← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ευγένιος ΕΥΓΕΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 33220/11, 23 Μαρτίου 2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ευγένιος ΕΥΓΕΝΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 33220/11, 23 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 33220/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ευγένιος ΕΥΓΕΝΙΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φρ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Σωτήρης Χαραλάμπους Ο Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες δύο κατηγορίες: Κατηγορία αρ.1 Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/07. Κατηγορία αρ.2 Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα μαθητική άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8

(1), 49
(1)(α), 54 και 59 του περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)⁄2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 60
(1)⁄2004 και τις ΚΔΠ 359/2004 και 312/07. Κατηγορία αρ. 3 Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος κατηγορίας Α, των υποκατηγοριών Α1 και Α ή της ειδικής κατηγορίας Ι, από κάτοχο άδειας οδήγησης μαθητευόμενου και μεταφορά επιβάτη που δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 16
(2)
(3)
(5), 50
(2), 59, του παρρτήματος Β του περί Αδείας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)⁄2001, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 60(Ι)⁄04, 34(Ι)⁄10 και τις ΚΔΠ 359⁄04 και 312⁄07. Κατηγορία αρ. 4 Παράλειψη οδηγού μοτοσικλέτας να φέρει στερεά προσδεδεμένο στο κεφάλι προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 59
(2)
(3)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και το άρθρο 20Α του Νόμου 86⁄72, όπως τροποποιήθηκαν από τους Νόμους 166⁄87, 80(Ι)⁄2000, 18(Ι)⁄2002, 174(Ι)⁄2003, 255(Ι)⁄2004, 61(Ι)⁄2005 και τις ΚΔΠ 825⁄2004, 284⁄2005, 312⁄2007, 376⁄2007 και 189⁄2008. Κατηγορία αρ. 5 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 6, 16
(1)και 72 και του Δεύτερου Παραρτήματος των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72, όπως τροποποιήθηκαν από την ΚΔΠ 189⁄2000, το Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄2007. Κατηγορία αρ. 6 Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, η κατάσταση του οποίου και των εξαρτημάτων αυτού, ήταν τοιαύτη ώστε να προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σε πρόσωπο εντός του οχήματος η επ΄αυτού ή εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(12)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189⁄1984, το Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄2007. Κατηγορία αρ. 7 Παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72 όπως τροποποιήθηκαν από τον Κανονισμό 58
(2)(δ) της ΚΔΠ189⁄2008, το Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄07. Κατηγορία αρ. 8 Μετατροπές επί της μηχανής εγγεγραμμένου οχήματος, χωρίς άδεια του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 55
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72, Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄2007. Κατηγορία αρ. 9 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος η εγγραφή του οποίου ακυρώθηκε, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 9
(1))β)(ΙΙ), 55
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72, Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄
  1. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε άμεσα παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, εξαιρουμένης της κατηγορίας αρ. 1 για την οποία δήλωσε μη παραδοχή, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτήν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 9/10/2009 στη Λεωφ. Γρίβα Διγενή στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΝ149, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Ιωάννη Κυριάκου, τέως από το Συνοικισμό Κόκκινες στο Στρόβολο.». Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 6 επί του κατηγορητηρίου, στην οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε την ίδια μοτοσικλέτα ενόσω η κατάσταση της μοτοσικλέτας και των εξαρτημάτων της ήταν τέτοια ώστε να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σε πρόσωπο επ΄αυτής ή εντός ή ετέρου οχήματος ή επί της οδού, δηλαδή το πισινό ελαστικό ήταν κατεστραμμένο. Β ΤΑ ΕΠΙΜΑΧΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Από τις τελικές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης προκύπτει ότι - (α) Σε ότι αφορά την Κατηγορούσα Αρχή είναι η θέση της, ότι η όλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου από τη στιγμή που αποφάσισε να οδηγήσει το μοιραίο εκείνο μεταμεσονύκτιο της 9.10.2009 με συνεπιβάτη το θύμα, καταδεικνύει το βαθμό της επικίνδυνης και απερίσκεπτης συμπεριφοράς του που αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του θανατηφόρου δυστυχήματος. Δηλαδή, ξεκίνησε από τη μπυραρία του Κούλλη μαζί με το θύμα, χωρίς να φορέσει το προστατευτικό του κράνος και πολύ περισσότερο δεν υπέδειξε ούτε στο θύμα να πάρει και να φορέσει προστατευτικό κράνος, αφού ο ίδιος έφερε και την ευθύνη του συνεπιβάτη του. Οδήγησε την επίδικη μοτοσικλέτα της οποίας ο πισινός τροχός ήταν καταστραμμένος. Οδήγησε την επίδικη μοτοσικλέτα σε δρόμους που ο ίδιος δεν γνώριζε και το σημαντικό είναι ότι ενώ δεν τους γνώριζε, πραγματοποίησε τη μοιραία στροφή δεξιά προς τη λεωφόρο Γρίβα Διγενή κατά απαγόρευση σήματος τροχαίας. Παράλληλα προέβη και σε σωρεία άλλων τροχαίων παραβάσεων, ως το κατηγορητήριο, τις οποίες παραδέκτηκε. Με την αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη συμπεριφορά του, οδήγησε στην πρόκληση του δυστυχήματος προκαλώντας το θάνατο του συνεπιβάτη του. Είναι εκ των υστέρων σκέψεις τα όσα ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται περί του ότι ήταν η συμπεριφορά του συνεπιβάτη του επί της μοτοσικλέτας αποτέλεσε την αιτία να απωλέσει ο Κατηγορούμενος τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Όταν, στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης είχε ερωτηθεί από τον ανακριτή (βλ. ερώτηση 16 στο Τεκμήριο 3) αν ο συνεπιβάτης του είχε κάνει κάποια κίνηση που να τον επηρέασε στο να χάσει τον έλεγχο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Οχι». Επίσης, στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος είχε δηλώσει ότι ήταν βέβαιος ότι δεν πρόλαβε να πατήσει φρένα, συνεπώς τα ίχνη 1, 2 στο σχέδιο δεν είναι αποτέλεσμα λήψης φρένων. Δεν δημιουργήθηκαν ενόσω υπήρχε ακόμα ο συνεπιβάτης πάνω, αλλά ήταν αφότου ο Κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και οδήγησε αυτή αλόγιστα ως την τελική πτώση, δηλαδή ως το σημείο Χ
  2. (β) Σε ό,τι αφορά την Υπεράσπιση είναι η θέση της, ότι είναι άγνωστο τί προκάλεσε το δυστύχημα. Η μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος, αποτελεί επιβεβαίωση αυτής της θέσης της Υπεράσπισης. Έχει επιχειρηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή να επιρρηφθεί ευθύνη στον κατηγορούμενο για την πρόκληση του θανάτου του Ιωάννη Κυριάκου, γιατί παρέβη το σήμα τροχαίας, το οποίο καθόριζε υποχρεωτική πορεία στα αριστερά, και γιατί ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με φθαρμένο ελαστικό. Αλλά κανένα από τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος δεν συνέβαλαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πρόκληση του δυστυχήματος. Και τα δύο αποτελούν απλές τροχαίες παραβάσεις, οι οποίες τιμωρούνται από τον Κανονισμό 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Αλλά παράβαση κανονισμού, δεν αποτελεί αφ' εαυτής αμέλεια (βλ. Σκεύη Χριστοφόρου ν Ανδρέα Τρύφωνος
(1999)1 ΑΑΔ 1516). Περαιτέρω, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους. Το στοιχείο αυτό είναι το έλασσον που θα πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδηγική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18). Έχοντας παρουσιάσει τα επίμαχα ζητήματα, θα παραθέσω πιο κάτω, στον απαραίτητο βαθμό, τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Θα την αξιολογήσω με σκοπό να καταλήξω στα δικά μου ευρήματα αναφορικά με την ύπαρξη, ή μη, της αναγκαίας ποινικής ευθύνης. Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ Η ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑ ΑΡΧΗ Γ.
  1. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα ακόλουθαː (α) Η γραπτή κατάθεση του Λοχία 812, Μ. Βασίλη (ΜΚ9 επί του κατηγορητηρίου (στο εξής «το Τεκμήριο 1»). (β) Η γραπτή κατηγορία που προσήψε στον Κατηγορούμενο ο Λοχ. 812 Μ. Βασίλη στις 16.6.2011 (στο εξής «το Τεκμήριο 2»). (γ) Η ανακριτική κατάθεση που έλαβε ο Λοχ. 812 Μ. Βασίλη από τον Κατηγορούμενο στις 12.10.2009 (στο εξής «το Τεκμήριο 3»). (δ) Γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου, ημερομηνίας 14.01.2010, αναφορικά με την παραλαβή του Τεκμηρίου - όχημα με αρ. Εγγραφής ΚΕΝ149 (στο εξής «το Τεκμήριο 4»). (ε) Εγκατάσταση φυάλης νίτρου (στο εξής «το Τεκμήριο 5»). (στ) Γραπτή κατάθεση του Λοχ. 812 Μ. Βασίλη (στο εξής «το Τεκμήριο 6»). (ζ) Γραπτή κατάθεση του Α/Αστ.843 Μ. Αντωνίου (στο εξής «το Τεκμήριο 7»). (η) Φωτογραφικό υλικό του θύματος (στο εξής «το Τεκμήριο 8»). Σε μεταγενέστερο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν επίσης ως παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα εξήςː (θ) Το πιστοποιητικό θανάτου (στο εξής «το Τεκμήριο 18»). (ι) Η γραπτή κατάθεση του κ. Κωνσταντίνου Γεωργίου, του ΤΑΕΠ Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (στο εξής «το Τεκμήριο 19»). (ια) Η ιατροδικαστική έκθεση (στο εξής «το Τεκμήριο 20»). (ιβ) Η γραπτή κατάθεση του κ. Μάριου Κρέκου (στο εξής «το Τεκμήριο 21»). Γ.
