← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Ζορπίδης κ.α., Υπόθεση. Αρ.:29976/11, 27 Μαρτίου, 2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Ζορπίδης κ.α., Υπόθεση. Αρ.:29976/11, 27 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.:29976/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Στέλιος Ζορπίδης
  2. Νίκος Ζορπίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2012 (Απαγγέλθηκε στις 3.4.2012) ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μάνουλος Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία׃ Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20(Α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
  3. 2η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, 96(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/
  4. 3η κατηγορία׃ Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος αρ. 1 την 25.10.2010, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τη Σια της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937- · χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (κατηγορία αρ. 1), · χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (κατηγορία αρ. 2), · χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (κατηγορία αρ. 3). Προτού απαντήσει στις πιο πάνω τρεις κατηγορίες, ο Κατηγορούμενος αρ. 1 προέβη, μέσω του συνηγόρου του, σε δήλωση ειδικής απολογίας δυνάμει του άρθρου 69(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ότι έχει κατηγορηθεί και καταδικαστεί προηγουμένως βάσει των ιδίων γεγονότων, δηλαδή επικαλέστηκε το δόγμα «autre fois convict». Σημείωσε, δε, ότι το δικαίωμα του Κατηγορουμένου να εγείρει αυτήν την ειδική απολογία απορρέει από τις διατάξεις του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος, όπου καθορίζεται ότι «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου δια το αυτόν αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου δια την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος.». Προς τούτο, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση 19667/10 η οποία καταχωρίστηκε εναντίον του Κατηγορουμένου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Τα αδικήματα για τα οποία δικάστηκε ο Κατηγορούμενος στην υπόθεση 19667/10, όπως φαίνονται στο Κατηγορητήριο, το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα υπόθεση ως Τεκμήριο 11, ήταν τα εξής: «Κατηγορία αρ.1 Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3), 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87, των περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της ΚΔΠ 277/85 και ΚΔΠ17/86, Νόμος 47(Ι)/97 και Νόμος 80(Ι)/2000. Κατηγορία αρ.2 Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψη ακινητοποιήσεως αυτού, ενώ κλήθηκε από Αστυνομικό με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984,, ΚΔΠ 66⁄84, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189⁄2008 και του άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972. Κατηγορία αρ. 3 Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19
(1)
(4)και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Ν.80(Ι)/2000.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.1 στην υπόθεση 19667/10, «Ο κατηγορούμενος στις 25.10.2010 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας (ΧΠ) Κόρνος της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 203 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.2 στην υπόθεση 19667/10, «Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937 και ενώ κλήθηκε από Αστυνομικό με στολή, παρέλειψε να το ακινητοποιήσει, μέχρι ο Αστυνομικός επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.3 στην υπόθεση 19667/10, «Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937 επικινδύνως δια το κοινό, δηλαδή έσβησε τα φώτα του οχήματός του». Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, μετά από παραδοχή του Κατηγορούμενου στις πιο πάνω τρεις κατηγορίες, και αφού εκτέθηκαν τα γεγονότα από την Κατηγορούσα Αρχή εξέδωσε την απόφαση ποινής στις 17.3.
  1. Αντίγραφο της απόφασης εκείνης κατατέθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση ως Τεκμήριο
  2. Ειδικότερα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε διάταγμα κηδεμονίας του κατηγορουμένου για χρονική διάρκεια 2 ετών με επιβολή όρων κοινοτικής εργασίας 130 ωρών. Τα γεγονότα, ως εκτέθηκαν, στο εν λόγω Δικαστήριο, δεν καταγράφονται στην απόφασή του, αφού όπως σημειώνεται στην εν λόγω απόφαση, καταγράφονταν στα πρακτικά και δεν κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθούν εκεί. Αποτελεί όμως κοινό έδαφος μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση ότι το μαρτυρικό υλικό που ήταν στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής και στη βάση του οποίου καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο στην υπόθεση 19667/10 συνίσταται στα ακόλουθα: · Τη γραπτή κατάθεση του κ. Χρίστου Κυριάκου, συνεπιβάτη του Κατηγορούμένου στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937, η οποία λήφθηκε στις 25.10.2010 μεταξύ των ωρών 03:35 και 03:50 (Τεκμήριο 1 στην παρούσα διαδικασία). · Τη γραπτή κατάθεση του Αστ. 2746 Π. Παύλου (Τεκμήριο 3 στην παρούσα διαδικασία), ο οποίος ανέλαβε ως εξεταστής τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε στις 25.10.2010 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τη Σια και στο οποίο ενεπλάκη το όχημα του Κατηγορουμένου με αριθμούς εγγραφής KWG
  3. Στην εν λόγω γραπτή κατάθεση αναφέρεται ότι ο Αστ. 2746 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο επί το ότι οδηγούσε το προαναφερθέν όχημα
(1)χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα,
(2)χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια και
(3)χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. · Την προαναφερθείσα γραπτή κατηγορία του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 4 στην παρούσα διαδικασία), επι της οποίας καταγράφεται ως απάντηση του Κατηγορουμένου και στις τρεις προαναφερθείσες κατηγορίες «Παραδέχομαι». · Την ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5 στην παρούσα διαδικασία) που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 25.10.2010 μεταξύ των ωρών 05:15 και 05:40 σε σχέση με υπόθεση αμελούς οδήγησης και πρόκλησης τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε στις 25.10.2010 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τη Σια. Στο πλαίσιο της πιο πάνω ανακριτικής κατάθεσης καταγράφεται η δήλωση του Κατηγορουμένου ότι «Εγώ βρήκα τα κλειδιά στον πάγκο της κουζίνας και τα έπιασα χωρίς να πω τίποτε στον πατέρα μου. Ο λόγος που δεν είπα τίποτε στον πατέρα μου ήταν γιατί δεν θα με άφηνε να πιάσω το Mercedes αφού δεν με καλύπτει η ασφάλεια.». · Τη γραπτή κατάθεση του Αστ.3806 (Τεκμήριο 8 στην παρούσα διαδικασία) ο οποίος διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας και είχε κάμει σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει ενόσω οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά τον Κόρνο, προτού αυτός εμπλακεί στο προαναφρθέν δυστύχημα στη Σια και ο οποίος πήγε πρώτος στη σκηνή του δυστυχήματος και ειδοποίησε τον Αστ. Σταθμό Πέρα Χωρίου για να πάνε στη σκηνή και να το εξετάσουν. · Το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 9 στην παρούσα διαδικασία). · Το πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (Τεκμήριο 10 στην παρούσα διαδικασία) που κάλυπτε την οδήγηση του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KWG937 μόνο από τον πατέρα του Κατηγορούμενου και μόνο μέχρι τις 6.8.2011. · Τη γραπτή κατάθεση του Αστ. 1821 Ε. Αγγελίδη (Τεκμήριο 2 στην παρούσα διαδικασία), ο οποίος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πατέρα του Κατηγορούμενου στις 25.10.2010 μεταξύ των ωρών 05:10 και 05:25 και τον κατηγόρησε γραπτώς στις 25.10.2010 μεταξύ των ωρών 05:30 με 05:35 επί το ότι δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα προς ασφαλή φύλαξη του οχήματός του με αποτέλεσμα να οδηγηθεί από το γιο του Στέλιο Ζορπίδη, χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια. Η γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 στην παρούσα διαδικασία. Η ανακριτική κατάθεση του πατέρα του Κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 στην παρούσα διαδικασία. Είναι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι από τα προαναφερθέντα Τεκμήρια και ειδικότερα από το Τεκμήριο 1 (γραπτή κατάθεση του κ. Χρίστου Κυριάκου, συνεπιβάτη του Κατηγορουμένου στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWG937), το Τεκμήριο 5 (ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο) και το Τεκμήριο 8, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει καμία απόκλιση ανάμεσα στα πραγματικά γεγονότα που αποκαλύπτονται από το μαρτυρικό υλικό που ήταν εξ αρχής διαθέσιμο στην Κατηγορούσα Αρχή. Η Κατηγορούσα Αρχή, θα μπορούσε, εισηγείται ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, να είχε παρουσιάσει ενοποιημένο κατηγορητήριο στην υπόθεση 19667/10, στο οποίο να συμπεριλάμβανε όλες τις κατηγορίες. Πέραν αυτής της δυνατότητας, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγείται ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της δίκης να είχε προσθέσει στο Κατηγορητήριο στην υπόθεση 19667/10, δυνάμει των άρθρων 83 και 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, νέες κατηγορίες όπως αυτές που παρουσιάζει τώρα. Περαιτέρω, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγείται ότι και το ίδιο το Δικαστήριο (εν προκειμένω το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας) θα μπορούσε, αφ' ότου εκτέθηκαν τα γεγονότα, και νοουμένου ότι διαπίστωνε την τέλεση άλλων αδικημάτων, να είχε προχωρήσει και επιβάλει ποινή γι' αυτά. Ισχυρίζεται ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, ότι ούτε η Κατηγορούσα Αρχή ούτε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας προχώρησαν στις ενέργειες που, ως ο ίδιος εισηγείται, είχαν την εξουσία να προβούν, με αποτέλεσμα να υπάρχει σήμερα τελεσίδικη απόφαση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, διότι υπάρχει ταύτιση γεγονότων και ταύτιση διαδίκων. Παραπέμπει ο συνήγορος Υπεράσπισης στην υπόθεση Γεώργιος Χαραλάμπους (Πουλλαούας) ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 501, λέγοντας ότι σε αυτή αναφέρθηκε ότι: «Όχι μόνο το δόγμα είναι διαθέσιμο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες οι ενόρκοι θα μπορούσαν να τον καταδικάσουν στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν είχε τύχει τυπικής αθώωσης.». Πρόκειται για απόσπασμα από το σύγγραμμα των Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata", 2nd ed., σελ.
