Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Σολομωνίδης, Αρ. Υπόθεσης: 8573/09, 2 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8573/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μάριος Σολομωνίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παφίτης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις πιο κάτω Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πλαστογραφία εγγράφου, κατά παράβαση των αρ. 331, 333(δ)(ι), 335 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ της 17.6.2004 και 30.6.2004 στην σύμβαση εγγύησης της ΣΠΕ Γιαλούσας με αρ. λογαριασμού 7200253-6 ημερ. 30.6.2004 με αριθμό αίτησης δανείου 313/2004 με πρωτοφειλέτες τον ίδιο και την Μικαέλλα Σιαμάρκου, στην θέση του 3ου εγγυητή υπέγραψε δια του ονόματος του Κωνσταντίνου Ονησιφόρου άνευ της εξουσιοδοτήσεως του. 3η Κατηγορία: Εξασφάλιση χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των αρ. 297, 298 και 29 του Ποινικού Κώδικα, και συγκεκριμένα ότι δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Θεοδόση Χατζηπαντελή ταμία της ΣΠΕ Γιαλούσας το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.2.000,00 αφού παρέδωσε την πλαστογραφημένη σύμβαση εγγύησης που περιγράφεται στην 1η Κατηγορία παρουσιάζοντας την ως γνήσια. Όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, την 1.9.2007 ο Μ.1 κατήγγειλε στο ΤΑΕ Λεμεσού ότι τον Ιούνιο 2004 ενώ ήταν διακοπές τον πλησίασε ο Κατηγορούμενος και του ζήτησε να τον εγγυηθεί σε δάνειο ύψους Λ.Κ.2.000,00, αλλά αυτός αρνήθηκε. Μεταγενέστερα βρέθηκε να είναι εγγυητής του Κατηγορούμενου σε δάνειο στην ΣΠΕ Γιαλούσας που δόθηκε στον Κατηγορούμενο και την Μικαέλλα Σιαμάρκου. Από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο Μ.3 παρέδωσε την σύμβαση εγγύησης στον Κατηγορούμενο ο οποίος του είπε ότι θα την πάρει στον Μ.1 να την υπογράψει και θα την επιστρέψει. Ο Κατηγορούμενος παρέδωσε την σύμβαση πλαστογραφημένη στο όνομα του Μ.
- Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου την 23.10.2008 έδωσε θεληματική κατάθεση και παραδέχτηκε ενοχή. Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ερωτηθείσα ως προς τη καθυστέρηση που παρουσιάζεται στην προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι το αδίκημα καταγγέλθηκε στην Αστυνομία το 2007, και δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξήγηση για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Ο κ. Παφίτης, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, έκανε αναφορά στην καθυστέρηση που παρατηρείται, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με το ότι από το 2004 μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν έχει ξανααπασχολήσει την Αστυνομία. Επεσήμανε μάλιστα και το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος πίστευε ότι η υπόθεση δεν θα έφτανε στο Δικαστήριο, αφού σκόπευε να πληρώνει κανονικά το δάνειο του και άρα ο εγγυητής δεν θα πάθαινε καμία ζημιά. Ενήργησε με αφέλεια, αλλά όχι με πρόθεση να ζημιώσει κάποιον. Ο ίδιος δε υπέστη ζημιά, αφού η άλλη πρωτοφειλέτης ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αρραβωνιαστικιά του, η οποία μετέπειτα τον εγκατέλειψε παίρνοντας μαζί του και τα αντικείμενα που αγοράστηκαν με το επίδικο δάνειο. Ο Κατηγορούμενος, ανέφερε, μόλις πριν ένα μήνα άρχισε δουλειά, και δήλωσε την πρόθεση του να αποζημιώσει την όποια ζημιά έχει προκληθεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με αυτήν ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 29 ετών, και είναι πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 2 ετών, ενώ με την σύζυγο του βρίσκεται σε διάσταση. Τους τελευταίους μήνες εργάζεται ως πωλητής σε κατάστημα ρούχων με εισοδήματα €. 860,00 μηνιαίως, και φιλοξενείται από την μητέρα του. Δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Το άρθρο 335 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση 3 χρόνων. Το άρθρο 298
