← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαραλάμπους Ξενοφών κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7921/09, 10 Ιανουαρίου, 2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαραλάμπους Ξενοφών κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7921/09, 10 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7921/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Χαραλάμπους Ξενοφών
  2. Ζαμπακίδης Χρίστος
  3. Κυριάκου Κυριάκος
  4. Αργυροπούλου Χρύσανθος
  5. Σωκράτους Σωκράτης
  6. Αβραάμ Παναγιώτης
  7. Πέτρου Γιαννάκης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου,
  8. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για τους Κατηγορούμενους αρ. 1 - 7: κ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενοι αρ. 1 - 7 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει τις πιο κάτω Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Διεξαγωγή εργασιών σε σχέση με συλλογικά στοιχήματα σε μη αδειούχο υποστατικό, κατά παράβαση των αρ. 2 και 9

(1)(β) του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 2η Κατηγορία: Διεξαγωγή εργασιών σε σχέση με συλλογικά στοιχήματα χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή, κατά παράβαση των αρ. 2 και 9
(1)(α) του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 3η Κατηγορία: Διενέργεια ή αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων επί δελτίων τα οποία δεν είχαν τύχει της προηγούμενης έγκρισης του Υπουργού Οικονομικών, κατά παράβαση των αρ. 2 και 5
(1)
(3)του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 4η Κατηγορία: Διενέργεια ή αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων χωρίς την διατήρηση εγκεκριμένης από τον Υπουργό Οικονομικών ειδικής ταμειακής μηχανής σήμανσης δελτίων στοιχημάτων, κατά παράβαση των αρ. 2 και 5
(2)
(3)του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 5η Κατηγορία: Διενέργεια ή αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων χωρίς την καταχώριση σε καθορισμένο από τον Υπουργό Οικονομικών βιβλίο των λεπτομερειών σχετικά με τα δελτία ή άλλα έγγραφα που τους παραδώθησαν, κατά παράβαση των αρ. 2, 8
(1)
(2)
(5)του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 6η Κατηγορία: Παροχή βοήθειας σε άλλα πρόσωπα να συμμετάσχουν σε παράνομα συλλογικά στοιχήματα, κατά παράβαση των αρ. 2, 4 και 9
(1)(δ)
(2)του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98. 7η Κατηγορία: Διατήρηση οίκους στοιχημάτων κατά παράβαση των αρ. 2, 3
(1)(α) και 15 του Περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμποδίσεως της Κυβείας Νόμου, Κεφ. 151 ως τροποποιήθηκε. Οι Κατηγορούμενοι αρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αντιμετωπίζουν την Κατηγορία της συμμετοχής σε παράνομα συλλογικά στοιχήματα κατά παράβαση των αρ. 2, 4 και 9
(1)(δ) του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμισης και Φόρος) Νόμου 75
(1)/97 και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 102/98, και του αρ. 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για τις προαναφερόμενες Κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τα όσα αυτοί ανέφεραν καταγράφονται αυτολεξεί στα πρακτικά, και δεν κρίνω σκόπιμο για σκοπούς της παρούσης να τα επαναλάβω, αναφορά δε σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας τους θα γίνει πιο κάτω. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Κατηγορούμενους εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε αυτοί να κληθούν σε απολογία, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Δεν υπάρχει, εισηγήθηκε, οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αποδέχτηκε ή ότι οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 - 7 συμμετείχαν σε συλλογικά στοιχήματα, ενώ δεν συνδέθηκαν οι Κατηγορούμενοι με οποιαδήποτε από τα Τεκμήρια που κατατέθησαν προς απόδειξη των Κατηγοριών. Η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, άφησε ουσιαστικά το θέμα στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφωρτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές, και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι γεγονός ότι καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να καθιστά την καταδίκη των Κατηγορούμενων αρ. 1 - 7 μία πραγματική δυνατότητα. Ο περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμος Ν. 75
(1)/97 καθορίζει το συλλογικό στοίχημα στο άρθρο 2 ως: «Συλλογικό στοίχημα σημαίνει οποιοδήποτε είδος στοιχήματος διενεργείται από αριθμό προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό υπό τον όρο ότι - (α) τα κέρδη του κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διενεργεί το στοίχημα με αναφορά στο σύνολο των ποσών που καταβλήθηκαν ή συμφωνήθηκε να καταβληθούν από τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο στοίχημα και στο σύνολο των κερδισάντων, ή (β) τα κέρδη κάθε κερδίσαντα καθορίζονται από το πρόσωπο που διοργανώνει το στοίχημα πριν από τον χρόνο διενέργειας του στοιχήματος με αναφορά στο ποσό που ο κάθε κερδίσας κατέβαλε ή συμφώνησε να καταβάλει για την συμμετοχή του στο στοίχημα και στην καθορισμένη τιμή απόδοσης του συγκεκριμένου στοιχήματος». Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να καταδεικνύει την διεξαγωγή εργασιών σε σχέση με συλλογικά στοιχήματα από τον Κατηγορούμενο αρ. 1, πράγμα που οδηγεί στο ότι δεν καταδείχθηκε συστατικό στοιχείο των Κατηγοριών αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και
  1. Αντιθέτως, ερωτηθείς ο Μ.Κ.1 κατά πόσο είδε οποιοδήποτε από τους Κατηγορούμενους αρ. 2 - 7 να δίνουν οποιοδήποτε κουπόνι στοιχήματος στον Κατηγορούμενο αρ. 1 απάντησε αρνητικά, ενώ δέχτηκε και ότι δεν είδε τον Κατηγορούμενο αρ. 1 να αποδέχεται οποιοδήποτε στοίχημα. Η μαρτυρία την οποία είχε, ανέφερε, στηρίζετο στα παράνομα στοιχήματα που βρέθηκαν στον χώρο. Ο Μ.Κ.3, όμως, ανέφερε ότι τις κόλλες του Τεκμηρίου 5 τις βρήκε απλά στον χώρο, και δεν είδε οποιοδήποτε Κατηγορούμενο να έχει στη κατοχή του τέτοια κόλλα. Σημειώνω περαιτέρω ότι όταν ο Μ.Κ.1 ερωτήθηκε πως συμμετείχε ο Κατηγορούμενος αρ. 2 σε στοίχημα, απάντησε ότι δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε και μπορούσε να αναφέρει συγκεκριμένα πως συμμετείχαν οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 - 7 σε οποιοδήποτε παράνομο στοίχημα. Ούτε και ο Μ.Κ.3 είδε οποιοδήποτε θαμώνα να δίνει λεφτά ή κόλλα με στοίχημα στον Κατηγορούμενο αρ.
  2. Έπεται πως δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων. Οι Κατηγορούμενοι αρ, 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις Κατηγορίες από το στάδιο αυτό. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.