Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελένη Γιώργουρου Πέτρου, Υπόθεση. Αρ.:24466/11, 27 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.:24466/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ελένη Γιώργουρου Πέτρου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κα. Ε. Μιχαηλίδου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία: «Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως η κατηγορία αρ. 1 πιο πάνω επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη την 20.8.2010, στην οδό Κωνσταντίνου Αγαπίου στον Κάτω Πύργο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής DAS703, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ Η Κατηγορούσα εισηγείται στο Δικαστήριο ότι αποδείχθηκε η κατηγορία αρ. 1 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σχεδιαγράφημα της σκηνής αποτυπώνει την πραγματική μαρτυρία. Επεσυνέβη το δυστύχημα σε μια δεξιόστροφο στροφή ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Γνωστή η πορεία αυτή στην Κατηγορούμενη. Αναγνωρίζει η ίδια ότι η εν λόγω οδός ήταν εντός κατοικημένης περιοχής και ότι χρησιμοποιείτο από πεζούς. Όφειλε να λάβει αναγκαία μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης με τον πεζό που διασταύρωνε από δεξιά προς αριστερά. Δεν έλαβε τέτοια μέτρα. Η Κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι ο πεζός διασταύρωνε από αριστερά προς δεξιά. Όμως ο πεζός είχε ήδη καλύψει 5,3 μέτρα από δεξιά ως το σημείο σύγκρουσης, οπότε ήταν μέσα στο πλαίσιο της ορατότητάς της και όφειλε να τον δει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα. Αντίθετα, η Υπεράσπιση εισηγείται στο Δικαστήριο ότι για να αποδειχθεί το συγκεκριμένο αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη όφειλε να δει τον πεζό και δεν τον είδε ή ότι τον είδε και δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Τίποτα από αυτά δεν αποδείχθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε από το ΜΚ2 ότι ήταν απότομη και επικίνδυνη η στροφή. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε με ταχύτητα 30 ΧΑΩ. Η Κατηγορούμενη είπε ότι τα δέντρα και το γκαράζ στην περιοχή εμπόδιζαν την ορατότητά της. Υπάρχει μεγάλη αμφιβολία για την πορεία που ο πεζός ακολούθησε προκειμένου να διασταυρώσει τον δρόμο, δηλαδή είναι αμφίβολο αν αυτός διασταύρωνε από τα δεξιά προς τα αριστερά. Μεγάλη αμφιβολία υπάρχει συνεπακόλουθα και για την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη ως η πορεία του πεζού. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι (Γ.Ε. ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18). Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι ο πεζός δεν ήταν απλά ορατός στο δρόμο. Δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτός από πριν. Επομένως δεν μπορούσαν να ληφθούν προληπτικά μέτρα από την Κατηγορούμενη, η οποία θα πρέπει να κριθεί με το μέτρο του μέσου συνετού οδηγού και όχι του τέλειου οδηγού. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον παραπονούμενο, κ. Νικόλα Πόλιτσου (στο εξής «ο ΜΚ1»), και τον Λοχ. 1010 Α. Νικολάου (στο εξής «ο ΜΚ2»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του παραπονούμενου ΜΚ1 στην Αστυνομία (στο εξής «το ΤΕΚ1»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (στο εξής «το ΤΕΚ2»), η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης (στο εξής «το ΤΕΚ3»), το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (στο εξής «το ΤΕΚ4») και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής (στο εξής «το ΤΕΚ5»). Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ
- Στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 1), η οποία δόθηκε στις 2.9.2010, ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 20.08.2010, γύρω στις 0810, αφού τέλειωσε με την καθαριότητα της αυλής του σπιτιού του, που εφάπτεται στην οδό Κ. Αγαπίου, διασταύρωσε την οδό Κ. Αγαπίου και πέρασε απέναντι από το σπίτι του για να πετάξει άχρηστα χόρτα στον κάλαθο του Συμβουλίου Βελτιώσεως. Αφού πέταξε τα χόρτα, διασταύρωσε ξανά την οδό Κ. Αγαπίου για να μπει στο σπίτι του. Την ώρα που διασταύρωνε το δρόμο δεν κοίταξε δεξιά ή αριστερά για να δει αν ερχόταν αυτοκίνητο. Όμως, την ώρα που αποφάσισε να διασταυρώσει άκουσε βοή του αυτοκινήτου που ερχόταν από τα αριστερά του, όπως κοίταζε προς το σπίτι του. Το αυτοκίνητο κατευθύνετο από την οδό Κ. Αγαπίου προς Λεωφ. Ν. Παπαγεωργίου. Άκουσε τη βοή του αυτοκινήτου, αλλά λόγω ηλικίας περπατούσε πολύ σιγά. Πέρασε τη μέση του δρόμου και σχεδόν όταν ήταν να μπει στο σπίτι του, τον χτύπησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ελένη Γιώρκαρου από τον Κ. Πύργο, δηλαδή ένα διπλοκάμπινο κόκκινο μάρκας Mitsubishi. Από το κτύπημα, τον πέταξε το αυτοκίνητο και έπεσε μέσα στο δρόμο. Δεν θυμάται τίποτα άλλο μετά από το κτύπημα. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως, ο ΜΚ1δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία και το οποίο του ανέγνωσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αφ' ότου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο Δικαστήριο. Δήλωσε ότι γνωρίζει την Κατηγορούμενη με το όνομά της διότι αυτή πηγαινοέρχεται καθημερινά στο δρόμο μπροστά από το σπίτι του, αν και δεν είναι γειτόνισσά του. Είπε ότι ο ίδιος είδε την Κατηγορούμενη να έρχεται από πάνω την ώρα που αυτός ήταν έτοιμος να περάσει. Μετά είπε ότι, ουσιαστικά, την είδε την ώρα που τον χτύπησε. Δεν θυμάται ποια ήταν η θέση του στο δρόμο όταν τον κτύπησε. Προηγουμένως δεν άκουσε κάτι, δεν άκουσε κάποια βουή. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος είπε ότι αυτός κρατούσε ένα μικρό κάλαθο, μέσα στον οποίο έβαλε τα χόρτα που καθάρισε από την αυλή του και πήγαινε να τα πετάξει απέναντι από το σπίτι του μέσα στο μεγάλο κάλαθο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν δηλαδή τον κτύπησε το όχημα της Κατηγορούμενης, αυτός επέστρεφε προς το σπίτι του. Το αυτοκίνητο ερχόταν από τα αριστερά του. Ήταν περίπου μέσα στη μέση του δρόμου ο ίδιος όταν τον κτύπησε το αυτοκίνητο. Αρνήθηκε και πάλιν ότι άκουσε οποιαδήποτε βουή αυτοκινήτου πριν το κτύπημα. Όταν του υποβλήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι όσα είπε στο Δικαστήριο είναι ψέματα και ότι ορθά ήταν όσα είπε στη γραπτή κατάθεσή του προς την Αστυνομία, ο ΜΚ1 είπε ότι όλα όσα λέει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αλήθεια. Αντίθετα προς τα όσα ανέφερε στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, περί του ότι αυτός δεν κοίταξε δεξιά ή αριστερά όταν αποφάσισε να διασταυρώσει, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτός πρόλαβε και είδε την Κατηγορούμενη να έρχεται κατά το μέρος του ενόσω η ίδια ήταν ακόμη σε απόσταση «μίας σκάλας» μακριά του. Περιγράφοντας την απόσταση αυτή, είπε ότι ήταν απόσταση μήκους δύο φορές εκείνο της αίθουσα του Δικαστηρίου. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι λέει ψέματα, διότι αυτός δεν μπορούσε να δει σε τέτοια απόσταση και απάντησε στην υποβολή λέγοντας «Ήταν πάνω στην κούρβα, καλό εν εμπορούσα να δω;». Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι τη στιγμή που έγινε το δυστύχημα, εκείνος εδιασταύρωνε από αριστερά προς τα δεξιά με σκοπό να πάει από το σπίτι του προς απέναντι και ότι αυτός ήταν ο λόγος που συνέχισε να διασταυρώνει. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι αν ήταν έτσι η πορεία του στο δρόμο, τότε η Κατηγορούμενη θα τον έκανε λιώμα. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι έξω από το σπίτι του υπάρχουν δέντρα και αυτός απάντησε αρνητικά. Επίσης, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι ο αστυνομικός του έδειξε οποιοδήποτε σχέδιο για τη σκηνή του δυστυχήματος. Αρνήθηκε ότι η υπογραφή επί του σχεδίου, ήταν η δική του. Δεν αναγνώρισε το σχέδιο της σκηνής που του παρουσίασε η συνήγορος Υπεράσπισης. Επίσης, όταν ρωτήθηκε αν αυτός είπε στον αστυνομικό που του έλαβε την κατάθεση από ποιαν πλευρά εδιασταύρωνε το δρόμο, απάντησε «Όχι». Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι όσα είπε στο Δικαστήριο αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, τις οποίες έκαμε μετά που διόρισε δικηγόρο για να τον συμβουλεύσει για τις αποζημιώσεις που διεκδικεί σε πολιτική αγωγή κατά της Κατηγορούμενης και τότε ο ΜΚ1 απάντησε «Εν σου λέω. Να σου πει ο δικηγόρος!». Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
- Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ2 Στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2), ο ΜΚ2 κατέθεσε τα εξήςː Την 20.08.2010 και ώρα 08ː15 ειδοποιήθηκε να μεταβεί στην οδό Κ. Αγαπίου στον Κ. Πύργο για τροχαίο δυστύχημα που συνέβη η ώρα 08ː10 με ενεχόμενο όχημα το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής DAS703 που οδηγούσε η Ελένη Γιώργουρου, ηλικίας 34 ετών, και τον πεζό κ. Νικόλα Πόλιτσου, ηλικίας 78 ετών, ο οποίος δεν ήταν παρών στη σκηνή όταν έφθασε ο ΜΚ2 (την ίδια ημέρα και ώρα 08ː20), καθ'ότι μεταφέρθηκε από διερχόμενο όχημα αρχικά στο ΑΥΚ Κ. Πύργου και με ασθενοφόρο στο Γ.Ν. Πάφου. Από το κτύπημα ο πεζός έπαθε κάκωση θώρακος και το όχημα υπέστη βούλωμα στο μπροστινό καπό και γρίλια. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 09ː10 - 09ː20, ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την οδηγό του οχήματος. Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε το όχημά της στην τελική του θέση. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, αφού έκανε τις διάφορες μετρήσεις. Σημείωσε στο σχέδιο ως γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης. Με το σχεδιαγράφημα συμφώνησε η οδηγός και το υπέγραψε στην παρουσία του. Την 02.09.2010, ο ΜΚ2 μετέβη εκ νέου στη σκηνή μαζί με τον Νικόλα Πόλιτσου και αφού του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο, αυτός συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε στην παρουσία του. Καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5, που αναφέρονται πιο πάνω. Προσδιόρισε το σημείο επαφής του οχήματος της Κατηγορούμενης με τον πεζό λέγοντας ότι ήταν στη μέση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου. Κάτω από το αυτοκίνητο. Πέρασε πάνω του πεζού το αυτοκίνητο. Η ορατότητα ως η πορεία της Κατηγορούμενης ήταν 30 μέτρα περίπου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 είπε ότι είναι αστυνομικός εδώ και 15 χρόνια. Το σημείο σύγκρουσης ο ΜΚ2 το βρήκε καθ' υπόδειξη της Κατηγορούμενης που ήταν οδηγός του ενεχόμενου οχήματος καθώς και από τη μαρτυρία του πεζού που του δόθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο. Το επιβεβαίωσε, δηλαδή, με τον πεζό. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή ή άλλα ευρήματα που να μην σημειώθηκαν στη σκηνή. Ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε χόρτα ή κάλαθο στη σκηνή. Αν έβρισκε κάτι τέτοιο στη σκηνή και νοουμένου ότι αυτό συνδέετο με το δυστύχημα, τότε θα το τοποθετούσε στο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ο λόγος για τον οποίο ο ΜΚ2 πήρε κατάθεση από τον παραπονούμενο πεζό με καθυστέρηση δύο βδομάδων, ήταν γιατί στο εν λόγω διάστημα ο πεζός νοσηλευόταν στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη την ίδια ημέρα και παρά το ότι η ίδια έχασε τις αισθήσεις της από την ταραχή της μετά τη σύγκρουση, όταν αυτή ηρέμησε και επέστρεψε στη σκηνή του δυστυχήματος και ήταν σε θέση να περιγράψει τα γεγονότα και να δείξει το σημείο της σύγκρουσης. Ήταν με τη δική της ελεύθερη βούληση που επέστρεψε για να δώσει κατάθεση. Ο ΜΚ2 πρώτα έδειξε στην Κατηγορούμενη το σχέδιο και μετά της έλαβε ανακριτική κατάθεση. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε την υποβολή ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το σχέδιο της σκηνής. Απάντησε στην εν λόγω υποβολή, λέγοντας «Τέτοιο θέμα δεν ετέθηκε ούτε και 2 ½ μήνες μετά, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς. Αυτό το υποβάλλετε εσείς τώρα. Αν ετίθετο τέτοιο θέμα, θα πήγαινα ξανά στη σκηνή για να εξηγήσω τις διαφωνίες της». Ερωτήθηκε ο ΜΚ2 ποιος του είπε την πορεία του πεζού και απάντησε «Η κατηγορούμενη. Μετέπειτα ο πεζός. Συμφώνησαν και οι δύο». Αρνήθηκε ο ΜΚ2 την υποβολή ότι η Κατηγορούμενη ουδέποτε του είπε ότι η πορεία του πεζού όταν διασταύρωνε το δρόμο ήταν από δεξιά προς αριστερά. Παραδέχθηκε, όμως, ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αντικειμενική μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι η πορεία του πεζού ήταν από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Επέμεινε, όμως, ότι ήταν ευδιάκριτο και σύμφωνα με τα εγχειρίδια της Αστυνομίας το τόξο που ο ΜΚ2 τοποθέτησε επί του σχεδίου για να σημειώσει την πορεία του πεζού. Ο ΜΚ2 απέρριψε την υποβολή ότι η πορεία του πεζού σημειώθηκε στις 2.9.2010 επί του σχεδίου, δηλαδή μετά από τη μέρα που η Κατηγορούμενη υπέγραψε το σχέδιο ως ορθό, λέγοντας ότι ο ίδιος ο ΜΚ2 δεν είχε κανένα λόγο να κανει τέτοια παράνομη πράξη. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι ο πεζός και είδε και υπέγραψε το σχέδιο της σκηνής και έδειξε την υπογραφή του πεζού, κ. Νικόλα Πόλιτσου επί του σχεδίου της σκηνής. Είπε, επίσης, ο ΜΚ2 ότι όσα έγραψε στην κατάθεση του Νικόλα Πόλιτσου είναι όσα εκείνος του κατέθεσε. Θυμάται να του είπε ότι άκουσε βουή αυτοκινήτου. Δεν θυμάται να του είπε ο πεζός ότι είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης. Σε ό,τι αφορά τις μετρήσεις που είναι σημειωμένες επί του σχεδίου, ο ΜΚ2 είπε ότι στη μέτρηση με την κορδέλλα τον βοήθησε ο σύζυγος της Κατηγορούμενης στη σκηνή. Μέτρησε στο περίπου με την κορδέλα την ορατότητα των 30 μέτρων. Η δυσκολία στο να γίνει ακριβής μέτρηση της ορατότητας οφείλεται στο ότι ο ΜΚ2 δεν ήξερε την ακριβή θέση της Κατηγορούμενης στο δρόμο όταν έμπαινε στη στροφή επί της επίδικης οδού. Ο ΜΚ2 δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη στροφή είναι απότομη. Συμφώνησε ο ΜΚ2 ότι με ταχύτητα 30 ΧΑΩ ένας οδηγός διανύει απόσταση 8,33 μέτρων το δευτερόλεπτο. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι το 85% με 95% των οδηγών αντιδρούν στον κίνδυνο μέσα σε 1 ½ δευτερόλεπτο από τη στιγμή που αντιλαμβάνονται την ύπαρξη του κινδύνου, αλλά δεν συμφώνησε ο ΜΚ2 λέγοντας ότι δεν είναι ειδικός για να απαντήσει επί τούτου. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι η ορατότητα της Κατηγορούμενης ήταν πολύ λιγότερη από 30 μέτρα. Υποβλήθηκε επίσης στον κατηγορούμενο ότι η ταχύτητά της ήταν 30 ΧΑΩ. Και ότι με βάση την ταχύτητα της Κατηγορούμενης και την απόσταση που θα χρειαζόταν για να σταματήσει από τη στιγμή που είδε τον πεζό, η απόσταση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού θα χρειαζόταν να τον έβλεπε από απόσταση πέραν των 8,5 μέτρων. Ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να προσδιορίσει την απόσταση του σημείου σύγκρουσης Χ σε σχέση προς την αριστερή πλευρά του δρόμου. Υπολόγισε ο ΜΚ2 ότι ισούται με 2 μέτρα (6,90 που είναι το συνολικό πλάτος του δρόμου πλην 4,90 που ήταν η απόσταση του σημείου Χ από τη δεξιά πλευρά του δρόμου. Υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ2, στο πλαίσιο της οποίας αυτός αναγνώρισε το σύζυγο της Κατηγορούμενης ως το πρόσωπο που παρακολουθούσε την ακροαματική διαδικασία στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούμενη Η συνήγορος Υπεράσπισης δεν ήγειρε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως το ζήτημα αυτό και εξέδωσε ex tempore απόφαση ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία και αφού της επεξήγησε τα δικαιώματά της σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Σημειώνεται ότι, στην ανακριτική της κατάθεση (Τεκμήριο 3), που δόθηκε στις 20.8.2010, δηλαδή την ίδια ημέρα με το δυστύχημα, καταγράφονται τα εξής: Στις 20.08.2010 και ώρα 08:05, η Κατηγορούμενη ξεκίνησε από το σπίτι της στην οδό Κ. Αγαπίου στον Κάτω Πύργο για να πάει στην πλατεία του χωριού. Λόγω του ότι ο δρόμος που ακολούθησε, δηλαδή η οδός Κ. Αγαπίου, χρησιμοποιείται από πεζούς, η ταχύτητά της ήταν πολύ χαμηλή, δηλαδή γύρω στα 30 ΧΑΩ. Είχε τη 2η ταχύτητα και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της. Σε μια αριστερή στροφή του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της, είδε ξαφνικά μπροστά της, στο ένα μέτρο από μπροστά της, τον Νικόλα Πόλιτσου να τραβά ένα κάλαθο σκουπιδιών. Δεν πρόλαβε να πατήσει φρένο και χτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματός της τον Νικόλα Πόλιτσου. Λόγω του ότι η ταχύτητά της ήταν πολύ χαμηλή, αυτή σταμάτησε αμέσως. Κατέβηκε αμέσως από το αυτοκίνητό της και πήγε κοντά του. Τον ρώτησε αν είναι καλά και της είπε ότι είναι καλά. Η ίδια από την ταραχή της έχασε τις αισθήσεις της και την πήρε ο σύζυγός της σπίτι. Αφού ηρέμησε, την ειδοποίησε η Αστυνομία να πάει στη σκηνή του δυστυχήματος για να της επεξηγήσει το σχέδιο. Το αυτοκίνητο ήταν ακόμη στη σκηνή, στη θέση που το άφησε. Ο Λοχ. 1010 της επεξήγησε το σχεδιαγράφημα στη σκηνή και αυτή συμφώνησε με αυτό. Καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, η Κατηγορούμενη είπε ότι ο λόγος που οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, 30 ΧΑΩ, ήταν επειδή ο δρόμος της Κ. Αγαπίου χρησιμοποιείται από πεζούς και έχει μια μεγάλη απότομη στροφή, «κούρβα», όπου έγιναν πολλά δυστυχήματα. Η Κατηγορούμενη γνωρίζει το δρόμο. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπήρχαν δέντρα τα οποία απέκοπταν την ορατότητα ως η πορεία της. Τώρα δεν υπάρχουν εκείνα τα δέντρα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Κατηγορούμενη οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, όταν είδε, στο ένα μέτρο από την ίδια, τον παραπονούμενο πεζό να διασταυρώνει το δρόμο, βγαίνοντας μπροστά της από τα αριστερά, κοιτάζοντας προς το Συμβούλιο Βελτιώσεως. Τον είδε να κρατά έναν κάλαθο, τον οποίο προφανώς θα άδειαζε στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Όταν ο αστυνομικός της έδειξε το σχέδιο της σκηνής, η ίδια ήταν ταραγμένη και γι' αυτό δεν πρόσεξε ότι ο αστυνομικός σημείωσε την πορεία του πεζού από δεξιά προς αριστερά του δρόμου. Δηλαδή, τη στιγμή που αυτή υπέγραψε το σχέδιο ως ορθό, δεν πρόσεξε ότι έτσι σημειώθηκε η πορεία του πεζού. Αντεξεταζόμενη, η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ίδια κατευθυνόταν προς την υπεραγορά (supermarket). Επανέλαβε ότι στην επίδικη οδό υπήρχαν δέντρα που απέκοπταν την ορατότητά της και ότι εκείνη είχε αναφέρει στον αστυνομικό ότι η πορεία του πεζού ήταν από αριστερά προς δεξιά. Είπε, επίσης, ότι εκτός από τα δέντρα, την ορατότητα εμπόδιζε και η ύπαρξη ενός γκαράζ. Μετά το δυστύχημα, έγιναν αλλαγές προς αποφυγήν νέων δυστυχημάτων. Το ότι δεν τοποθετήθηκαν τα δέντρα στο σχέδιο, δεν είναι κάτι που εξαρτάτο από την ίδια. Πίστευε ότι ο αστυνομικός θα έβαζε στην κατάθεσή της όσα του είπε σε σχέση με την ύπαρξη των δέντρων. Παραδέχτηκε ότι η ίδια χρησιμοποιούσε συχνά το συγκεκριμένο δρόμο, γι' αυτό και της ήταν γνωστή από προηγουμένως η ύπαρξη των δέντρων και του γκαράζ που περιόριζαν την ορατότητα ως η πορεία της. Επανέλαβε τη θέση της ότι λόγω της ταραχής της ήταν που δεν αντιλήφθηκε πως τοποθετήθηκε η πορεία του πεζού στο σχέδιο. Ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός της έδειξε το σχέδιο χωρίς να της εξηγήσει την πορεία του πεζού. Αρνήθηκε ότι τα εμπόδια που η ίδια ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν στην πορεία της και εμπόδιζαν την ορατότητά της δεν της επέτρεπαν να ξέρει από πού ξεκίνησε ο πεζός για να διασταυρώσει. Είπε ότι αυτή τον είδε να προχωρά για να πάει δεξιά κρατώντας ένα μικρό κάλαθο. Υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ότι ο πεζός διασταύρωνε από δεξιά προς αριστερά, και ότι, όταν η ίδια συγκρούστηκε με αυτόν, ο πεζός είχε ήδη καλύψει απόσταση 