Αναφορικά με την Χριστίνα Α. Μιχαηλίδου, Θανατική Ανάκριση Αρ.: 80/10, 29 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Θανατικού Ανακριτή Θανατική Ανάκριση Αρ.: 80/10 Αναφορικά με την Χριστίνα Α. Μιχαηλίδου, Α.Δ.Τ. 993408, ημερ. γέννησης 1.11.90, τέως από την Λευκωσία . . . . . . . Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Αστυνομία: κα. Στ. Χατζηκωνσταντή Για την οικογένεια της αποβιώσασας: κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης Π Ο Ρ Ι Σ Μ Α Η παρούσα θανατική ανάκριση έχει διεξαχθεί με σκοπό να διακριβωθεί πότε, πού, πώς και υπό ποιες συνθήκες προκλήθηκε ο θάνατος της Χριστίνας Α. Μιχαηλίδου, ημερ. γέννησης 1.11.90, τέως από την Λευκωσία (Άρθρο 25 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου, Κεφ. 153). Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι το ζήτημα του πώς επήλθε κάποιος θάνατος είναι ευρύτερο από το να εξακριβωθεί απλώς η ιατρική αιτία θανάτου, και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τομ. 9, παρ. 1110, "The coroner must also investigate the circumstances surrounding the death". (Bλ. και "Jerris on Coroners" 9η έκδ., σελ. 84). Ο Θανατικός Ανακριτής στην Κύπρο, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 153, δεν δεσμεύεται από τους κανόνες αποδείξεως που εφαρμόζονται σε αστική ή ποινική διαδικασία. Πλην όμως δεν έχει εξουσία, εάν προκύπτει ποινικό αδίκημα, να κατηγορήσει κάποιο πρόσωπο για συγκεκριμένο αδίκημα ενόψει των προνοιών του Συντάγματος που αναθέτουν το αποκλειστικό δικαίωμα για δίωξη στον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. Republic v. Pandelides
(1969)1 CLR 21 και In Re Nicolaou G. Linghis
(1972)11 JSC 1589), και περαιτέρω δεν έχει εξουσία να επιλύσει οποιοδήποτε ζήτημα αστικής ευθύνης (βλ. Halsbury's, ανωτέρω). Σχετική με τα πιο πάνω θέματα είναι και η υπόθεση Πιττάκη κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 296, όπου αναφέρθηκε πως "η διαδικασία ενώπιον του θανατικού ανακριτή και το πόρισμα του είναι ημιδικαστικής φύσεως". Επίσης η υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Ανδριανής Νικολάου
(2008)1 ΑΑΔ 1342, στην οποία διευκρινίστηκε πως το καθήκον του θανατικού ανακριτή είναι να εξετάσει τη μαρτυρία και να διαπιστώσει εάν από αυτή υπάρχουν γεγονότα που καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο θάνατος, και στα πλαίσια αυτά εξετάζεται το κατά πόσον ο θάνατος οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια ή τυχαίο συμβάν. Είναι απαραίτητο ο θανατικός ανακριτής να καταλήγει στο πόρισμα του αυτό με κάποιο βαθμό βεβαιότητας (που υπολείπεται, όπως έχει αναφερθεί, του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 9, παρ. 1110 υπό τον τίτλο "Scope of inquest" αναφέρεται: "The proceedings and evidence of an inquest must be directed solely to ascertaining who the deceased was and how, when and where he came by his death". Όσον αφορά το ίδιο το πόρισμα του θανατικού ανακριτή στο σύγγραμμα "Coronership" του Gavin Thurston, έκδ. 1976, στη σελ. 116 αναφέρονται τα εξής: "After the witnesses have been heard the coroner briefly refers to the salient points in the evidence and, if there is a jury, reminds the members of the scope of the inquest and instructs them on the law and the verdicts open to them. It is unnecessary to go through all the evidence in detail. If he is sitting alone the coroner should mention the points on which he has reached his conclusion and then announce the verdict which he is about to record." Στην παρούσα θανατική ανάκριση η οικογένεια εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο και εκτός από τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα 3663 Α. Παπαμιχαήλ (Μ.3) ζητήθηκε και κλητεύθηκαν οι Α/Αστ.1700 Μ. Παπαελευθερίου (Μ.1), Λοχίας 4752 Γ. Αναστασίου (Μ.2), Σωκράτης Μιχαηλίδης (Μ.4), Στέλιος Στυλιανού (Μ.5), Α/Αστυφύλακας Ν. Γεωργίου (Μ.6), Α/Λοχίας 558 Γ. Πολυδώρου (Μ.7), Χρίστος Κωνσταντίνου (Μ.8), Γιώργος Ανδρέου (Μ.9), Μάριος Τρύφωνος (Μ.10), Αστυφύλακας 2093 Βαρνάβας Ιεροδιακόνου (Μ.11) και ο πατέρας της αποβιώσασας (Μ.12). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός Τεκμηρίων στα οποία περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των πλείστων προσώπων που έχουν κληθεί ως μάρτυρες, οι δέσμες φωτογραφιών που αφορούν τη σκηνή που εντοπίστηκε η σορός της αποβιώσασας, οι φωτογραφίες της νεκροψίας επί της σορού της αποβιώσασας όπως και η μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση την οποία υπογράφει η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου. Μέρος της ακροαματικής διαδικασίας και κάποιες ημερομηνίες αναβολών της αφορούσαν τη μη εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο εναντίον της Σταυρούλας Ανδρέου την οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος για την οικογένεια της αποβιώσασας επιθυμούσε να αντεξετάσει και επί τούτου κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ο υπεύθυνος αστυνομικός για εκτέλεση του εντάλματος ο οποίος και κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι οι λόγοι που αφορούν την υγεία της Σταυρούλας Ανδρέου δεν επέτρεπαν την εκτέλεση του εντάλματος. Ο κ. Τριανταφυλλίδης χωρίς να θεωρεί ότι έγινε σωστή εκτίμηση της κατάστασης της εν λόγω μάρτυρος από ιατρό ως έπρεπε σύμφωνα με τη θέση του, αποδέχτηκε εντέλει τη μη παρουσίαση της στο Δικαστήριο και συγκατατέθηκε για σκοπούς ολοκλήρωσης της παρούσας διαδικασίας όπως η εν λόγω Σταυρούλα Ανδρέου μην παρουσιαστεί ως μάρτυρας στην παρούσα διαδικασία. Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού όπως έχει κατατεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι στις 8.8.10 και περί ώρα 01.00 τηλεφώνησε στο σταθμό Στροβόλου ο πατέρας της αποβιώσασας Αντρέας Μιχαηλίδης και ανέφερε ότι η κόρη του Χριστίνα Α. Μιχαηλίδου Α.Δ.Τ. 993408 ημερ. γέννησης 1.11.90 έφυγε από την οικία τους στην οδό Κυρίλλου 1Β στο Στρόβολο περί ώρα 23.30 της 7.8.10 με τις πυτζάμες που φορούσε και το σκυλάκι της προς άγνωστη κατεύθυνση. Ανέφερε επίσης ότι έγιναν διάφορες προσπάθειες προς εντοπισμό της χωρίς αποτέλεσμα και ότι η κόρη του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Δέκα λεπτά αργότερα λήφθηκε πληροφορία από πολίτη ότι κοπέλα έπεσε από πολυκατοικία στην οδό Καππαδοκίας 35 στο Στρόβολο. Ο Αξιωματικός Υπηρεσίας ειδοποίησε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν. Λευκωσίας όπου η νοσοκόμα Χριστίνα Κωνσταντίνου μαζί με τον οδηγό ασθενοφόρου μετέβηκαν στο σημείο. Η Χριστίνα Κωνσταντίνου εντόπισε στη σκηνή τη σορό της θανούσας και αφού την εξέτασε διαπίστωσε ότι δεν είχε παλμό. Στη σκηνή έφτασε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστυφ. 3663, Μ.3, ο οποίος την απέκοψε και παρέμεινε εκεί μέχρι την άφιξη της Ιατροδικαστή Δρ. Ελένης Αντωνίου η οποία πιστοποίησε το θάνατο της αποβιώσασας και έκαμε αυτοψία στη σκηνή. Στη σκηνή μετέβηκε και ο Α/Α 1700 ο οποίος έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Ακολούθως, η σορός μεταφέρθηκε από τον Μ.3 στο νεκροτομείο του Γ.Ν. Λευκωσίας όπου στις 8.8.10 μετά από διάταγμα Επαρχιακού Δικαστή του Ε.Δ. Λευκωσίας-Θανατικού Ανακριτή η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου προέβηκε σε μεταθανάτιο εξέταση στη σορό της αποβιώσασας η οποία είχε προηγουμένως αναγνωριστεί από τον αδελφό του Σωκράτη Μιχαηλίδη. Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας ήταν παρών ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.3 και ο Λοχίας 4752 ο οποίος καθ' υπόδειξη της Δρ. Αντωνίου έλαβε αριθμό φωτογραφιών της νεκροψίας. Παρών στη νεκροψία ήταν και ο Αστ. 4771. Μετά το πέρας της μεταθανάτιας εξέτασης, Επαρχιακός Δικαστής του Ε.Δ. Λευκωσίας-Θανατικός Ανακριτής εξέδωσε διάταγμα ταφής της σορού. Στην έκθεση της η Δρ. Αντωνίου διαπιστώνει ακρωτηριασμό του αριστερού αστραγάλου, πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις καρδίας, πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις πνευμόνων με μεγάλο αιμοθώρακα, μικροθλάσεις ύπατος, αιμορραγική θλάσεις δεξιού νεφρού και κατάγματα στέρνου, πλαγίων και προσθίων πλευρών άμφω, αριστερού βραχιονίου οστού και λεκάνης. Σύμφωνα με το πόρισμα της Ιατροδικαστή αιτία θανάτου της αποβιώσασας είναι ο πολύτραυματισμός συνεπεία πτώσεως εξ ύψους. Τα διάφορα έγγραφα που βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και κυρίως αυτά που ελήφθηκαν την ημέρα του θανάτου της αποβιώσασας και τις αμέσως επόμενες ημέρες αφήνουν διάχυτη την εντύπωση και/ή το ενδεχόμενο η παρούσα υπόθεση να ήταν περίπτωση αυτοκτονίας και μετά λύπης μου αναφέρω ότι δυστυχώς ακριβώς λόγω αυτής της εντύπωσης η όλη διερεύνηση έγινε με άξονα αυτό το ενδεχόμενο και κατά συνέπεια ήταν τουλάχιστον ανεπαρκής. Η έντονη αντίδραση της οικογένειας σε αυτό το ενδεχόμενο, δηλαδή την περίπτωση αυτοκτονίας, ήταν και ο λόγος που διεξήχθη η παρούσα διαδικασία η οποία από τον αριθμό των μαρτύρων και μόνο καταδεικνύει ότι ήταν μακρά και κατά τη διάρκεια της οποίας κατατέθηκαν και αρκετά έγγραφα. Στην τελική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος για την οικογένεια της αποβιώσασας ζήτησε από το Δικαστήριο να μην καταλήξει σε εύρημα ότι ο θάνατος της Χριστίνας Μιχαηλίδη πρόκειται για περίπτωση αυτοκτονίας αλλά να το αφήσει ανοικτό (open verdict) καθότι δεν υπάρχει τίποτε από το όλο μαρτυρικό υλικό που να καταδεικνύει ότι όντος η αποβιώσασα ήθελε να αυτοκτονήσει όπως απαιτείται από τη Νομολογία και παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Πολιτική Αίτηση Αρ. 51/2008 Αναφορικά με αίτηση της Ανδριάνας Νικολάου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του γιού της Αθανάσιου Νικολάου Χαραλάμπους αποβιώσαντα
(2008)1ΑΑΔ 1342 στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική απόφαση R v. Huntbach
(1944)2All ER 453 και η υπόθεση R. v. Denon Coroner ex p. Glover, October 28,
- Ήταν επίσης θέση του κ. Τριανταφυλλίδη ήταν ότι η έρευνα της Αστυνομίας ήταν ανεπαρκέστατη καθότι ο εξεταστής της παρασύρθηκε από το φαινομενικά εύλογο, ότι δηλαδή επρόκειτο για αυτοκτονία, και δεν προχώρησε ως όφειλε σε μια εις βάθος διερεύνηση. Επεσήμανε στην Αγόρευση του πολλές αντιφάσεις που προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που έδωσαν και προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο και στηρίχθηκε κυρίως στη μαρτυρία του τραγικού πατέρα Αντρέα Μιχαηλίδη αλλά και του αδελφού της αποβιώσασας Σωκράτη Μιχαηλίδη οι οποίοι ανέφεραν μεν ότι η κόρη και αδελφή τους αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα για τα οποία ήταν πλήρως σε επίγνωση και προσπαθούσε να τα ξεπεράσει, αλλά ότι είχε κάθε διάθεση για ζωή, φοιτούσε σε Πανεπιστήμιο της Αγγλίας και είχε θέληση να προχωρήσει με τις σπουδές της, είχε λίγες ημέρες αμέσως πριν το συμβάν μεταβεί με την οικογένεια της στην Πράγα για οικογενειακές διακοπές και είχε επιθυμία να επισκεφτεί ειδικό θεραπευτικό κέντρο στις ΗΠΑ μαζί με τον πατέρα της στην προσπάθεια της να ξεπεράσει