← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρος Πασιάς, Υπόθεση. Αρ.: 5999/11, 16 Ιανουαρίου, 2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πέτρος Πασιάς, Υπόθεση. Αρ.: 5999/11, 16 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 5999/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Πέτρος Πασιάς Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ορφανίδης Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία, η οποία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 10.7.2009, στη διασταύρωση της οδού Ιφιγενείας με τη λεωφόρο Ακροπόλεως και την οδό Κορυτσάς στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KND194, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 4028 Α. Ταβέλη (στο εξής, «ο ΜΚ1»), τον παραπονούμενο, Ε∕Α Κωνσταντίνο Κωμοδρόμο (στο εξής, «ο ΜΚ2») και τον Λοχ. 478 Γ. Γεωργιάδη (στο εξής, «ο ΜΚ3»). Παρά το ότι η Κατηγορούσα Αρχή, στις 31.10.2011, πρόσθεσε στον Πίνακα Μαρτύρων τον Δρ. Αλέξανδρο Κρουσιόφσκι του Τμήματος Ορθοπεδικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, τελικά κατά τη δικάσιμη ημερομηνίας 19.12.2011 δήλωσε ότι δεν θα παρουσιάσει τελικά το συγκεκριμένο πρόσωπο ως μάρτυρα. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του Αστ. 4028 Α. Ταβέλη (στο εξής «το Τεκμήριο 1»), η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 18.7.2009 μεταξύ 10:20 και 11:20 (στο εξής «το Τεκμήριο 2»), το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 3»), το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 4»), η γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου ΜΚ2 στις 21.7.2009 (στο εξής «το Τεκμήριο 5») και η γραπτή κατάθεση του ΜΚ3 (στο εξής «το Τεκμήριο 6»). Παρουσιάζοντας τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, ενόσω ο παραπονούμενος (ΜΚ2) επέβαινε μοτοσικλέτας και ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά την επίδικη ημερομηνία στην επίδικη οδό, ο αριστερός μπροστινός τροχός του οχήματος του Κατηγορούμενου, πάτησε το δεξί πόδι του οδηγού της μοτοσικλέτας. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε τέτοιο δυστύχημα και ότι ο παραπονούμενος (ΜΚ2) επινόησε το δυστύχημα επειδή ο Κατηγορούμενος του είχε κάνει παρατήρηση για τη δική του οδηγική συμπεριφορά. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέλυσε τη θέση της ως εξής. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) δεν ήξερε καν σε ποιο σημείο του ποδιού του τον πάτησε ο Κατηγορούμενος. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία για το πώς προσήλθε στο Νοσοκομείο. Δεν υπάρχουν ούτε ακτινογραφίες ούτε ιατρικό πιστοποιητικό. Έλλειψη εκ πρώτης όψεως ουσιαστικής μαρτυρίας. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη μαρτυρία για αμελή οδήγηση. Ενόψει τούτου, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί σ' αυτό το στάδιο και να μην κληθεί σε απολογία. Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί, όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Η παρούσα υπόθεση αφορά, όπως προαναφέρθηκε, στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες αρχές, παρατηρώ, σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που δόθηκε στην παρούσα υπόθεση, τα εξής: (α) O MK1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι δεν εξέτασε τη σκηνή του δυστυχήματος την ώρα που κατ' ισχυρισμό αυτό έγινε. Ο ΜΚ1 δεν ήταν παρών στον Αστυνομικό σταθμό όταν, στις 10.7.2009, αμέσως μετά το ισχυριζόμενο δυστύχημα, ο παραπονούμενος (ΜΚ2) και ο Κατηγορούμενος έφθασαν στον Αστυνομικό σταθμό για να καταθέσουν. ΟΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είχε ευθύνη να δώσει παραπεμπτικό στον ΜΚ2 για να τύχει ιατρικής εξέτασης. Ήταν δικό του θέμα να επισκεπτόταν γιατρό. Ο ΜΚ1 δεν θυμόταν κατά πόσο ο ΜΚ2 επισκέφτηκε γιατρό, αλλά αν το είχε κάνει και ειδικότερα αν εκείνος του έφερνε ιατρικό πιστοποιητικό, τότε ο ΜΚ1 θα το έβαζε στο φάκελο της υπόθεσης. (β) Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο παραπονούμενος (ΜΚ2) είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος είχε σταματήσει στη γραμμή των φώτων τροχαίας επειδή είχε ανάψει κόκκινο. Τα πόδια του τα είχε ακουμπήσει στο έδαφος για στήριξη. Αντιλήφθηκε την επαφή του με το αυτοκίνητο όταν τον πάτησε, περνόντας πάνω από το πόδι του. Το αυτοκίνητο τον πάτησε και προχώρησε. Η άμεση αντίδραση του ΜΚ2 ήταν να προτάξει το δεξί του χέρι για να γνέψει στον Κατηγορούμενο να σταματήσει, διότι διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος ο ίδιος να έχανε την ισορροπία του. Ακολούθως, ζήτησε του Κατηγορούμενου να ανοίξει το παράθυρο του συνοδηγού και τότε του ζήτησε να σταματήσει στα αριστερά της οδού Κοριτσάς. Ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι υπέστη κάκωση το πόδι εξαιτίας του δυστυχήματος. Ότι παραταύτα ο ίδιος μπορούσε να μετακινηθεί, γι' αυτό και συνέχισε να οδηγά τη μοτοσικλέτα του προς την οδό Κοριτσάς, αλλά μετά που έδωσε κατάθεση στον Αστυνομικό σταθμό μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και έδεσαν το πόδι του. Ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι, όταν σταμάτησαν στην οδό Κορυτσάς, ο Κατηγορούμενος του είπε ότι του έπεσε το κινητό, έσκυψε να το πάρει και δεν αντιλήφθηκε ότι το όχημά του κινήθηκε μπροστά. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι όταν πήγαν μαζί με τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό όπου και συνάντησαν τον ΜΚ3, οι δύο τους, δηλαδή ο ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος, συμφωνούσαν ως προς αυτή την εκδοχή των γεγονότων, την οποία έδωσαν προφορικά στην παρουσία και των δυο τους. Ακολούθως, επειδή ανέλαβε ως εξεταστής της υπόθεσης ο ΜΚ1, έδωσαν γραπτή κατάθεση ο καθένας ξεχωριστά στον ΜΚ1 σε άλλη ημερομηνία. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι έδωσε τη γραπτή κατάθεσή του 11 μέρες μετά το δυστύχημα, επειδή του είχε δοθεί άδεια ασθενείας για 10 μέρες. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του ο ΜΚ2 δήλωσε ότι όταν συνέβη το δυστύχημα, ο ίδιος φορούσε προστατευτικό άρβυλο, το οποίο έβγαλε όταν έφθασε στον Αστυνομικό σταθμό και τότε αντιλήφθηκε ότι είχε πρήξιμο στο πόδι του. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι όταν στο Τεκμήριο 5 δήλωνε ότι ο ίδιος είχε σταματήσει πριν τη γραμμή στάσης, στη μέση των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, εννοούσε ότι βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της αριστερής λωρίδας, ότι το όχημα που βροσκόταν στην ίδια λωρίδα με αυτόν ήταν στο ύψος του πισινού τροχού της μοτόρας του και ότι στο ίδιο ύψος στη δεξιά λωρίδα βρισκόταν το όχημα του Κατηγορουμένου. Όταν συνέβη το δυστύχημα, το όχημα του Κατηγορούμενου μετακινήθηκε στην ίδια ευθεία μαζί του. Όταν χτύπησε στο τζάμι του οχήματος του Κατηγορουμένου για να του πει ότι πάτησε το δεξί του πόδι, ο ΜΚ2 είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά κινητό τηλέφωνο με το αριστερό χέρι στο αριστερό αυτί. Είπε, επίσης, αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2, ότι το χτύπημα στο πόδι του από την επαφή με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν στο ύψος των δαχτύλων του. Δεν θυμόταν αν το χτύπημα «έπιασε» όλα τα δάχτυλά του. Παρά το χτύπημά του, ο ΜΚ2 είπε ότι μετακινήθηκε από τη σκηνή του δυστυχήματος επειδή δεν υπήρχαν υλικές ζημιές και για να μην υπάρξει εμπόδιο στην οδική κυκλοφορία. (γ) Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ3 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφερόταν στη γραπτή του κατάθεση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6. Είπε ότι ο παραπονούμενος (ΜΚ2) του έκανε παράπονο ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε πάνω από το πόδι του με ελαφρά ταχύτητα. Ο ίδιος ο ΜΚ3 είδε τον ΜΚ2 να κουτσαίνει ελαφρά, αλλά δεν είδε το πόδι του χωρίς παπούτσι. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 είπε ότι πήγαν στο γραφείο του ταυτόχρονα ο παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος για να του μιλήσουν. Δεν κάλεσε ο ίδιος τον Κατηγορούμενο στο σταθμό. Από μόνος του πήγε στον ΜΚ3 και άρχισε να του λέει τί συνέβηκε. Ο ίδιος είναι υπεύθυνος για την αλλαγή της βάρδιας, γι' αυτό και ανέθεσε την εξέταση της υπόθεσης στο ΜΚ1. Για τον ίδιο λόγο ο ΜΚ3 δεν γνώριζε αν και πότε δόθηκαν οι γραπτές καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Όμως, ο Κατηγορούμενος του είχε πει, όταν ήταν στο γραφείο του, ότι έσκυψε να πάρει το κινητό του. Δεν θυμόταν όμως να του είχε λεχθεί από οποιονδήποτε εκ των δύο εμπλεκομένων ότι ο Κατηγορούμενος μιλούσε στο κινητό. Όπως προανέφερα, δεν είναι ορθό στο παρόν στάδιο να προβώ σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία θα είναι ενώπιόν μου. Κρίνω, όμως, ότι από την πιο πάνω συνοψισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι υπάρχει επαρκής μαρτυρία, όχι αντινομική, σχετική προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων της αμελούς οδήγησης. Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ότι- (α) ο ΜΚ2 ήταν σταματημένος σε σημείο απλά ορατό από το σημείο στο οποίο ήταν σταματημένος ο Κατηγορούμενος, γι' αυτό και ο Κατηγορούμενος όφειλε να είχε λάβει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις όπως ένας μέσος συνετός οδηγός για να μην προκαλέσει δυστύχημα, και (β) υπήρξε έστω και στιγμιαία αβλεψία ή σφάλμα από μέρους του Κατηγορουμένου, επειδή εκείνος έσκυψε για να πιάσει το κινητό του, με αποτέλεσμα να αφεθεί ο μπροστινός αριστερός τροχός του οχήματός του να κυλήσει πάνω από το δεξί πόδι του ΜΚ2. Ως εκ τούτου, καλώ τον Κατηγορούμενο σε απολογία. [Επεξηγούνται τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου.] (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.