5,30 μέτρων και σ' αυτό το διάστημα είχε το χρόνο να τον δει! Η Κατηγορούμενη απάντησε λέγονταςː «Όχι. Δεν είχα το χρόνο. Από αριστερά έβγαινε και ήταν μεγάλη στροφή.». Υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ότι αυτή δεν έλαβε κανένα μέτρο αποφυγής της σύγκρουσης και απάντησε «Έκανα. Σταμάτησα στο 1 μέτρο». Δεν υπήρξε επανεξέταση της Κατηγορούμενης. Η Κατηγορούμενη δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους ΜΚ1 και ΜΚ2, καθώς επίσης την Κατηγορούμενη κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία (Μοssa (Mussa) Mohammed Mustafa v Ανδρέα Κακούρη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ, «Δεν αποκλείεται η θεώρηση μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστου και άλλου ως αναξιόπιστου. Η κρίση της αξιοπιστίας μάρτυρος και, συνακόλουθα, του βάσιμου της μαρτυρίας του, ανήκει καθ' ολοκληρίαν στο δικάζον δικαστήριο. Όπως υποδεικνύεται στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65, ακόμα και στην περίπτωση εχθρικού μάρτυρα σε ποινική υπόθεση, παρέχεται η δυνατότητα αποδοχής, ως αξιόπιστου, μέρους της μαρτυρίας του. Η ελευθερία του Δικαστηρίου στην κρίση των γεγονότων είναι αλληλένδετη με την αποστολή του ως κριτή των γεγονότων και, συνακόλουθα, της αλήθειας των πραγμάτων.». Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι η μαρτυρία που έδωσε ο ΜΚ1 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι αξιόπιστη, γι' αυτό και την απορρίπτω ως αναληθή. Καταλήγω στη διαπίστωση αυτή, έχοντας συγκρίνει το περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρίας με τα διαλαμβανόμενα στη γραπτή κατάθεση που ο ΜΚ1 είχε δώσει στον αστυνομικό / εξεταστή του δυστυχήματος, δηλαδή το ΜΚ2, δύο μόλις βδομάδες μετά το δυστύχημα, όταν όλα τα διαδραματιζόμενα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό του. Υπάρχει μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στα όσα κατέθεσε τότε και στα όσα δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τότε είπε ότι όταν αποφάσισε να διασταυρώσει, ο ίδιος άκουσε βοή αυτοκινήτου και αντί να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά, συνέχισε για να διασταυρώσει το δρόμο. Τα αναίρεσε πλήρως όταν κατέθετε ενόρκως στο Δικαστήριο, λέγοντας ότι δεν άκουσε βουή αυτοκινήτου, ενώ δήθεν κοίταξε και είδε «μία σκάλα» μακριά του, «πάνω στην κούρβα» το όχημα της Κατηγορουμένης να έρχεται, υπονοώντας ότι υπήρχε άνετη ορατότητα ως προς τη θέση του από τη θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης και αντίστροφα και ότι ο ίδιος στο σημείο που βρισκότουν ήταν απλά ορατός. Όταν του υποδείχθηκε ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, τις οποίες εκθέτει κατόπιν νομικής συμβουλής σε σχέση με την πολιτική αγωγή που έχει κινήσει κατά της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ1 δεν το αρνήθηκε. Θυμίζω ότι το μόνο που είπε για να επεξηγήσει την απόκλιση των δηλώσεών του από την προηγούμενη κατάθεσή του ήταν ότι «μπορεί να ήταν λάθος η κατάθεση». Στην προσπάθειά του να ανασκευάσει την όλη γραμμή υπεράσπισής του, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ακόμη και το ότι ο αστυνομικός του έδειξε το σχέδιο της σκηνής, ότι του το εξήγησε και ότι αυτός το υπέγραψε ως ορθό. Αυτή του η μαρτυρία, όμως, καταρρίφθηκε από το ΜΚ2, ο οποίος ήταν ακάθεκτος γύρω από το ότι έδειξε και εξήγησε το σχέδιο στον Κατηγορούμενο, το οποίο και υπογράφηκε από αυτόν. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων και έχοντας κατά νου ότι ο ΜΚ1 έχει συμφέρον μέσα από την κατάληξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, δεν έχω ικανοποιηθεί για τη φιλαλήθεια του ΜΚ1. Ο ΜΚ2 κρίνω ότι είπε όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Οι απαντήσεις του, κατά την αντεξέταση, διακρίνονταν από ξεκάθαρες τοποθετήσεις, αντικειμενικές και τεκμηριωμένες. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να δεχθώ ως πλήρως αξιόπιστη και αληθή τη μαρτυρία του. Η Υπεράσπιση αμφισβητεί ως αναληθή τη δήλωση του ΜΚ2 ότι η Κατηγορούμενη του επέδειξε την πορεία του πεζού ως πορεία από τα δεξιά προς τα αριστερά του δρόμου ως η πορεία του οχήματος της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 επιμένει ότι ήταν εκείνη που του έδειξε την πορεία του πεζού και κυρίως ότι ο ίδιος της εξήγησε το σχέδιο και πιο συγκεκριμένα τη σημειωθείσα σε αυτό πορεία του πεζού. Δεν έχω λόγο να τον αμφισβητήσω αφού ο μόνος άλλος που θα μπορούσε να του είχε δώσει πληροφορία σχετικά με την πορεία του πεζού, ήταν ο ίδιος ο πεζός, ο οποίος όμως έδωσε κατάθεση δύο βδομάδες μετέπειτα από την Κατηγρούμενη και αφ' ότου αυτή είχε ήδη δει και υπογράψει το σχέδιο. Λαμβάνω όμως υπόψη τη δήλωση του ΜΚ2 ότι δεν υπάρχει αντικειμενική μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει την ακριβή κατεύθυνση της πορείας του πεζού. Δηλαδή, εάν η Κατηγορούμενη από λάθος της την υπέδειξε ως τέτοια στον αστυνομικό, το λάθος αυτό διατηρείται και επί του σχεδίου. Κρίνω, πάντως, ότι δεν έχει καθοριστική σημασία η κατεύθυνση που είχε η πορεία του πεζού στο δρόμο, αφού καθοριστική είναι στην πράξη η θέση που αυτός είχε μέσα στο δρόμο όταν έγινε η σύγκρουση. Συμφωνούν οι δύο πλευρές, Κατηγορούσα Αρχή και Υπεράσπιση, ότι αυτός βρισκόταν στα 5,30 μέτρα από δεξιά προς αριστερά του δρόμου. Αυτό συνεπάγεται, ως θέμα κοινής λογικής, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση μόλις 1,60 μέτρων από την αριστερή άκρη του δρόμου (6,90μ που είναι το πλάτος του δρόμου πλην 5,30μ που είναι η απόσταση του σημείου σύγκρουσης (Χ) από τη δεξιά άκρη του δρόμου). Η απόσταση 4,90 είναι η απόσταση από τη δεξιά άκρη του δρόμου μέχρι τον μπροστινό και πισινό δεξιό τροχό του οχήματος της Κατηγορούμενης. Ο ΜΚ2 είπε ότι μέση ορατότητα της Κατηγορούμενης ανερχόταν στα 30 μέτρα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, εάν δηλαδή η Κατηγορούμενη έπαιρνε ανοικτά τη στροφή, η ορατότητα θα ανέβαινε στα 40 μέτρα. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, εάν δηλαδή έπιανε πολύ στενά τη στροφή, η ορατότητα θα μειωνόταν στα 20 μέτρα. Αυτή η επεξήγηση που έδωσε ο ΜΚ2 κρίνω ότι είναι επαρκής υπό τις περιστάσεις και αληθής, αφού όπως ο ίδιος ορθά επεσήμανε προς το Δικαστήριο, δεν ήταν ο ίδιος αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος για να μπορεί να δώσει μία και μόνο μέτρηση της ορατότητας. Σημειωτέον ότι ο ΜΚ2 δέχθηκε τις θέσεις της Υπεράσπισης ότι η επίμαχη στροφή του δρόμου είναι απότομη και ότι ένας οδηγός που οδηγεί με 30 ΧΑΩ καλύπτει 8,33μέτρα το δευτερόλεπτο. Η Κατηγορούμενη ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επισημαίνω ότι δεν είπε οτιδήποτε αντιφατικό προς τα όσα διαλαμβάνει η ανακριτική της κατάθεση. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην ανακριτική της κατάθεση, αυτή δεν είχε δηλώσει κατά συγκεκριμένο τρόπο την πορεία του πεζού επί του δρόμου, παρά μόνο δήλωσε ότι τον είδε ξαφνικά μπροστά της στο ένα μέτρο. Επομένως, δεν είναι τέτοια η περίπτωση ώστε να θεωρήσω ότι η γενόμενη ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωση περί πορείας του πεζού από αριστερά προς δεξιά, αποτελεί δήλωση που συγκρούεται με οποιαδήποτε προϋπάρχουσα στην ανακριτική της κατάθεση δήλωση η οποία να ήταν ενάντια στα συμφέροντά της και στην οποία να έκρινα ορθό να δώσω μεγαλύτερη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, κατάφερε η Κατηγορούμενη να μου δημιουργήσει αμφιβολία για το αν, πράγματι, η πορεία του πεζού ήταν ορθή όπως σημειώθηκε τότε επί του σχεδίου ή αν ορθή είναι η πορεία όπως την περιγράφει τώρα ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αμφιβολία αυτή συντηρείται και από το γεγονός ότι ο ΜΚ2 δεν σημείωσε την πορεία του πεζού επί του σχεδίου στηριζόμενος σε δικά του ευρήματα ή «αντικειμενικά ευρήματα». Θα δεχθώ τη δήλωσή της ως αληθή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της πιο πάνω προσφερθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι στις 20.08.2010 και περί ώρα 08:10, η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα του πατέρα της με αρ. εγγραφής DAS703 στην οδό Κ. Αγαπίου στον Κάτω Πύργο με κατεύθυνση προς Πλατεία, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 4 έχοντας ταχύτητα 30 ΧΑΩ και χρησιμοποιώντας τη δεύτερη ταχύτητα του οχήματός της. Η ορατότητα της Κατηγορούμενης ως η πορεία της ήταν περίπου 30 μέτρα. Ο ΜΚ1 ο οποίος ήταν κατά την εν λόγω ημερομηνία 78 ετών διαμένει σε οικία επί της αριστερής πλευράς της οδού Κ. Αγαπίου ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Στο συγκεκριμένο ύψος της οδού Κ. Αγαπίου, ο δρόμος έχει μια απότομη καμπή (κούρβα). Ο ΜΚ1 αποφάσισε να διασταυρώσει την οδό Κ. Αγαπίου. Παρά το ότι τη στιγμή που αποφάσισε να διασταυρώσει αυτός άκουσε βουή αυτοκινήτου, ο ΜΚ1 δεν κοίταξε δεξιά ή αριστερά για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές για τον ίδιο για να εισέλθει στο δρόμο και αντί τούτου εισήλθε στο δρόμο με αργό βήμα (πολύ σιγά). Ενόσω αυτός διασταύρωνε το δρόμο, η Κατηγορούμενη συγκρούστηκε με αυτόν στο κέντρο του μπροστινού μέρους του οχήματός της, ο ΜΚ1 έπεσε στο έδαφος και πέρασε από πάνω του το όχημα της Κατηγορούμενης το οποίο ευθύς σταμάτησε. Το πλάτος της οδού Κ. Αγαπίου ανέρχεται συνολικά σε 6,90 μέτρα. Από τη δεξιά άκρη του δρόμου ως η πορεία της Κατηγορούμενης μέχρι το δεξί μπροστινό τροχό του οχήματός της η απόσταση ισούται με 4,90 μέτρα και από την ίδια άκρη του δρόμου μέχρι το σημείο σύγκρουσης (Χ) η απόσταση ισούται με 5,30 μέτρα. Από την αριστερή άκρη του δρόμου, μέχρι το σημείο σύγκρουσης (Χ) η απόσταση ισούται με 1,60 μέτρα. Η Κατηγορούμενη είδε τον ΜΚ1 εντελώς ξαφνικά μπροστά της στο 1 μέτρο από το όχημά της. Θυμάται ότι η πορεία του πεζού ήταν από αριστερά προς δεξιά. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει η Κατηγορούμενη ήταν να σταματήσει το όχημά της, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας της Κατηγορουμένης, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. την Ποινική Έφεση 6614,Χρίστος Ιωάννου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 19.3.1999, με αναφορά στη Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Αναφέρω, επίσης, ότι, όπως η νομολογία έχει επεξηγήσει (βλ. Πολιτική έφεση αρ. 10664, απόφαση ημερομηνίας 14.1.2002), το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον πεζό συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου, ο πεζός δεν ήταν απλά ορατός ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Εφόσον, η ταχύτητά της ανερχόταν μόλις σε 30 ΧΑΩ, και όπως ο ΜΚ2 αποδέχτηκε με την ταχύτητα αυτή η Κατηγορούμενη κάλυπτε 8,33 μέτρα το δευτερόλεπτο, η απόσταση των 30 μέτρων καλύπτετο μέσα σε 3,6 δευτερόλεπτα. Ένας μέσος συνετός οδηγός χρειάζεται τουλάχιστον 1 δευτερόλεπτο για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να αντιδράσει. Η Κατηγορούμενη είδε τον ΜΚ1 μόλις στο 1 μέτρο μπροστά της, όταν αυτός ευρισκόταν σε απόσταση 1,60 μέτρων από τα αριστερά επί της οδού ως η πορεία της Κατηγορούμενης και η Κατηγορούμενη δεν είχε χρόνο να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, παρά μόνο να σταματήσει το όχημά της, κάτι που έπραξε. Ακόμη και αν ο πεζός είχε διασταυρώσει από δεξιά προς αριστερά, δεδομένης της περιορισμένης ορατότητας των 30 μέτρων περίπου, η Κατηγορούμενη θα είχε 2 δευτερόλεπτα μόνο για να διανύσει την απόσταση των 30 μέτρων μέχρι να τον δει και να αντιληφθεί τον κίνδυνο. Ο ΜΚ1 όφειλε να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια ως χρήστης της οδού και εφόσον άκουσε τη βουή αυτοκινήτου προτού αρχίσει να διασταυρώνει όφειλε να αναμένει και να μην εισέθει στο δρόμο. Είναι δική του η ευθύνη για το προκύψαν δυστύχημα. Κρίνω ότι η Κατηγορούμενη είναι αθώα και απαλλάσσεται της κατηγορίας αρ. 1. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο