← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωσήφ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17837/11, 19.3.2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωσήφ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17837/11, 19.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17837/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ιωσήφ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Ημερομηνία: 19.3.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στην ακόλουθη κατηγορία: 1η Κατηγορία: Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000, των περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων (1974 - 1985), Ν.19/74, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 48/85 και τις ΚΔΠ 257/86 και ΚΔΠ 312/07. Τα γεγονότα, ως φαίνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του Κατηγορητηρίου, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Ο Κατηγορούμενος την 1/8/2010, στη Λεωφ. Λεμεσού, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KΑΚ504 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 134 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Όπως ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η ώρα καταγγελίας ήταν 00:35 π.μ. Επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Βιαζόμουν να πάρω τη φίλη μου σπίτι». Όπως, επίσης ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχει 2 μόνο βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω συνοπτικά τα όσα αναφέρονται στην έκθεση και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. «Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα 19 1/2 ετών. Κατάγεται από τον Κόρνο της Επαρχίας Λάρνακας. Προέρχεται από λειτουργική και συγκροτημένη πολύτεκνη οικογένεια. Πρόκειται για το τρίτο, από τα τέσσερα, σε ηλικιακή σειρά, παιδιά της οικογένειας. Μόνο ο πατέρας του εργάζεται, αφού η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος την παρούσα χρονική περίοδο και εγγράφεται κανονικά στη Δημόσια Υπηρεσία απασχόλησης για εξεύρεση εργασίας. Έχει υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά χωρίς προβλήματα προσαρμογής. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στον κλάδο της Ηλεκτρολογίας. Δεν απασχόλησε ποτέ τις διευθύνσεις των σχολείων όπου φοίτησε για τη διαγωγή του. Η οικογένειά του θεωρεί το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο, ως μια πράξη νεανικής απερισκεψίας.. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ενώπιον της δικαιοσύνης. Υπόσχεται ότι δεν θα επαναλάβει όμοια συμπεριφορά στο μέλλον.». ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Α. Οι προβλεπόμενες στη νομοθεσία ποινές Το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν.86/72)προβλέπει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €1708 ή και τις δύο ποινές. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 19 του Ν.86/72, οποιοδήποτε Δικαστήριο, οποτεδήποτε εκδώσει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, δύναται να αποστερήσει τον καταδικασθέντα από την ικανότητα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για τέτοιο χρονικό διάστημα, όπως το Δικαστήριο «ήθελε κατά το δοκούν εκάστοτε αποφασίσει». Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου, το Δικαστήριο μπορεί βάσει των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 20Α να επιβάλει από 3 μέχρι 6 βαθμούς ποινής, για παράβαση ανωτάτου ορίου ταχύτητας πάνω από 50% του επιτρεπόμενου. Β. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή της ποινής. Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρή. H σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στο σχετικό Νόμο ποινές. Πέραν τούτου, όμως, η σοβαρότητα του αδικήματος οφείλεται και στην ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης. Στις πλείστες των περιπτώσεων, η υπερβολική ταχύτητα αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών ή και θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων. Αντλώ δικαστική γνώση από το μεγάλο αριθμό όμοιων υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Εφόσον ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα σχεδόν τριπλάσια της επιτρεπτής, δηλαδή το