  1. Η αρχή την οποία επικαλείται το πιο πάνω σύγγραμμα έχει τεθεί στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] A.C. 1254 - απόφαση του Lord Morris, στη σελ. 1311 (σε μετάφραση): «Οι αυθεντίες στις οποίες έχω αναφερθεί δείχνουν ότι μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του autrefois aquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία ένας θα μπορούσε να καταδικαστεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου». Στην ίδια απόφαση ο Lord Devlin θέτει το θέμα ως εξής στις σελ. 1339-1340 (σε μετάφραση): «Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο.» Υπό το φως των πιο πάνω, προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος αρ. 1 στην παρούσα υπόθεση επικαλείται βάσιμα το δόγμα του autrefois, είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο οι προτεινόμενες κατηγορίες στο παρόν κατηγορητήριο αναφέρονται στα ίδια αδικήματα με εκείνα που εκδικάστηκαν στην υπόθεση 19667/10 και αν βασίζονται πάνω στα ίδια γεγονότα και στον ίδιο Νόμο. Σημειώνω ότι η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγείται ακριβώς προς το Δικαστήριο ότι για την επιτυχή εφαρμογή του δόγματος του autrefois αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση να υπάρχει ταύτιση γεγονότων και επίδικων θεμάτων κάτι που, ως εισηγείται, δεν υπάρχει στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης και της υπόθεσης 19667/
  2. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από το Τεκμήριο 11 (κατηγορητήριο της 19667/10) και το Τεκμήριο 12 (απόφαση Δικαστηρίου στην υπόθεση 19667/10), αφορούν σε κατηγορίες για αδικήματα που έχουν επισυμβεί σε διαφορετικό χρόνο και τόπο. Το Τεκμήριο 12 αποτελεί τελεσίδικη απόφαση μόνο σε σχέση με εκείνα τα αδικήματα που συνέβηκαν γεωγραφικά παρά τον Κόρνο, δηλαδή στην Επαρχία Λάρνακας. Αντιθέτως, τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, αφορούν σε αδικήματα που συνέβηκαν σε άλλο χρόνο παρά τη Σια, δηλαδή στην Επαρχία Λευκωσίας. Σε ό,τι αφορά τον χρονικό παράγοντα, σημειώνω ότι υπήρχε μια χρονική αλληλουχία στα γεγονότα από τα οποία προέκυψαν τα αδικήματα της υπόθεσης 19667⁄10 και τα αδικήματα της παρούσης. Σε ό,τι αφορά την παρατήρηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τον τόπο των αδικημάτων, σημειώνω ότι αυτή είναι ορθή σε ότι αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και αναδεικνύει ότι τα γεγονότα των αδικημάτων που εκδικάζονται στην παρούσα υπόθεση έχουν κάποια 'τοπικού χαρακτήρα' διαφορά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης 19667⁄
  3. Διευκρινίζω, πάντως, ότι το στοιχείο του τόπου διάπραξης των αδικημάτων δεν είναι τέτοιας καθοριστικής σημασίας σε ό,τι αφορά το δικαιοδοτικό σκέλος των υποθέσεων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει δυνάμει του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1974, (Ν.43∕74) δικαιοδοσίαν να εκδικάζει «οιονδήποτε αδίκημα διαπραχθέν εν οιαδήποτε επαρχία της Κύπρου». Συνεπώς, εάν η Κατηγορούσα Αρχή καταχωρούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κατηγορητήριο στο οποίο περιλάμβανε τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού παρά τη Σια της Επαρχίας Λευκωσίας, το Δικαστήριο εκείνο θα ήταν «αρμόδιο Δικαστήριο» για τους σκοπούς του άρθρου 35 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο καθορίζει ότι «Όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε γι' αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα.». Από την άλλη, επισημαίνω, όμως, ότι, οι κατηγορίες αρ. 2 και 3 στην παρούσα υπόθεση αφορούν σε αδικήματα, τα οποία δεν έχουν απαραιτήτως τέτοιο τοπικό χαρακτήρα, αφού - όπως προκύπτει αβίαστα από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 5) - καθόλη τη διαδρομή του Κατηγορουμένου, ακόμη και όταν αυτός οδηγούσε παρά τον Κόρνο, διέπραττε το αδίκημα της οδήγησης χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου και το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε πράγματι να είχε ενσωματώσει στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αρ. 19667/10 και τις κατηγορίες για τα προαναφερθέντα δύο αδικήματα. Ωστόσο, η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να συμπεριλάβει στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αρ. 19667/10 τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 της παρούσης, κρίνω ότι δεν δημιουργεί δεδικασμένο υπέρ του Κατηγορουμένου. Δηλαδή, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 19667/10 δεν συνιστά είτε αθωωτική είτε καταδικαστική απόφαση για τα αδικήματα ως οι κατηγορίες 1, 2 και 3 στο παρόν κατηγορητήριο. Και εξηγώ: Τα αδικήματα για τα οποία δικάστηκε ο κατηγορούμενος στην υπόθεση αρ. 19667/10 (υπέρβαση ορίου ταχύτητας, παράλειψη ακινητοποίησης του οχήματος ενώ κλήθηκε με αστυνομικό με στολή, και αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση) δεν έχουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς τα γεγονότα ή το νόμο με τα αδικήματα στα οποία αφορούν οι κατηγορίες στην παρούσα υπόθεση. Είναι διαφορετική η νομική τους βάση και διαφορετικά τα συστατικά τους στοιχεία. Διαφορετικές οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Δεν υπάρχει δηλαδή ταύτιση χαρακτηριστικών, τέτοια που να μπορεί να θεωρηθεί ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης εμπεριέχονται εκ των γεγονότων και εκ του νόμου μέσα στα αδικήματα που εκδικάστηκαν τελεσίδικα με την απόφαση στην υπόθεση αρ. 19667/
  4. Δεν πρόκειται δηλαδή για τα ίδια ή ουσιωδώς τα ίδια αδικήματα (the same or substantially the same offences) ούτε για μικρότερα αδικήματα (lesser offences) ή αδικήματα που αποτελούσαν μέρος των κυρίως αδικημάτων που εκτίθονταν στο αρχικό Κατηγορητήριο. Όπως καθιερώθηκε νομολογιακά στη βάση των αποφάσεων στις υποθέσεις The Police v Economides and Others [1951] 20 (Part II) CLR 11 and The King v Barron [1914] 2 KB 570, εκείνο που έχει σημασία για την εφαρμογή του δόγματος δεν είναι κατά πόσο η μαρτυρία που δόθηκε στις δύο δίκες ήταν η ίδια, αλλά το κατά πόσο τα αδικήματα που αποτελούσαν το αντικείμενο της κάθε δίκης ήταν τα ίδια. Αν τα αδικήματα ήταν διαφορετικά, τότε τα στοιχεία που τα συνθέτουν θα μπορούσαν να ήταν επίσης διαφορετικά και συνεπώς θα μπορούσαν να στηρίζονται σε διαφορετικά συμπεράσματα βγαλμένα από την ίδια μαρτυρία. Αυτό διασαφηνίζεται και στο Blackstone´s Criminal Procedure, Oxford Publications, para. D12.22, σελ. 1587, όπου αναφέρεται, με παραπομπή στο παράδειγμα της Connelly v DPP [1964] AC
  5. Στην Connelly v DPP, πιο πάνω, τα γεγονότα και το μαρτυρικό υλικό της κατηγορούσας αρχής ήταν και στις δύο υποθέσεις το ίδιο. Τα γεγονότα ήταν ότι ο Κατηγορούμενος και 3 άλλοι συμμετείχαν σε μια ληστεία, κατά τη διάρκεια της οποίας ένας υπάλληλος πυροβολήθηκε και σκοτωθηκε. Με το πρώτο Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπισε μόνο κατηγορία για φόνο, ενώ με το δεύτερο αντιμετώπισε κατηγορία για ληστεία. Το House of Lords ομόφωνα έκρινε ότι δεν εφαρμοζόταν το δόγμα autrefois. Λέχθηκε ότι «What has to be considered is whether the crime or offence charged in the later indictment is the same, or is in effect substantially the same, as the crime charged in the former indictment and it is immaterial that the facts under examination or the witnesses being called in the later proceedings are the same as those of the earlier proceedings.». Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω στην απόφαση ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 δεν διατρέχει τον κίνδυνο είτε να καταδικασθεί για τα ίδια ή ουσιαστικά για τα ίδια ποινικά αδικήματα, για τα οποία έχει ήδη καταδικασθεί ή αθωωθεί στην υπόθεση 19667/10, είτε να καταδικασθεί για αδικήματα για τα οποία θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί σε προηγούμενη δίκη (Δέστε Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases
(1993), 1/62). Κρίνω αβάσιμη την εγερθείσα ειδική απολογία και καλώ τον Κατηγορούμενο, βάσει του άρθρου 69
(2)του Κεφ. 155, να απαντήσει στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 ως το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.