το πρόβλημα της. Ούτε ο αδελφός της αποβιώσασας ούτε και ο πατέρας της πιστεύουν ότι η Χριστίνα ήθελε να αυτοκτονήσει. Ο αδελφός της ανέφερε ορισμένες προηγούμενες προσπάθειες της Χριστίνας να αυτοκτονήσει τις οποίες όμως χαρακτήρισε ως επιπόλαιες και εξηγώντας ότι ο σκοπός της ήταν μόνο να τραβήξει την προσοχή της οικογένειας της. Δήλωσε δε ότι λάτρευε το σκυλάκι της και σε καμία περίπτωση δεν θα πήγαινε μαζί με το σκυλάκι της οπουδήποτε εάν πρόθεση της ήταν να αυτοκτονήσει. Από απλή αναφορά των πιο πάνω εξυπακούεται η έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα που υπήρχε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο πατέρας της αποβιώσασας ήταν παρών σε όλες ανελλιπώς τις δικασίμους, και ήταν επίσης εμφανής η ένταση μεταξύ της οικογένειας της αποβιώσασας και της Αστυνομίας ειδικά στο πρόσωπο του εξεταστή της υπόθεσης στον οποίο επιστάμενα και έντονα υποβλήθηκαν οι παραλείψεις αλλά και σειρά υποδείξεων αναφορικά με τον ελλιπέστατο και λανθασμένο, όπως του υποβλήθηκε, τρόπο με τον οποίο εκτέλεσε το ανακριτικό του έργο. Όπως έχω ήδη αναφέρει κλήθηκαν συνολικά ενώπιον του Δικαστηρίου 11 μάρτυρες ενώ κατατέθηκε εκ συμφώνου, για την αλήθεια του περιεχομένου της η έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου. Οι Μ.1 και Μ.2 περιορίστηκαν ουσιαστικά στην αναφορά των ενεργειών τους κατά τη λήψη των φωτογραφιών που έλαβαν ο μεν στη σκηνή και ο δε κατά τη νεκροψία. Ο Μ.3 εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε ότι μόλις έλαβε μήνυμα ότι στην οδό Καππαδοκίας στο Στρόβολο κάποια κοπέλα έπεσε από πολυκατοικία μετέβηκε στην οδό. Εκεί βρισκόταν ήδη περιπολικό της Άμεσης Επέμβασης, απέκοψε τη σκηνή και παρέμεινε στο μέρος μέχρι να έρθει η Ιατροδικαστής Δρ. Αντωνίου η οποία πιστοποίησε το θάνατο της αποβιώσασας και διενήργησε αυτοψία στη σκηνή. Ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο Μ.1 να λάβει φωτογραφίες και προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Μετά το πέρας των εξετάσεων της Δρ. Αντωνίου μετέφερε τη σορό της αποβιώσασας στο νεκροτομείο του Γ.Ν. Λευκωσίας. Έλαβε στα πλαίσια των καθηκόντων του καταθέσεις από διάφορους συναδέλφους του, από τον αδελφό της αποβιώσασας και τη νοσοκόμα Χριστίνας Κωνσταντίνου και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου της Σταυρούλας Ανδρέου. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν εντόπισε το πρόσωπο που τηλεφώνησε στο σταθμό και ανέφερε το περιστατικό και είπε ότι η δική του πεποίθηση από τη σκηνή και τη μαρτυρία έδειχναν ότι ήταν αυτοκτονία δεχόμενος όμως ότι τελικά μπορεί και να μην ήταν αυτοκτονία αναφέροντας ότι δεν είναι ο ίδιος ειδικός για να κρίνει κάτι τέτοιο. Δέχτηκε ότι δεν ανέβηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας από την οποία έπεσε η αποβιώσασα ούτε και έλαβε οποιαδήποτε δακτυλικά αποτυπώματα ή άλλα στοιχεία από τη σκηνή αλλά ούτε και διενέργησε οποιεσδήποτε άλλες εξετάσεις στην ταράτσα. Ρωτώμενος γιατί τις καταθέσεις των ουσιωδών μαρτύρων, όπως η οικογένεια της αποβιώσασας θεωρεί, Μάριου Τρύφωνος, Γεώργιου Ανδρέου και Στέλιου Στυλιανού δεν τις έλαβε ο ίδιος αλλά ο Αστ. 2308 Ν. Γεωργίου ανέφερε ότι με το εν λόγω πρόσωπο εργάζονταν στην ίδια βάρδια μαζί του, ήταν γνωστός του πατέρα της αποβιώσασας και εξ όσων ξέρει του ζήτησε ο πατέρας της αποβιώσασας να λάβει τις εν λόγω καταθέσεις. Συμφώνησε ότι πατέρας της αποβιώσασας έστειλε επιστολή στον Αρχηγό Αστυνομίας στις 3.9.10, ένα σχεδόν μήνα μετά το περιστατικό, που ζητούσε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.3 ανέφερε ότι συνεχίζονταν οι εξετάσεις και όταν ρωτήθηκε να δώσει λεπτομέρειες δεν μπορούσε να απαντήσει. Ήταν η θέση του ότι η έρευνα του ήταν σωστή και έκανε ότι έπρεπε, δέχτηκε όμως την υποβολή του συνηγόρου της οικογένειας ότι ήταν παράλειψη του ότι δεν ανέβηκε και ο ίδιος στην ταράτσα της πολυκατοικίας για να προβεί σε επιτόπιες εξετάσεις. Ο αδελφός της αποβιώσας Σωκράτης Μιχαηλίδης, Μ.4, ανέφερε ότι η αδελφή του σύμφωνα με τους διάφορους ιατρούς που επισκέφθηκε έπασχε από κοινωνική φοβία η οποία αντιμετωπίζεται με φαρμακευτική αγωγή την οποία δεν ακολουθούσε πάντοτε με αποτέλεσμα να έχει διάφορα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα και μερικές φορές δεν ήθελε να έρχεται σε επαφή με κόσμο. Το βράδυ της 7.8.10 έφυγε από το σπίτι χωρίς να την αντιληφθούν και όταν το κατάλαβαν ότι έλειπε, ο πατέρας του τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ίδιος άρχισε να την αναζητεί στις γύρω οδούς με το αυτοκίνητο του όταν περνώντας με χαμηλή ταχύτητα από την οδό Καππαδοκίας και κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά εντόπισε κάτι σαν άνθρωπο ξαπλωμένο στην αυλή της πολυκατοικίας με αριθμό
- Κατέβηκε και διαπίστωσε ότι ήταν η αδελφή του η οποία δεν εκινήτο και δεν είχε σφυγμό. Την ίδια ώρα δύο άτομα έφτασαν εκεί και τον ρώτησαν αν ήθελε βοήθεια και τους ζήτησε να καλέσουν ασθενοφόρο και αστυνομία. Όταν η Χριστίνα είχε φύγει από το σπίτι είχε μαζί της και το σκυλάκι της. Όταν την εντόπισε το σκυλάκι δεν ήταν κοντά της και το εντόπισε στην ταράτσα της πολυκατοικίας αφού βγήκε πάνω από την πόρτα της σκάλας που ήταν ανοικτή. Ο λόγος που ανέβηκε στην ταράτσα ήταν ότι υποψιάστηκε ότι η Χριστίνα μπορεί να είχε πέσει από την ταράτσα. Η αδελφή του όπως είπε λάτρευε το σκυλάκι της, και ανέφερε ότι είχε στο παρελθόν κάνει προσπάθειες αυτοκτονίας οι οποίες όμως ήταν "τεχνητές" προσπαθώντας να κινήσει την προσοχή των δικών της. Ανέφερε επίσης ότι την ώρα που έδιδε την κατάθεση του στην αστυνομία που ήταν 40 λεπτά μόλις μετά το συμβάν ένιωθε πολύ άσχημα ψυχολογικά και ήταν πολύ συγχυσμένος. Ο Μ.5, Στέλιος Στυλιανού, είναι εξάδελφος της αποβιώσασας. Μετά που ενημερώθηκε για το θάνατο της Χριστίνας στις 9.8.10 μετέβηκε στην οικία των γονέων της και αφού του λέχθηκε το ιστορικό γύρω στις 6.00 το απόγευμα μετέβηκε με τη σύζυγο του στο χώρο που έγινε το περιστατικό το οποίο βρίσκεται περί τα 100μ από το σπίτι της αποβιώσασας. Βγήκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας και ένας άγνωστος του άντρας, ο οποίος όπως διαπιστώθηκε ήταν ο Μάριος Τρύφωνος, ανέβηκε πίσω τους στην ταράτσα και τον ρώτησε αν ήταν συγγενής της αποβιώσασας. Του είπε ότι το βράδυ που έγινε το περιστατικό καθόταν στη βεράντα του διαμερίσματος του στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και είδε τη Χριστίνα να έρχεται μαζί με ένα σκύλο και να μπαίνει από την πλάι της πολυκατοικίας στην είσοδο της. Του περιέγραψε τα ρούχα που φορούσε και ότι φορούσε λεπτά γυαλιά. Είπε ότι άκουσε το ασανσέρ που λειτούργησε και διερωτήθηκε που πάει η κοπέλα αφού δεν διαμένει κανένας άλλος στην πολυκατοικία. Δεν έκανε τίποτε όμως και πήγε για ύπνο. Αργότερα, όπως του ανέφερε, όταν παιδιά του επέστρεψαν σπίτι από έξοδο περί ώρα 4.00 το πρωί τον ξύπνησαν και του ανέφεραν ότι κάποια κοπέλα έπεσε από την πολυκατοικία. Ο γιος του περιέγραψε τα ρούχα που φορούσε η κοπέλα γι' αυτό κατάλαβε ότι ήταν η κοπέλα που είδε προηγουμένως. Ο Τρύφωνος είπε επίσης στον Μ.5 ότι γνώριζε ότι η Χριστίνα σπούδαζε ψυχολογία στην Αγγλία και του ανέφερε τη θέση που βρέθηκε η Χριστίνα μετά που έπεσε, όπως του την ανέφερε ο γιος του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.5, είπε ότι ο Τρύφωνος μόνος του ανέβηκε στην ταράτσα, όλα όσα του ανέφερε ήταν χωρίς πρόκληση και χωρίς καθόλου ο ίδιος να τον ρωτήσει οτιδήποτε. Είπε ότι του έκανε εντύπωση που γνώριζε τι σπούδαζε η Χριστίνα και ότι του περιέγραψε με πλήρη λεπτομέρεια τα ρούχα που φορούσε το επίδικο βράδυ και τα γυαλιά της. Παραξενεύτηκε επίσης για το ότι ο Τρύφωνος αν και είχε δει όπως είπε τη Χριστίνα και άκουσε και το ασανσέρ να ανεβαίνει, δεν ανέβηκε στην ταράτσα. Ο Μ.6 Α/Αστ. 2308 Ν. Γεωργίου και ήταν καθήκον το βράδυ του θανάτου της Χριστίνας και έλαβε μέρος στη διερεύνηση της μαζί με τον Μ
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε καταθέσεις από τρία πρόσωπα συγκεκριμένα τον Μάριο Τρύφωνος, τον Γιώργο Ανδρέου και τον Στέλιο Στυλιανού. Σε ό,τι αφορά τον Μάριο Τρύφωνος ανέφερε ότι ο λόγος που έλαβε κατάθεση από αυτόν ήταν ότι με βάση τη μαρτυρία ήταν το τελευταίο πρόσωπο που είχε δει ζωντανή τη θανούσα. Την κατάθεση του Μάριου Τρύφωνος την έλαβε στις 23.8.10 αφού προηγουμένως, στις 18.8.10, είχε λάβει κατάθεση από τον Στ. Στυλιανού (Μ.5). Ακολούθως στις 27.8.10 έλαβε κατάθεση από τον Γιώργο Ανδρέου ο οποίος είναι ο γιος της συμβίας του Μάριου Τρύφωνος και διαμένει με τον Τρύφωνος και τη μητέρα του Σταυρούλα Αντρέου στην πολυκατοικία της οδού Καππαδοκίας
- Ο Μ.6 ανέφερε ότι σε κατοπινή ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 7.9.10 μαζί με το Α/Λοχία 558 Γ. Πολυδώρου μετέβηκαν στο διαμέρισμα του Μάριου Τρύφωνος για να διερευνήσουν το θέμα ορατότητας και από το μπαλκόνι του διαμερίσματος διαπίστωσαν ότι υπήρχε ικανοποιητική ορατότητα και φωτισμός προς το σημείο που ερχόταν η θανούσα από το σημείο που καθόταν ο Τρύφωνος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Ανέφερε ότι την ενέργεια του αυτή δηλαδή την επίσκεψη στο διαμέρισμα του Τρύφωνος δεν την κατέγραψε υπό μορφή κατάθεσης αλλά σίγουρα υπάρχει καταχώρηση στο ημερολόγιο ενεργείας που τηρείται για την υπόθεση. Ρωτήθηκε κατά πόσο επεσήμανε αντιφάσεις στις καταθέσεις των Τρύφωνος και Ανδρέου και απάντησε ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης για να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα ούτε και μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε εκτίμηση για τον τρόπο που περιήλθε ο θάνατος της Χριστίνας. Σε σχέση με τους ελέγχους που έκαναν για την ορατότητα από το διαμέρισμα του Τρύφωνος, ανέφερε ότι ο Λοχίας 558 πήγε στη βεράντα και κάθισε στη θέση που ισχυρίστηκε ότι καθόταν ο Τρύφωνος το επίδικο βράδυ ενώ ο ίδιος έμεινε κάτω στο δρόμο και πεζός διάνυσε μια απόσταση 30-50μ, την ίδια διαδρομή που είχε ακολουθήσει η αποβιώσασα. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε πολύ καλή ορατότητα προς την βεράντα και έβλεπε πολύ καλά το Λοχία που καθόταν σε αυτή. Η ώρα που πήγαν στις 7.9.10 ήταν 7.45μ.μ και συμφώνησε ότι οι συνθήκες φωτισμού μπορεί να ήταν διαφορετικές από αυτές που επικρατούσαν στις 8.8.10 μετά τις 11.30μμ. Είπε ότι στο σπίτι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν και η συμβία του Τρύφωνος από την οποία όμως δεν έκρινε σκόπιμο να πάρει κατάθεση. Συμφώνησε ότι είχε ξανά πάει στο διαμέρισμα του Τρύφωνος ένστολος με τον Στέλιο Στυλιανού (Μ.5). Είχαν ελέγξει ότι δεν υπήρχε κλιματιστικό στο διαμέρισμα αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο είχε ακούσει τη συμβία του Τρύφωνος η οποία μιλούσε στο τηλέφωνο να αναφέρει προς το πρόσωπο που μιλούσε "να κλείσουμε το τηλέφωνο επειδή ήρθε η αστυνομία να μας συλλάβει". Ο Μ.7 Α/Λοχίας 558 Γ. Πολυδώρου ήταν το πρόσωπο που μαζί με τον Μ.6 είχαν μεταβεί στο σπίτι του Μάριου Τρύφωνος για να διαπιστώσουν το θέμα της ορατότητας κατά την επίσκεψη τους στις 7.9.
- Ήταν η θέση του ότι μπορεί μεν να υπήρχε διαφορά στην ώρα που μετέβηκαν στο διαμέρισμα του Τρύφωνος στις 7.9.10 σε σχέση με την ημερομηνία που επεσυνέβηκε το τραγικό συμβάν, όμως ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά στο φως αφού και τη στιγμή που πήγαν ήταν πλήρες σκοτάδι μάλιστα όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε περίμενε να σκοτεινιάσει εντελώς και μετά να πάει γι' αυτό και αρνήθηκε τις υποβολές ότι οι εξετάσεις για την ορατότητα δεν έγιναν υπό τις ίδιες συνθήκες όπως την ημέρα του θανάτου της Χριστίνας. Ήταν επίσης η θέση του ότι το επίδικο βράδυ ο ίδιος είχε μεταβεί στη σκηνή και έδωσε οδηγίες για να φρουρηθεί η σκηνή, να ειδοποιηθεί το ασθενοφόρο και φωτογράφος της Αστυνομίας αναφέροντας ότι η σκηνή ήδη αποκλειστεί από προφορικές οδηγίες που έδωσε από το τηλέφωνο μόλις γνωστοποιήθηκε το συμβάν. Συμφώνησε ότι ευθύς εξαρχής σχηματίστηκε η εντύπωση ότι επρόκειτο για αυτοκτονία αλλά διαφώνησε με την υποβολή ότι εξαιτίας του γεγονός τούτου δεν έγινε η σωστή διερεύνηση της υπόθεσης. Συμφώνησε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο κάποιο μέλος της Αστυνομίας είχε ανεβεί στην ταράτσα της πολυκατοικίας για να προβεί σε οποιεσδήποτε εξετάσεις γνώριζε όμως θετικά ότι είχαν ανεβεί στην ταράτσα η ιατροδικαστής και ο φωτογράφος που είχε κληθεί. Η Μ.8 είναι η νοσηλεύτρια του ΤΑΕΠ του Γ.Ν. Λευκωσίας Χριστίνα Κωνσταντίνου η οποία ήταν στο ασθενοφόρο που πήγε στη σκηνή μετά από κλήση. Ανέφερε ότι όταν έφτασε στη σκηνή διαπίστωσε ότι στο έδαφος βρισκόταν το σώμα μιας κοπέλας γυρισμένη πλευρά προς μπρούμυτα η οποία δεν ανάπνεε ούτε και είχε παλμό. Την ένωσε σε μόνιτορ το οποίο έδειξε ασυστολία και κατόπιν οδηγιών της αστυνομίας αποχώρησε. Ανέφερε επίσης ότι όταν έφτασε εκεί υπήρχε κόσμος, η ίδια ότι παρέμεινε εκεί περίπου 20-25 λεπτά και ότι ήταν αναμμένα τα φώτα του δρόμου αλλά γενικά ήταν σκοτάδι και σίγουρα από απόσταση 30 μέτρα δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε το χρώμα των ρούχων που φορούσε η Χριστίνα ούτε κατά πόσο φορούσε γυαλιά πόσο μάλλον τον τύπο του σκελετού των γυαλιών που φορούσε επαναλαμβάνοντας την αρχική της θέση ότι ήταν σκοτεινά. Ο Μ.9 είναι ο Γιώργος Ανδρέου ο οποίος διαμένει μαζί με τη μητέρα του Σταυρούλα Ανδρέου, τον αδελφό του Ανδρέα Ανδρέου και τον πατριό του Μάριο Τρύφωνος στο διαμέρισμα 302 της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό Καππαδοκίας
- Ήταν η θέση του ότι στις 7.8.10 γύρω στις 7.00 το απόγευμα είχε φύγει από το σπίτι του για νυκτερινή έξοδο. Επέστρεψε μόνος του γύρω στις 2.30πμ της 8.8.
- Στην είσοδο της πολυκατοικίας υπήρχαν αρκετοί Αστυνομικοί και αφού ρώτησε τι συμβαίνει του ανέφεραν ότι κάποια κοπέλα έπεσε από την ταράτσα της πολυκατοικίας. Υπήρχε κορδέλα της Αστυνομίας και δεν μπορούσε να μπει στην πολυκατοικία. Έμεινε εκεί και περίπου σε μια ώρα ήρθε η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου και οι φωτογράφοι και παρέμεινε εκεί μέχρι που μετακίνησαν το σώμα της κοπέλας. Σε καμία περίπτωση δεν είδε τη σορό της Χριστίνας αφού η αστυνομία δεν τον άφησε να πλησιάσει. Από κάποια απόσταση είδε ότι ήταν σκεπασμένη με σεντόνι. Κάποια στιγμή επέστρεψε σπίτι και ο αδελφός του. Μαζί ανέβηκαν πάνω στο διαμέρισμα τους για ύπνο. Η μητέρα του μαζί με τον πατριό του κοιμόντουσαν αλλά όταν οι ίδιοι ανέβηκαν πάνω, τους άκουσαν και ξύπνησαν. Ο ίδιος τους είπε ότι έπεσε μια κοπέλα από την πολυκατοικία της ταράτσας και πέθανε. Του ανέφεραν ότι οι ίδιοι δεν είχαν ακούσει τίποτε δηλαδή κάποιο θόρυβο ούτε και κατάλαβαν οτιδήποτε. Το υπνοδωμάτιο τους είναι από την αντίθετη πλευρά της πολυκατοικίας σε σχέση με την πλευρά που έπεσε η κοπέλα. Ο Μάριος Τρύφωνος τον ρώτησε τι φορούσε η κοπέλα και ο ίδιος του ανέφερε ότι φορούσε κόκκινη φανέλα και άσπρο παντελόνι, αυτά τα διέκρινε από την απόσταση που βρισκόταν όταν οι Αστυνομικοί σήκωσαν το σεντόνι με το οποίο ήταν σκεπασμένη η κοπέλα για να την φωτογραφίσουν. Όταν ανέφερε στον Μάριο τα ρούχα ο ίδιος του είπε ότι πρέπει να ήταν η κοπέλα που είδε κάτω στο δρόμο μαζί με ένα σκυλάκι. Για το σκυλάκι αυτό ο ίδιος είχε ακούσει από τους Αστυνομικούς ότι βρισκόταν στην ταράτσα και το πήρε ο αδελφός της κοπέλας. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ήταν σίγουρος ότι περιέγραψε τα ρούχα της κοπέλας στον Μάριο το ίδιο βράδυ μόλις ανέβηκε πάνω στο διαμέρισμα και αμέσως ο Μάριος του είπε ότι είναι η κοπέλα που είδε στο δρόμο κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας με ένα σκυλάκι. Είπε επίσης ότι ο Μάριος τα καλοκαίρια συνηθίζει να κάθεται αργά το βράδυ στη βεράντα του διαμερίσματος, κάποιες φορές κάθεται μαζί του και η μητέρα του, το διαμέρισμα δεν έχει κλιματισμό αλλά υπάρχουν ανεμιστήρες και ότι μέσα από το διαμέρισμα ακούγεται ο ήχος του ασανσέρ από παντού ακόμα και από τη βεράντα. Ο Μ.10, Μάριος Τρύφωνος, ανέφερε ότι διαμένει στο διαμέρισμα αρ.302 στην οδό Καππαδοκίας 35 μαζί με τη Σταυρούλα Ανδρέου με την οποία συζεί τα τελευταία 18 χρόνια και τα δύο παιδιά της το Γιώργο και τον Ανδρέα. Στις 7.8.10 περί ώρα 23.30 καθόταν στη βεράντα του διαμερίσματος του η οποία βλέπει προς το δρόμο και είδε μια κοπέλα να έρχεται από την άκρη του δρόμου με ένα σκυλάκι χρώματος άσπρου το οποίο κρατούσε από το λουρί και την είδε να μπαίνει από το πλευρό της πολυκατοικίας. Δεν είδε κατά πόσο μπήκε στην πολυκατοικία ή όχι. Φορούσε ροζ μπλούζα και παντελόνι ή πυτζάμα χρώματος άσπρο και γυαλιά. Προς στιγμή παραξενεύτηκε και διερωτήθηκε που πηγαίνει αφού δεν υπήρχε κανένας άλλος ένοικος στην πολυκατοικία την συγκεκριμένη στιγμή. Δεν πήγε όμως να δει που πήγε, έμεινε στη βεράντα και δεν άκουσε ούτε θόρυβο ούτε κίνηση. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε δει την κοπέλα. Την είχε δει άλλες δυο- τρεις φορές που έπαιρνε το σκύλο της περίπατο και περνούσε μπροστά από την πολυκατοικία. Δεν μίλησε ποτέ μαζί της ούτε ήξερε που διαμένει. Γύρω στα μεσάνυκτα πήγε για ύπνο μαζί με τη γυναίκα του χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε. Γύρω στις 3.00 το πρωί ήρθαν τα παιδιά της γυναίκας του στο σπίτι, τους ξύπνησαν και τους είπαν ότι κάτω στην είσοδο έχει Αστυνομία και ότι κάποια κοπέλα έπεσε από την ταράτσα. Του ανέφεραν ότι κοπέλα ήταν κάτω στο δρόμο νεκρή. Ο ίδιος δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή ότι ήταν η κοπέλα που είχε δει προηγουμένως και συνέχισε τον ύπνο του. Το πρωί τους ρώτησε τι ρούχα φορούσε η κοπέλα και όταν του είπαν ροζ μπλούζα και άσπρο παντελόνι υπολόγισε ότι ήταν η κοπέλα που είχε δει το βράδυ με τον σκύλο. Όταν μίλησε με τους διάφορους γείτονες για το περιστατικό τους ανέφερε ότι είδε την κοπέλα το βράδυ να μπαίνει στο πλευρό της πολυκατοικίας. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι το μπαλκόνι που καθόταν ήταν ολόφωτο και ο δρόμος επίσης φωτισμένος από φανάρια της ηλεκτρικής. Στη βεράντα ήταν μόνος του, η γυναίκα του ήταν μέσα στο διαμέρισμα στο χωλ το οποίο επικοινωνεί με τη βεράντα. Η κοπέλα ερχόταν από απέναντι του, την είδε αλλά δεν θεώρησε ότι έπρεπε να πει κάτι στη γυναίκα του. Η ώρα 12.00 περίπου πήγαν για ύπνο με το παράθυρο του υπνοδωματίου που είναι στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας μισάνοικτο. Είπε ότι συνηθίζει να κάθεται στη βεράντα όπου καπνίζει και μπορεί να πιεί και μια δύο μπύρες. Την κοπέλα την αντιλήφθηκε από τα 300μ μακριά μόλις προέβαλε στο δρόμο. Είδε ότι φορούσε γυαλιά όταν έστριψε στο πλάι της πολυκατοικίας και γυάλισε το φως στα γυαλιά της. Δεν είδε το σκελετό των γυαλιών αλλά είδε καθαρά τα ρούχα της. Όταν κάθεται στη βεράντα ακούεται ο θόρυβος του ασανσέρ όταν είναι ησυχία και αν η κοπέλα έμπαινε στο ασανσέρ θα την άκουε αφού το διαμέρισμα του είναι στον τρίτο όροφο, το ασανσέρ σταματά στον τέταρτο όροφο και μετά κάποιος πρέπει να χρησιμοποιήσει τις σκάλες. Ουδέποτε μίλησε με την κοπέλα ούτε και γνώριζε τι σπούδαζε. Την είχε ξαναδεί να περνά από την πολυκατοικία με το σκυλάκι της. Παραξενεύτηκε όταν την είδε να μπαίνει στο πλάι της πολυκατοικίας αλλά δεν θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να πει οτιδήποτε στη γυναίκα του. Θυμόταν ότι η πολυκατοικία δεν είχε άλλους ένοικους το συγκεκριμένο βράδυ. Την επόμενη μέρα ανέβηκε πάνω στην ταράτσα και συνάντησε ένα κύριο με τη γυναίκα του προς τους οποίους και ανέφερε τι γνώριζε. Το επίδικο βράδυ όταν ήρθαν οι γιοί της γυναίκας του σπίτι τους άκουε που μιλούσαν γι' αυτό ξύπνησε δεν τους ρώτησε τίποτε και την επόμενη μέρα τους ρώτησε για τα ρούχα. Σε ό,τι αφορά τον Γιώργο Ανδρέου είπε ότι τον γνωρίζει εδώ και 20 χρόνια και θεωρεί ότι είναι ένα παιδί που λέει την αλήθεια. Ανέφερε επίσης ότι σε κατοπινή ημερομηνία ήρθαν δύο αστυνομικοί στο σπίτι του ο ένας ένστολος ο άλλος όχι και τους έδειξε το σημείο που καθόταν στη βεράντα το επίδικο βράδυ και έκαμαν κάποιες εξετάσεις. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία ζήτησε από κάποιο γείτονα να μεσολαβήσει για να συναντηθεί με τον πατέρα της κοπέλας για να του πει τι είδε. Του υπεβλήθη ότι θα έπρεπε όταν άκουε το ασανσέρ έχοντας δει την κοπέλα να μπαίνει στην πολυκατοικία να βγει στην ταράτσα θέση την οποία αρνήθηκε όπως επίσης και αρνήθηκε ότι είπε στον Στυλιανού ότι είδε την κοπέλα να φορεί γυαλιά με λεπτούς σκελετούς, ότι η κουβέντα με τους γιους της γυναίκας του για τα ρούχα της κοπέλας έγινε το βράδυ και όχι το επόμενο πρωί. Αρνήθηκε επίσης ότι το επίδικο βράδυ είχε βγει πάνω στην ταράτσα πίσω από την κοπέλα και ανέφερε ότι είναι αθώος και δεν φοβάται τίποτε. Όταν ρωτήθηκε πως ήξερε ότι ο Στυλιανού και η σύζυγος του είχαν ανεβεί στην ταράτσα είπε ότι τους είχε να δει να μπαίνουν στην πολυκατοικία φορούσαν μαύρα ρούχα άκουσε το ασανσέρ να βγαίνει πάνω και υπολόγισε ότι είχαν έρθει για το συμβάν. Είπε ότι η ταράτσα έχει ψηλό κάγκελο και τοίχο ύψους 1,50 μέτρο αλλά δεν σκέφτηκε ποτέ πως κάποιος μπορεί να πέσει από αυτή. Είπε επίσης ότι όσα αναφέρει είναι η αλήθεια και δεν έχει κανένα λόγο για να φοβάται για οτιδήποτε. Ο Μ.11 είναι ο Αστυφύλακας 2093 Βαρνάβας Ιεροδιακόνου ο οποίος είναι ο Αστυνομικός υπεύθυνος για εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που το Δικαστήριο εξέδωσε εναντίον της Σταυρούλας Ανδρέου μετά που της επιδόθηκε μαρτυρική κλήση και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι μετά από οδηγίες που του δόθηκαν πήγε μαζί με Γυναίκα Αστυνομικό συνάδελφο του στην οδό Καππαδοκίας 35 διαμέρισμα 302 στο Στρόβολο ανέβηκαν στο διαμέρισμα 302 με το ασανσέρ, τους άνοιξε ένας κύριος προς τον οποίο εξήγησαν ότι ήθελαν την κα Σταυρούλα Ανδρέου και τους πήρε στο υπνοδωμάτιο της όπου τη συνάντησαν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και συνδεμένη με συσκευή οξυγόνου που βρισκόταν δίπλα της και επίσης είχε καθετήρα. Ήταν μη φυσιολογικά υπέρβαρη, τα πόδια της ήταν πρησμένα και γεμάτα πληγές και δύσκολα μπορούσε να μιλήσει. Εξήγησε στην Ανδρέου το λόγο της επίσκεψης τους και η ίδια τους ανέφερε ότι δεν μπορεί να μετακινηθεί να πάει στο Δικαστήριο ούτε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ο ίδιος θεώρησε ότι δεν μπορεί να εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης γι' αυτό και έφυγε. Σημειώνω εδώ ότι η κατάθεση της Σταυρούλας Ανδρέου η οποία λήφθηκε από το Μ.3 στις 14.7.11 κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτή, στις 8.8.10 γύρω στις 3.30 το πρωί ξύπνησε από τις ομιλίες των παιδιών της τους οποίους άκουσε να λένε ότι κάποια κοπέλα έπεσε από την οροφή της πολυκατοικίας και πέθανε. Ξύπνησε και ο άντρας της ο οποίος είπε ότι γύρω στις 11.30 το βράδυ είδε από το μπαλκόνι της βεράντας όπου καθόταν μια κοπέλα με ένα σκυλάκι να μπαίνει στην αυλή της πολυκατοικίας αλλά δεν είδε προς τα πού πήγε. Η ίδια ούτε είδε ούτε άκουσε οτιδήποτε άλλο. Ο Μ.12 είναι ο πατέρας της αποβιώσασας Ανδρέας Μιχαηλίδης ο οποίος ανέφερε ότι η Χριστίνα μετά από επιθυμία της σπούδαζε Ψυχολογία και είχε τελειώσει το δεύτερο έτος. Είχε έρθει πίσω στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2010 και τον Ιούλιο είχαν πάει όλη η οικογένεια διακοπές στην Τσεχία. Τα τελευταία χρόνια η Χριστίνα είχε κάποιες ψυχολογικές δυσκολίες, μπορεί να είχε αναφέρει κάποιες φορές ότι ήθελε να θέσει τέρμα στη ζωή της αλλά είχε όνειρα και σχέδια για το μέλλον και οι γονείς της δεν πίστευαν ότι θα έθετε τέρμα στη ζωή της. Στο ταξίδι πέρασαν πολύ καλά, η Χριστίνα μιλούσε με όνειρα για το μέλλον και ανυπομονούσε να πάει πίσω στην Αγγλία μαζί με την μητέρα της για να τακτοποιηθεί σε διαμέρισμα "studio" που είχε ενοικιάσει. Όταν ήταν ακόμα στην Τσεχία ανέφερε στον πατέρα της ότι είχε εντοπίσει ένα κέντρο στην Αμερική το οποίο προσφέρει θεραπείες σε άτομα που αντιμετωπίζουν κοινωνική φοβία όπως την ίδια και του ζήτησε να πάνε μαζί. Αρκετές φορές έφευγε από το σπίτι και την αναζητούσαν γιατί ήθελε συνεχώς επιβεβαίωση ότι την ήθελαν και την αγαπούσαν και στο παρελθόν είχε δοκιμάσει να κάνει απόπειρες αυτοκτονίας οι οποίες όμως δεν ήταν σοβαρές και ήταν μόνο για να τραβήξει την προσοχή τους. Αγαπούσε υπερβολικά το σκυλάκι της και συνήθιζε να το παίρνει βόλτα αργά το βράδυ. Το επίδικο βράδυ άρχισαν να την αναζητούν μετά που άργησε να επιστρέψει, ο πρώτος που την εντόπισε ήταν ο γιος του Σωκράτης και το σκυλάκι το βρήκε στην ταράτσα της πολυκατοικίες η οποία βρίσκεται πολύ κοντά με το δικό του σπίτι. Τον Μάριο Τρύφωνος τον γνώρισε 3-4 ημέρες μετά το συμβάν, μετά που του τηλεφώνησε ένας γείτονας του ο Ανδρέας ο φαρμακοποιός ότι θέλει να τον δει ο κ. Μάριος επειδή έχει τύψεις. Όταν συναντήθηκαν η έγνοια του Μάριου ήταν να μάθει τι του είπε η Αστυνομία μετά από έφυγε από το διαμέρισμα του. Του ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ είδε τη Χριστίνα ότι μπήκε μέσα στην πολυκατοικία και την άκουσε που ανέβηκε τις σκάλες. Ήταν η θέση του Μ13 ότι ο ίδιος δεν ρώτησε τίποτε τον Τρύφωνος γιατί είχε δώσει διαφορετικές εκδοχές σε διάφορους ανθρώπους και ήταν επίσης εμφανές ότι η μόνη έγνοια του ήταν να μάθει τι είχε αναφέρει στον ίδιο η Αστυνομία. Έχει παράπονο από τον τρόπο που διερεύνησε η Αστυνομία την υπόθεση και μετά από την επίσκεψη του Στέλιου Στυλιανού (Μ.5) στην ταράτσα της πολυκατοικίας και τη συνομιλία του με τον Μάριο Τρύφωνος κατάλαβε ότι η Αστυνομία δεν είχε κάνει καλά τη δουλειά της και ειδικά μετά που του είπε ο Στυλιανού ότι ο Τρύφωνος είχε δώσει σημαντικές λεπτομέρειες για τα ρούχα της Χριστίνας και τα λεπτά γυαλιά, τότε ο ίδιος τηλεφώνησε στον κουνιάδο του, τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας κ. Κουλέντη και του ζήτησε την περαιτέρω διερεύνηση. Δέχτηκε κατόπιν τηλεφώνημα από τον Μ.6 Νίκο Γεωργίου ο οποίος τον επισκέφτηκε αργότερα και του ζήτησε να επανεξετάσει την υπόθεση. Είπε ότι ο Μ.6 του ανέφερε ότι όταν μπήκαν με ένα συνάδελφο του εν στολή στο διαμέρισμα του Τρύφωνος μια γυναίκα που μιλούσε στο τηλέφωνο και είπε «σε κλείνω τώρα ήρθε να μας συλλάβει η αστυνομία». Όταν ο Μ.6 ρώτησε το Μάριο Τρύφωνος αν είχε ανεβεί στην ταράτσα η γυναίκα είπε "γιατί να πάει να πουν ότι την έσπρωξε αυτός;". Σε ότι αφορά τον Μάριο Τρύφωνος ανέφερε ότι ο περιπτεράς της γειτονιάς του είπε ότι είναι συχνός πελάτης αγοράζει τουλάχιστον 6 μπύρες την ημέρα και μυρίζει ποτά. Είπε επίσης ότι στις 2.11.11 την επόμενη μέρα των γενεθλίων της Χριστίνας η άλλη του κόρη Άννα ενώ ήταν στο δρόμο με το νεογέννητο βρέφος της στην αμαξούδα συναντήθηκε με τον Τρύφωνος ο οποίος χωρίς να την ξέρει πήγε και της μίλησε χαμογελαστός. Ανέφερε τελικά ότι γνωρίζει πολύ καλά τον συγκεκριμένο δρόμο και θεωρεί αδύνατο όπως είναι ο δρόμος και με τον φωτισμό που έχει, κάποιο πρόσωπο που κάθεται στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας να μπορεί να δει τις λεπτομέρειες που είχε αναφέρει ο Μάριος Τρύφωνος στον εξάδελφο του Στέλιο Στυλιανού. Με βάση τα πιο πάνω και το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, είναι ευρήματα μου τα ακόλουθα: o Στις 7.8.10 μεταξύ των ωρών 11.30μμ-11.45μμ η Χριστίνα Α. Μιχαηλίδου Α.Δ.Τ 993408 τέως κάτοικος της οδού Κυρίλλου 1Β στο Στρόβολο έφυγε από το σπίτι της φορώντας τις πυτζάμες της μαζί με το σκυλάκι της. Όταν οι οικείοι της αντελήφθηκαν την απουσία της άρχισαν αμέσως να την ψάχνουν στη γειτονιά και περί η ώρα 1.00πμ της 8.8.12 ο πατέρας της Ανδρέας Μιχαηλίδης τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ανέφερε ότι λείπει η κόρη του από το σπίτι. o Η Χριστίνα Α. Μιχαηλίδου αντιμετώπιζε κάποια ψυχολογικά προβλήματα κυρίως κοινωνικής φοβίας, την παρακολουθούσε Ιατρός ο οποίος και της είχε χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή την οποία όμως δεν ακολουθούσε πάντοτε με αποτέλεσμα να έχει ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα. Στο παρελθόν είχε δοκιμάσει να θέσει τέρμα στη ζωή της με επιπόλαιο τρόπο, προσπάθειες της αυτές είχαν εκληφθεί από τους οικείους της ως προσπάθειες για να τραβήξει την προσοχή και το ενδιαφέρον τους καθότι είχε αρκετές ανασφάλειες για την αγάπη και τη σημασία που της έδειχναν. o Ο αδελφός της Χριστίνας, Σωκράτης Μιχαηλίδης περί ώρα 01.15πμ. της 8.8.10 εντόπισε την αδελφή του αναίσθητη στο έδαφος πολυκατοικίας στην οδό Καππαδοκίας 35 στο Στρόβολο και ψάχνοντας για το σκυλάκι της ανέβηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας όπου το εντόπισε. o Η σκηνή αποκλείστηκε από την Αστυνομία, αρχικά από περιπολικό και άντρες της ΜΜΑΔ και μετά έφτασαν στη σκηνή οι Αστυνομικοί που ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης. o Ο Αστυνομικός ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης είναι ο Αστ. 3663 Α. Παπαμιχαήλ ο οποίος υπηρετεί στον Αστ. Σταθμό Στροβόλου. o Κλήθηκε στη σκηνή η Αστυνομία και ασθενοφόρο στο οποίο επέβαινε η νοσοκόμα του Τμήματος των Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Λευκωσίας Χριστίνα Κωνσταντίνου η οποία εξέτασε την Χριστίνα και διαπίστωσε ότι δεν είχε παλμό ούτε αναπνοές. o Στη σκηνή κλήθηκε επίσης η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου η οποία βεβαίωσε το θάνατο της Χριστίνας Α. Μιχαηλίδου και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό. Έκανε επίσης αυτοψία στη σκηνή αφού μετέβηκε και στην οροφή της πολυκατοικίας της οδού Καππαδοκίας αρ.
- o Στις 8.8.10 εκδόθηκε διάταγμα για μεταθανάτια εξέταση στο σώμα της Χριστίνας Α. Μιχαηλίδου από Θανατικό Ανακριτή-Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Την ίδια μέρα δηλαδή 8.8.10 το πρωί η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου προέβηκε σε μεταθανάτιο Ιατροδικαστική εξέταση στο σώμα της Χριστίνας Μιχαηλίδου αφού η σορός της προηγουμένως αναγνωρίστηκε από τον αδελφό της Σωκράτη Μιχαηλίδη. o Σύμφωνα με την μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου ο αριστερός αστράγαλος της θανούσας ήταν ακρωτηριασμένος, στην μετωπιαία περιοχή υπήρχαν μικρό εκδορές, εντοπίστηκαν πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις καρδίας και πνευμόνων με μεγάλο αιμοθώρακα, μικρό θλάσεις ύπατος, αιμορραγική θλάση δεξιού νεφρού και κατάγματα στέρνου, πλαγίων και προσθίων πλευρών άμφω, κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού και επιπλεγμένα κατάγματα λεκάνης. o Η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου κατέληξε σε εύρημα ότι η αιτία θανάτου της αποβιώσασας ήταν πολυτραυματισμός συνεπεία πτώσεως εξ ύψους και προς τούτο εξέδωσε και ιατρικό πιστοποιητικό. o Μετά τη διενέργεια νεκροτομής εκδόθηκε από Θανατικό Ανακριτή-Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας διάταγμα για ταφή της σορού της αποβιώσασας. Σε ό,τι αφορά τον τρόπο διερεύνησης του θανάτου της αποβιώσασας, προέκυψε από τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου και την οποία παραθέτω με λεπτομέρεια στην παρούσα απόφαση, ότι από πλευράς Αστυνομίας έχουν γίνει σημαντικές παραλείψεις και εντοπίστηκαν αρκετές ανεπάρκειες. Κανένα μέλος της Αστυνομίας δεν ανέβηκε στην οροφή της πολυκατοικίας για να ελέγξουν τον χώρο από τον οποίο έπεσε η αποβιώσασα. Αφέθηκε δε από τη μαρτυρία να αιωρείται του κατά πόσο υπήρχε ψηλός τοίχος ή κάγκελο γύρω από την ταράτσα με αποτέλεσμα να μην μπορεί κάποιος να πέσει. Δεν ανακρίθηκε κανένας από τους γείτονες και όσους παρευρέθηκαν στη σκηνή μετά τον εντοπισμό της σορού της αποβιώσασας ούτε από τους ένοικους της πολυκατοικίας το ίδιο βράδυ και ειδικά ο Μάριος Τρύφωνος και η συμβία του Σταυρούλα Ανδρέου. Αρκετές από τις καταθέσεις λήφθηκαν μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου αφού προηγήθηκε η περί τούτου θέση του συνηγόρου της οικογένειας της αποβιώσασας όταν άρχισε η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αφέθηκε δε διάχυτη η εντύπωση που απεκόμισαν οι διάφοροι Αστυνομικοί και ειδικά ο εξεταστής της υπόθεσης το επίδικο βράδυ ότι επρόκειτο για αυτοκτονία γι' αυτό και δεν προέβηκαν σε περαιτέρω εξετάσεις θέση την οποία και ο Μ.3 παραδέχτηκε στο Δικαστήριο. Οι εξετάσεις επίσης για την ορατότητα αφήνουν ερωτηματικά εφόσον υπάρχει διάσταση απόψεων των μαρτύρων για τις συνθήκες φωτισμού τη στιγμή του θανάτου της Χριστίνας. Προκύπτει επίσης ότι υπήρχαν αρκετές αντιφάσεις στη μαρτυρία των Μάριου Τρύφωνος και Γιώργου Ανδρέου καθώς και τις μαρτυρίες των Μάριου Τρύφωνος και Στέλιου Στυλιανού τις οποίες για σκοπούς του πορίσματος δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω οι οποίες όμως δημιουργούν ερωτηματικά και σίγουρα υποστηρίζουν τη θέση ότι η διερεύνηση της υπόθεσης δεν έγινε ενδελεχώς ως έπρεπε. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν μπορώ να εντοπίσω οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει ότι υπάρχουν ευθύνες τρίτου προσώπου σε ό,τι αφορά το θάνατο της Χριστίνας. Πιστεύω όμως ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα σε ό,τι αφορά το θάνατο της Χριστίνας πέραν αυτού που αναφέρεται και στην Έκθεση της Δρ. Ελένης Αντωνίου ότι δηλαδή ο θάνατος της αποβιώσασας οφείλεται σε πολυτραυματισμό συνεπεία πτώσεως εξ ύψους. Η εισήγηση μου είναι όπως ο φάκελος αποσταλεί και τεθεί ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για να δοθούν από τον ίδιο οδηγίες για οποιεσδήποτε τυχόν ενέργειες ο ίδιος κρίνει με βάση το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό, ότι είναι απαραίτητες και αναγκαίες. Το παρόν να διαβιβαστεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, φροντίδι του Πρωτοκολλητή. (Υπ) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Θανατικός Ανακριτής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο