← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Λοΐζου, Αρ. Υπόθεσης: 29792/11, 30.1.2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Λοΐζου, Αρ. Υπόθεσης: 29792/11, 30.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29792/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μάριος Λοΐζου Ημερομηνία: 30.1.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Ιωαννίδης μαζί με τον κ. Βαρκάρη Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη βάση κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 4.8.2011, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος περιγράφεται ότι επαγγέλλεται «εθνοφρουρός», αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07 και τα άρθρα 5 και 112 του περί Στρατιωτικού και Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου 40/64, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 105(Ι)/2011. 2η Κατηγορία׃ Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000, 48/85 και τις ΚΔΠ 257/86 και την ΚΔΠ 312/
  1. 3η Κατηγορία׃ Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2,7 , 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του Κατηγορητηρίου, σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος την 15/2/2010, στον παρακαμπτήριο δρόμο Αναλυόντα - Ψημολόφου , παρά τον Αναλυόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ795, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Στάλως Αχιλλέως τέως από Ψημολόφου. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗΖ795 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 109 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Σε ό,τι αφορά την τρίτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η καταχώριση του υπό αναφορά Κατηγορητηρίου επετράπηκε από άλλη αδελφό Δικαστή στις 4.8.2011, κατόπιν αιτήματος που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 3.8.2011 του Κλάδου Εισαγγελίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Επαρχίας Λευκωσίας. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα για το οποίο καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η υπόθεση με αρ. 32171/2010 και η οποία διακόπηκε με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα στις 5.5.2011 για να εκδικαστεί ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου, αφού ο Κατηγορούμενος κατά την ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος ήταν εθνοφρουρός. Και συνεχίζει η ίδια επιστολή αναφέροντας τα εξής: «Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τροποποιητικό περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου του 2011 [Ν.105(Ι)/2011] που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.7.2011, τροποποιείται και επανακαθορίζεται η καθ' ύλην δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου και ο φάκελος της υπόθεσης επιστράφηκε για να εκδικαστεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως εκ τούτου, παρακαλώ όπως η πιο πάνω υπόθεση επανακαταχωρηθεί για εκδίκαση σε σύντομη ημερομηνία γιατί το αδίκημα διαπράχθηκε την 15.2.2010 και η οποιαδήποτε καθυστέρηση πιθανόν να αποβεί εις βάρος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.». Το πιο πάνω υπόβαθρο της καταχώρισης του προς εκδίκαση Κατηγορητηρίου περιήλθε σε γνώση του παρόντος Δικαστηρίου όταν το Δικαστήριο επεφύλαξε την παρούσα απόφαση, με σκοπό να εξετάσει το δικαιοδοτικό ζήτημα που το ίδιο ήγειρε αυτεπάγγελτα, υπό τον εξής προβληματισμό׃ (α) Είναι νομολογημένο ότι ο ουσιώδης χρόνος για καθορισμό της ύπαρξης δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος και όχι ο χρόνος διεξαγωγής της δίκης. Σχετική η απόφαση ημερομηνίας 3.6.1977 στην Ποινική Έφεση αρ. 3764, Panayiotis Mouzouris (No. 2) v The Republic, όπου αποφασίστηκε ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία αν ο κατηγορούμενος ήταν ενεργός εθνοφρουρός κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος, έστω και αν είχε απολυθεί από το Στρατό πριν την ημερομηνία έναρξης της δίκης του ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι κατά την έναρξη της δίκης δεν ήταν εθνοφρουρός δεν μπορούσε αφ' εαυτού να αφαιρέσει τη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. (β) Έχει, επισης, αποφασισθεί σε επίπεδο πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος (βλ. την απόφαση ημερομηνίας 28.3.2011, στην Πολιτική Αίτηση αρ. 139/2010) ότι׃ «στην αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου υπάγονται οι εν ενεργεία στρατιωτικοί όταν κατηγορούνται για τη διάπραξη αδικημάτων που προβλέπονται στο Νόμο 40/64, αλλά και όταν κατηγορούνται για αδικήματα που προβλέπονται από άλλους Νόμους και τα οποία βεβαίως θεωρούνται «στρατιωτικά αδικήματα» εν τη εννοία του Νόμου 40/
  3. Ο κανόνας επομένως είναι ότι το στρατιωτικό δικαστήριο έχει ευρεία γενική αρμοδιότητα με περιορισμένες εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς από τα άρθρα 113 και 114 ανωτέρω ([δηλ. του Ν.40/64.] Βλ. Pastellopoulos v The Republic
(1985)2 CLR 165». Με την πιο πάνω απόφαση απορρίφθηκε η εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα ότι για τα «στρατιωτικά αδικήματα» το Επαρχιακό (ποινικό) Δικαστήριο και το Στρατιωτικό Δικαστήριο έχουν παράλληλη ή/και συντρέχουσα αρμοδιότητα και τη συναφή εισήγηση ότι η αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου δεν είναι επί του προκειμένου αποκλειστική. Λέχθηκε επί τούτου ότι «Δεν νοείται δύο διαφορετικά Δικαστήρια να έχουν ταυτοχρόνως καθ' ύλη αρμοδιότητα για την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα οδηγούσε στην επιλογή δικαστή, πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση το δικαιϊκό μας σύστημα. Σε κάθε περίπτωση ένας είναι ο φυσικός δικαστής και το αρμόδιο Δικαστήριο. Πρόκειται για ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το Άρθρο 30.2. του Συντάγματος.». (γ) Υπό το φως των πιο πάνω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για να έχει το κοινό ποινικό Δικαστήριο και ειδικότερα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει αδίκημα που τελέστη από εθνοφρουρό πριν την ψήφιση του Ν.105(Ι)/2011, θα πρέπει πρώτα να αποφασισθεί κατά πόσον οι τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 105(Ι)/2011, αφαιρώντας από την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου την εκδίκαση αδικήματων όπως τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση, έχουν αναδρομική ισχύ. Σε περίπτωση που οι συγκεκριμένες τροποποιητικές διατάξεις δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής αναφορικά με αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την ημερομηνία ψήφισης του εν λόγω Νόμου, τότε το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Σημειώνω ότι το πιο πάνω ζήτημα ηγέρθη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο στις 17.1.2012, προτού ακουστούν τα γεγονότα της υπόθεσης, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος είχε εμφανισθεί και κατηγορηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 18.10.2011, χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου τούτου και δήλωσε παραδοχή και στις τρεις κατηγορίες.[1] Είναι καλά γνωστό ότι κατηγορούμενος δύναται να εγείρει ζήημα δικαιοδοσίας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου μόνο προτού απαντήσει στο Κατηγορητήριο, επιλέγοντας να προβάλει την ειδική απολογία που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του άρθρου 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου αυτός καλείται να απαντήσει δεν έχει δικαιοδοσία και ότι άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με αυτόν. Αν ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο, αυτό παραπέμπει την υπόθεση για να εκδικαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας το οποίο έχει δικαιοδοσία, είτε πάνω στον κατηγορούμενο είτε για το αδίκημα (Βλέπε R. v. Ali Ahmet Reis and Others, 12 C.L.R. 8, την υπόθεση Mouyios and Ohters v. The Police
(1974)2 C.L.R. σελ. 23). Είναι όμως, επίσης, καλά γνωστό το ότι παράλειψη του Κατηγορούμενου να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν νομιμοποιεί τη διαδικασία και η ένσταση καθ' όσον αφορά τη δικαιοδοσία μπορεί να εγερθεί για πρώτη φορά κατ' έφεση. Το θέμα της δικαιοδοσίας είναι θέμα που πάει στη ρίζα της διαδικασίας και μπορεί να εγερθεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu). Εκεί που ένα Δικαστήριο εσφαλμένα ασκεί δικαιοδοσία, η διαδικασία είναι άκυρη από την αρχή (FARUK KOMURGU, EL SAYED ISMAIL AHMET ISMAIL ν Δημοκρατίας [1991] 2 Α.Α.Δ 83). Γι' αυτό και το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο να αποφασίσει το πιο πάνω δικαιοδοτικό ζήτημα προτού ακουστούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, έχοντας κατά νου ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης συνεπάγεται την τήρηση των επιταγών του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, ότι έκαστος έχει δικαίωμα να εκδικαστεί υπό αρμοδίου δικαστηρίου. Το Δικαστήριο εγείροντας το ζήτημα αυτό ζήτησε από τους συνηγόρους της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης να τοποθετηθούν επί του ερωτήματος κατά πόσον οι τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν.105(Ι)/2011είναι καθαρά διαδικαστικές ή δικονομικές ή, αν αντίθετα, είναι ουσιαστικές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τους αποδοθεί αναδρομική ισχύς. Κάλεσε τις δύο πλευρές να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου στις 20.1.2012 ζητώντας τους να λάβουν υπόψη και τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με το ζήτημα της αναδρομικότητας νομοθετικής διάταξης στην Ποινική Έφεση αρ. 6663, Γενικός Εισαγγελέας ν Χαράλαμπος Γιάγκου, απόφαση ημερομηνίας 13.5.1999. Στην προμνησθείσα Ποινική Έφεση αρ. 6663, το νομικό ζήτημα αφορούσε στο κατά πόσον η τροποποίηση που εισήξε ο Νόμος 54(Ι)/98 με την οποία δόθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα το δικαίωμα να ασκεί έφεση κατά της επιβληθείσας από το Κακουργιοδικείο ποινής και, κατ' αυτόν τον τρόπο, καταργήθηκε το βασικό δικαίωμα που είχε κατηγορούμενος ενώπιον κακουργιοδικείου να κριθεί η κατηγορία που αντιμετώπιζε, και σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή, πρωτόδικα και τελεσίδικα από το Κακουργιοδικείο, το Εφετείο έκρινε, πρώτον, ότι η τροποποίηση αυτή ήταν ουσιαστικού περιεχομένου και, δεύτερον, εφόσον κατά τη θέσπισή της δεν εκδηλώθηκε αντίθετη πρόθεση του νομοθέτη, αυτή δεν μπορούσε να επηρεάσει νομική διαδικασία, ευθύνη ή ποινή αναδρομικά. Τα πιο πάνω λέχθηκαν με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 10
(2)(γ) και (ε) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, που παρατίθενται πιο κάτω και οι οποίες κωδικοποιούν ουσιαστικά καλά εμπεδωμένες αρχές στο Κοινοδίκαιο: «10.-
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση η ακύρωση δεν θα - ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό· ή ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» (Επίσημο κείμενο του Νόμου που εδημοσιεύθη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 6.6.97) Στην Ποινική Έφεση αρ. 6663, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε και τα εξής׃ «Η χρήση στις πιο πάνω διατάξεις της φράσης «repeals any other enactment» - «καταργεί οποιαδήποτε άλλη διάταξη», δεν πρέπει να ερμηνεύεται, κατά τη γνώμη μας, περιοριστικά. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ο νομοτεχνικός τρόπος με τον οποίο επιφέρεται η τροποποίηση στο νόμο, αλλά η ουσιαστική αλλαγή που συντελείται μ' αυτή στο νομοθέτημα.» Αγορεύοντας στις 20.1.2012 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για το υπό εξέταση ζήτημα, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου δήλωσε ότι έχουν εξετάσει το θέμα από κοινού με την Κατηγορούσα Αρχή και είναι κοινή η θέση τους ότι οι ίδιοι δεν αμφισβητούν το ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, αλλά εφόσον το ζήτημα ηγέρθηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο εναπόκειται στο ίδιο να το αποφασίσει. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου πώς σχολιάζουν το γεγονός ότι η ανάληψη δικαιοδοσίας από μέρους του κοινού ποινικού Δικαστηρίου συνεπάγεται διαφορές σε ό,τι αφορά ορισμένες εξουσίες που αφορούν την επιβολή ποινής, όπως για παράδειγμα την εξουσία αναστολής της ποινής φυλάκισης ή και την εξουσία επιβολής χρηματικής ποινής αντί ποινής φυλάκισης δυνάμει του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου δήλωσε ότι εφόσον οι διαφορές αυτές βαίνουν προς όφελος του Κατηγορουμένου, ο ίδιος δεν ενίσταται στο ότι το κοινό ποινικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο δικαστήριο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Δεν υπήρξε διαφορετική αντίδραση από μέρους της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής. ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ 105(Ι)/2011 Κατά την ημερομηνία τέλεσης των προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων, δηλαδή στις 15.2.2010, ήταν σε ισχύ ο περί Στρατιωτικού και Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμος 40/64, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.158(Ι)/2006. Στον εν λόγω Νόμο - (α) το άρθρο 2
(1)αυτού καθόριζε ότι «στρατιωτικό αδίκημα» σημαίνει αδίκημα, τιμωρούμενον υπό του παρόντος Νόμου, διαπραχθέν υπό στρατιωτικού και ότι «στρατιωτικός» σημαίνει τον από της ημέρας της κατατάξεως αυτού ανήκοντα εις τον στρατόν∙ (β) το άρθρο 5 αυτού καθόριζε την ευθύνη στρατιωτικών επί κοινών αδικημάτων, καθορίζοντας ότι «Ο στρατιωτικός όστις διαπράττει οιονδήποτε αδίκημα μη τιμωρούμενον υπό του παρόντος Νόμου, αλλά τιμωρούμενον υπό του Κυπριακού Ποινικού Κώδικος ή οιουδήποτε άλλου νόμου είναι ένοχος στρατιωτικού αδικήματος επί τη βάσει του παρόντος Νόμου και τιμωρείται με την εις τον Ποινικό Κώδικα ή άλλον νόμον προνοουμένην ποινήν δια το αδίκημα ποινήν.»∙ (γ) το άρθρο 112
(2)αυτού καθόριζε ότι «Εις την αρμοδιότητα του στρατιωτικού δικαστηρίου υπάγονται δια τα υπ' αυτών πραττόμενα αδικήματα- «(α) οι εν ενεργεία στρατιωτικοί και οι τούτοις δια νόμου εξομοιούμενοι»∙ (δ) το άρθρο 113 αυτού καθόριζε ότι «Της κατά το άρθρον 112 αρμοδιότητος του δικαστηρίου εξαιρούνται, δικαζόμενα, υπό των κοινών ποινικών δικαστηρίων - (α) τα εν τω ακροατηρίω οιουδήποτε κοινού ποινικού δικαστηρίου πραττόμενα αδικήματα εφ' όσον πρόκειται να δικασθώσιν αυτόθι παρά χρήμα συμφώνως προς τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις, (β) οι παραβάσεις των νόμων περί εκλογών, (γ) η πειρατεία και ναυταπάτη, (δ) οι παραβάσεις των τελωνειακών δασικών και φορολογικών νόμων και των νόμων περί ναρκωτικών και θήρας, (ε) πάσα υπό των κοινών ποινικών νόμων προβλεπόμενη αξιόποινος πράξις, διαπραττόμενη κατά μελών των δυνάμεων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν ή ένεκα της εκτελέσεως των αστυνομικών αυτών καθηκόντων, (στ) αι παραβάσεις των διατάξεων τροχαίας κινήσεως εφ' όσον αύται εγένοντο καθ' ον χρόνον ο στρατιωτικός δεν ετέλει εν διατεταγμένη υπηρεσία, το δε όχημα δεν ανήκε εις την στρατιωτικήν υπηρεσία. Ο Τροποποιητικός Νόμος υπ' αριθμό αναφοράς 105(Ι)/2011, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 29.7.2011 τροποποεί τα πιο πάνω άρθρα 2, 5, 112 και 113 του βασικού νόμου - (α) στο άρθρο 2
(1), ο όρος «στρατιωτικός» αποδίδεται με διαφορετική φρασεολογία, χωρίς όμως οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση (σημαίνει κάθε πρόσωπο που υπηρετεί στο στρατό)∙ (β) τροποποιείται το άρθρο 5 κατά τρόπο που η ευθύνη στρατιωτικών επί κοινών αδικημάτων ρυθμίζεται, κατά την κρίση μου, ουσιωδώς διαφορετικά, αφού περιορίζεται το φάσμα των αδικημάτων κατά τις διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, για τα οποία «στρατιωτικός» θεωρείται ένοχος «στρατιωτικού αδικήματος» κατά τις διατάξεις του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου. Συγκεκριμένα, καθορίζεται ότι «Ο στρατιωτικός ο οποίος διαπράττει αδίκημα κατά τις διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, θεωρείται ένοχος στρατιωτικού αδικήματος κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τιμωρείται όμως με την ποινή που προνοείται στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμου ή τον εν λόγω άλλο νόμο, αντίστοιχα, εάν το αδίκημα που διαπράττει- (α) έχει διαπραχθεί σε οποιοδήποτε στρατιωτικό χώρο ή έχει διαπραχθεί κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, ή (β) αφορά οπλισμό, πυρομαχικά ή άλλο πολεμικό υλικό του στρατού, στρατιωτικό υλικό τηλεπικοινωνίας ή κατασκευής ή επισκευής αυτού, μηχανοκίνητα οχήματα ή μηχανήματα του στρατού ή οποιαδήποτε άλλη στρατιωτική περιουσία, οπουδήποτε και εάν τούτο έχει διαπραχθεί, ή (γ) αφορά παραβάσεις των διατάξεων τροχαίας κινήσεως, οι οποίες διαπράχθηκαν ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα του στρατού κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του. Με την πιο πάνω τροποποίηση του άρθρου 5, διαφοροποιείται κατ΄ουσία η έννοια του όρου «στρατιωτικό αδίκημα» και, παρά το ότι καταργείται το άρθρο 113 του βασικού νόμου που αφορά σε εξαιρέσεις, εντούτοις διευρύνονται συγκριτικά προς τις διατάξεις του βασικού Νόμου οι εξαιρέσεις από την καθ' ύλην αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τα κοινά ποινικά αδικήματα ή και τα τροχαία αδικήματα, αφού δεν αρκεί πλέον να είναι στρατιωτικός ο αδικοπραγούντας κατά την ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος, αλλά πρέπει επίσης να εμπλέκεται στο αδίκημα στρατιωτικό μηχανοκίνητο όχημα ή στρατιωτικός χώρος ή στρατιωτική περιουσία. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά στην ποινική ευθύνη των στρατιωτικών εν σχέση προς τα κοινά ποινικά αδικήματα μετά την τροποποίηση του άρθρου 5. (γ) Κατά τα άλλα, ακόμη και μετά την τροποποίηση του άρθρου 112 από το Ν.105(Ι)/2011, εξακολουθούν να υπάγονται στη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, οι στρατιωτικοί που για οποιοδήποτε λόγο παύουν να ανήκουν στις τάξεις του στρατού, αναφορικά με στρατιωτικά αδικήματα που έχουν διαπράξει κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας τους (σχετική η παράγραφος (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 112). ΝΟΜΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ Υπό το φως της πιο πάνω σύγκρισης των διατάξεων που αφορούν στη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, τίθεται το ερώτημα «μπορεί να θεωρηθεί ότι καταργήθηκε αναδρομικά ένα «στρατιωτικό αδίκημα» έτσι ώστε να στερείται αναδρομικά δικαιοδοσίας το Στρατιωτικό Δικαστήριο αναφορικά με αυτό και να καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο το κοινό ποινικό Δικαστήριο;». Στο Σύγγραμμα "Sentencing in Cyprus", 2nd edition, Sentencing Revisited, του Γεώργιου Μ. Πική, στη σελ.5, αναφέρονται τα εξής׃ "The abolition of an offence does not eradicate criminal responsibility for a crime committed prior to the amendment of the law unless specific provision to that end is made in amending legislation.[2] It can be argued that, despite the absence of constitutional restraint to legislate, [.] the abolition of an offence ex post facto violates the principle of equality before the law safeguarded by Art.28.1 of the Constitution and on that account should not be countenanced.". Η κατάργηση λοιπόν ενός ποινικού αδικήματος δεν καταργεί και την ποινική ευθύνη για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν την έναρξη της ισχύος της νομοθετικής πράξης με την οποία καταργήθηκε το ποινικό αδίκημα, εκτός αν ο Νομοθέτης εξέφρασε ρητά αντίθετη πρόθεση. Εν προκειμένω, θα έπρεπε να είχε εκδηλωθεί τέτοια ρητή πρόθεση με την ενσωμάτωση σχετικής διάταξης στο άρθρο 5 του Ν.105(Ι)/2011 ή έστω σε ξεχωριστή μεταβατική διάταξη. Τέτοια ρητή πρόθεση περί αναδρομικής τροποποίησης της ποινικής ευθύνης των στρατιωτικών εν σχέση προς τα κοινά ποινικά αδικήματα δεν έχει εκδηλωθεί στον Ν.105(Ι)/
  1. Ακολουθεί, κατά την άποψή μου το ερώτημα, κατά πόσο η προαναφερθείσα τροποποίηση του άρθρου 5, ανεξαρτήτως της νομοτεχνικής μεθόδου με την οποία σχεδιάστηκε, είναι «ουσιαστική» ή απλώς διαδικαστική / δικονομική αλλαγή. Κατά την άποψή μου, πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή εφόσον διαφοροποιεί τα συστατικά στοιχεία του «στρατιωτικού αδικήματος» και μεταβάλλει τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης στρατιωτικών εν σχέση προς τα κοινά ποινικά αδικήματα. Ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1, δημιουργεί κανόνα κατά της αναδρομικότητας των ακυρωτικών διατάξεων σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση ευθύνης που προκύπτει βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε και την έγερση νομικής διαδικασίας σχετικά με οποιαδήποτε ευθύνη όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και καθορίζει ότι τέτοια νομική διαδικασία μπορεί να εγερθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν. Οφείλω, όμως, να αναφέρω ότι, έχει περιέλθει στη γνώση μου, ότι αντίθετη περί τούτου είναι η προσέγγιση και η ερμηνεία που έχει δώσει το ίδιο το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, είχα την ευκαιρία να διαβάσω την απόφαση του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 9.9.2011 στην Υπόθεση αρ. 303/
  2. Πρόκειται για την ίδια υπόθεση που παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου μετά από την απόφαση του τελευταίου στην ποινική υπόθεση αρ. 9514/10 περί αναρμοδιότητας του ιδίου. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο κατέληξε (στη σελ. 11 της απόφασής του) στην απόφαση ότι «από την 29.7.11 που δημοσιεύθηκε ο τροποποιητικός νόμος 105(Ι)/2011, το Στρατιωτικό Δικαστήριο στερείται πλέον αρμοδιότητας για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης», αφού ήταν κοινώς παραδεκτό στην εν λόγω υπόθεση ότι οτιδήποτε είχε διαδραματισθεί και οδήγησε στην ποινική δίωξη του κατηγορουμένου καμία σχέση είχε με στρατιωτικό χώρο ή με τις συνθήκες που το νέο άρθρο 5 θέτει ως προϋπόθεση ούτως ώστε να προκύπτει διάπραξη στρατιωτικού αδικήματος στην έννοια του Ν.40/64, έχοντας υπόψη τη στρατιωτική ιδιότητα του Κατηγορούμενου. Το Στρατιωτικό Δικαστήριο προχώρησε προηγουμένως στη διατύπωση της άποψης (βλ. προτελευταία παράγραφο στη σελ. 8 της εν λόγω απόφασης) ότι οι εισαχθείσες τροποποιήσεις στα άρθρα 5 και 112 «είναι άνευ αμφιβολίας διατάξεις διαδικαστικής - δικονομικής υφής» και με παραπομπή στο σύγγραμμα «Halsbury's Laws of England, Halsbury's Laws of England», 3η έκδοση, σελ. 426 - 427, αναφέρει (βλ. σελ. 10 της ίδιας απόφασης) ότι «Το τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας δεν έχει εφαρμογή σε νομοθεσία που αφορά σε θέματα διαδικασίας ή μαρτυρίας∙ αντίθετα τέτοιοι νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται σαν αναδρομικοί εκτός αν υπάρχει καθαρή ένδειξη ότι δεν ήτο αυτή η πρόθεση του νομοθέτη». Τέλος, το Στρατιωτικό Δικαστήριο πρόσθεσε στην αιτιολογία της απόφασής του τα εξής׃ «Δεν διαβλέπουμε με οποιοδήποτε τρόπο να έχει ποσώς τρωθεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή προνόμιο του Κατηγορουμένου με τη στέρηση της καθ'ύλην αρμοδιότητας για εκδίκαση της υπόθεσής του από το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Δεν διαβλέπουμε ως εκ τούτου οτιδήποτε ή οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο ή ένδειξη ότι η πρόθεση του νομοθέτη δεν ήτο η αναδρομικότητα του Νόμου 105(Ι)/2011, ο οποίος πέραν της εφαρμογής του σε μελλοντικές υποθέσεις που θα καταχωρηθούν βασισμένες σε γεγονότα προγενέστερά του, εφαρμόζεται αναδρομικά και σε διαδικασίες που άρχισαν πριν από τη θέσπισή του όπως η παρούσα και έτσι κρίνουμε». Δεν διαφωνώ με το τελευταίο σκέλος της απόφασης του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ότι δηλαδή «δεν έχει ποσώς τρωθεί οποιοδήποτε δικαίωμα ή προνόμιο του Κατηγορουμένου με τη στέρηση της καθ'ύλην αρμοδιότητας για εκδίκαση της υπόθεσής του από το Στρατιωτικό Δικαστήριο». Σημειώνω ότι ακόμη και όταν στρατιωτικός που διέπραττε «κοινό ποινικό αδίκημα» δικάζετο ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου ως υπεύθυνος για «στρατιωτικό αδίκημα», η ποινή που θα επιβάλλετο ήταν η ίδια με την ποινή που προβλεπόταν στο Νόμο που δημιουργούσε το κοινό ποινικό αδίκημα (είτε στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, είτε σε άλλο Νόμο). Συνεπώς, θα παραβιάζετο θεμελιώδες δικαίωμα του Κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα εκείνο της αρχής της μη αναδρομικότητας των ποινών ή της ίσης μεταχείρισης, αν ήταν τέτοια η περίπτωση που, συνεπεία της αφαίρεσης δικαιοδοσίας από το Στρατιωτικό Δικαστήριο και ανάληψης αρμοδιότητας από το κοινό ποινικό Δικαστήριο θα υπόκειτο ο Κατηγορούμενος σε μεγαλύτερου εύρους ποινές από εκείνες που προβλέπονταν κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Τέτοια συνέπεια δεν φαίνεται να προκύπτει. Αντίθετα, όπως ανέφερα πιο πάνω, οι εξουσίες των κοινών ποινικών δικαστηρίων σε ότι αφορά για παράδειγμα την αναστολή ποινής φυλάκισης βάσει του Ν.95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε) περιέχουν χαλαρότερους περιορισμούς από εκείνους που περιέχει το άρθρο 11 του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου. Κρίνω όμως ότι το κατά πόσον θίγεται δικαίωμα ή προνόμιο του Κατηγορουμένου είναι ζήτημα που εξετάζεται όταν η επίμαχη τροποποιητική διάταξη είναι απλώς διαδικαστικής υφής, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον συντρέχει λόγος να ανατραπεί το τεκμήριο υπέρ της αναδρομικότητας. Από την άλλη όμως, ακόμη και πριν την ψήφιση του Ν.105(Ι)/2011, το ότι κατηγορούμενος δικάζετο ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου αντί του κοινού ποινικού Δικαστηρίου για κοινά ποινικά αδικήματα δεν αφορούσε στο να απολαύει αυτός οποιουδήποτε δικαιώματος ή προνομίου, αλλά αντίθετα ήταν απόρροια της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινικής του ευθύνης για «στρατιωτικό αδίκημα». Εκεί όπου μια διάταξη αφορά στη διάγνωση ποινικής ευθύνης, το τεκμήριο είναι εναντίον της αναδρομικότητας. Μετά από προβληματισμό, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιφυλάξω για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις·διατάξεις του άρθρου 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 το νομικό ερώτημα που με απασχολεί προτού προχωρήσει περαιτέρω η διαδικασία. Προχωρώ σε αυτό το διάβημα διότι θα ήταν εναντίον των συμφερόντων της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να καταλήξω σε απόφαση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου και να παραπέμψω την υπόθεση προς εκδίκαση στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, την ίδια στιγμή που γνωρίζω ότι η θέση εκείνου του Δικαστηρίου είναι ότι ο Ν.105(Ι)/2011τυγχάνει αναδρομικής ισχύος και ότι ως εκ τούτου, μετά την έναρξη ισχύος του Ν.105(Ι)/2011, εξέλιπεν η δική του δικαιοδοσία για την εκδίκαση των κοινών ποινικών αδικημάτων, εκτός εάν αυτά πληρούν όλα τα συστατικά στοιχεία του όρου «στρατιωτικό αδίκημα» στη βάση του τροποποιηθέντος άρθρου 5, ανεξαρτήτως του αν το αδίκημα τελέστη προγενέστερα του Ν.105(Ι)/2011. Ως εκ τούτου θα διαβιβάσω έκθεση αναφορικά με το επιφυλαχθέν νομικό ερώτημα στον Αρχιπρωτοκολλητή με σκοπό να τεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για νομική γνωμάτευση. Το νομικό ερώτημα, ως θα υποβληθεί, το παραθέτω: «Είναι νομικά ορθό να αποδοθεί αναδρομική ισχύς στις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν.105(Ι) του 2011 στα άρθρα 5, 112 και 113 του Ν.40 του 64 και να θεωρηθεί ότι εξέλιπεν, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.105(Ι) του 2011 η αποκλειστική αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου να εκδικάσει τα κοινά ποινικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν από Κατηγορούμενο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.105(Ι) του 2011 και ενόσω ο ίδιος είχε την ιδιότητα του «στρατιωτικού» κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν.40 του 1964 και ενόσω τα εν λόγω αδικήματα αποτελούσαν «στρατιωτικά αδικήματα» κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5, με αποτέλεσμα να καθίσταται καθ' ύλην αρμόδιο μόνο το κοινό ποινικό Δικαστήριο, εν προκειμένω το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας;». Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μεσολάβησε η δικάσιμη ημερομηνίας 18.1.2011, κατά την οποία ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, κ. Βαρκάρης, ζήτησε αναβολή της υπόθεσης για σκοπούς γεγονότων και ποινής με σκοπό να μελετήσουν την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, με την οποία εφοδιάστηκαν εκείνη τη μέρα. [2] See s.10
(2)(i) of the Interpretation Law Cap. 1, Christodoulou a.o.
(1995)2 CLR 1 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.