Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπος ΚΝΕΚΝΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 24301/11, 27.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24301/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Χαράλαμπος ΚΝΕΚΝΑΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27.1.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Παπαγεωργίου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 1 Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή[1], στις ακόλουθες δύο κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Απείθεια κατά Νόμιμων Διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την Κ.Δ.Π.312/07. 2η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15
(1), 17
(2)και 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 108(Ι)/2001, 61(Ι)/05, 5(Ι)/07, τις ΚΔΠ 449/01, 482/01, 312/07 και του κανονισμού 13 (15ου παραρτήματος) της ΚΔΠ 285/
- 3η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/
- 4η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/
- 5η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 109/2001, 72/04, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/07. 6η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189/2000, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/
- 7η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και την Κ.Δ.Π. 312/
- Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Στις 14/9/2010 και περί ώρα 11׃30, o Κατηγορούμενος ανακόπηκε από το Μάρτυρα Κατηγορίας ενόσω οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ABS332 στην οδό Χρυσοσπηλιώτισσας στη Δευτερά της Επαρχίας Λευκωσίας, χωρίς ζώνη ασφαλείας. Διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε με στερημένη άδεια, δηλαδή κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 9275/10, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο τριών μηνών από 20/7/2010 μέχρι τις 19/10/2010, λόγω του ότι οδηγούσε χωρίς ασφάλεια. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας καταδικαστικής απόφασης, ο Κατηγορούμενος είχε και άλλη κατηγορία, ότι επέτρεψε σε κάποιον άλλο να οδηγά χωρίς ασφάλεια. Του επιβλήθηκε χρηματική ποινή και στέρηση άδειας, για περίοδο που συνέτρεχε με την προαναφερθείσα περίοδο στέρησης. Περαιτέρω, στις 14/9/2010 ο Κατηγορούμενος διαπιστώθηκε ότι διάπραξε και τα υπόλοιπα αδικήματα ως οι κατηγορίες επί του Κατηγορητηρίου. Επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Παραδέχομαι». Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 9275/10 και έχει συσσωρευμένους 12 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Οι βαθμοί αυτοί συσσωρεύθηκαν μετά τις 15.10.
- Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τα οποία παραδέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.1.
- Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι 28 ετών, άγαμος, άνεργος και διαμένει μαζί με τους γονείς και ένα από τα τρία αδέρφια του στο Δάλι. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι ικανοποιητικές. Ο Κατηγορούμενος λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας ύψους €162,94 μηνιαίως από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και επίδομα ύψους €241,22 από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Φοίτησε μέχρι τη Γ' τάξη Γυμνασίου και ακολούθως ολοκλήρωσε την Α' Λυκείου σε νυχτερινό σχολείο. Ολοκλήρωσε κανονικά τη θητεία του στο στρατό. Ξεκίνησε να εργάζεται στον ιππόδρομο ως βοηθός κτηνιάτρου, αλλά το 2006, μετά από σοβαρό τραυματισμό του στο μάτι διέκοψε την εργασία του. Όπως αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο στη λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, τον κλώτησε άλογο στο μάτι με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του μάτι. Έκτοτε στάματησε να εργάζεται και είναι πλέον ανίκανος για εργασία λόγω κατάθλιψης. Ο ίδιος διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με την οικογένειά του, η οποία τον στηρίζει να αντιμετωπίζει τις καθημερινές δυσκολίες. Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισής του, ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβε αντίγραφο της πιο πάνω έκθεσης και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, πέραν των διαλαμβανομένων στην εν λόγω έκθεση, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε τα εξής: «Ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Μεταμελείται ειλικρινά. Ήταν άμεση η παραδοχή του ενώπιον των αστυνομικών αρχών. Η μη παραδοχή του αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε για να εξασφαλιστεί το μαρτυρικό υλικό. Ο Κατηγορούμενος έχασε πράγματι το δεξί του μάτι. Αναμένεται κάποτε ν' αποζημιωθεί. Λόγω της κατάθλιψης που αντιμετωπίζει, παρακολουθείται από το ψυχίατρο Βερεσιέ στην Πύλα, τον ψυχίατρο Καριόλου και την Ομάδα Στήριξης στην Πύλα. Τυγχάνει επίσης ατομικής θεραπείας σε ψυχολόγο στη Λάρνακα. Το αυτοκίνητο που οδήγησε ο Κατηγορούμενος είναι του πατέρα του, το οποίο χρησιμοποιείτο μόνο για τη μεταφορά εντός της αγροτικής φάρμας για μεταφορά ζωοτροφών. Γι' αυτό και η συγκεκριμένη κατάσταση του οχήματος. Δεν χρησιμοποιείτο στους δρόμους.». Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η επίδικη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είχε τα στοιχεία της στιγμιαίας απερισκεψίας και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (
(1996)2 ΑΑΔ 283 και
(2010)2 ΑΑΔ 22. Ποινή για το πρώτο αδίκημα Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρή. Η σοβαρότητά της αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Βεβαίως, η επιβολή ποινής, υπό το φως των καθιερωμένων από τη νομολογία αρχών, καθώς και στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται από τη μια εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και από την άλλη εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Με γνώμονα την ανάγκη διατήρησης του υπό αναφορά ισοζυγίου, επεξηγώ ακολούθως την αιτιολογία βάσει της οποίας καταλήγω στην επιβολή της ποινής. Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό ότι ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να οδηγήσει ενόσω ήταν σε ισχύ το εκδοθέν στην υπόθεση 9275/10 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για στέρηση της άδειας οδήγησης επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Ο Κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει στην προηγούμενη υπόθεση μια ύστατη ευκαιρία για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς, την οποία απώλεσε με τη στάση του, παρακούοντας το Δικαστικό διάταγμα στέρησης της άδειας. Μπήκε σε αυτοκίνητο ακατάλληλο για χρήση σε δημόσια οδό, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς πινακίδες εγγραφής, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, χωρίς να φορά ζώνη ασφαλείας, χωρίς ισχύον πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου. Όλες αυτές οι παράμετροι δηλώνουν, αφενός, απερισκεψία από πλευράς του Κατηγορουμένου για τους κινδύνους που ο ίδιος διέτρεχε, αφετέρου, αδιαφορία για τους Νόμους και Κανονισμούς σε ό,τι αφορά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Πρόκειται για επιβαρυντικές παραμέτρους. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τις πιο πάνω συνθήκες τέλεσης του αδικήματος υπό το φως της ψυχικής κατάστασης του Κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται και στη δεύτερη έκδοση του Συγγράμματος «Sentencing in Cyprus» του Γ. Μ. Πική, στη σελίδα 68, η ψυχική κατάσταση του Κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη ως σχετική με την επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί και ορισμένες φορές δικαιολογεί τη μεταχείριση του Κατηγορουμένου με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θα δικαιολογούσαν τα γεγονότα. Σημειώνω ότι στην Ποινική Έφεση Αρ. 204/2008, απόφαση ημερομηνίας 11.11.2009, το Εφετείο σημείωσε ότι τα δικαστήρια επανειλημμένως διαπίστωσαν την ανεπάρκεια της νομοθεσίας ως προς τα μέσα που παρέχονται στο δικαστήριο για το χειρισμό ατόμων με ψυχικά προβλήματα. Ως αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής, τα δικαστήρια αρκούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ψυχικές διαταραχές ατόμων ψυχικά ασθενών ως παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής ενώ θα μπορούσαν να είχαν, όπως έχουν τα δικαστήρια άλλων χωρών, την ευχέρεια να εκδώσουν διάταγμα κράτησης σε νοσοκομείο. Το 1989 το Εφετείο στην υπόθεση Λεμής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Πριν καταλήξουμε, θέλουμε να επισημάνουμε ότι η μεταχείριση παραβατών με ψυχολογικά προβλήματα ή διαταραγμένη προσωπικότητα, πρέπει και στην Κύπρο να απασχολήσει τις αρχές προς το σκοπό διεύρυνσης των μέσων τα οποία παρέχονται στο Ποινικό Δικαστήριο για την τιμωρία και αναμόρφωση των παραβατών.» Στη Λεμής ανωτέρω σημειώθηκε επίσης ότι η μόνη υπάρχουσα νομοθεσία για ψυχικά ασθενείς είναι ο περί Διανοητιικώς Ασθενών Νόμος, όπου, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως κάποιος είναι διανοητικά ασθενής, διατάσσεται η κράτησή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η κράτηση όμως κάποιου με βάση τον πιο πάνω νόμο δεν έχει καμία σχέση με ποινική ευθύνη και τιμωρία για διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος αλλά μοναδικό κριτήριο είναι η αποθεραπεία του ασθενή. Ελλείψει, λοιπόν, νομοθετικής βάσης για την επιβολή μέτρου που να ανταποκρίνεται στην ψυχική κατάσταση του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον η ποινή φυλάκισης είναι κατάλληλο μέτρο τιμωρίας στην παρούσα υπόθεση. Αυτό, κρινόμενο υπό το φως της δυνατότητας να τύχει υπηρεσιών ψυχιάτρου ο Κατηγορούμενος ακόμη και εντός της φυλακής. Κατά κανόνα, η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας, το οποίο θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις όπου καμία άλλη ποινή δεν μπορεί να είναι αποτρεπτική (Ποινική έφεση 5169, David Riley v Αστυνομίας). Στην παρούσα περίπτωση, αξίζει να αξιολογηθεί κατά πόσον ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος, είναι τέτοιος που να συνηγορεί υπέρ της μη επιβολής ποινής φυλάκισης. Πράγματι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε μετά πάροδο ενός σχεδόν χρόνου από τη διάπραξη του υπό εκδίκαση αδικήματος. Ωστόσο, μέσα στην περίοδο του ενός έτους αυτού, ο Κατηγορούμενος συσσώρευσε 12 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του, γεγονός που δηλώνει ότι συνέχισε να έχει παραβατική συμπεριφορά σε ό,τι αφορά τους Νόμους και Κανονισμούς και τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Κρίνω ότι το σύνολο των συνθηκών υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος οδήγησε απειθώντας σε Δικαστικό διάταγμα στέρησης άδειας, δικαιολογεί την επιλογή της ποινής φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 21 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Λαμβάνω υπόψη τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ότι δεν υπήρχε κίνητρο τέλεσης των υπό κρίση αδκημάτων, παρά μόνο στιγμιαία απερισκεψία. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, πέραν της καταδίκης στην υπόθεση 9275/
- Σημειώνω από την άλλη ότι από μέρους του Κατηγορούμενου δεν έχουν δοθεί απτά σημάδια έμπρακτης μεταμέλειας αφού συγκέντρωσε έκτοτε όπως προαναφέρθηκε 12 βαθμούς ποινής στην άδεια του. Αναγνωρίζω, όμως, ότι τυχόν διατάραξη της ψυχικής του ισορροπίας συνεπεία του άγχους της στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας ενδέχεται να καταστεί επιζήμια ή καταστρεπτική για τον ίδιο, γι' αυτό και επιθυμώ να του δώσω μια ύστατη ευκαιρία αναμόρφωσης της οδικής του συμπεριφοράς χωρίς να διατάξω άμεση ποινή φυλάκισης. Αναστέλλω, λοιπόν, την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το 1ο αδίκημα για περίοδο 2 ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Ποινή για το δεύτερο αδίκημα Το δεύτερο αδίκημα είναι επίσης σοβαρό. Πάμπολλα τροχαία ατυχήματα καταλήγουν να είναι θανατηφόρα λόγω της παράλειψης του επιβαίνοντος στο όχημα να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Κατά συχνά διαστήματα γίνεται εστρατεία ενημέρωσης για τα οφέλη χρήσης και τις οδυνηρές συνέπειες της παράλειψης χρήσης ζώνης ασφαλείας. Σε σχέση με το δεύτερο αδίκημα, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω στον Κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €
- Ποινή για το τρίτο αδίκημα Το αδίκημα αυτό αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος. Αποτελεί όμως, έστω και κατ' αυτόν τον τρόπο, τη δεύτερη φορά που ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται για οδήγηση χωρίς ασφάλεια ευθύνης έναντι τρίτου. Σχετικά με την ποινή για το αδίκημα αυτό σχετικό είναι το άρθρο 3
(4)(β) του Νόμου 96(Ι)/2000, το οποίο καθορίζει ότι: «(β) σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, για αδίκημα που διαπράχθηκε βάσει του άρθρου αυτού μέσα σε περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία διάπραξης του προηγούμενου αδικήματος, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €3417 και περαιτέρω το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης». Στο εδάφιο
(6)του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου καθορίζεται ότι - «Σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού μετά από προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 6, του άρθρου 7 ή του άρθρου 13Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, ή αδικήματος βάσει του άρθρου 203, του άρθρου 210 ή του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα που διαπράχθηκε σε σχέση με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα, η στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης θα θεωρήσει κατάλληλη.». Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποινή φυλάκισης για το πρώτο αδίκημα έχει ανασταλεί, κρίνω ορθό και δίκαιο να επιβάλω, αναφορικά με το 3ο αδίκημα, χρηματική ποινή ύψους €350 και στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο τεσσάρων μηνών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή 28.1.2012 μέχρι 28.5.2012). Στη λήξη της περιόδου αυτής, οι βαθμοί ποινής να διαγραφούν. Ποινή αναφορικά με τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 4, 5 και 6 Για τα αδικήματα αυτά, εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος και εφόσον είναι ενώπιόν μου η δήλωση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη του σε δημόσια οδό, κρίνω ορθό και δίκαιο να ζητήσω από τον Κατηγορούμενο όπως υπογράψει ευγγύηση για το ποσό των €300 ότι για περίοδο ενός χρόνου από σήμερα θα τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς σε ότι αφορά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 7 Για το αδίκημα αυτό, εφόσον ιδιοκτήτης του οχήματος είναι ο πατέρας του Κατηγορουμένου και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος και στηρίζεται οικονομικά από αυτόν, κρίνω ότι δεν είναι κατάλληλο να επιβάλω χρηματική ποινή στον Κατηγορούμενο όπως θα έπραττα αν ο Κατηγορούμενος είχε ο ίδιος τις οικονομικές δυνάμεις για να υποστεί τέτοια χρηματική ποινή. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας των ποινών, δεν θα επιβάλω καμία περαιτέρω ποινή. Έξοδα Ο Κατηγορούμενος να πληρώσει το ποσό των €45 για τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παρούσα διαδικασία. Α. Πανταζή - Λάμπρου προσ. Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Κατηγορούμενος δήλωσε αρχικά μη παραδοχή, αλλά κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου για αλλαγή απάντησης, επανακατηγορήθηκε και δήλωσε παραδοχή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο