Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κομνηνός ΚΟΜΝΗΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13486/11, 23.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13486/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Κομνηνός ΚΟΜΝΗΝΟΥ Ημερομηνία: 23.1.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παπαχρυσοστόμου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή[1], βρέθηκε ένοχος στην ακόλουθη κατηγορία: 1η Κατηγορία: Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000, των περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων (1974 - 1985), Ν.19/74, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 48/85 και τις ΚΔΠ 257/86 και ΚΔΠ 312/
- Τα γεγονότα, ως φαίνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του Κατηγορητηρίου, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος την 12/6/2010, στη Λεωφ. Γρίβα Διγενή, στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWW017 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Όπως ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η ώρα καταγγελίας ήταν 9:25 π.μ. Όπως, επίσης ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει συσσωρευμένους 18 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγχρόνως με την πιο πάνω υπόθεση, και μια άλλη, αλλά παρόμοια, κατηγορία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας, στην υπόθεση 8207/
- Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε από το Δικαστήριο όπως κατά την επιβολή ποινής στην υπόθεση 13486/11 ληφθεί υπόψη και η 8207/
- Οι λεπτομέρειες του αδικήματος στην υπόθεση 8207/11 είναι ως εξής. Ο Κατηγορούμενος, την 15/7/2009, στο δρόμο Κοκκινοτριμιθιάς - Αστρομερίτη, παρά το Ακάκι, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVE911 με ταχύτητα 86 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Κατόπιν σχετικής ερώτησης του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε ότι η ώρα καταγγελίας ήταν «00׃19». Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος στην κυρίως υπόθεση (13486/11), προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, το Δικαστήριο ζήτησε από το συνήγορο του Κατηγορουμένου να αναφέρει κατά πόσον είναι έτοιμος να εκθέσει πλήρη εικόνα των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών του Κατηγορουμένου. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο θα προχωρούσε στο να ζητήσει την ετοιμασία έκθεσης από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου δήλωσε ότι μπορούσε να παραθέσει ο ίδιος τα σχετικά στοιχεία προς ενημέρωση του Δικαστηρίου, κάτι που πράγματι έπραξε στην παρουσία του Κατηγορουμένου. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αυτός ανέφερε και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. «Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 46 ετών. Κατέχει άδεια οδηγού εδώ και 28 χρόνια. Είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Αυτό το στοιχείο είναι πολύ σημαντικό γιατί είναι ενδειχτικό του γενικού τρόπου με τον οποίο ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι επαγγελματίας φωτογράφος. Διατηρεί δικό του γραφείο. Ευτυχώς για τον ίδιο, ο όγκος εργασίας του είναι «τεράστιος» με όλη τη σημασία της λέξης. Ανά το παγκύπριο, επι εβδομαδιαίας βάσεως βρίσκεται σε φωτογραφήσεις γάμων ή δεξιώσεων και ως εκ τούτου διανύει πολύ μεγαλύτερο αριθμό χιλιομέτρων από το μέσο οδηγό. Και οι ώρες κατά τις οποίες καλείται να δουλέψει είναι αλλοπρόσαλλες και επικίνδυνες λόγω των γενικών συνθηκών του επαγγέλματος. Ο Κατηγορούμενος αναπόφευκτα συσσώρευσε αυτόν τον μεγάλο αριθμό βαθμών ποινής, εφόσον διανύει τεράστιες αποστάσεις οδηγώντας. Είναι λογικό κάποια στιγμή ν'αφαιρεθεί και να διαπράξει κάποια παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Εξαιρώ το συγκεκριμένο περιστατικό. Η υπέρβαση εκείνη δεν εμπίπτει μέσα στη γενική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και αποδεικνύεται από μόνο του ότι τόσα χρόνια δεν έχει διαπράξει αδίκημα τέτοιας υπέρβασης. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία, πολύ προσωπικό πρόβλημα του Κατηγορουμένου τον ανάγκασε να δείξει τέτοια βιασύνη για να το αντιμετωπίσει, αφαιρέθηκε και έκανε την υπέρβαση. Οι οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου είναι πολύ καλές. Πρόκειται για πολύ επιτυχημένο επιχειρηματία. Απόρροια της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, ο μεγάλος αριθμός βαθμών ποινής. Είναι νυμφευμένος και έχει 1 τέκνο, 16 ετών. Θεωρώ δικαιολογημένο για το Δικαστήριο να προχωρήσει σε στέρηση άδειας για να αντιληφθεί και ο Κατηγορούμενος ότι οφείλει να είναι πιο προσεκτικός. Παράκλησή μου είναι η χρονική διάρκεια της στέρησης να είναι στη χαμηλή κλίμακα για τους λόγους που έχω προαναφέρει.». Το Δικαστήριο, απευθυνόμενο προς τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ενημερωθεί σε ποια αδικήματα αφορούσαν οι 18 βαθμοί ποινής που συσσωρεύθηκαν στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου και αν υπάρχουν βαθμοί ποινής που να λήγουν σύντομα. Διαφάνηκε ότι οι πλείστοι βαθμοί αφορούσαν σε υπερβολική ταχύτητα και σε δύο με τρεις περιπτώσεις για οδήγηση χωρίς να φέρει στερεά προσδεδεμένο προστατευτικό κράνος. Δεν λήγουν οποιοιδήποτε βαθμοί ποινής εντός του τρέχοντος έτους. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Α. Οι προβλεπόμενες στη νομοθεσία ποινές Το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/72)προβλέπει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €1708 ή και τις δύο ποινές. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 19 του Ν.86/72, οποιοδήποτε Δικαστήριο, οποτεδήποτε εκδώσει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, δύναται να αποστερήσει τον καταδικασθέντα από την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για τέτοιο χρονικό διάστημα, όπως το Δικαστήριο «ήθελε κατά το δοκούν εκάστοτε αποφασίσει». Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου, το Δικαστήριο μπορεί βάσει των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 20Α να επιβάλει από 3 μέχρι 6 βαθμούς ποινής, για παράβαση ανωτάτου ορίου ταχύτητας πάνω από 50% του επιτρεπόμενου. Σύμφωνα με το εδάφιο
(7)του άρθρου 20Α, Δικαστήριο το οποίο καταδικάζει πρόσωπο για αδίκημα για το οποίο δύναται να επιβάλει βαθμούς ποινής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(1), και το οποίο διαπιστώνει ότι το πρόσωπο αυτό έχει συσσωρεύσει στην άδεια οδήγησης του μέχρι την ημέρα της εκδίκασης του αδικήματος και κατά τη διάρκεια των τριών ετών πριν από αυτή δώδεκα ή περισσότερους βαθμούς ποινής, περιλαμβανομένων και των τυχόν βαθμών ποινής για το εκδικαζόμενο αδίκημα, έχει εξουσία, επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή, να διατάξει όπως το καταδικασθέν πρόσωπο στερηθεί του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης για χρονική διάρκεια η οποία δεν υπερβαίνει την ανώτατη χρονική περίοδο που καθορίζεται στο εδάφιο
(8). Σύμφωνα με το εδάφιο
(8)του άρθρου 20Α, για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου, ανώτατη χρονική περίοδος στέρησης είναι׃ (α) έξι μήνες, αν ο καταδικασθείς δεν έχει στερηθεί κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγού κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν από τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή, (β) δώδεκα μήνες, αν κατά την περίοδο πέντε ετών πριν από τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή, ο καταδικασθείς στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτήσει άδεια οδήγησης κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν το διάταγμα εκδόθηκε ως συνέπεια συγκέντρωσης βαθμών ποινής ή άλλως πως. Σύμφωνα με το εδάφιο
(9)του άρθρου 20Α, όταν πρόσωπο καταδικάζεται για αδίκημα αναγραφόμενο στον Πίνακα (του εδαφίου 2), το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία του αρχείου [κεντρικού αρχείου βαθμών ποινής] που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του παρόντος άρθρου που αφορούν τον κατηγορούμενο, τα οποία θα συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, με βάση το εδάφιο
(11)του άρθρου 20Α, στέρηση της άδειας οδηγού δυνάμει του άρθρου 19 δεν επηρεάζει τη συσσώρευση βαθμών ποινής που έχουν επιβληθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, ενώ αντίθετα οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής διαγράφονται, αν η στέρηση της άδειας έγινε δυνάμει του εδαφίου
(7)πιο πάνω. Β. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή της ποινής. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρή. H σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στο σχετικό Νόμο ποινές. Πέραν τούτου, όμως, η σοβαρότητα του αδικήματος οφείλεται και στην ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης. Στις πλείστες των περιπτώσεων, η υπερβολική ταχύτητα αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Αντλώ δικαστική γνώση από το μεγάλο αριθμό όμοιων υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τονίζοντας, όμως, ότι η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 50ΧΑΩ που σημειώθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι η μεγαλύτερη που τέθηκε μέχρις στιγμής ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Εφόσον ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα σχεδόν τριπλάσια της επιτρεπτής, δηλαδή το ότι οδηγούσε με ταχύτητα 138 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, θα πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή ανάλογη του μεγέθους της υπέρβασης αυτής και της σοβαρότητας των συνθηκών που την περιβάλλουν. Το ότι η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος αποτελεί προδιαγραφή συνταγματικά θεμελιωμένη. Όπως εξηγεί ο ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, Γ. Πικής, στο Σύγγραμμά του, Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, Sentencing Revisisted, 2007, στη σελίδα 245, «In speeding offences, i.e. offences involving driving above the speed limit, the excess is not the only criterion for punishment; the court must examine the implications of exceeding the speed limit in the context of the circumstances of each case, especially the nature and extent of the danger created on the road by transgressing the permitted speed limit.». Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε- · πρώτον, με επίπεδο υπέρβασης της τάξεως του 176% (88/50), · δεύτερον, εντός κατοικημένης περιοχής, · τρίτον, κατά τη διάρκεια της ημέρας (ώρα 9:25), και · τέταρτον, σε κεντρική οδό της πόλης, η οποία ρυθμίζεται σε πυκνά διαστήματα με φώτα τροχαίας. Όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχουν διαπραχθεί. Αποδεικνύουν ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η η οδηγική συμπεριφορά από πλευράς του Κατηγορουμένου ήταν εγωιστική, αντικοινωνική και επικίνδυνη. Ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα τροχαία ατυχήματα που έχουν ως αφετηρία ή αιτία την ιλιγγιώδη ταχύτητα, το Δικαστήριο οφείλει να στείλει το μήνυμα μέσω της ποινής που θα επιβάλει ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η νομολογία επιβάλλει όπως επιβληθεί αποτρεπτική ποινή. Η επιβολή ποινής αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και, από την άλλη, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η εξατομίκευση, όμως, της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Ποινική Έφεση αρ.5959, Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη ότι η ποινή δεν είναι ορθό να επιλέγεται σε συνάρτηση αποκλειστικά με την ευχέρεια του παραβάτη να ανταποκριθεί σε αυτή. Δεν είναι παραδεκτή η επιβολή ποινής άλλης μορφής και μάλιστα εξ αντικειμένου σοβαρότερης από εκείνη η οποία ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις του αδικήματος, ώστε να καταστεί ευχερής η αντιμετώπισή της από τον Κατηγορούμενο (βλ. την προμνησθείσα υπόθεση Κόκκινος). Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (Eleni Evagorou v Police
(12971)2 CLR). Υπό το φως των πιο πάνω νομολογημένων αρχών, θα εξετάσω- · πρώτον, αν θα ήταν κατάλληλο να επιβάλω στην παρούσα υπόθεση ποινή στερητική της προσωπικής ελευθερίας του Κατηγορουμένου, που είναι και η σοβαρότερη ποινή την οποία το Δικαστήριο έχει - δυνάμει του σχετικού Νόμου - εξουσία να επιβάλει ή αν είναι καταλληλότερη η επιβολή χρηματικής ποινής, και · δεύτερον, κατά πόσον δικαιολογείται η επιβολή της μέγιστης προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής. Όπως επεξηγείται στο προμνησθέν Σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», στη σελίδα 34, η πρώτη ερώτηση που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, αφού αυτή αποτελεί το ύστατο μέτρο στο οποίο ένα Δικαστήριο θα πρέπει να καταφεύγει (a measure of last resort). Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιλογή ποινής φυλάκισης σε υπόθεση όπου η υπερβολική ταχύτητα συνδεόταν και με άλλες συνθήκες, όπως για παράδειγμα την οδήγηση χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οχήματος, χωρίς άδεια οδηγού και ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου (Ποινική Έφεση 187/2005, απόφαση ημερομηνίας 27.5.2005, HUSEYIN TOPALOGLULARI
(2005)2 ΑΑΔ 478). H σοβαρότητα του αδικήματος έχει ήδη περιγραφεί πιο πάνω. Συναρτάται σε μείζονα βαθμό με το μέγεθος της υπέρβασης, τον χρόνο και τόπο διάπραξης του αδικήματος, και με τον κίνδυνο που δημιουργούσε για τους άλλους χρήστες της οδού, αλλά δεν συντρέχουν άλλες επιβαρυντικές συνθήκες όπως μη ύπαρξη άδειας οδηγού ή ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου ή πρόκλησης δυστυχήματος, κλπ. Έχω εξετάσει, πέραν από την παράμετρο της σοβαρότητας του αδικήματος, την παράμετρο της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορουμένου στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, δηλαδή από 12.6.2010 που διαπράχθηκε το υπό εκδίκαση αδίκημα μέχρι σήμερα. Μου αναφέρθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι από τους 18 βαθμούς ποινής που είναι συσσωρευμένοι στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου, 14 επιβλήθηκαν μετά την ημερομηνία τέλεσης του πιο πάνω αδικήματος. Επομένως, η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου σε ό,τι αφορά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας είναι συνεχής. Η απουσία μεταμέλειας από πλευράς του Κατηγορουμένου εκφράζεται μέσω των βαθμών ποινής που ο Κατηγορούμενος συσσώρευσε μετά την τέλεση του αδικήματος. Ωστόσο, όπως η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δηλαδή δεν έχει οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη για ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, δεν έχει αναφερθεί να είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του κατά την τελευταία πενταετία πριν από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ούτε υπέστη στέρηση άδειας οδηγού μετά από το εν λόγω αδίκημα. Η στέρηση της άδειας οδηγού επιβάλλεται συνήθως ως μέτρο που στοχεύει να δώσει στον παραβάτη μια ύστατη ευκαιρία για να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά. Το μέτρο αυτό υπενθυμίζει στον παραβάτη ότι η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Αντωνίου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299). Όπως υποδεικνύεται στην Louroutziatis v Republic
(1983)2 CLR 125, 128, "disqualification serves to emphasize that driving is not an inherent right, but a right exercised on licence that may be withheld in the face of abuse of the qualified right. The continued exercise of the right is subject to the condition inherent in the licence to observe traffic rules and regulations, as well as the rights of other users of the road". Η συστηματική παραβίαση των διατάξεων του Νόμου καθιστούν τη στέρηση άδειας οδηγού όχι μόνο επιτρεπτή, αλλά επιβεβλημένη (Μιχαήλ Σαρίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Το ότι το πρόσωπο που αποστερείται του δικαιώματος οδήγησης είναι επαγγελματίας οδηγός ή χρειάζεται καθημερινά την άδειά του στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματός του είναι στοιχείο που επιμετράται κατά την επιμέτρηση του εύρους της περιόδου στέρησης της άδειας (αναγνωρίζοντας ότι το μέτρο αυτό αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής), αλλά δεν αποκλείει την επιβολή του μέτρου στέρησης της άδειας (βλ., μεταξύ άλλων, την Ελευθέριος Ελευθερίου ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300, την Γ.Ε. ν Αντώνη Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 518 και τη Νικόλαος Νικοδήμου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 153/2010, απόφαση ημερομηνίας 2.2.2011). Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι, εφόσον δεν φαίνεται να επιβλήθηκε μέχρι στιγμής στον Κατηγορούμενο στέρηση της άδειας οδηγού του (και παρά το ότι αυτό δεν αποτελεί απόλυτα αναγκαία προϋπόθεση για να προχωρήσει ένα Δικαστήριο σε επιβολή ποινής φυλάκισης - βλ. την προμνησθείσα απόφαση HUSEYIN TOPALOGLULARI
(2005)2 ΑΑΔ 478), κρίνω ότι στην περίπτωση του Κατηγορουμένου δεν έχουν εξαντληθεί υπό τις περιστάσεις όλα τα πρόσφορα μέτρα τιμωρίας προτού το Δικαστήριο επιλέξει να του επιβάλει ποινή φυλάκισης, δηλαδή ποινή στερητική της προσωπικής του ελευθερίας. Είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προτιμότερο υπό τις περιστάσεις να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο υψηλή χρηματική ποινή, ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, σε συνδυασμό με την αρμόζουσα περίοδο στέρησης της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου. Δεν θα ήταν ορθό από πλευράς του Δικαστηρίου να επιβάλει έστω μικρή σε κλίμακα ποινή φυλάκισης σε συνδυασμό με χρηματική ποινή. Όπως επεξηγείται στο προμνησθέν Σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», τέτοιος συνδυασμός ποινών είναι ορθό να επιβάλλεται εκεί όπου η φυλάκιση αποτελεί την πρέπουσα ποινή, ενώ το πρόστιμο αποβλέπει στο να αποστερηθεί ο παραβάτης των παράνομων καρπών του αδικήματός του. Προχωρώ, λοιπόν, στο να εξετάσω ποιο το πρέπον μέγεθος της χρηματικής ποινής και της περιόδου στέρησης της άδειας οδηγού υπό τις συνθήκες του συγκεκριμένου αδικήματος και του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως αναφέρθηκε στη Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, το μέγιστος ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Στην υπόθεση Κακουρής ν Αστυνομίας
(1973)8 J.S.C. 887, υποδείχθηκε ότι το ανώτατο όριο ποινής δικαιολογείται μόνον όταν κάθε ελπίδα για την αναμόρφωση του παραβάτη και προστασία της κοινωνίας από τις πράξεις του με την επιβολή μικρότερης ποινής από το ανώτατο όριο έχει απωλεσθεί. Το μέγεθος της ποινής πρέπει να καταδεικνύει την ανάγκη για μελλοντική αποτροπή διαπράξεως παρόμοιων αδικημάτων, χωρίς να καθίσταται συντριπτικό για τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος είναι ώριμης ηλικίας και οικογενειάρχης. Λευκού ποινικού μητρώου αλλά με συχνές παραβάσεις των Νόμων και Κανονισμών σε ό,τι αφορά τροχαία αδικήματα. Η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται προκύπτει από το Αρχείο στο οποίο καταγράφονται μέχρι στιγμής 18 βαθμοί ποινής, εκ των οποίων επαναλαμβάνω ότι 14 σωρεύθηκαν μετά την τέλεση του υπό εκδίκαση αδικήματος. Η ανάγκη αποτρεπτικής ποινής η οποία να αντανακλά στη σοβαρότητα του αδικήματος και στο προφίλ του Κατηγορουμένου ως οδηγού είναι πρόδηλη. Είναι τέτοια, κατά την κρίση μου, η περίπτωση που καθίσταται επιβεβλημένη ποινή μεγέθους που να αγγίζει τα όρια του μέγιστου επιτρεπτού. Επιβάλλω, λοιπόν, χρηματική ποινή ύψους €1500. Να καταβληθεί άμεσα το ποσό των €500. Κρίνω, επίσης, ότι είναι πρέπον όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 19 του Ν.86/72 για να στερήσω το δικαίωμα του Κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 11 μηνών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή από 24.1.2012 μέχρι και 24.12.2012) λόγω της σοβαρότητας του υπό εκδίκαση αδικήματος στην 13486/11 λαμβάνοντας επίσης υπόψη το αδίκημα στην υπόθεση 8207/11 και το προφίλ του Κατηγορουμένου ως οδηγού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 20Α
(2), το υπό εκδίκαση αδίκημα χωρεί 6 βαθμών ποινής τους οποίους και επιβάλλω. Συσωρεύονται, επομένως, 24 βαθμοί ποινής στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι είναι επίσης επιτρεπτό όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 20Α
(7)και
(8)(α) του Ν.86/72, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 και επιπρόσθετα οποιασδήποτε άλλης ποινής, προκειμένου να διατάξω τη στέρηση της άδειας του Κατηγορουμένου λόγω συσσώρευσης βαθμών ποινής, για περίοδο 6 μηνών, η έναρξη της οποίας να συντρέχει με την έναρξη της περιόδου στέρησης άδειας που επέβαλα δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.86/72. Στη λήξη της συνολικής περιόδου στέρησης (δηλαδή από 25.12.2012), οι βαθμοί ποινής που έχουν συσσωρευθεί μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης να διαγραφούν. Κατά την επιμέτρηση του εύρους της περιόδου στέρησης, έλαβα υπόψη την αναγκαιότητα της άδειας οδηγού στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριοποίησης του Κατηγορουμένου. Κρίνω, όμως, αναγκαίο να σημειώσω ότι η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τον υψηλό κίνδυνο που δημιουργεί η οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα στο δρόμο, δεν δικαιολογεί χαριστική μεταχείριση οποιουδήποτε οδηγού, ανεξαρτήτως της σημασίας που έχει για τον ίδιο το επίκτητο, ως προαναφέρθηκε, δικαίωμα κατοχής άδειας οδηγού. Ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί παρά να αισθανθεί την απώλεια του εν λόγω δικαιώματος για χάριν αναμόρφωσης της μελλοντικής οδικής συμπεριφοράς του. Δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα από την παρούσα δικαστική διαδικασία, και ως εκ τούτου δεν εκδίδεται οποιαδήποτε οδηγία για έξοδα. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Κατηγορούμενος δήλωσε αρχικά μη παραδοχή, αλλά προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία ζήτησε άδεια για αλλαγή απάντησης και αφού επανακατηγορήθηκε δήλωσε παραδοχή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο