Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. BOYKO VENCHARSKI, Αρ. Υπόθεσης: 38824/11, 25 Ιανουρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 38824/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - BOYKO VENCHARSKI Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιανουρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: [χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως] O Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε׃ (α) απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 και τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 312/07∙ (β) αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07∙ (γ) παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(δ) της ΚΔΠ 189/08, τους Ν.80(Ι)/2000, 243(Ι)/04, 270(Ι)/04, 166/87 και την ΚΔΠ312/
- Ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή στην κατηγορία αρ. 3, ενώ δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες αρ.1 και 2, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η 1η κατηγορία επί του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 13.3.2011, στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους μεταξύ 28 - 29χλμ της Επαρχίας Λευκωσίας ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΚΕ454 και του ζητήθηκε από τον Αστ.3029 Η. Ηλία να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσον βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η 2η κατηγορία επί του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η 3η κατηγορία επί του Κατηγορητηρίου, για την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή, αυτός κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία και ενόσω οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμανση που χαράκτηκε από την αρμόδια αρχή στην πιο πάνω οδό, δηλαδή παραβίασε συνεχή άσπρη γραμμή. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ.3029 Η. Ηλία (στο εξής «ο ΜΚ1») και τον Αστ.3082 Κ. Παναγίδη (στο εξής «ο ΜΚ2»). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ΜΚ1 κατατέθηκαν ως τεκμήρια η γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο 1) και η απόδειξη του τελικού ελέγχου εκπνοής του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ΜΚ2, κατατέθηκε η δική του γραπτή κατάθεση σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, η Γραπτή κατάθεση του Αστ.1624 Σάββα Πολυκάρπου, δηλαδή του ΜΚ4 επί του Κατηγορητηρίου. Η ΜΚ2 επί του Κατηγορητηρίου, κα. Τζίνα Χαραλάμπους ήταν η διερμηνέας στο στάδιο της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου. Δεν κρίθηκε αναγκαία η κλήση της στο Δικαστήριο. Στη γραπτή του κατάθεση ο ΜΚ1 ανέφερε ότι την 13.3.2011, ο ίδιος ήταν καθήκον στην περιοχή Αστρομερίτη. Ενώ οδηγούσε το περιπολικό κατά μήκος του κυρίου δρόμου Τροόδους Λευκωσίας γ'υρω στις 18׃20 παρά το εργοστάσιο ΣΕΒΕΓΕΠ με κατεύθυνση προς Αστρομερίτη, ο ΜΚ1 αντελήφθηκε ένα όχημα να τον προσπερνά με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον ίδιο, να προσπερνά ακόμη τρία αυτοκίνητα που ήταν μπροστά από το ΜΚ1, να παραβιάζει την άσπρη συνεχή γραμμή, αναγκάζοντας όχημα που ερχόταν εξ' αντιθέτου να κατευθύνεται στο αριστερό παγκέτο σύμφωνα με την πορεία του για να αποφύγει τη σύγκρουση.μετωπικά με το όχημα του Κατηγορουμένου, του οποίου το όχημα οδηγείτο ζικ - ζακ. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι ακολούθησε και σταμάτησε, μετά από κατάλληλο σήμα, το όχημα του Κατηγορούμενου σε απόσταση 800 μέτρων από το σημείο όπου έκαμε τα αδικήματα. Έλαβε την άδεια οδηγού του και διαπίστωσε τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Πρόσεξε ότι στο όχημα του Κατηγορουμένου επέβαινε και ο MARINOL KIRILOV από τη Βουλγαρία. Και οι δύο ήταν ατιμέλητοι. Λόγω του ότι το μέτωπο του Κατηγορουμένου ήταν ιδρωμένο, τα μάτια του κόκκινα και μύριζε η εκπνοή του, ο ΜΚ1 έκρινε ότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ. Κατά την προκαταρκτική εξέταση που έγινε στις 18׃30, δόθηκε ένδειξη 78mg αντί 22mg. Πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, απάντησε «Θέλω να πάω σπίτι μου» και αμέσως άρχισε να αντιδρά και να μην συνεργάζεται. Με τη βοήθεια του συναδέλφου του Ε/Α 5694, που ήταν μαζί του, ο ΜΚ1 έβαλε χειροπέδες στον Κατηγορούμενο, τον πέρασε στο περιπολικό κα τον μετέφερε στον Αστ. Σταθμό Αστρομερίτη για τελική εξέταση άλκοτεστ. Εκεί ο ΜΚ1 του αφαίρεσε τις χειροπέδες και η ώρα 18׃50 τον υπέβαλε σε τελική εξέταση εκπνοής με χρήση της συσκευής CO642 που ήταν εγκατεστημένη στον εν λόγω σταθμό, αφού προηγουμένως του εξήγησε τα αδικήματα και τις υποχρεώσεις του. Το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης ήταν "Insufficient breadth". Τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα και αφού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Θέλω να πιω νερό και να πάω toilet». Στις 19׃15, ο ΜΚ1 επέδωσε γραπτώς στον Κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα, δηλαδή στα βουλγάρικα, τα δικαιώματα που έχει ως συλληφθέντας, τα οποία και υπέγραψε. Ο ΜΚ1 υπέγραψε το έντυπο της τελικής εξέτασης και το παρέδωσε στο συλληφθέντα. Η ώρα 19׃30 ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον συλληφθέντα ότι θα καταγγελθεί και εκείνος απάντησε «Εμείς εν εκάμαμε κανένα πρόβλημα». Το όχημα του Κατηγορουμένου μεταφέρθηκε με ασφάλεια στον Αστυνομικό σταθμό Αστρομερίτη όπου κλειδώθηκε και τα κλειδιά του παρέλαβε ο ΜΚ
- Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε προηγουμένως τα προσωπικά του αντικείμενα από το αυτοκίνητό του. Η απάντηση του Κατηγορουμένου στις γραπτές κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν όπως αυτές εκτίθενται στο Τεκμήριο 4, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Τη στιγμή που μπήκα να προσπεράσω δεν ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι. Συμφωνώ ότι είχα πιει μια μπύρα αλλά μπορούσα να οδηγήσω. Φύσησα στη μηχανή αλλά αυτή δεν έδειξε κάτι». Συνεχίζοντας επί της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ1 δήλωσε ότι αναγνώριζε τον Κατηγορούμενο. Ερωτήθηκε σχετικά και απάντησε ότι η συνεννόησή του με τον Κατηγορούμενο γινόταν στα ελληνικά. Είπε ότι δεν ήταν μόνος του στο καθήκον. Ο άλλος συνάδελφός του τον βοήθησε στη σύλληψη του Κατηγορούμενου, αλλά ήταν ο ίδιος που χειρίστηκε τη συσκευή ελέγχου εκπνοής καθ'ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής τέτοιων συσκευών. Επεξήγησε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν είχαν φορητή συσκευή ελέγχου εκπνοής άλκοτεστ, γι' αυτό και πήραν τον Κατηγορούμενο στον Αστ. Σταθμό. Σε ό,τι αφορά την αποφυγή από πλευράς του Κατηγορουμένου να δώσει επαρκές δείγμα, ο ΜΚ1 είπε ότι ο Κατηγορούμενος την πρώτη φορά φύσησε χωρίς να δώσει δείγμα. Μετά δεν προσπάθησε καθόλου. Δεν εσυνεργάζετο μαζί τους. Ο ΜΚ1 περιέγραψε εν τάχει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος έλεγξε κατά πόσον η συσκευή λειτουργούσε ορθά προτού υποβάλει τον Κατηγορούμενο στον τελικό έλεγχο εκπνοής. Ο Κατηγορούμενος αρχίζοντας την αντεξέταση του ΜΚ1, ισχυρίστηκε ότι όταν ο ΜΚ1 τον έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο άρχισε να τον κτυπά και ο ΜΚ1 απάντησε ότι στην καριέρα του ο ίδιος δεν χτύπησε ποτέ κανένα. Συνέχισε την αντεξέταση ο Κατηγορούμενος υποβάλλοντας στον Αστυνομικό ότι και όταν ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό ο ΜΚ1 τον κλωτσούσε στο πόδι και του έλεγε να μην μιλά. Η απάντηση του ΜΚ1 επί τούτου ήταν ότι με πάσα ειλικρίνεια δηλώνει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι χρησιμοποίησαν όση «βία» χρειαζόταν προκειμένου να μπορέσουν να συλλάβουν τον Κατηγορούμενο επειδή δεν συνεργαζόταν. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι ουδείς άλλος τον κτυπούσε׃ μόνο ο ΜΚ
- Ο ΜΚ1 και πάλιν αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό, αναφέροντας ότι ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού τότε. Επανέλαβε ο Κατηγορούμενος τη θέση του ότι μόνο ο ΜΚ1 τον κτυπούσε και ισχυρίστηκε ότι όταν έδωσε το προκαταρκτικό δείγμα, τον συνέλαβαν χωρίς να του πουν τίποτε προηγουμένως και τον έβαλαν μέσα στο περιπολικό και τον χτυπούσαν. Ο ΜΚ1 παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του ότι όλα έγιναν σύμφωνα με το Νόμο και ότι επειδή ο Κατηγορούμενος, σε αντίθεση με το συνοδηγό του, δεν συνεργαζόταν, του πέρασαν χειροπέδες. Δεδομένης της πιο πάνω ροής της αντεξέτασης του ΜΚ1, όταν αυθημερόν παρουσιάστηκ ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 , ο οποίος, όπως αναφερόταν στη γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο 3), ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο την επομένη της σύλληψής του (14.3.2011) για τα αδικήματα που διέπραξε, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής τον ρώτησε: «Σας είχε κάνει οποιοδήποτε παράπονο ο Κατηγορούμενος ότι κτυπήθηκε από τον Αστ. 3029 Η. Ηλία;». Ο ΜΚ2 απάντησε αρνητικά («Όχι»). Ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την απάντησή του αυτή, αφού επέλεξε να μην προβεί σε αντεξέταση του ΜΚ
- Με το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή στη βάση της προμνησθείσας μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος δεν υπέβαλε οποιαδήποτε εισήγηση σε σχέση με το εκ πρώτης όψεως. Το Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως και εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε, ως είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ανέφερε τα εξής׃ «Οδηγούσα στο δρόμο και προσπέρασα ένα δύο αυτοκίνητα. Μετά εισήλθα στη λωρίδα μου. Μετά είδα ένα αστυνομικό αυτοκίνητο που με προσπέρασε στα δεξιά, οδηγούσε ακριβώς δίπλα μου, και με ανοικτό το παράθυρο μου έκαναν σήμα να σταματήσω. Μετά σταμάτησαν ακριβώς μπροστά μου και εγώ σταμάτησα εκτός του δρόμου στα αριστερά. Με έβγαλαν από το αυτοκίνητο, με έβαλαν να σκύψω μπροστά από το καπό και μου φόρεσαν χειροπέδες. Μιλούσαν κάτι, αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Μετά με έβαλαν στο περιπολικό. Ο φίλος μου που ήταν μαζί μου, έμεινε στο αυτοκίνητό μου και ένας από τους αστυνομικούς το οδήγησε στο Σταθμό. Ενώ βρισκόμουν στο Σταθμό, ο ΜΚ1 με χτυπούσε και μου έλεγε κάτι που εγώ δεν καταλάβαινα. Ο ίδιος και μόνο αυτός στο σταθμό με κλωτσούσε συνέχεια στα πόδια. Υπήρχαν και άλλοι εκεί αστυνομικοί που είδαν τη σκηνή και δεν ξέρω γιατί δεν ήρθαν εδώ για να μαρτυρήσουν και εκείνοι. Όσον αφορά την 1η κατηγορία, φύσηξα όσο μπορούσα, μου είπε «φύσα» και «φύσησα». Για τη 2η κατηγορία, δεν θεωρώ ότι οδηγούσα επικίνδυνα. Προσπέρασα, αλλά όχι επικίνδυνα. Το αυτοκίνητο μπροστά μου πήγαινε πολύ αργά, με 30 ΧΑΩ. Δεν πρόσεξα ότι υπήρχε άσπρη γραμμή. Γι' αυτό, εντάξει, φταίω.» Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 απάντησε ότι είναι στην Κύπρο τα τελευταία 4 χρόνια. Εργάζεται στην εταιρεία Metalco, της οποίας ο ιδιοκτήτης είναι Κύπριος. Ερωτήθηκε πώς συνεννοάται με αυτόν και απάντησε ότι έμαθε τις λέξεις που χρειάζεται να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της δουλειάς του, αφού καταλάβει λίγα ελληνικά. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα αν ο ίδιος είναι σε θέση να καταλάβει καθώς και να χρησιμοποιήσει μία προς μία τις φράσεις που αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 ως απαντήσεις που δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο και ο Κατηγορούμενος δεν το αρνήθηκε. Απάντησε συγκεκριμένα στη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ως εξής׃ «Ναι. Αυτά τα είπα. Όμως εγώ ήμουν σε ένα διάδρομο στην Αστυνομία. Καθόμουν σε ένα σκαμνί. Και τότε είπα ότι θέλω να πάω τουαλέτα. Κανένας δεν μου εξήγησε τίποτε. Και την επόμενη μέρα με κάλεσαν ξανά και έφεραν διερμηνέα.». Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι επειδή ήταν μεθυσμένος δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του. Αυτός το αρνήθηκε και είπε «Τα έβλεπα όλα καθαρά.» Απαντώντας στην υποβολή ότι το προσπέρασμά του ήταν επικίνδυνο, ο Κατηγορούμενος το αρνήθηκε και απάντησε «Υπολόγισα, προσπέρασα και ξαναμπήκα στη λωρίδα μου». Αρνήθηκε εκ νέου την υποβολή ότι απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής, απαντώντας ότι φύσηξε. Πριν το επίδικο συμβάν, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι ήταν στο Τρόοδος με τους φίλους του για περίπατο και είχε φάει μεζέ και 2 μικρές μπύρες για όλη τη μέρα. Ο Κατηγορούμενος παρουσίασε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, ο οποίος δήλωσε ότι το όνομά του ήταν Christo Marinov. Επανέλαβε ουσιαστικά την ίδια εκδοχή γεγονότων με εκείνη που παρουσίασε σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία ο Κατηγορούμενος. Κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν είπε οτιδήποτε περί παραπόνου του Κατηγορουμένου για χτύπημα αυτού από τους αστυνομικούς ούτε ισχυρίστηκε ότι ήταν ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας τέτοιου περιστατικού. Αντεξεταζόμενος είπε ότι στο Τρόοδος έφαγαν σάντουιτς που έφτιαξαν οι ίδιοι και ότι ο Κατηγορούμενος ήπιε δύο μπύρες των 330ml. Ισχυρίστηκε ότι ο φίλος του, δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μεθυσμένος και αρνήθηκε την υποβολή πως ο ίδιος δεν θα μπορούσε να κρίνει κάτι τέτοιο διότι ήταν και εκείνος μεθυσμένος. Ισχυρίστηκε ότι τον φώναζε «πούστη» ο αστυνομικός ενόσω αυτός περίμενε το φίλο του στον Αστυνομικό Σταθμό και ότι δεν έδωσε κατάθεση ο ίδιος επειδή δεν μιλούσε ελληνικά και δεν υπήρχε διερμηνέας. Υποβλήθηκε στο ΜΥ1 ότι υπήρχε διερμηνέας στο Σταθμό και εκείνος απάντησε ότι δεν του είπε κανείς τέτοιο πράγμα, ούτε σκέφτηκε ο ίδιος να δώσει κατάθεση γιατί δεν θεωρούσε ότι είχε κάνει κάτι, ουτε του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν ο Κατηγορούμενος παρέλαβε τα προσωπικά του αντικείμενα από το αυτοκίνητό του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι συνεννοήθηκε με τον Κατηγορούμενο για το τί να πει στο Δικαστήριο, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αυτά για τα οποία μίλησε ήταν αυτά που ήξερε επειδή βρισκόταν μαζί με τον Κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο και είδε ποια αυτοκίνητα και πώς προσπέρασε εκείνος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους ΜΚ1 και ΜΚ2, τον Κατηγορούμενο και το ΜΥ1 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίνω ότι είπαν ενώπιον του Δικαστηρίου την αλήθεια. Δεν διαπίστωσα να υπάρχει καμία προσπάθεια από μέρους του ΜΚ1 για αποφυγή της αντεξέτασής του από τον Κατηγορούμενο σε ότι αφορά τις συνθήκες σύλληψής του ή και της ισχυριζόμενης άσκησης βίας εναντίον του. Ο ΜΚ1 απαντούσε ευθαρσώς, χωρίς καμία ασυνέπεια με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας της τέλεσης των αδικημάτων ως οι κατηγορίες 1 και 2 κατά το χρόνο τέλεσής τους, γι' αυτό και όπως δήλωσε συνέλαβε τον Κατηγορούμενο επ' αυτοφώρω. Δεν αρνήθηκε ότι άσκησε κάποια βία, αλλά δήλωσε ότι ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν συνεργάσιμος. Δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αληθή στο σύνολό της. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ2 σημειώνω ότι αυτή ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο και συνεπώς παρέμεινε αδιάσειστη. Επισημαίνω τη δήλωση του ΜΚ2 που παραμένει ακλόνητη, ότι ο Κατηγορούμενος δεν του εξέφρασε κανένα παράπονο περί αδικαιολόγητης χρήσης βίας εναντίον του από το ΜΚ
- Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο κρίνω ότι αυτός ήρθε στο Δικαστήριο με διάθεση να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του ΜΚ1 με παράπονο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Σημειώνω εξάλλου ότι τα όσα αυτός ανέφερε με παράπονο περί χρήσης βίας δεν ενισχύθηκαν από τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Δεν εκδήλωσε άμεσο παράπονο ή τουλάχιστον δεν προσκόμισε μαρτυρία περί άμεσου παραπόνου για χρήση βίας προς οποιοδήποτε ανεξάρτητο πρόσωπο, είτε ακόμη προς το φίλο του, ΜΥ
- Ούτε στην απάντησή του όταν κατηγορήθηκε γραπτώς την επομένη μέρα, στην παρουσία διερμηνέα στη μητρική του γλώσσα, μερίμνησε να συμπεριληφθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δυσανάλογης χρήσης βίας εναντίον του κατά τη διαδικασία σύλληψης ή και εξέτασης της εκπνοής του. Επομένως, κρίνω ότι τα όσα αυτός ισχυρίστηκε αναφορικά με τη χρήση βίας δεν έχουν τέτοια βαρύτητα που να μπορούν να επιδράσουν στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ
- Κρίνω σε αυτό το σημείο αναγκαίο να σημειώσω ότι - (α) σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)(α) και
(4)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, σε κάθε περίπτωση που αστυνομικός έχει εύλογη υποψία ότι πρόσωπο το οποίο οδηγεί οποιοδήποτε όχημα επί οδού έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης, δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9 να ζητήσει παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχει δείγμα εκπνοής δια προκαταρκτική εξέτασιν, είτε στον τόπο όπου τούτο εζητήθη είτε στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Εάν το πρόσωπο τούτο αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να παράσχει το ζητηθέν δείγμα εκπνοής και ο αστυνομικός έχει εύλογη υποψία ότι υπάρχει αλκοόλη εις το σώμα του προσώπου αυτού, τότε ο αστυνομικός δύναται, σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του ιδίου άρθρου, να συλλάβει το εν λόγω πρόσωπο άνευ δικαστικού εντάλματος. Σημειιώνεται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, κατά τη σύλληψη, ο αστυνομικός πρέπει πράγματι να αγγίξει το άτομο που θα συλληφθεί ή να περιορίσει αυτό, εκτός αν με λόγια ή με έργα υπάρχει υποταγή στην κράτηση. Αν το πρόσωπο που θα συλληφθεί βίαια αντιστέκεται στην προσπάθεια σύλληψής του ή αποπειράται να διαφύγει από αυτήν, ο αστυνομικός δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία μέσα προς επίτευξη αυτής: Νοείται ότι δεν δικαιολογείται η χρήση βίας μεγαλύτερης από αυτήν που απαιτείται εύλογα από τις περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε ή από αυτή που ήταν αναγκαία για τη σύλληψη του υπαίτιου. Εκτός αν το πρόσωπο που συλλαμβάνεται, συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω, ο αστυνομικός πληροφορεί το πρόσωπο αυτό για το λόγο της σύλληψης. Σύμφωνα με τη νομολογία, πρόσωπο θεωρείται ότι συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω αν η σύλληψη ακολουθεί αμέσως σε ότι αφορά το χρόνο και τη σειρά διάπραξης του αδικήματος (Kyriakides v The Police I RSCC 66).. Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχει λόγος, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας του Κατηγορουμένου, για να εξαχθεί συμπέρσμα ότι υπήρξε παραβίαση οποιασδήποτε από τις πιο πάνω διατάξεις. Σε ό,τι αφορά την ουσία των γεγονότων, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου κρίνω ότι είναι αληθής εν μέρει, ειδικότερα σε ό,τι αφορά το ότι - (α) όταν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής με σκοπό να διαφανεί αν αντιλαμβανόταν τη διαδικασία στα ελληνικά, αυτός επιβεβαίωσε ότι έδωσε καθεμιά από τις αναγραφόμενες στην κατάθεση του ΜΚ1 απαντήσεις και επομένως επαλήθευσε το περιεχόμενο των εν λόγω απαντήσεων, (β) δεν αμφισβήτησε το ότι η συσκευή προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης λειτουργούσαν από τεχνικής απόψεως ορθά. Δεν αμφισβήτησε καθόλου το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης του δείγματος εκπνοής του, το οποίο ανερχόταν σε 78 mg, ούτε το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης που ήταν «μη ικανοποιητικό δείγμα», (γ) δεν αμφισβήτησε το ότι προσπέρασε 3 αυτοκίνητα, περιλαμβανομένου του περιπολικού οχήματος, κατά παράβαση συνεχούς άσπρης γραμμής. Αμφισβήτησε ο Κατηγορούμενος το ότι αυτός αλόγιστα και απερίσκεπτα προχώρησε στο προσπέρασμα εισερχόμενος στην αντίθετη κυκλοφορία ενόσω ερχόταν άλλο όχημα κανονικά στην πορεία του, το οποίο εξανάγκασε να μετακινηθεί αριστερότερα στο παγκέτο, στοιχείο όμως που θα πρέπει να κριθεί υπό το φως του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης και ό,τι συνεπακόλουθα είχε ελαττωμένη αντίληψη και ικανότητα ελέγχου του οχήματός του. Κρίνω, ως εκ τούτου, ότι η μαρτυρία αυτή δεν είναι αρκετά ισχυρή για να κλονίσει τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Καταλήγω σε εύρημα ότι τα γεγονότα έγιναν όπως ακριβώς περιγράφονται στη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΩΣ Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡ. 1 Το άρθρο 7
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174 του 1986, καθορίζει ότι «προς το σκοπό της διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγμα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήσει παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δύο δείγματα εκπνοής δια τελικήν εξέτασιν μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγμής κατά την οποία είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής δια την προκαταρκτική εξέταση. Το εδάφιο
(2)καθορίζει ότι «Η παραχώρησης δείγματος εκπνοής δέον όπως γίνεται εις τον πλησιέστερον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4), πας όστις άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβεί εις το χώρον όπου υπάρχει αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργεια τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι'οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(5)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός ζητεί παρ'οιουδήποτε προσώπου όπως παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ούτος υποχρεούται όπως επιστήση την προσοχήν του τοιούτου προσώπου ότι η άρνησις ή αποφυγή παραχωρήσεως του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 8, για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία θεωρείται η αιτία που έχει σχέση με ιατρικούς λόγους πιστοποιούμενη με ενυπόγραφη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού, η οποία επιδεικνύεται στον αστυνομικό το βραδύτερο εντός τριών ημερών. Από του χρόνου κατά τον οποίο του ζητείται να παράσχει το δείγμα εκπνοής. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(1), «δείγμα εκπνοής» σημαίνει τοιαύτη ποσότητα εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως. Στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences 10th ed. στη σελ. 195 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The offence is committed only if the defendant failed or refused to supply the specimen of blood or urine «without reasonable excuse.» Once the defence of «reasonable excuse» is advanced, it is for the prosecution to negative the defence (Rowland v. Thorpe [1970] 3 All E.RE.195. It is a question of fact as to whether there was a «reasonable excuse» and the court must be satisfied beyond reasonable doubt that the defendant had no «reasonable excuse», but whether facts are capable of amounting to a reasonable excuse, is a matter of law.». If the excuse is capable of amounting to a reasonable excuse, then it becomes a matter of fact and degree whether or not it does so, and the burden is on the prosecution to negative it. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε εξ' αρχής να είχε οποιαδήποτε ικανοποιητική αιτία για να μην παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Αν είχε εγείρει τέτοια «εύλογη αιτία», το βάρος της απόδειξης ότι δεν ευσταθούσε αυτή η εύλογη αιτία θα μετατίθετο στην Κατηγορούσα Αρχή. Ελλείψει όμως έγερσης τέτοιας αιτίασης, κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος απέφυγε να δώσει «ικανοποιητικό δείγμα» άνευ εύλογης αιτίας. Επομένως, αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Στην απόφαση Rowland v. Thorpe (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Of course, once the defence is raised of reasonable excuse, it is for the prosecution in every case to negative it, and really the question one asks oneself in the present case is this: had the prosecution on the evidence negative the possibility of reasonable excuse; In all the circumstances here, bearing in mind the conduct of the respondent, the fact that she never gave any explanation of her refusal, her behaviour in the police station, the evidence she gave as regards embarrassment, there was nothing, as it seems to me, sufficient to raise in the court any reasonable doubt; in other words, it inevitably followed that the prosecution had discharged the burden on them of satisfying the court that there was no reasonable excuse.» Υπό το φως όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το αδίκημα ως η Κατηγορία 1 επί του Κατηγορητηρίου. Β. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΩΣ Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡ. 2 . "Σε σχέση με την επικίνδυνη οδήγηση, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, απόσπασμα της οποίας παρατέθηκε στην απόφαση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους (fault). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη). Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ΄ όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο." Το ότι ο Κατηγορούμενος προσπέρασε άλλα οχήματα κατά παράβαση άσπρης συνεχούς γραμμής δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο. Το σφάλμα αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει όμως τα στοιχεία της απερίσκεπτης οδήγησης. Το ότι τέτοιο προσπέρασμα έγινε απερίσκεπτα, κρίνω ότι εδώ δεν αποδεικνύεται για το λόγο ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ότι προτού αρχίσει να οδηγεί με αυτόν τον τρόπο, διαπίστωσε να υπήρχε κίνδυνος λόγω έλευσης οχημάτων από την αντίθετη κυκλοφορία και παρά ταύτα τον αγνόησε και ξεκίνησε να προσπερνά. Το ότι ήταν όμως επικίνδυνη η οδήγηση κατά παράβαση άσπρης συνεχούς γραμμής κρίνω ότι αποδεικνύεται εκ των γεγονότων, αφού υπάρχει η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι έθεσε σε κίνδυνο άλλο διερχόμενο όχημα. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2 επί του Κατηγορητηρίου. ........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο