← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικόλας Βοσκός, Αρ. Αγωγής: 15280/11, 13 Ιανουαρίου, 2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικόλας Βοσκός, Αρ. Αγωγής: 15280/11, 13 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 15280/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή Και Νικόλας Βοσκός Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου,

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παφίτης Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την Κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/
  2. Την 26.10.2011, αφού του απαγγέλθηκε η Κατηγορία, παραδέχθηκε ενοχή, και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή και για εξέταση του αιτήματος που είχε κάνει για παροχή νομικής αρωγής. Την 25.11.2011 το προαναφερόμενο αίτημα εγκρίθηκε και διορίστηκε και ο συνήγορος, ενώ παρασχέθηκε περαιτέρω χρόνος για γεγονότα και ποινή. Την 23.12.2011 η πλευρά του Κατηγορούμενου ζήτησε την εξαίρεση του Δικαστηρίου. Την εισήγηση αυτή στήριξε στο ότι ο σύζυγος μου, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής εταιρείας, είχε στο παρελθόν ενάγει τον Κατηγορούμενο, και αποτέλεσμα της αγωγής, ως ανέφερε, ήταν η πτώχευση του Κατηγορούμενου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο δεν αμφισβήτησε ότι το το παρόν Δικαστήριο καμία γνώση των γεγονότων αυτών είχε, αλλά ούτε και γνώριζε τον Κατηγορούμενο, εισηγήθηκε όμως ότι, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος θα στερηθεί του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα διαδίκου σε εκδίκαση από αμερόληπτο και ανεξάρτητο Δικαστήριο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Το ίδιο δικαίωμα έχει αναγνωριστεί και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο αναφέρει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1501, ενστάσεις στην εκδίκαση υπόθεσης από δικαστή εξετάζονται από τον ίδιο τον δικαστή ενώπιον του οποίου η υπόθεση ανάγεται. Στην απόφαση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 εξετάστηκαν οι προεκτάσεις του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος, και αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές». (βλ. επίσης Χριστόδουλος Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 837). Η γνώμη διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά όπως τονίστηκε και στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά
(1998)1 Α.Α.Δ. 706, ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι και δεν δικαιούνται να καθορίζουν την σύνθεση του Δικαστηρίου. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για την μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι «υποκειμενικά δικαιολογημένη» (βλ. Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη (πιο πάνω) και Hauschildt v. Denmark (A 154 para 50
(1989))). Μέσα στα πλαίσια αυτά ο διάδικος που εξαιτείται την εξαίρεση του Δικαστή θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, αφού, όπως αναφέρθηκε στην Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296 (σε μετάφραση): «. αποδοχή αιτήσεων για τον αποκλεισμό δικαστών από τη συμμετοχή τους στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δέσπω Αποστολίδου ν. Κ.Δ.
(2002)3 Α.Α.Δ. 576, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την διαπίστωση προκατάληψης είναι «εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος». Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση: «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Εx p. Pinochet Ugarte (No. 2)
(1999)1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του». Και σε άλλο σημείο στην ίδια απόφαση χαρακτηριστικά αναφέρθη: «....Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: «One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him.» «Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Όπως δε λέχθηκε στην απόφαση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 256, «εκείνο που προέχει είναι η εκτέλεση του δικαστικού καθήκοντος, φυσικά μέσα στο καθιερωμένο νομολογιακό πλαίσιο, μακριά από κάθε λεπτολόγα ευαισθησία του δικαστή». Στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, λέχθηκαν τα εξής: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο.» Όπως δε λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην αίτηση των Κυπριακών Αερογραμμών για άδεια για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari 135/10 ημερομηνίας 21.12.2010: «Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Tekinder Pal ν. Δημοκρατίας και Χρύσω Προκοπίου Κίτα ν. Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 4/2010 και 5/2010, ημερομηνίας 3/12/2010, το Εφετείο με αναφορά στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Hellow (AP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, στην οποία λέχθηκε ότι ο δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερος των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, επανατοποθετεί το κριτήριο ως εξής: "Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο."» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, σημειώνω το εξής παράδοξο: ενώ η πλευρά του Κατηγορούμενου δέχεται ως γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο ούτε γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε γνώση της υπόθεσης που ανέφεραν, εν' τούτοις θεωρούν ότι επειδή οι ίδιοι με πληροφόρησαν περί της ύπαρξης της, αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει και στην εξαίρεση μου από εκδίκαση της υπόθεσης. Έχω καταλήξει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγούσε σε άρνηση εκτέλεσης των καθηκόντων του παρόντος Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι κάποια εταιρεία, της οποίας ο σύζυγος μου υπήρξε διευθυντής, σε άγνωστο σε εμένα χρόνο και για άγνωστο σε εμένα λόγο, ήγειρε αγωγή κατά του Κατηγορούμενου, δεν αρκεί ώστε να δικαιολογήσει την θέση του Κατηγορούμενου ότι το παρόν Δικαστήριο θα επηρεαστεί αρνητικά κατά την κατάληξη του ως προς την αρμόζουσα ποινή. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογημένα δημιουργείται στον Κατηγορούμενο αίσθημα προκατάληψης εναντίον του από το Δικαστήριο αναφορικά με ζήτημα το οποίο δέχεται ότι το Δικαστήριο δεν γνώριζε, αλλά φρόντισε απλά ο ίδιος να θέσει εις γνώση του. Των πιο πάνω δεδομένων κρίνω ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος και εξαίρεση μου από την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης, δεν θα ήταν ορθή υπό τις περιστάσεις. Τυχόν έγκριση τέτοιου αιτήματος θα ισοδυναμούσε με παροχή επιλογής του εκδικάζοντος Δικαστή από τον διάδικο, πράγμα που πρέπει να αποφευχθεί. Αποτελεί υποχρέωση εκάστου Δικαστή να εκδικάζει τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του για εκδίκαση. Το αίτημα απορρίπτεται. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.