  2. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ1 Κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αστ.2407 Μ. Στυλιανού (στο εξής «ο ΜΚ1»). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε πλήρως και ανέγνωσε το περιεχόμενο της Γραπτής του Κατάθεσης που ο ίδιος ετοίμασε αναφορικά με την παρούσα υπόθεση (στο εξής «το Τεκμήριο 9»). Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (στο εξής «το Τεκμήριο 10»), το σχέδιο επί κλίμακος (στο εξής «το Τεκμήριο 11»), το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 12»), το φωτογραφικό υλικό που λήφθηκε κατά τον τεχνικό έλεγχο του οχήματος ΚΕΝ 149 (στο εξής «το Τεκμήριο 13»), και το έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στο οποίο καταγράφονται τα στοιχεία του οχήματος με αρ. Εγγραφής ΚΕΝ 149 και του ιδιοκτήτη του (στο εξής «το Τεκμήριο 14»). Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα στα όσα έχει αποτυπώσει στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 10) και το σχέδιο επί κλίμακας (Τεκμήριο 11). Είπε ότι ο ίδιος έλαβε τις φωτογραφίες της μοτοσικλέτας κατά τον τεχνικό έλεγχο, αλλά δεν ήταν αυτός που διενήργησε τον τεχνικό έλεγχο. Προσδιόρισε, με αναφορά στο Τεκμήριο 14, ότι η επίδικη μοτοσικλέτα, με αρ. Εγγραφής ΚΕΝ149 έχει κυβισμό 988 cc. Τοποθέτησε στα σχέδια της σκηνής την πορεία της επίδικης μοτοσικλέτας με το σημείο Α, επειδή ο εξεταστής του δυστυχήματος του υπέδειξε ότι η μοτοσικλέτα βγήκε στη Γρίβα Διγενή από την πάροδο με κλίση δεξιά. Είπε, επίσης, προς το τέλος της κυρίως εξέτασής του, ότι η πάροδος από την οποία η μοτοσικλέτα εισήλθε ως η πορεία Α στη λεωφόρο Γρίβα Διεγνή είναι αυτή που απεικονίζεται στις φωτογραφίες αρ. 1 και 2 του Τεκμηρίου 12 και ότι η καμπή που υπήρχε στην πάροδο δεν εμπόδιζε την ορατότητα του Κατηγορουμένου να βγει στη Λεωφ. Γρίβα Διγενή. Κατά μήκος της Λεωφ. Γρ. Διγενή υπάρχει συνεχής άσπρη γραμμή. Ακολούθως ο ΜΚ1 περιέγραψε τη μοιραία πορεία της μοτοσικλέτας. Το σημείο Α1 (μαύρισμα από ελαστικό της μοτοσικλέτας) το τοποθέτησε ο ΜΚ1 στο σχέδιο στη βάση ίχνους που βρέθηκε και κατέληγε στο χτύπημα στο πεζοδρόμιο, αλλά το μαύρισμα αυτό δεν αποτυπώνεται ακριβώς σε οποιαδήποτε φωτογραφία του Τεκμηρίου
  3. Ερωτήθηκε ο ΜΚ1 αν είναι σε θέση να πει τί το προκάλεσε αυτό το ίχνος, και η απάντησή του ήταν «Δεν μπορώ να πω». Ακολούθως, εξήγησε ότι το σημείο Α2 απεικονίζει το τρίψιμο από το μπροστινό ελαστικό της μοτοσικλέτας στο πεζοδρόμιο του οποίου η λίνια ήταν κανονική (περίπου 20 εκατοστά). Το τρίψιμο από το μπροστινό ελαστικό σχημάτισε πορεία 25 μέτρων, η οποία φαίνεται με κίτρινο χρώμα επί του Τεκμηρίου 11, αρχίζοντας από το σημείο Χ και καταλήγοντας στο σημείο με αριθμό 10 με
  4. Το τρίψιμο αυτό απεικονίζεται καλύτερα από τη φωτογραφία 13 μέχρι 20 και από τη φωτογραφία 25 μέχρι 29 του Τεκμηρίου
  5. Προσδιόρισε στο σχέδιο ως σημείο Χ1 το σημείο επαφής της κοιλιάς της μοτοσικλέτας στο πεζοδρόμιο. Όπως δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν υπάρχει οποιαδήποτε φωτογραφία στο Τεκμήριο 13 που να απεικονίζει την κοιλιά της μοτοσικλέτας, αλλά πρόκειται για το τμήμα της μοτοσικλέτας μεταξύ του μπροστινού και πισινού τροχού. Αυτό το τμήμα της μοτοσικλέτας, όπως δήλωσε ο ΜΚ1, χτύπησε στο σημείο 2, το οποίο φαίνεται στις φωτογραφίες 13 και 14 του Τεκμηρίου
  6. Μετά το χτύπημα στο πεζοδρόμιο, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε στο σημείο Χ2 και απ' εκεί συρόμενη κατέληξε στο σημείο
  7. Στο σημείο Χ3 χτύπησε ο μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας, αλλά στο Χ4 χτύπησε ο συνεπιβάτης (το θύμα). Το χτύπημα του ελαστικού του μπροστινού τροχού (Χ3 ή, άλλως, σημείο αρ. 6) φαίνεται στις φωτογραφίες αρ. 18 και 19 του Τεκμηρίου
  8. Τα σημεία 7 και 8 αντιστοιχούν στα σημεία όπου υπήρξε κτύπημα του τριχωτού της κεφαλής του συνεπιβάτη (δηλαδή, του θύματος) στο πεζούλι. Μετά το κτύπημα στο πεζοδρόμιο και την ανατροπή της μοτοσικλέτας, αυτή άφησε ίχνη τριψίματος τα οποία συνεχίζονταν στην άσφαλτο μέχρι το σημείο όπου βρέθηκε η μοτοσικλέτα (σχετικές οι φωτογραφίες 28 μέχρι 30 στο Τεκμήριο
  9. Σε αυτήν τη διαδρομή, η μοτοσικλέτα δεν οδηγείτο σε όρθια θέση. Συρόταν μέχρι την τελική της θέση. Η πλευρά της μοτοσικλέτας που τριβόταν ήταν η αριστερή, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 41 μέχρι 49 του Τεκμηρίου
  10. Η μοτοσικλέτα είχε μετακινηθεί από την τελική της θέση. Δεν αποτυπώνεται σε οποιαδήποτε φωτογραφία του Τεκμηρίου
  11. Τα όσα ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης. Δέχθηκε ότι όλα όσα είπε ο ΜΚ1, κατά την κυρίως εξέτασή του, ήταν αλήθεια. Οι ερωτήσεις του, κατά τη διάρκεια αντεξέτασης, ήταν διευκρινιστικής υφής, όπως ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης τις περιέγραψε. Ειδικότερα, ρώτησε τον ΜΚ1 αν οδηγά ο ίδιος μοτοσικλέτα και η απάντηση ήταν «Μάλιστα». Ρώτησε τον ΜΚ1 αν συμφωνεί ότι, «βγαίνοντας από την πάροδο και πέρνοντας δεξιά στροφή για να μπει στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας και να πάει δεξιά, η μοτοσικλέτα παίρνει μία κλίση προς τα δεξιά» και η απάντηση που έλαβε ήταν «Μάλιστα». Ρώτησε το ΜΚ1 αν συμφωνεί ότι, όπως φαίνεται από τα ίχνη και από το σχεδιαγράφημα, η πορεία της μοτοσικλέτας ήταν φυσιολογική από το σημείο Α μέχρι το σημείο Α1, ενώ άρχισε να μην ακολουθεί φυσιολογική πορεία από το σημείο Α1 τουλάχιστον. Η απάντηση που έλαβε ήταν και πάλι «Μάλιστα». Κρίσιμες για την υπόθεση της Υπεράσπισης είναι οι ακόλουθες ερωταπαντήσειςː «Ε. Έχεις εξασφαλίσει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καθορίζει την αλλαγή αυτής της πορείας της μοτοσικλέτας; Δηλαδή, εφόσον η μοτοσικλέτα όδευε κανονικά, έχεις βρει μαρτυρία γιατί άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς το πεζοδρόμιο; Α. Εγώ όχι. Ε. Μπορείς να μας πεις αν το δυστύχημα έχει συμβεί λόγω υπερβολικής ταχύτητας; Α. Όχι, δεν μπορώ να πω. Ε. Μπορείς να μας πεις αν το δυστύχημα προκλήθηκε γιατί πιθανόν ο Κατηγορούμενος να μην είχε σταματήσει στο αλτ στην οδό Στασίνου και βγήκε απότομα στη Λεωφόρο; Α. Όχι. [...] Ε. Έχετε κάμει μαθήματα στην Σχολή της Αστυνομίας για τη μοτοσικλέτα; Α. Ναι. Ε. Και έχεις παρακολουθήσει και αρκετά μαθήματα για θέματα τροχαίας, δυστυχημάτων, κ.λπ, σωστά; Α. Μάλιστα. Ε. Μπορεί κάποιος να σας χρεώσει ότι είστε σε πρώτο βαθμό εμπειρογνώμονας όσον αφορά την εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων, θεωρείστε άριστος εξεταστής δυστυχημάτων; Α. Μάλιστα. Ε. Μ' αυτήν την πείρα και γνώση που έχετε, εάν ο συνοδηγός της μοτοσικλέτας, στη στροφή που σας έχω αναφέρει από το Α προς Α1 για να πάρει την πορεία της δεξιάς λωρίδας, ο συνοδηγός έχασε τον έλεγχο της κλίσης του σώματός του προς τα δεξιά και έστριψε προς τα αριστερά, αυτή η ενέργεια του συνοδηγού μπορούσε να επηρεάσει τη σωστή πορεία της μοτοσικλέτας; Α. Δεν γνωρίζω αν το έχει κάνει. Αλλά, αν το έκανε, πιθανόν να την επηρέαζε. [...] Ε. Εγώ σας ρωτώ, ως εξεταστή, αν είναι φυσιολογικό ένας συνοδηγός γέρνοντας στα αριστερά, η μοτοσικλέτα να γύρει επίσης στ' αριστερά; Α. Δεν μπορώ να πω ότι είναι φυσιολογικό. Υπάρχει πιθανότητα να γίνει. Ε. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται (αναφέρομαι στις κατηγορίες αρ. 8 και 9) ότι είχε ενσωματωμένη στη μοτοσικλέτα ηλεκτρική εγκατάσταση με φιάλη πρωτοξειδίου του αζώτου. Συμφωνείς μαζί μου ότι δεν επηρέασε το δυστύχημα διότι ήταν εκτός λειτουργίας εκείνη τη στιγμή; Α. Δεν το γνωρίζω. Ε. Στο Α1 (στο Τεκμήριο 11), το σημείο 1 (Ίχνος διέλευσης, 3,5 μέτρα), είπατε ότι δεν γνωρίζετε από πού προήλθε το μαύρισμα; Α. Γνωρίζω ότι ήταν μαύρισμα από ελαστικό, αλλά δεν γνωρίζω πώς προκλήθηκε. Ε. Συμφωνείς μαζί μου ότι η μοτοσικλέτα ήταν, από το σημείο 1 μέχρι το 2, όρθια ή τουλάχιστον με κάποιαν κλίση; Δηλαδή ότι η μοτοσικλέτα ήταν ή λίγο αριστερά ή λίγο δεξιά, αλλά τα ελαστικά άγγιζαν το δρόμο; Α. Μάλιστα. Ε. Αν ο Κατηγορούμενος πάτησε αμέσως, πολύ απότομα, στόπερ κάπου κοντά στο σημείο 1, θα προκαλούνταν τα ίχνη των ελαστικών; Α. Πιθανόν. Ε. Από την πείρα σας, όταν οδεύει μια μοτοσικλέτα με στροφή δεξιά και πατήσει αμέσως στόπερ, συμφωνάτε μαζί μου ότι θα γυρίσει αριστερά με συνεπιβάτη πάνω (δηλαδή, ότι η φυγόκεντρος δύναμη θα τη σπρώξει αριστερά); Α. Εξαρτάται από την ταχύτητα και την κλίση που θα έχει. Ε. Συμφωνάτε μαζί μου ότι υπάρχει μια σκοτεινή πτυχή στο τί ακριβώς είχε προκαλέσει το δυστύχημα; Α. Δεν είμαι γνώστης όλων των καταθέσεων που λήφθηκαν... Ε. Απ' όσα γνωρίζεις! Α. Με αυτά που εξέτασα, δεν γνωρίζω τί προκάλεσε το δυστύχημα! Ε. Γνωρίζεις ότι δεν ήταν υπό την επήρρεια; Α. Δεν γνωρίζω.». Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  12. Γ.
  13. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ2 Δεύτερος κατέθεσε ενόρκως ο Λοχ. 4721 Θ. Θεοκλέους (ΜΚ4 επί του κατηγορητηρίου). Αναγνώρισε, υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση για την παρούσα υπόθεση (στο εξής «το Τεκμήριο 15»). Ερωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσον το ελαστικό επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το δυστύχημα. Απάντησε «Δεν γνωρίζω τις συνθήκες του δυστυχήματος. Γνωρίζω ότι το ελαστικό ήταν ακατάλληλο για χρήση. Το πέλμα του ήταν φαγωμένο.». Ερωτήθηκε «Η κίνηση αυτού του ελαστικού στο δρόμο με το πέλμα φαγωμένο, πώς επηρέαζε την οδηγική συμπεριφορά της μοτοσικλέτας;» και απάντησε «Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω». Ερωτήθηκε ο ΜΚ2 αν η συσκευή (Τεκμήριο 5), η οποία απεικονίζεται στη φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 13 και την οποία ο ΜΚ2 περιγράφει στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 15) επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά της μοτοσικλέτας και απάντησε «Δεν γνωρίζω. Ενημέρωσα τον εξεταστή και εισηγήθηκα να ελεγχθεί από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία.». Δεν υπήρξε αντεξέταση του ΜΚ
  14. Γ.
  15. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ3 Τρίτος κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Δώρος Δημητριάδης (ΜΚ6 επί του Κατηγορητηρίου). Είναι Τεχνικός Μηχανικός στο Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων. Εργάζεται εκεί από το
  16. Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι η επίβλεψη και συντήρηση οχημάτων και μοτοσικλετών του Δημοσίου. Δίδει γνωματεύσεις προς την Αστυνομία και άλλα Κυβερνητικά τμήματα για τεχνικά θέματα. Είναι απόφοιτος του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου Κύπρου στον κλάδο μηχανολογίας. Περαιτέρω έλαβε διάφορες εκπαιδεύσεις σε γενικά μηχανολογικά θέματα. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε την έκθεση που περιέχεται στο Τεκμήριο
  17. Του ζητήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να εξηγήσει ποια η επίδραση, στην οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, της συσκευής για το σύστημα εξαγωγής καυσαερίων (το βαρελάκι) που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 13, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ήταν - όπως ο ίδιος ο ΜΚ3 κατέγραψε στην έκθεσή του - εγκατεστημένη δίπλα από τον πισινό τροχό της μοτοσικλέτας σε αντικατάσταση της εργοστασιακής συσκευής. Ο ΜΚ3 απάντησε «Έχω την εντύπωση ότι δεν επηρέασε πολύ την οδηγική συμπεριφορά, επειδή συνήθως η αύξηση ιπποδύναμης [που - όπως ο ίδιος προανέφερε - προκαλεί τέτοια συσκευή στην ισχύ της μηχανής] κυμαίνεται περίπου σε 3 με 5 ίππους». Ο ΜΚ3 εξήγησε ακολούθως, με αναφορά στη φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 13, τη λειτουργία της φυάλης πρωτοξειδίου του αζώτου που ήταν επίσης εγκατεστημένη στη μοτοσικλέτα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είπε ότι, στο στόμιο της φυάλης υπήρχε μια σωλήνα που κατέληγε στη μηχανή της μοτοσικλέτας και εκεί ενωνόταν με μια ηλεκτροβαλβίδα η οποία φαίνεται στις φωτογραφίες 11 και 12 του Τεκμηρίου 13, καθώς επίσης στη φωτογραφία που έλαβε ο ίδιος ο ΜΚ3 και η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  18. Η ηλεκτροβαλβίδα ενεργοποιήτο από το διακόπτη της κόρνας. Δηλαδή, ο διακόπτης της κόρνας, αντί να ενεργοποιεί την κόρνα, ενεργοποιούσε την ηλεκτροβαλβίδα. Δηλαδή ο διακόπτης ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση, αλλά όχι ως προς την εργοστασιακή του χρήση. Όταν κάποιος πατούσε το διακόπτη της κόρνας, το περιεχόμενο της φυάλης διοχετευόταν στο σύστημα της αγωγής στη μηχανή της μοτοσικλέτας. Ο ΜΚ3 διευκρίνισε στη συνέχεια ότι, για να αποδώσει το σύστημα αυτό, χρειάζεται προσθήκη βενζίνης παράλληλα με την προσθήκη πρωτοξειδίου του αζώτου. Το σύστημα λειτουργίας της συσκευής αυτής κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ολοκληρωμένο, διότι δεν υπήρχε σύστημα που να διοχετεύει επιπλέον βενζίνη για να αυξάνει την ιπποδύναμη της μηχανής. Δηλάδή, στο βαθμό που το σύστημα ήταν εγκατεστημένο κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν αλλά δεν απέδιδε την επιπλέον ισχύ που αποδίδουν τέτοια συστήματα, ακριβώς επειδή δεν διοχετεύετο επιπρόσθετη βενζίνη. Ενεργοποιείτο μεν, αλλά η απόδοση ήταν μικρή. Όταν πατιόταν το κουμπί της κόρνας, διοχετευόταν διοξείδιο αζώτου αυξάνοντας σε μικρό βαθμό την ισχύ της μηχανής. Αν το σύστημα αυτό λειτουργούσε όπως έπρεπε, η ιπποδύναμη θα ήταν εκτός των ορίων του κατασκευαστή. Θα μπορούσε να είχε διπλασιάσει την ισχύ της μηχανής. Όμως, στην επίδικη μοτοσικλέτα δεν συνέβηκε αυτό γιατί το σύστημα ήταν ήταν ημιτελές. Παρά το ότι η επίδικη μοτοσικλέτα ήταν μεγάλου κυβισμού, εντούτοις, ως ήταν εφαρμοσμένο το σύστημα, η αύξηση ήταν τέτοια που θα μπορούσε να τη χειριστεί ένας έμπειρος οδηγός και εντός των ορίων των συστημάτων της μοτοσικλέτας. Ερωτήθηκε ο ΜΚ3, εάν ο οδηγός αυτής της μοτοσικλέτας, στην προσπάθειά του να διασταυρώσει, να μπει σε μία μεγάλη λεωφόρο, πατούσε βενζίνη για να αυξήσει την ισχύ, έβαζε σε λειτουργία αυτό το σύστημα; Ο ΜΚ3 απάντησε, εκφράζοντας τη γνώμη ότι, η επιπλέον ισχύς της μοτοσικλέτας, δεν θα ήταν πρόβλημα για το χειρισμό της μοτοσικλέτας. Ο ΜΚ3 είπε όμως ότι απαγορεύεται ρητά, βάσει του εγχειριδίου μετατροπών του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, τέτοια εγκατάσταση σε μοτοσικλέτα. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ3 από το συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΚ3 ερωτήθηκε αν, κατά τη διάρκεια του μηχανικού ελέγχου της μοτόρας, διαπίστωσε ότι η φυάλη πρωτοξειδίου του αζώτου ήταν κενή. Ο ΜΚ3 απάντησε ότι, όταν ο ίδιος ενεργοποίησε το σύστημα, πατώντας την κόρνα της μοτόρας, από τα ακροφύσια (βλ. σχετικά την παράγραφο 3, σελ. 16 της έκθεσής του), ακουγόταν ροή αερίου. Το περιεχόμενο της μπουκάλας είναι υγροποιημένο. Αεροποιείται όταν εξέρχεται της μπουκάλας. Επίσης, ζητήθηκε από το ΜΚ3 να διευκρινίσει, δεδομένου ότι υπήρξαν ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο, αν αυτός έλεγξε το ενδεχόμενο να μάγκωσε στιγμιαία το μπροστινό στόπερ της μοτοσικλέτας. Ο ΜΚ3 απάντησε ότι για να μην αναφέρει οτιδήποτε στην έκθεσή του σημαίνει ότι το σύστημα των φρένων εργαζόταν κανονικά. Το ίδιο ισχύει και για το πισινό στόπερ. Ερωτήθηκε, ακολούθως, ο ΜΚ3 κατά πόσον είναι δυνατόν για μια μοτοσικλέτα που πηγαίνει με ταχύτητα 15 ή 20 ΧΑΩ πάνω σε άσφαλτο να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης χωρίς να πατήσει κάποιος στόπερ ή χωρίς να μαγκώσει το στόπερ. Η απάντηση του ΜΚ3 ήταν η εξής «Λόγω της ισχύος του κινητήρα της συγκεκριμένης μοτοσικλέτας, ο χειριστής της μπορεί να αναγκάσει τον κινητήριο τροχό που είναι ο πισινός να ξερογυρίσει και σίγουρα θα αφήσει ίχνη.». Διευκρίνισε ότι αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και σε ευθεία πορεία. Συμπλήρωσε, κατόπιν σχετικής αντεξέτασης, ότι αυτό μπορεί να γίνει, δηλαδή θα άφηνε ίχνη τροχοπέδησης, ακόμη και αν ο οδηγός πατούσε απότομα το στόπερ. Ακολούθησε επανεξέταση του ΜΚ3 κατά την οποία αυτός διευκρίνισε ότι, τα όσα αυτός απάντησε κατά την αντεξέτασή του σχετικά με τα ίχνη τροχοπέδησης, τα είπε στη βάση θεωρίας και εμπειρίας, αφού δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε έλεγχο επί τούτου. Γ.
  19. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ3, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Δεν ηγέρθηκε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως το ζήτημα αυτό και εξέδωσε ex tempore απόφαση ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αφού επεξηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα που αυτός έχει βάσει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ως κυρίως εξέτασή του, ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 22 γραπτή δήλωσή του. Ακολούθησε η αντεξέτασή του από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Στο πλαίσιο αυτής, ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ίδιος ήταν 26 ετών. Είχε άδεια οδηγού αυτοκινήτου για 8 περίπου χρόνια. Οδηγούσε μοτοσικλέτα για περίπου 2 - 3 χρόνια. Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε την ικανότητα / ειδικότητα του Κατηγορουμένου να προβεί, στο πλαίσιο του Τεκμηρίου 22, στη δήλωση ότι είναι «πρακτικά αδύνατο» για μια μοτοσικλέτα να αναπτυξει ταχύτητα 50 - 60 χιλιομέτρων. Ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την εκτίμησή του ότι «στον κόσμο δεν υπάρχει μοτοσικλέτα η οποία σε πλαγιοστροφή με συνεπιβάτη να αναπτύσσει τη συγκεκριμένη ταχύτητα.» Παραδέχθηκε όμως ότι δεν στηρίζει τη γνώμη του σε οποιαδήποτε έρευνα, παραμόνο λέει αυτά που πιστεύει στη βάση όσων γνωρίζει μέσα από τη γενική ασχολία του με τις μοτοσικλέτες. Υποβλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι είναι εσφαλμένη αυτή του η άποψη ή γνώμη, και ο Κατηγορούμενος επέμεινε στα προλεχθέντα. Το επόμενο σημείο της δήλωσης του Κατηγορούμενου για το οποίο δέχθηκε τα πυρά της αντεξέτασης ήταν η αναφορά του στο ότι ο ίδιος δεν ήξερε καλά τις οδούς στη Λευκωσία και ότι ήταν ο συνεπιβάτης του (το θύμα) εκείνος που του υπέδειξε να στρίψει δεξιά, επειδή, κατ' ισχυρισμό, ήθελε να περάσει έξω από μια καφετέρια για να δει κάποια φίλη του. Ότι δηλαδή το θύμα, το οποίο ήταν ένα ή δύο χρόνια μικρότερος σε ηλικία από τον Κατηγορούμενο, ήταν εκείνο που καθοδηγούσε τον Κατηγορούμενο στη διαδρομή που θα ακολουθούσε. Ακολούθησε η υποβολή ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου να εισέλθει στη Γρίβα Διγενή με πορεία προς τα δεξιά κατά παράβαση σήματος τροχαίας το οποίο ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι σηματοδοτούσε αναγκαστική πορεία προς τα αριστερά, ήταν αλόγιστη, διότι έθεσε σε κίνδυνο τον ίδιο και τους άλλους χρήστες της οδού, περιλαμβανομένου του συνεπιβάτη του. Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι, αν και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσο χρόνο ανέμενε επί του αλτ προτού βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν καθαρός για να εισέλθει, εντούτοις δήλωσε ότι ήταν 100% σίγουρος ότι εισήλθε δεξιά μόνο όταν ήταν σίγουρος ότι δεν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα ούτε από τα αριστερά τους ούτε από τα δεξιά τους σε απόσταση 15 μέτρων από τους ίδιους. Ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι ο ίδιος υπέδειξε στο θύμα την ύπαρξη τόξου που σηματοδοτούσε την υποχρεωτική κατεύθυνση προς αριστερά, αλλά του απάντησε «Μπαίνω τζαι εγώ με το Subaru. Είναι τετραπλής κατεύθυνσης». Ερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος γιατί δεν υπέδειξε στο θύμα ότι έπρεπε να φορούσε προστατευτικό κράνος και είπε ότι ήταν απερισκεψία τους, επειδή είχαν κατά νου ότι θα πήγαιναν για μια βόλτα κοντά. Ακολούθως, ερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος πού στηρίζει τη δήλωσή του (βλ. 8η γραμμή της σελίδας 2 του Τεκμηρίου 22) ότι «η μόνη εξήγηση την οποία μπορώ να δώσω είναι να φοβήθηκε ο μακαρίτης». Ο Κατηγορούμενος απάντησε λέγοντας τα εξής «Από την πείρα μου των 2 - 3 χρόνων που οδηγώ μοτοσικλέτα, ο συνεπιβάτης έχει καθοριστικό ρόλο στην οδηγική συμπεριφορά της μοτοσικλέτας. Αν η κλίση του πάνω στη μοτόρα είναι η ίδια με εκείνη του οδηγού, τότε η πορεία της μοτοσικλέτας δεν καθορίζεται μόνο από τον οδηγό. Και αυτό το είπε και κάποιος αστυνομικός που ήταν εδώ.». Τα πυρά της αντεξέτασης στράφηκαν τότε στο να διαφανεί ποια ήταν η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και του συνοδηγού του, πριν να φτάσει στο αλτ επί της οδού Γρίβα Διγενή. (α) Ο ίδιος είπε ότι η όλη διάρκεια της διαδρομής που ακολούθησαν από τη μπυραρία του αδερφού του θύματος μέχρι να φτάσουν στο επίμαχο άλτ ήταν 5 έως 10 λεπτών. (β) Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι, μέσα σε αυτή τη διαδρομή, δεν χρειάστηκε να σταματήσουν κάπου για να στρίψουν. Υποβλήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν ευσταθούσε αυτός ο ισχυρισμός του, αφού με βάση τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 3 ως η απάντηση του Κατηγορουμένου στην ερώτηση 7, αυτός είχε δηλώσει ότι στο πλαίσιο εκείνης της διαδρομής είχε ξαναστρίψει δεξιά έχοντας συνεπιβάτη το θύμα. Ο Κατηγορούμενος απάντησε στην υποβολή αυτή, διευκρινίζοντας ότι πράγματι έστριψε δεξιά, αλλά διενεργώντας τη στροφή εκείνη δεν χρειάστηκε να σταματήσει, κρατούσε κανονικά την πορεία του. (γ) Υποβλήθηκε ακολούθως στον Κατηγορούμενο ότι το θύμα είχε το ίδιο βάρος επί της μοτοσικλέτας τόσο όταν έστριψε δεξιά την 1η φορά όσο και όταν έστριψε δεξιά στο επίμαχο αλτ. Αρνήθηκε τη θέση αυτή ο Κατηγορούμενος απαντώντας ως εξής «Όχι. Όταν η μοτοσικλέτα είναι σε κίνηση, η ισορροπία του οδηγού και του συνεπιβάτη είναι εντελώς διαφορετική απ' ότι όταν ξεκινάς με ταχύτητα μηδέν. Τα πόδια ακουμπούν στην άσφαλτο και κρατάς τα κιλά της μοτοσικλέτας μαζί με τα δικά σου και του συνεπιβάτη, ενώ όταν η μοτοσικλέτα είναι εν κινήσει, σαφώς δεν ακουμπάς στο έδαφος. Τα κιλά μας είναι πάνω στη μοτοσικλέτα. Στο κέντρο της. Δεν γέρνουμε και οι δύο στα δεξιά, ούτως ώστε ο οδηγός να ελέγχει και τους δύο εκεί.». Υποβλήθηκε τότε στον Κατηγορούμενο ότι αυτή η διευκρίνισή του είναι παράλογη και εκείνος ισχυρίστηκε ότι δεν είναι καθόλου παράλογη, αφού μπορεί να επιβεβαιωθεί και από κάποιο ειδικό σε αυτά τα θέματα αν του τύχει συγκεκριμένη ερώτηση. (δ) Διευκρίνισε ο Κατηγορούμενος, ότι η μοτοσικλέτα του ήταν εν κινήσει σε όλη τη διαδρομή, με εξαίρεση όταν σταμάτησε στο αλτ με τη κτιστή νησίδα και πήρε την επίμαχη στροφή προς τα δεξιά επί του αλτ της λεωφόρου Γρίβα Διγενή. Ισχυρίστηκε ότι η στροφή στην οποία ο ίδιος αναφερόταν όταν απαντούσε στην ερώτηση αρ. 9 του Τεκμηρίου 3, λέγοντας ότι σταμάτησε εκεί, ήταν άλλη από την επίμαχη στροφή. Περιέγραψε επίσης ο Κατηγροούμενος ότι καθόλη τη διαδρομή ο ίδιος λάμβανε οδηγίες από το θύμα για το πού να κατευθυνθεί, διαδικασία που λάμβανε μερικά δευτερόλεπτα κάθε φορά από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος τον ρωτούσε, γι' αυτό και δεν ήταν αναγκαίο να σταματά τη μοτοσικλέτα κάθε φορά. (ε) Στο επίμαχο αλτ, ο Κατηγορούμενος είπε ότι σταμάτησε για 1 με 2 λεπτά. Τα πόδια του Κατηγορούμενου ήταν στο δρόμο, ενώ τα πόδια του Γιάννη δεν ήταν κάτω στο δρόμο, αφού υπάρχουν συγκεκριμένα πατώματα επί της μοτοσικλέτας (έδειξε το αριστερό πάτωμα επί της φωτογραφίας 4 στο Τεκμήριο 13) για να τοποθετεί τα πόδια του ο συνεπιβάτης. Όπως δήλωσε ο Κατηγορούμενος, υπάρχουν τα εν λόγω πατώματα, επειδή τα πόδια του συνεπιβάτη δεν θα έφθαναν στην άσφαλτο. Τα πόδια του θύματος ήταν διαρκώς στα πατώματα, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν αυτό συνέχισε να ισχύει και στην πορεία από το αλτ εντός της Γρίβα Διγενή, αφού δεν θα μπορούσε να οδηγά και να βλέπει και τα πόδια του συνοδηγού συγχρόνως. Αλλά με δεδομένο ότι ήταν μόνο μερικά δευτερόλεπτα η διαφορά χρόνου από το επίμαχο αλτ μέχρι το σημείο που ο Κατηγορούμενος πάτησε φρένο πριν το πεζοδρόμιο στην απέναντι λωρίδα της Λεωφ. Γρίβα Διγενή, αυτός πιστεύει ότι το θύμα πρέπει να συνέχισε να είχε τα πόδια του στα πατώματα της μοτοσικλέτας. Δηλαδή, διευκρίνισε ότι δεν είναι η θέση των ποδιών του θύματος εκείνο που τράβηξε, κατά τον ισχυρισμό του, τη μοτοσικλέτα αριστερά. Είναι η θέση του σώματος του θύματος, ειδικότερα η μετατόπιση του κέντρου βάρους του προς τα αριστερά ενόσω ο Κατηγορούμενος έγερνε την μοτόρα προς τα δεξιά εκείνο που θεωρεί πιο πιθανόν να συνέβηκε. (στ) Ακολούθως, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε τον Κατηγορούμενο να δει τα Τεκμήρια 10 και 11 (πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και σχέδιο επί κλίμακας, αντίστοιχα). Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να προσδιορίσει σε ποιο σημείο της απόστασης από τη νοητή γραμμή του επίμαχου αλτ μέχρι το σημείο Α1 (η οποία απόσταση ισούται με 33,5 μέτρα) ένιωσε το φόβο του συνεπιβάτη του. Απάντησε λέγοντας «Περίπου όταν ήμουν μέσα στην τελευταία λωρίδα του δρόμου. Κοντά στο σημείο Α1. Ήταν η στιγμή που προσπαθούσα να φέρω τη μοτοσικλέτα σε ευθεία γραμμή από δεξιά που ήμασταν για να μπούμε στη λωρίδα.» Περιέγραψε επίσης την κλίση της μοτοσικλέτας ως εξής «Από το αλτ, η κλίση που είχαμε για να μπούμε στον κύριο δρόμο ήταν 90°. Μέχρι εκείνο το σημείο δεν βρήκαμε γωνία 90°, γι' αυτό και δεν είχαμε ξανασταματήσει πριν από το συγκεκριμένο αλτ. Από το αλτ έδωσα κλίση ελαφρώς δεξιά. Στο σχεδιάγραμμα η πορεία μου φαίνεται ευθεία γραμμή, αλλά δεν ήταν πρακτικά δυνατόν αυτό. Σταδιακά προσπαθούσα να επαναφέρω τη μοτόρα σε ευθεία γραμμή, την κλίση της μοτόρας από δεξιά στο κέντρο.». Ερωτήθηκε τότε από την Κατηγορούσα Αρχή «Σε εμπόδιζε κάτι να πας με ευθεία κλίση μέχρι το μέσο του δρόμου;» και απάντησε «Θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο να στρίψω από το να ξεκινήσω με μια ελαφρά κλίση στα δεξιά.». Στο μέσο του δρόμου ήταν που ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να φέρει σιγά σιγά τη μοτοσικλέτα σε ευθεία γραμμή για να πάρει την πορεία του αλλά δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει. Άρχισε να καταλαβαίνει ότι η μοτοσικλέτα του δεν μπορούσε να ευθυγραμμιστεί κοντά στο σημείο Α1. Θυμάται ότι κοντά στο σημείο Α1 είχε πατήσει το φρένο και άφησε στην άσφαλτο το μαύρισμα. (ζ) Η αντεξέταση του Κατηγορουμένου στράφηκε ακολούθως γύρω από την κατάσταση των ελαστικών της μοτοσικλέτας. Ερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος πόσο καιρό πριν από το δυστύχημα γνώριζε ότι το πισινό ελαστικό ήταν φαγωμένο και αυτός απάντησε ως εξής «Αρκετό καιρό. Αυτός ήταν και ο λόγος που την είχα στο γκαράζ στο σπίτι. Έπρεπε ν' αλλαχτεί το ελαστικό, χωρίς όμως αυτό να ήταν απαραίτητο. Υπήρχε ακόμα ένα στρώμα ελαστικού, το οποίο επέτρεπε στο ελαστικό να το χρησιμοποιάς. Έχουν 3 πέλματα τα ελαστικά. 80% των μηχανών που κυκλοφορούν στο δρόμο, το ελαστικό στο κέντρο του υφίσταται φθορά, λόγω του ότι είναι το σημείο που ακουμπά στην άσφαλτο.». Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι είχε εκτιμήσει λανθασμένα την κατάσταση του πισινού ελαστικού της μοτοσικλέτας, και αυτός απάντησε «Μάλιστα». Του υποβλήθηκε ότι το ελαστικό του πισινού τροχού ήταν τελείως φαγωμένο και απάντησε «Αυτό που έχω να πω είναι ότι δεν ήταν εντελώς φαγωμένο». Του υποβλήθηκε ότι το ελαστικό ήταν σε μη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, γι' αυτό και δεν έπρεπε να οδηγήσει καθόλου τη μοτοσικλέτα εκείνο το βράδυ, αφού ήταν επικίνδυνη η οδήγηση της μοτοσικλέτας σε τέτοιαν κατάσταση! Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι εξακολουθεί να πιστεύει ότι το πισινό ελαστικό δεν ήταν εντελώς φθαρμένο και ότι οδήγησε εκείνο το βράδυ από την Ορμήδεια μέχρι τη Λευκωσία χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, παρά το ότι είχε συνεπιβάτη σε εκείνη τη διαδρομή το ξάδερφό του ο οποίος έχει τα ίδια κιλά με τον ίδιο και ο οποίος έχει όμοια μοτοσικλέτα. (η) Τέλος, υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις του τα όσα αναφέρει στο Τεκμήριο 22 αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά του συνοδηγού ως τη μόνη λογική εξήγηση που δίνει ο ίδιος για το δυστύχημα και πως ειλικρινής και ενσυνείδητη ήταν η αρχική απάντηση παραδοχής που έδωσε όταν πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί για την πρόκληση του θανάτου του συνεπιβάτη του. Ο Κατηγορούμενος απάντησε στην υποβολή αυτή λέγοντας «Παραδέχτηκα ότι εγώ οδηγούσα, ότι είχαμε δυστύχημα και ότι επέθανε την ώρα που οδηγούσα εγώ τη μοτόρα και ότι ο Γιάννης ήταν συνοδηγός». Δεν υπήρξε επανεξέταση του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα Υπεράσπισης. Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, τα παραδεκτά γεγονότα αποτελούν δεσμευτική απόδειξη εναντίον του μέρους στη διαδικασία στην οποία αφορούν τα παραδεκτά γεγονότα και καθίστανται εύρημα του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ότι κατατέθηκε ως παραδεκτό στην παρούσα υπόθεση (βλ. Το Μέρος Γ.1, στοιχεία (α) έως (ιβ)), αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου τούτου. Σε ό,τι αφορά τους Μάρτυρες Κατηγορίας και τον Κατηγορούμενο, οι οποίοι έδωσαν δια ζώσης τη μαρτυρία τους ενόρκως στο Δικαστήριο, σημειώνω ότι αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι, η κρίση μου σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων, κατευθύνθηκε από την πραγματική μαρτυρία. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί κλίμακος (Τεκμήριο 11), το φωτογραφικό υλικό (Τεκμήρια 12 και 13) και οι ζημιές που προκλήθηκαν από το δυστύχημα (Τεκμήριο 15), αποτελούν ως έχει νομολογηθεί, στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελούν σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Γενικός Εισαγγελέας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Ιωαννίδης ν Κυριάκου
(1988)1 CLR 746, Χαραλάμπους ν Καϊάφας
(1986)1 CLR 278). Σε ότι αφορά τους τους ΜΚ 1 και 2 είναι η γενική μου θέση ότι έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια, σεβόμενοι τον όρκο τους, χωρίς να προσπαθούν να υπεκφύγουν ή να παρουσιάσουν γεγονότα και μαρτυρία άλλη από αυτή που ενέπιπτε στο πραγματικό πεδίο γνώσης τους. Από τη μαρτυρία του ΜΚ1 κρατώ την παραδοχή στην οποία προέβη κατά την αντεξέτασή του ότι «Με αυτά που εξέτασα, δεν γνωρίζω τί προκάλεσε το δυστύχημα!». Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε και συνεπώς η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Κρατώ από τη μαρτυρία του ΜΚ2ː (α) Τη δήλωσή του ότι «Δεν γνωρίζω τις συνθήκες του δυστυχήματος. Γνωρίζω ότι το ελαστικό ήταν ακατάλληλο για χρήση. Το πέλμα του ήταν φαγωμένο.». Επισημαίνω ότι ο ΜΚ2 δεν αντεξετάσθηκε ούτε ως προς την έκθεση που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Τεκμήριο 15) και σε σχέση με το περιεχόμενο της οποίας αυτός, κατέγραφε ότι «Το μπροστινό [ελαστικό] ήταν σε μέτρια χρησιμοποιήσιμο κατάσταση. Το πισινό ήταν σε μη χρησιμοποιήσιμο κατάσταση, ακατάλληλο για χρήση, καθότι το πέλμα στο κέντρο του ελαστικού ήταν τελείως φαγωμένο.».Επισημαίνω ότι, δεν αντεξετάσθηκε ο ΜΚ2 σε σχέση με το αν ένα ελαστικό σε τέτοια κατάσταση θα ήταν εσφαλμένο να κατατάγετο, με βάση την πείρα του ως εξεταστή τροχαίων ατυχημάτων, στην κατηγορία «καταστραμμένο ελαστικό» αντί στην κατηγορία «φθαρμένο ελαστικό». (β) Τη δήλωσή του ότι ο ίδιος δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου να προκληθηκε το δυστύχημα (Τεκμήριο 15). Εφόσον δεν αντεξετάστηκε ως προς τούτο από το συνήγορο Υπεράσπισης, έπεται ότι δεν έμεινε περιθώριο για έγερση τέτοιας ειδικής υπεράσπισης, όπως ήταν η περίπτωση σε άλλες υποθέσεις (π.χ. R v Spurge [1961] 2 All ER 688, Ποινική Έφεση Αρ.5694, Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300). (γ) Τη δήλωσή του ότι ολόκληρη η αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας ήταν γδαρμένη (Τεκμήριο 15), δήλωση η οποία ενισχύει τη θέση της Υπεράσπισης ότι η μοτοσικλέτα έγυρε προς τα αριστερά. Ο ΜΚ3 αντεξετάστηκε. Κρίνω ότι δεν έδωσε κανένα έρεισμα για να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του. Δέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή. Ειδικότερα, κρατώ τη δήλωσή του ότι το σύστημα λειτουργίας της συσκευής πρωτοξειδίου του αζώτου που ήταν εγκατεστημένη στη μοτοσικλετα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ολοκληρωμένο, διότι δεν υπήρχε σύστημα που να διοχετεύει επιπλέον βενζίνη για να αυξάνει την ιπποδύναμη της μηχανής. Επισημαίνω όμως ότι είναι περιορισμένη η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στις υπόλοιπες δηλώσεις στις οποίες αυτός προέβη αναφορικά με το ενδεχόμενο να είχε μαγκώσει το στόπερ της μοτοσικλέτας ή και το ενδεχόμενο ένα απότομο φρενάρισμα να αφήσει ίχνη ελαστικού, αφού όπως ο ίδιος διευκρίνισε δεν είχε ανατεθεί στον ίδιο η εξέταση τέτοιων ενδεχόμενων. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει καλέσει το Δικαστήριο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων να συγκρίνει ουσιαστικά την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορουμένου με την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3), οι οποίες διαφέρουν ως προς δύο σημεία. Συγκεκριμένα, ότι εκ των υστέρων, δηλαδή με την ένορκη κατάθεσή του, ο Κατηγορούμενος εγείρει, πρώτον, τον ισχυρισμό ότι τα ίχνη ελαστικού στα σημεία 1, 2 επί του σχεδίου δημιουργήθηκαν όταν ο Κατηγορούμενος πάτησε φρένο και, δεύτερον, τον ισχυρισμό ότι ήταν η συμπεριφορά του συνεπιβάτη του Κατηγορουμένου εκείνο που άλλαξε και οδήγησε στην απώλεια του ελέγχου της μοτοσικλέτας από τον Κατηγορούμενο. Δύο ενδεχόμενα, τα οποία, όπως επισημαίνει η Κατηγορούσα Αρχή ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε αποκλείσει κατά την ανακριτική του κατάθεση. Έχω συγκρίνει την ανακριτική κατάθεση με τα λεχθέντα στο Δικαστήριο και διαπιστώνω πως πράγματι υπάρχει τέτοια αντίφαση ανάμεσά τους. Δηλαδή, ότι αφενός, ο Κατηγορούμενος απάντησε στην 15η ερώτηση του ανακριτή ότι «Δεν γνωρίζω. Ξαφνικά ένιωσα πως δεν μπορούσα να την ελέγξω. Δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω. Είμαι βέβαιος ότι δεν πρόλαβα να πατήσω φρένο.» και ότι στην 16η ερώτηση του ανακριτή, που αφορούσε στο αν γνωρίζει αν έκανε κάποια κίνηση ο Γιαννής (το θύμα) που να επηρέασε τη μοτοσικλέτα έτσι ώστε να χάσει τον έλεγχό του, απάντησε «Όχι». Θυμίζω και την απάντηση του Κατηγορουμένου στις ερωτήσεις 14 και 18 του ανακριτή (Τεκμήριο 3)ː «Όταν εισήλθες στην απέναντι πλευρά ευθυγράμμισες καθόλου τη μοτόρα σου; Δεν θυμάμαι. Σε κάποια απόσταση λίγα μέτρα μετά που εισήλθα στην απέναντι πλευρά έχασα τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Μόλις ένιωσα ότι έχασα τον έλεγχο της θυμάμαι ότι χτυπήσαμε. Συγκεκριμένα θυμάμαι ότι η μοτοσικλέτα έγυρε αριστερά και με πέταξε στο πεζοδρόμιο όπου σύρθηκα με ταχύτητα για κάποια απόσταση με κατεύθυνση προς την πορεία του δρόμου που ακολουθούσα. [...]». Ουδεμία αναφορά σε φρενάρισμα. Ουδεμία αναφορά σε αντίδραση του συνεπιβάτη, η οποία να συνδέετο με την απώλεια του ελέγχου. Επομένως, προβάλλουν ως πράγματι εκ των υστέρων σκέψεις τα όσα ηγέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο κατά την ένορκη του μαρτυρία ως «η μόνη λογική εξήγηση» που αυτός μπορεί να δώσει για την απώλεια του ελέγχου της μοτοσικλέτας του. Όπως διασαφηνίστηκε στην υπόθεση Duncan 73 Crim. App. R. 359, κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας, η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Η απόφαση Duncan υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109 και στην Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190. Σημειώνω ότι, στην Ποινική Έφεση Αρ. 6397, Μιχάλης Ανδρέου ν Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση όπου το Δικαστήριο έκρινε τη μαρτυρία του εφεσείοντα αναξιόπιστη, λόγω αντίφασης στην κατάθεση που έδωσε ο ίδιος μετά το δυστύχημα, στην οποία δεν ανέφερε ότι φρέναρε, ενώ στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου είπε το αντίθετο, δίδοντας την εξήγηση ότι δήθεν δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να το πει όταν έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε κάποια εξήγηση γιατί εκ των υστέρων διαφοροποιεί τα λεχθέντα του επί των ιδίων θεμάτων. Αυτό μειώνει την αξιοπιστία των συγκεκριμένων δηλώσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν επιθυμώ να απορρίψω εκ προοιμίου τις δηλώσεις αυτές ως συγκρουόμενες με το Τεκμήριο 3 και ως τέτοιες αναληθείς. Θα εξετάσω την εκδοχή αυτή, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, περιλαμβανομένης και της μαρτυρίας για την προηγούμενη οδηγική συμπεριφορά του συνεπιβάτη. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για μάγκωμα των φρένων ή για φρενάρισμα του μπροστινού τροχού, επισημαίνω ότι δεν υπάρχει πραγματική μαρτυρία που να τον αποδεικνύει. Τα ίχνη ελαστικού στα σημεία 1, 2 δεν αποτυπώθηκαν σε φωτογραφία και δεν περιγράφηκαν ως ίχνη τροχοπέδησης παρά μόνο ως ίχνη ελαστικού. Κρίνοντας τη δήλωση περί μετατόπισης του συνεπιβάτη του προς τα αριστερά, υπό το φως των απαντήσεων που ο Κατηγορούμενος έδωσε κατά την αντεξέτασή του ως προς τη δήλωση αυτή, διαπιστώνω ότι ο ίδιος δεν εξέφρασε θετική γνώση για το ότι ο συνεπιβάτης του μετατόπισε το σώμα του προς τα αριστερά, ενόσω ο ίδιος επιχειρούσε να ευθυγραμμίσει τη μοτοσικλέτα από την κλίση που της είχε δώσει. Ο Κατηγορούμενος έθεσε αυτή την εκδοχή απλώς ως μια πιθανότητα. Δηλαδή δεν είναι η περίπτωση που εισηγείται κάποιος ότι απώλεσε τον έλεγχο λόγω μηχανικής βλάβης που, εκ των υστέρων, γνωρίζει θετικά ότι υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι αντίθετα η περίπτωση που και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος διατηρεί αμφιβολία για το αν τα πράγματα έγιναν έτσι όπως αυτός εισηγείται. Αυτό μειώνει περαιτέρω, κατά την κρίση μου, την αξιοπιστία ή και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία αυτή. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε περιγραφή για την προηγούμενη οδηγική συμπεριφορά του συνεπιβάτη, η οποία να υποστηρίζει την εκδοχή ότι εκείνος δεν ήξερε πώς να συμπεριφερθεί ως συνεπιβάτης σε τέτοια μοτοσικλέτα. Ούτε ήταν η μόνη δεξιά στροφή που συνάντησαν στην πορεία τους. Υπήρξαν δύο τουλάχιστον άλλες δεξιές στροφές τις οποίες χρειάστηκε να χειριστούν. Η ειδοποιός διαφορά στην επίμαχη στροφή ήταν, με βάση τον Κατηγορούμενο, το ότι σταμάτησε τη μοτοσικλέτα στο αλτ και τη ξεκίνησε με μηδενική ταχύτητα, δίδοντας ελαφρά δεξιά κλίση σε αυτή. Αυτή η κλίση, όμως, είχε δοθεί από το ξεκίνημα της πορείας Α, δεν ήταν για πρώτη φορά στο σημείο απώλειας του ελέγχου της μοτοσικλέτας (Α1) έτσι που να αιφνιδίασε τον συνεπιβάτη και να μετέβαλε τη συμπεριφορά του. Η ταχύτητα με την οποία κινείτο η μοτοσικλέτα τη στιγμή που έγινε το δυστύχημα, είναι ένα ακόμη στοιχείο που διαφέρει στην ανακριτική κατάθεση (απάντηση στην 27η ερώτηση του ανακριτή - Τεκμήριο 3) σε σύγκριση με τα όσα ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά την ένορκη του μαρτυρία. Δεν αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή την αφοριστική δήλωση του Κατηγορουμένου ότι «δεν υπάρχει στον κόσμο» μοτοσικλετα η οποία να αναπτύσσει τέτοια ταχύτητα σε παλιοστροφή με συνεπιβάτη πάνω. Ο ίδιος ομολόγησε ότι δεν έκανε σχετική έρευνα ούτε έχει ειδικότητα περί τούτου. Δεν τεκμηρίωσε την άποψή του ότι είναι απίθανο για τη μοτοσικλέτα του συγκεκριμένου κυβισμού να ανέπτυξε τέτοια ταχύτητα, που σημειωτέον ήταν η επιτρεπτή για τη συγκεκριμένη οδό, σε σχέση προς τα συγκεκριμένα δεδομένα, δηλαδή συνυπολογίζοντας το ότι ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε με 20 ΧΑΩ από το Αλτ και επέδειξε σπουδή για να προλάβει να διασταυρώσει τη λεωφόρο και να εισέλθει στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας διασχίζοντας απόσταση 33,5 μέτρων (βλ. Τεκμήριο 11). Καταλήγω λοιπόν να αποδέχομαι ως εν μέρει αληθή τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Αποδέχομαι ως αληθή όλα όσα κατέθεσε στην ανακριτική του κατάθεση και στο Δικαστήριο, με εξαίρεση όσα αντιφατικά επεσήμανα πιο πάνω, περί του φρεναρίσματος, περί της αλλαγής της συμπεριφοράς του θύματος αμέσως πριν την απώλεια του ελέγχου της μοτοσικλέτας και περί της ταχύτητας με την οποία κινείτο η μοτοσικέτα την ώρα της απώλειας του ελέγχου της. Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυκτα στις 9.10.2009 για τη μοιραία διαδρομή. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΕΝ149, ιπποδύναμης 988 cc, έχοντας συνεπιβάτη το θύμα, Ιωάννη Κυριάκου, τέως από το Συνοικισμό Κόκκινες στο Στρόβολο. Δεν φορούσαν τα προστατευτικά τους κράνη. Το μπροστινό ελαστικό της μοτόρας ήταν σε μέτρια χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Το πέλμα του πισινού ελαστικού της μοτόρας ήταν τελείως φαγωμένο, σε μη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Υπήρχε εγκατεστημένη συσκευή διοχέτευσης πρωτοξειδίου του αζώτου στο σύστημα αγωγής της μοτοσικλετας χωρίς όμως να υπάρχει σύνδεση διοχέτευσης βενζίνης στο σύστημα αυτό κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να μπορούσε να είχε σημαντική απόδοση σε ό,τι αφορά την ισχύ της μοτοσικλετας. Ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε καθόλου τους δρόμους της περιοχής απ' όπου ξεκίνησε τη μοιραία διαδρομή. Ακολουθώντας οδηγίες του συνεπιβάτη του, έφθασε σε ένα αλτ σε δρόμο παράλληλο με τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Εκεί σταμάτησε και κατόπιν παρότρυνσης του συνεπιβάτη του εισήλθε στην εν λόγω Λεωφόρο, με κατεύθυνση προς δεξιά επί της Γρίβα Διγενή, κατά παράβαση σήματος τροχαίας (τόξου) για υποχρεωτική πορεία αριστερά. Η σχετική σήμανση υπήρχε στο πεζοδρόμιο στην απένατι πλευρά του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος την είδε και κατόπιν προτροπής του συνεπιβάτη του την αγνόησε. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Αφού ήταν βέβαιος ότι δεν ερχόταν είτε αριστερά είτε δεξιά τους οποιοδήποτε όχημα σε απόσταση 15 μέτρων τουλάχιστον, ο Κατηγορούμενος εκκίνησε κανονικά με την πρώτη ταχύτητα, με 20 ΧΑΩ περίπου, δίδοντας ελαφριά κλίση δεξιά στη μοτόρα. Έχοντας διανύσει απόσταση 33,5, ενόσω ανέπτυξε μέχρι 50 ΧΑΩ, και καθώς έφτασε μέχρι το κέντρο περίπου των λωρίδων ως η πορεία προς κέντρο πόλης, ένιωσε ότι έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Δεν γνωρίζει την αιτία. Ξαφνικά ένιωσε ότι δεν μπορούσε να την ελέγξει. Τη στιγμή που απώλεσε τον έλεγχο, η μοτοσικλέτα βρισκόταν στο σημείο Α1 του Τεκμηρίου 11. Δεν πρόλαβε καν να αντιδράσει. Δεν πρόλαβε να πατήσει φρένο. Δεν γνωρίζει αν ο Γιαννής έκανε κάποια κίνηση που να επηρέασε τη μοτοσικλέτα έτσι ώστε να χάσει τον έλεγχο της. Μόλις έχασε τον έλεγχο της, η μοτοσικλέτα έγυρε αριστερά και πέταξε τον Κατηγορούμενο στο πεζοδρόμιο όπου σύρθηκε με ταχύτητα για κάποια απόσταση. Ακολούθως η μοτοσικλετα, ακυβέρνητη, ανατράπηκε, σύρθηκε στο πεζοδρόμιο, στη συνέχεια επανήλθε στην άσφαλτο, με αποτέλεσμα τον κρίσιμο τραυματισμό του κατηγορουμένου. Ενόσω γίνονταν αυτά, ο Κατηγορούμενος δεν είδε ούτε γνωρίζει τί συνέβαινε με το Γιαννή. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο Γιαννής κτύπησε με το κεφάλι στο πεζουλι επί του παρακείμενου πεζοδρομίου στο σημείο Χ4 επί του Τεκμηρίου 11. Την 00ː27 της 9.10.2009 λήφθηκε πληροφορία στο Γ.Ν. Λ/σιας ότι υπήρχε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Μετέβηκε στη σκηνή ασθενοφόρο, με οδηγό τον Κώστα Χαραλάμπους, νοσηλευτή τον Κωνσταντίνο Γεωργίου, παρέλαβαν από τη σκηνή τον Ιωάννη κυριάκου και τον απρέδωσαν στον επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Λόρδο Δημήτρη. Την 09.10.2009, γύρω στις 01ː45 ο κ. Μάριος Κρέκος, μαζί με τη σύζυγό του Γεωργία, αδερφή του θύματος μετέβηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, κατόπιν πληροφορίας ότι ο κουνιάδος του είχε τραυματιστεί κρίσιμα σε τροχαίο. Στις 02ː15 πληροφορήθηκαν ότι ο Ιωάννης Κυριάκου υπέκυψε στα τραύματά του. Ο θάνατός του πιστοποιήθηκε από τον επί καθήκοντι Κυβερνητικό ιατρό, Δρ. Δημήτρη Λόρδου στις 02ː15 την 09.10.2009. Στις 10.10.2009 και περί ώρα 09ː20 ο κ. Κρέκος αναγνώρισε τη σωρό του θύματος, Ιωάννη Κυριάκου, στην παρουσία του ιατροδικαστή Δρ. Σοφοκλή Σοφοκλέους και του Λοχ. 812, στο νεκροτομείο του Γ.Ν. Λ/σιας. Σύμφωνα με την έκθεση του ιατροδικαστή, αιτία θανάτου αποτέλεσαν οι κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, απαιτείται να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος, εν προκειμένω του Ιωάννη Κυριάκου, λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαυρομμάτης ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 επεξηγήθηκε ότι η ποινική αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια του άρθρου 205, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Η απλή ή αστική αμέλεια υπάρχει όπου υπάρχει παράβαση καθήκοντος ευθύνης. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Έχει νομολογηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» ή «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΔΔ 300 διευκρινίστηκε ότι: «.. απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε..». Στη βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στη R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκε και η ακόλουθη παράμετρος του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, χωρίς ο Κατηγορούμενος να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Το άρθρο 210 δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Η διαφορά ανάμεσα στο αδίκημα της αμέλειας και στο αδίκημα της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄αυτό. Η λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Το δε «σφάλμα» δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Αυτό προκύπτει από την Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117, και την R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502. Πρόσωπο διαπράττει το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης και όταν είναι πρόδηλο στα μάτια ενός «ικανού και προσεκτικού οδηγού» ότι η οδήγηση του οχήματός στην τρέχουσα του κατάστασή του (in its current state) θα ήταν επικίνδυνη. Δηλαδή, το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης συντελείται όταν η κατάσταση του οχήματος, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε εγκατάστασης σε αυτό ή οποιουδήποτε φορτίου αυτού θα καθιστούσαν επικίνδυνη την οδήγηση του εν λόγω οχήματος. Η επικινδυνότητα της κατάστασης του οχήματος αρκεί να είναι ορατή με μια επιθεώρησή του η οποία είναι ανάμεσα στα όρια ενός περαστικού βλέμματος και μιας διαρκούς ματιάς (an inspection which is something between a fleeting glance and a long look). Ο όρος «τρέχουσα κατάσταση» υποδηλοί μια κατάσταση διαφορετική από την αρχική ή την εργοστασιακή κατάσταση του οχήματος (βλ. Blackstone's Criminal Practice, Oxford Uni. Press, 2008, παράγραφο C.3.11, σελίδα 1061, όπου γίνεται παραπομπή στις υποθέσεις Marsh [2002] EWCA Crim 137, Marchant [2004] 1 WLR 440). Αλλά εάν το όχημα σε αυτήν την κατάσταση έχει έγκριση του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων να κινείται σε δημόσιο δρόμο, τότε η Κατηγορούσα Αρχή χρειάζεται να αποδείξει ότι ήταν ο τρόπος οδήγησης του οχήματος που δημιούργησε κίνδυνο πέραν εκείνου που εγκυμονούσε η κατάσταση του οχήματος. Τα γεγονότα που αναφέρονται σε υπεράσπιση πρόκλησης ή αμέλειας σε μια κατηγορία φόνου είναι συνήθως με ιδιάζοντα τρόπο μέσα στη γνώση του ιδίου του κατηγορουμένου, εφόσον συχνά το μόνο πρόσωπο που είναι παρών κατά το χρόνο της δολοφονίας είναι ο κατηγορούμενος και ο αποθανών. Εν τούτοις, εάν υπάρχει κάποια μαρτυρία η οποία υποστηρίζει τις υπερασπίσεις αυτές, το βάρος της ανατροπής των αναμφίβολα βρίσκεται πάνω στην κατηγορούσα αρχή (Woolmington v Director of Public Prosecutions [1935] All ER, Rep.1 [1935] AC 462). Δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ότι όπου τα γεγονότα είναι κατά ιδιάζοντα τρόπο μέσα στη γνώση του κατηγορούμενου, το βάρος της απόδειξης οποιασδήποτε υπεράσπισης που στηρίζεται πάνω σε τέτοια γεγονότα μετατίθεται στον Κατηγορούμενο. Εάν εγερθεί από τον Κατηγορούμενο μια ειδική υπεράσπιση, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να την εξετάσει με το υπόλοιπο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Εάν η εξήγηση του Κατηγορουμένου αφήνει πραγματική αμφιβολία στη σκέψη του Κατηγορουμένου, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί. Εάν το Διακστήριο όμως απορρίψει την εξήγηση του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει. Στην Ποινική Έφεση Αρ.5694, Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 300, στη σελίδα 305, επικυρώθηκε η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, στην οποία κρίθηκε ότι το γεγονός ότι το επίδικο αυτοκίνητο αγοράστηκε την προηγουμένη του δυστυχήματος δεν απαλλάττει τον κατηγορούμενο της ευθύνης του. Το ερώτημα που καθοδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στο να αποφανθεί αναφορικά με την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου ήταν το εξήςː Όφειλε να γνωρίζει ο Κατηγορούμενος ότι υπήρχε το μηχανικό πρόβλημα; Παρέλειψε να κάνει οτιδήποτε θα έκανε ένας συνετός ιδιοκτήτης αυτοκινήτου ούτως ώστε να μπορέσει να προβλέψει τον κίνδυνο και να λάβει τα μέτρα προς αποφυγή του; Το Εφετείο έκρινε ότι ένας συνετός οδηγός οφείλει να προβεί σε εύλογες εξετάσεις του οχήματός του για να διαπιστώσει την καταλληλότητα της χρήσης του κατά τρόπο ασφαλή για τον ίδιο και για τους άλλους οι οποίοι χρησιμοποιούν τους δημόσιους δρόμους. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον αυτό. Λέχθηκε ότι αναμφίβολα μια εύλογη εξέταση ενός τόσο ουσιώδους για ασφαλή οδήγηση εξαρτήματος, πριν τη χρησιμοποίηση του παλαιού και σε κακή κατάσταση οχήματος, ήταν απαραίτητη να γίνει και μπορούσε με βεβαιότητα να λεχθεί ότι, εάν είχε γίνει, ο Κατηγορούμενος θα ανακάλυπτε τη μηχανική βλάβη που προκάλεσε τελικά το δυστύχημα, θα είχε προβλέψει τον κίνδυνο και θα είχε λάβει τα δέοντα μέτρα προς αποφυγή του. Στην Ποινική Έφεση Αρ.7103, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (Αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ 473, λέχθηκε ότι (βλ. τη σελίδα 479)ː «Στην παρούσα υπόθεση [...] δεν στοιχειοθετείται συγκεκριμένος τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου που να μπορεί αφ' ευατού να θεωρηθεί ότι δημιουργούσε οποιονδήποτε κίνδυνο πριν από τη διέλευσή του από τη διάβαση πεζών. Από εκεί δε και μέχρι τη σύγκρουση έχουμε μόνο την αντίδραση του εφεσίβλητου μπροστά σε ό,τι ο ίδιος θεώρησε ως κίνδυνο. Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του Άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μην συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση, παράγραφοι Ι-302 και Ι-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που να επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά βεβαίως υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. [...] Ο εφεσίβλητος εδώ ήταν κινούμενος κίνδυνος. Δεν είχε οποιαδήποτε άδεια οδήγησης και ήταν εντελώς άπειρος, χωρίς βασικές γνώσεις σε σχέση με τον τρόπο οδήγσηης αυτοκινήτου. Εντούτοις ανέλαβε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της μητέρας του μέσα σε κατοικημένη περιοχή, μεταφέροντας επιβάτες σε δρόμο στενό, με αλλεπάλληλες στροφές, μάλιστα κατά τη νύχτα. Αυτά αποτελούν απερίσκεπτη συμπεριφορά και θα στοιχειοθετείται το αδίκημα εφόσον καταδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πρόσκρουσης στον πάσσαλο και της έλλειψης γνώσεων, πείρας και ικανότητας για οδήγηση αυτοκινήτου από τον εφεσίβλητο». Κατέληξε το Εφετείο στην ακόλουθη κρίση. Ότι ένας στοιχειωδώς ικανός οδηγός θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση με έναν απλούστατο ελαφρύ ελιγμό, εφόσον δεν έτρεχε. Η αντίδραση του εφεσίβλητου αμέσως να στρίψει το τιμόνι και να χρησιμοποιήσει τα φρένα με αποτέλεσμα την απωλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου του ήταν παράλογη και [...] αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ευθέως συνυφασμένο με την απειρία του [...]. Επισημαίνεται ότι στο Σύγγραμμα Blackstone's, παράγραφο C.3.13, σελ. 1062, αναφέρεται, με παραπομπή στη Henningan [1971] 3 All ER 133, ότι δεν υπάρχει τίποτα στη νομοθεσία που να απαιτεί να αποδειχθεί ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου ήταν «ουσιώδης» (substantial) ή «κύρια» (major) αιτία πρόκλησης του θανάτου, αρκεί να αποδειχθεί ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου ήταν «μια αιτία και κάτι παραπάνω από de minimis» (a cause and something more than de minimis). Τέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία και ειδικότερα την απόφαση Ντίνος Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365 - 366, «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.». ΣΤ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι, υπήρξε παράβαση Κανονισμού (δηλαδή παραβίαση του σήματος υποχρεωτικής κατεύθυνσης αριστερά), χωρίς όμως να έχει καταδειχθεί αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην παράβαση αυτή και την πρόκληση της απώλειας ελέγχου του οχήματος του Κατηγορουμένου. Υπήρξε παράνομη μετατροπή της μοτοσικλέτας, χωρίς όμως αυτή να αποδεικνύεται ως σχετική με την επίδικη οδηγική συμπεριφορά και ειδικότερα, με την απώλεια του ελέγχου της μοτοσικλέτας από τον Κατηγορούμενο. Η πείρα και η ικανότητα του Κατηγορουμένου ως οδηγού μοτοσικλέτας δεν αμφισβητήθηκαν ιδιαίτερα από την Κατηγορούσα Αρχή. Η πορεία του μέχρι του σημείου Α1 δεν παρουσίασε οτιδήποτε το αλόγιστο ή απερίσκεπτο ή επικίνδυνο, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε άλλη τροχαία κίνηση επί της οδού κατά το συγκεκριμένο χρόνο ούτε προκλήθηκε σύγκρουση με άλλο όχημα, έτσι ώστε να έχει διαψευσθεί. Η απερισκεψία του Κατηγορουμένου ως οδηγού προκύπτει από τη συνολική θεώρηση των γεγονότων. Από το ότι ανέλαβε να οδηγήσει σε άγνωστους για τον ίδιο δρόμους, με συνεπιβάτη, χωρίς προστατευτικά κράνη, μία προφύλαξη η οποία εαν ελαμβάνετο θα περιόριζε τις συνέπειες της πρόσκρουσης του θύματος στο πεζούλι, καθώς και στο ότι οδήγησε μοτοσικλέτα της οποίας την κατάσταση δεν έλεγξε με σκοπό να έχει ασφαλή εκτίμηση για το αν ήταν κατάλληλη για χρήση επί της οδού και η οποία αποδεικνύεται ότι είχε ακατάλληλο για χρήση ελαστικό στον πισινό τροχό που είναι και ο κινητήριος τροχός. Εάν ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης και συνετός οδηγός επιδείκνυε την απαραίτητη επιμέλεια και έλεγχε τη μοτόρα του προτού τη θέσει σε κίνηση επί της οδού, θα διαπίστωνε ότι η τρέχουσα κατάστασή της ήταν επικίνδυνη. Κρίνω ότι η προαναφερθείσα κατάσταση του ελαστικού αποτελεί μία λογική αιτία για την απώλεια του ελέγχου της μοτόρας, την οποία η Υπεράσπιση δεν αντέκρουσε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ικανοποιητικά. Το ότι ο Κατηγορούμενος ταξίδευσε με τα ίδια ελαστικά από την Ορμήδεια μέχρι τη Λευκωσία δεν καταρρίπτει αφ' ευατού τα ευρήματα του τεχνικού ελέγχου, επί των οποίων δεν αντεξετάσθηκε ο μάρτυρας. Η θέση της Υπεράσπισης ότι το πισινό ελαστικό της μοτοσικλέτας του Κατηγορουμένου ακόμη και μετά το δυστύχημα «δεν έπαψε να υπάρχει» ούτε «είχε χάσει την υλική του υπόσταση», δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ήταν κατάλληλο για χρήση. Για να χρησιμοποιηθεί η μοτόρα, με βάση τα όσα είπε ο μάρτυρας, ασφαλώς και θα έπρεπε να είχε αλλαχθεί το ελαστικό. Ο Κανονισμός 50
(12)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, ΚΔΠ 66/84 καθορίζει ότι «Η κατάστασις παντός μηχανοκίνητου οχήματος ως και απάντων των εξαρτημάτων αυτού δέον όπως είναι τοιαύτη ώστε να μην προκαλεί ή να ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο εις οιονδήποτε εν τω οχήματι ή επ' αυτού ευρισκόμενον πρόσωπον ή εις πρόσωπον εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού». Υπήρξε σφάλμα ως εκ της παραβίασης του εν λόγω Κανονισμού, την οποία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην απώλεια του ελέγχου της μοτόρας και της κατάστασης του πισινού ελαστικού που ήταν στον κινητήριο τροχό, η οποία δημιουργούσε μία επικίνδυνη κατάσταση, η οποία και πραγματοποιήθηκε. Υπό το φως όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το αδίκημα ως η Κατηγορία 1 επί του Κατηγορητηρίου. ........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.