ότι οδηγούσε με ταχύτητα 134 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, θα πρέπει να τιμωρηθεί με ποινή ανάλογη του μεγέθους της υπέρβασης αυτής και της σοβαρότητας των συνθηκών που την περιβάλλουν. Το ότι η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος αποτελεί προδιαγραφή συνταγματικά θεμελιωμένη. Όπως εξηγεί ο ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, Γ. Πικής, στο Σύγγραμμά του, Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, Sentencing Revisisted, 2007, στη σελίδα 245, «In speeding offences, i.e. offences involving driving above the speed limit, the excess is not the only criterion for punishment; the court must examine the implications of exceeding the speed limit in the context of the circumstances of each case, especially the nature and extent of the danger created on the road by transgressing the permitted speed limit.». Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε- · πρώτον, με επίπεδο υπέρβασης της τάξεως του 168% (84/50), · δεύτερον, εντός κατοικημένης περιοχής, · τρίτον, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά σε περίοδο καλοκαιρινή κατά τη διάρκεια της οποίας η τροχαία κίνηση είναι συνήθως υπαρκτή (ώρα 00:35), και · τέταρτον, σε κύρια οδό της πόλης, η οποία ρυθμίζεται σε πυκνά διαστήματα με φώτα τροχαίας, σε σημεία διασταυρώσεων της με άλλες οδούς, και έχει διαβάσεις πεζών. Όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχουν διαπραχθεί. Αποδεικνύουν ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η η οδηγική συμπεριφορά από πλευράς του Κατηγορουμένου ήταν εγωιστική, αντικοινωνική και επικίνδυνη. Ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα τροχαία ατυχήματα που έχουν ως αφετηρία ή αιτία την ιλιγγιώδη ταχύτητα, το Δικαστήριο οφείλει να στείλει το μήνυμα μέσω της ποινής που θα επιβάλει ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η νομολογία επιβάλλει όπως επιβληθεί αποτρεπτική ποινή. Η επιβολή ποινής αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και, από την άλλη, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η εξατομίκευση, όμως, της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (Eleni Evagorou v Police
(12971)2 CLR). Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Ποινική Έφεση αρ.5959, Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη ότι η ποινή δεν είναι ορθό να επιλέγεται σε συνάρτηση αποκλειστικά με την ευχέρεια του παραβάτη να ανταποκριθεί σε αυτή. Δεν είναι παραδεκτή η επιβολή ποινής άλλης μορφής και μάλιστα εξ αντικειμένου σοβαρότερης από εκείνη η οποία ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις του αδικήματος, ώστε να καταστεί ευχερής η αντιμετώπισή της από τον Κατηγορούμενο (βλ. την προμνησθείσα υπόθεση Κόκκινος). Όπως αναφέρθηκε στη Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, το μέγιστος ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Στην υπόθεση Κακουρής ν Αστυνομίας
(1973)8 J.S.C. 887, υποδείχθηκε ότι το ανώτατο όριο ποινής δικαιολογείται μόνον όταν κάθε ελπίδα για την αναμόρφωση του παραβάτη και προστασία της κοινωνίας από τις πράξεις του με την επιβολή μικρότερης ποινής από το ανώτατο όριο έχει απωλεσθεί. Το μέγεθος της ποινής πρέπει να καταδεικνύει την ανάγκη για μελλοντική αποτροπή διαπράξεως παρόμοιων αδικημάτων, χωρίς να καθίσταται συντριπτικό για τον Κατηγορούμενο. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογημένων αρχών, θα εξετάσω, πρώτα, αν θα ήταν κατάλληλο να επιβάλω στην παρούσα υπόθεση ποινή στερητική της προσωπικής ελευθερίας του Κατηγορουμένου, που είναι και η σοβαρότερη ποινή την οποία το Δικαστήριο έχει - δυνάμει του σχετικού Νόμου - εξουσία να επιβάλει ή αν είναι καταλληλότερη η επιβολή χρηματικής ποινής, Όπως επεξηγείται στο προμνησθέν Σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus», στη σελίδα 34, η πρώτη ερώτηση που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, αφού αυτή αποτελεί το ύστατο μέτρο στο οποίο ένα Δικαστήριο θα πρέπει να καταφεύγει (a measure of last resort). Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιλογή ποινής φυλάκισης σε υπόθεση όπου η υπερβολική ταχύτητα συνδεόταν και με άλλες συνθήκες, όπως για παράδειγμα την οδήγηση χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του οχήματος, χωρίς άδεια οδηγού και ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου (Ποινική Έφεση 187/2005, απόφαση ημερομηνίας 27.5.2005, HUSEYIN TOPALOGLULARI
(2005)2 ΑΑΔ 478). Εξετάζοντας το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου ως παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να αποφασισθεί αν είναι κατάλληλο να επιβληθεί ποινή φυλάκισης, ο Γ. Μ. Πικής, στο Σύγγραμμά του, Sentencing in Cyprus, 2nd Edition, Sentencing Revisisted, 2007, στη σελίδα 88 - 89, αναφέρει ότι είναι ιδιαίτερα λεπτό το ζήτημα αυτό. Η ανάγκη για αναμόρφωση της συμπεριφοράς των νεαρών είναι ιδιαίτερα μεγάλη, δεδομένου ότι υπάρχουν μεγαλύτερη περιθώρια για αναμόρφωση των δικών τους συνηθειών παρά ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Η έμφαση της ποινής θα πρέπει να είναι στην αναμόρφωση και όχι στην τιμωρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφύγει να επιβάλει ποινή φυλάκισης εάν αυτή η ποινή φαίνεται να είναι η μόνη κατάλληλη στην περίπτωσή του ή αν το αδίκημα εμπεριέχει το στοιχείο της συνειδητής παράβλεψης του κινδύνου που δημιουργεί το αδίκημα για την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια σύντομη ποινή φυλάκισης μπορεί να αποτελεί κατάλληλη ποινή. H σοβαρότητα του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση έχει ήδη περιγραφεί πιο πάνω. Συναρτάται σε μείζονα βαθμό με το μέγεθος της υπέρβασης, τον χρόνο και τόπο διάπραξης του αδικήματος, και με τον κίνδυνο που δημιουργούσε για τους άλλους χρήστες της οδού, αλλά δεν συντρέχουν άλλες επιβαρυντικές συνθήκες όπως μη ύπαρξη άδειας οδηγού ή ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου ή πρόκλησης δυστυχήματος, κλπ. Η απάντηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος όταν πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί δεικνύει νεανική απερισκεψία, αφού η σκέψη του να πάρει τη φίλη του έγκαιρα στο σπίτι, υπερίσχυσε της σκέψης ότι οδηγώντας με τόσο υψηλή ταχύτητα, έθετε τον εαυτό του, την ίδια τη φίλη του και τους άλλους χρήστες της οδού σε κίνδυνο. Κρίνω ότι για τέτοιο αδίκημα, είναι ορθό και δίκαιο να επιβάλω σύντομη ποινή φυλάκισης, 18 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Σε ό,τι αφορά την παράμετρο της σοβαρότητας του αδικήματος λαμβάνω υπόψη τη μη πρόκληση δυστυχήματος. Όπως η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Εξετάζοντας την παράμετρο της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορουμένου στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, δηλαδή από 1.8.2010 που διαπράχθηκε το υπό εκδίκαση αδίκημα μέχρι σήμερα, λαμβάνω υπόψη το ότι δεν έχει αναφερθεί να είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του κατά την τελευταία πενταετία πριν από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ούτε υπέστη στέρηση άδειας οδηγού μετά από το εν λόγω αδίκημα. Υπό το φως των παραγόντων αυτών κρίνω ορθό και δίκαιο να αναστείλω την ποινή φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγούνται οι συνέπειες του διατάγματος αναστολής]. Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, αποφασίζω όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 19 του Ν.86/72 για να στερήσω το δικαίωμα του Κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή από 20.3.2012 μέχρι και 19.5.2012) λόγω της σοβαρότητας του υπό εκδίκαση αδικήματος. Σημειώνω ότι η στέρηση της άδειας οδηγού επιβάλλεται συνήθως ως μέτρο που στοχεύει να δώσει στον παραβάτη μια ύστατη ευκαιρία για να αναμορφώσει την οδική του συμπεριφορά. Το μέτρο αυτό υπενθυμίζει στον παραβάτη ότι η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Αντωνίου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 299, Louroutziatis v Republic
(1983)2 CLR 125, 128, Μιχαήλ Σαρίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Επιπρόσθετα, επιβάλλω 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου. Δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα από την παρούσα δικαστική διαδικασία, και ως εκ τούτου δεν εκδίδεται οποιαδήποτε οδηγία για έξοδα. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.