(1)του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος με ψευδή παράσταση αποκτά από άλλο οτιδήποτε δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Στην πρόσφατη απόφαση Έλενα Κουμίδου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 55/11, ημερ. 24.5.2011 ποινή φυλακίσεως 9 μηνών για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, θεωρήθηκε ορθή κατ' Έφεση ως προς το ύψος της. Στην υπόθεση Ιουλιανός Κώστα Καλαθά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 για τα αδικήματα της πλαστογραφίας συμβολαίου ενοικιαγοράς και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις συντρέχουσες ποινές φυλακίσεως 14 μηνών και 9 μηνών αντίστοιχα κρίθηκαν κατ' Έφεση έκδηλα υπερβολικές και αντικαταστάθηκαν με ποινές 9 και 6 μηνών αντίστοιχα. Παραθέτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Μας φαίνεται πως σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων δεν προσμέτρησε επαρκώς πρώτο, ότι η ταυτότητα του εφεσείοντος ως δράστη ήταν πάντοτε δεδομένη και ότι ως εκ τούτου, από τη στιγμή που θα ετίθετο ζήτημα, δεν θα μπορούσε να αποφύγει τις ευθύνες του· δεύτερο, ότι ο εφεσείων ενήργησε μέσα σε κλίμα προφανούς χαλαρότητας από μέρους του αντισυμβαλλομένου Χρηματοδοτικού Οργανισμού τρίτο, ότι ο εφεσείων απέβλεπε σε μόνο προσωρινό χρηματικό πλεονέκτημα με στόχο να εξοφλήσει εν καιρώ προτού φτάσει η στιγμή να λογοδοτήσει στην ποινική δικαιοσύνη· τέταρτο, ότι ο εφεσείων δεν άφησε από την αδικοπραγία του οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα και, πέμπτο, ότι αν ο εφεσείων δεν αποκάλυπτε τα αδικήματα που λήφθηκαν υπόψη, αυτά δεν θα γίνονταν γνωστά στην αστυνομία. Έχουμε την άποψη πως, παρά τη σύμφυτη σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδιαίτερα εκείνων της πλαστογραφίας, τα όσα συνέθεταν την περίπτωση επέτρεπαν μεγαλύτερη επιείκεια. Η οποία, όπως καταλήξαμε αλλά όχι χωρίς κάποιο δισταγμό, δικαιολογούσε αντανάκλαση στο ύψος της ποινής τέτοια ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί η επιβληθείσα ποινή ως έκδηλα υπερβολική». Στην υπό εκδίκαση υπόθεση προβληματίζει η τεράστια καθυστέρηση που παρατηρείται. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2004, καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία το 2007, αλλά η υπόθεση καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο μόλις την 7.10.2009, και ορίστηκε για πρώτη φορά την 17.11.2009. Σήμερα, έχουν πλέον παρέλθει σχεδον 8 χρόνια από την διάπραξη των αδικημάτων. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 405). Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της Συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Το τι συνιστά, όμως, εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). (βλ. επίσης Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1, Porter v. Maggil
(2002)2 W.L.R. 37, Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 W.L.R. 1597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Έχει νομολογηθεί (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)), ότι είναι εύλογος ο διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Έχει ήδη παρατηρηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή, η οποία καθίσταται πιο έντονη αν αναλογιστεί κάποιος ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση από 23.10.2008 στην οποία παραδέχθηκε ενοχή. Φυσικά, για την μετέπειτα πορεία της υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου ευθύνη φέρει και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος αρνήθηκε ενοχή, ενώ παρέλειψε να παρουσιαστεί και σε μία δικάσιμο με αποτέλεσμα την έκδοση εντάλματος συλλήψεως του, ενώ την 8.10.2010 άλλαξε απάντηση σε παραδοχή, και ξαναάλλαξε σε μη παραδοχή την 18.11.2010, και ζήτησε τελικά άδεια αλλαγής απάντησης σε παραδοχή την 14.11.2011. Κατ' επέκταση, και η καθυστέρηση αυτή που παρατηρείται θα ληφθεί υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές παρατίθενται λεπτομερώς πιο πάνω, και το γεγονός ότι ενήργησε και αυτός υπό το χαλαρό κλίμα της ΣΠΕ Γιαλούσας, με αφέλεια, και χωρίς τελικά να αποκομίσει όφελος. Επίσης λαμβάνεται υπ' όψιν το νεαρό της ηλικίας του κατά την διάπραξη των αδικημάτων. Τα πιο πάνω επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεδομένης όμως της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος αυτής, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο στη 1η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 4 μηνών. Στην 2η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Ο Κατηγορούμενος είναι όντως λευκού ποινικού μητρώου. Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2004, και ότι στα 8 χρόνια που έχουν παρέλθει έκτοτε ο Κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει την Δικαιοσύνη. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου ότι κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αυτός ήταν μόλις 22 ετών, ενώ σήμερα έχει πλέον αλλάξει ζωή, και άρχισε δουλειά. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιλυθεισών ποινών φυλακίσεως. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο