδό, είπε ότι είναι επαρκής. Εξέφρασε την εκτίμηση, στηριζόμενος στην πείρα του, ότι είναι δυνατόν να δει κάποιος η ώρα 01׃15 π.μ. ότι δεν υπάρχουν πινακίδες εγγραφής σε μια μοτοσικλέτα, επειδή με τον επαρκή φωτισμό που υπήρχε στο δρόμο και λόγω του ότι φωσφορίζουν οι πινακίδες, επειδή βρίσκονται κάτω από το κόκκινο φως του στόπερ, το οποίο έχει μέσα ένα ειδικό άσπρο φως το οποίο φωτίζει τις πινακίδες, οι οποίες τοποθετούνται σε ειδικό χώρο στο μπροστινό και πισινό μέρος της μοτοσικλέτας με διαστάσεις 20Χ7 εκ. Επεξήγησε, επίσης, κατόπιν σχετικής ερώτησης του Συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι οι πινακίδες και το πισινό φως εργοστασιακά ετοιμάζονται σαν ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο βιδώνεται πάνω στο σκελετό της μοτοσικλέτας, γι' αυτό αν δεν υπάρχει πισινό φως πέδησης στο όχημα, τότε δεν υπάρχουν ούτε πινακίδες εγγραφής. Ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν στον ουσιώδη τόπο κατά τον ουσιώδη χρόνο, γι' αυτό και δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπήρχαν φώτα πέδησης, και συνεπακόλουθα πινακίδες εγγραφής, τα οποία όμως να ήταν χαλασμένα. Ο ίδιος προχώρησε στο να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο στηριζόμενος στη γραπτή κατάθεση που του έδωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ
- Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ3 Ο ΜΚ3 στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 5) κατήγγειλε ότι στις 2.7.2008 και περί ώρα 01׃15 μέχρι 04׃00 το πρωί ο ίδιος κοίταξε από το παράθυρο του δωματίου του που βλέπει προς την οδό Μόρφου και αναγνώρισε τον Μιχάλη Πολυδώρου να οδηγά επικίνδυνα το εν λόγω σκουρόχρωμο μοτοποδήλατο και να πηγαίνει στον ένα τροχό, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, χωρίς πινακίδες, χωρίς φώτα, με θορυβώδες εξώστ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ3 στις γραπτές τους καταθέσεις περιέγραψαν το συμβάν της 2.7.2008 ως κάτι που συμβαίνει για αρκετό καιρό, καθημερινά τις ώρες της κοινής ησυχίας, μετά τις 01׃00 το πρωί. Έδωσαν και οι δύο λεπτομέρειες για παρόμοιο συμβάν που προηγήθηκε, στις 28.6.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ3 δεν αρνήθηκε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ως το Τεκμήριο 5, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες προς επιβεβαίωση του περιεχομένου της, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε, έχουν περάσει τρία χρόνια από το επίδικο συμβάν, γι' αυτό και δεν θυμάται τώρα λεπτομέρειες, αλλά για να είπε εκείνα που είπε προς την Αστυνομία τότε, σημαίνει ότι τότε τα θυμόταν έτσι. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής του από το συνήγορο Υπεράσπισης, δήλωσε ότι αισθανόταν την ανάγκη να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι, μετά το επίδικο συμβάν και ειδικότερα μετά που ασκήθηκε η ποινική δίωξη, ο ίδιος μίλησε με τον Κατηγορούμενο ο οποίος επέμενε ότι δεν ενέχετο στο επίδικο συμβάν και ότι αυτό δημιούργησε αμφιβολία στον ΜΚ3 για όσα αντιλήφθηκε να συμβαίνουν κατά τον επίδικο χρόνο. Ακολούθησε, όμως, επανεξέταση του ΜΚ3 από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, από την οποία αναδείχθηκε ότι μεταγενέστερα από το επίδικο συμβάν ο ΜΚ3 είχε εκφράσει προς το συνήγορο Υπεράσπισης και προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την απροθυμία να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά του Κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι οι σχέσεις του με την οικογένεια του Κατηγορουμένου είχαν έκτοτε αποκατασταθεί και δεν ήθελε να τις διαταράξει. Ο ΜΚ3 παραδέχθηκε προς τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι η απροθυμία του να καταθέσει, όπως ο ίδιος την εκδήλωσε προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν οφειλόταν σε αμφιβολίες τις οποίες εκείνος να διατηρούσε για την ορθότητα των όσων είχε καταγγείλει τότε προς την Αστυνομία. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Υπό το φως της προπαρατεθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία προς αξιολόγηση στο τελικό στάδιο αναφορικά με την αναγνώριση του Κατηγορουμένου ως οδηγού σκουρόχρωμης μοτοσικλέτας τύπου Chaly, η οποία δεν έφερε πινακίδες εγγραφής και φώτα. Κρίνω, λοιπόν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες αρ. 5 και
- Σε ό,τι αφορά την κατηγορία 4, κρίνω ότι υπάρχει επίσης επαρκής μαρτυρία - στην οποία στηρίχθηκε και η αναγνώριση του Κατηγορουμένου - ότι αυτός οδηγούσε χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο προστατευτικό κράνος στο κεφάλι του, κάτι το οποίο, όπως ορθώς παρατήρησε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Επομένως, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και σε ό,τι αφορά την κατηγορία αρ.
- Οι κατηγορίες 2 και 3 αποτελούν απόρροια της οδήγησης από μέρους του Κατηγορουμένου ενόσω ο ίδιος ήταν ηλικίας 16 ετών, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός δεν πληρούσε τo κριτήριο της ελάχιστης ηλικίας που απαιτείται βάσει του άρθρου 6 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (Ν.94(Ι)∕2001) προκειμένου να έχει δικαίωμα να λάβει ή να κατέχει άδεια οδήγησης. και κατ' επέκταση να έχει πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Η ηλικία του Κατηγορουμένου ήταν παραδεκτό γεγονός και συνεπώς δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη της κατηγορίας αρ. 2 και κατ' επέκταση της κατηγορίας
- Τέλος, θα ασχοληθώ με την πρώτη κατηγορία, που είναι και η σοβαρότερη, αφού αφορά στο αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος, κρίνω αναγκαίο να επισημάνω τα εξής׃ "Σε σχέση με την επικίνδυνη οδήγηση, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, απόσπασμα της οποίας παρατέθηκε στην απόφαση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους (fault). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη). Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R.
- Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ΄ όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο." Στην παρούσα υπόθεση, η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ1 σε ό,τι αφορά αυτήν την κατηγορία, αποτελούσε την προσωπική του εκτίμηση ότι κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα «πέραν του ορίου ταχύτητας» (δηλαδή πέραν των 50 ΧΑΩ). Ωστόσο, η μαρτυρία αυτή δεν συνδυάστηκε με τη μαρτυρία περί ύπαρξης κάποιου λάθους από μέρους του οδηγού ή κάποιας παράλειψης η οποία να δημιουργούσε κίνδυνο χρήσης της οδού, ειδικά αν η εν λόγω μαρτυρία κριθεί σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραμέτρους, δηλαδή το ότι το επίδικο συμβάν συνέβηκε σε οδό που χαρακτηρίζεται ως απομονωμένη, η οποία χρησιμοποιείται μόνο από τους κατοίκους των 5 οικιών που βρίσκονται σε αυτήν, ότι η τροχαία κίνηση είναι συνήθως αραιή με συνεπακόλουθο να αναμένεται να είναι πιο μειωμένη ακόμη κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Ως εκ τούτου, κατά την εκτίμησή μου η προσφερθείσα μαρτυρία δεν δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. Άλλο ο υπερβολικός θόρυβος από το εξώστ και άλλο η αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση. Κρίνω σημαντικό να επισημάνω ότι εκ των δύο παραπονούμενων, μόνο ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε οδήγηση της μοτοσικλέτας στον ένα τροχό. Ο ΜΚ1 που φάνηκε να έδωσε την πιο ισχυρή μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν έδωσε τέτοια λεπτομέρεια. Κρίνω, λοιπόν, ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου σε ό,τι αφορά την κατηγορία αρ. 1, γι' αυτό και αθωώνεται και απαλλάσσεται ως προς αυτήν. Τον καλώ, όμως, σε απολογία, για να προβάλει την υπεράσπισή του, σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες αρ. 2, 3, 4, 5 και
- [Το Δικαστήριο εξηγεί τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου]. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο