Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλης Παφίτης, Υπόθεση. Αρ.: 1466/09, 6 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 1466/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μιχάλης Παφίτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Απριλίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης (για να ακούσουν την απόφαση, οι κ.κ. Στ. Χριστοδούλου και Α. Κωνσταντινίδης) Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες δύο κατηγορίες: Κατηγορία αρ. 1 «Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/07.». Κατηγορία αρ. 2 «Μεταφορά υπερβολικού φορτίου κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 50
(6)και 72 και Πρώτο Παράρτημα Τύπος ΧΧΙ των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72,όπως τροποποιήθηκαν από τις ΚΔΠ 189/84, 194/05, 189/08, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/07.». Ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή στην κατηγορία αρ. 2, αλλά μη παραδοχή στην κατηγορία αρ. 1, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτήν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 18.6.2008, στη Λεωφόρο Στροβόλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KΑΑ791, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Xia Dong τέως από την Κίνα. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μάρτυρες κατηγορίας, τον Λοχ.4231 Α. Θεοφάνους (στο εξής, «ΜΚ1»), τον Υπ./μο Π. Λοΐζου (στο εξής, «ΜΚ2»), τον Αντώνη Σκοτεινό, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας (στο εξής, «ΜΚ3»), τον Λοχ. 4721 Θ. Θεοκλέους (στο εξής, «ΜΚ4»), το Δρ. Μ Ηροδότου (στο εξής, «ΜΚ5») και την Ιατροδικαστή Ε. Αντωνίου (στο εξής, «ΜΚ6»). Η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να κλητεύσει τη Chen Li Qiong, που αναφερόταν ως μάρτυρας αρ. 9 επί του Κατηγορητηρίου και τη Xia Min, που αναφερόταν ως μάρτυρας αρ. 14 επί του Κατηγορητηρίου. Ποσφέρθηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρα τη ΜΚ10 (Wang Xiao Yu) επί του κατηγορητηρίου, αλλά - κατόπιν ένστασης του συνηγόρου Υπεράσπισης, το Δικαστήριο με αιτιολογημένη ex tempore απόφασή του ημερομηνίας 20.3.2012, απέκλεισε τη μαρτυρία της. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του Λοχ. 4231 (στο εξής «το Τεκμήριο 1»), η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (στο εξής «το Τεκμήριο 2»), το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (στο εξής «το Τεκμήριο 3»), το σχέδιο επί κλίμακος (στο εξής «το Τεκμήριο 4»), το Πιστοποιητικό Εγγραφής του Μηχανοκίνητου Οχήματος ΚΑΑ (στο εξής «τα Τεκμήρια 5Α και 5Β»), φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 6») και η Γραπτή Κατάθεση του Υπαστυνόμου Π. Λοΐζου, (στο εξής «το Τεκμήριο 7»), το Σημειωματάριο του Υπαστυνόμου Π. Λοΐζου (στο εξής «το Τεκμήριο 8»), η γραπτή κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, ημερομηνίας 18.6.2008 (στο εξής «το Τεκμήριο 9»), η γραπτή κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, ημερομηνίας 20.6.2008 (στο εξής «το Τεκμήριο 10»), η γραπτή κατάθεση του Λοχ. 4271 Θ. Θεοκλέους (στο εξής «το Τεκμήριο 11»), η έκθεση του Ε∕Α 6011 (στο εξής «το Τεκμήριο 12»), το Πιστοποιητικό Θανάτου (στο εξής «το Τεκμήριο 15»), Έντυπο Εισαγωγής στο Τμήμα Ατυχημάτων (στο εξής «το Τεκμήριο 16»), το ιστορικό κλινικής εικόνας (στο εξής «το Τεκμήριο 17»), η Ιατροδικαστική έκθεση (στο εξής «το Τεκμήριο 18») και η γραπτή κατάθεση του Αστυφύλακα 1153 Ν. Αντωνίου (στο εξής «το Τεκμήριο 19»). Έγιναν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα ακόλουθα: (α) Η γραπτή κατάθεση της Ήβης Κυριάκου (ΜΚ5 επί του Κατηγορητηρίου), νοσοκόμας στο Ασθενοφόρο που μετέφερε το θύμα στο Γ.Ν. Λ∕σιας (στο εξής «Τεκμήριο 13»)∙ και (β) η γραπτή κατάθεση του Γιώργου Τσιουτή (ΜΚ6 επί του Κατηγορητηρίου), οδηγού του ασθενοφόρου (στο εξής «Τεκμήριο 14»). Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ανέλυσε τη θέση του ως εξής: «Δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Xia Dong ως το πρόσωπο στο οποίο ο Κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο είναι το πρόσωπο το οποίο μας αναφέρθη ότι απέθανε στην παρούσα υπόθεση. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γνωρίζει ότι αν ανοίξει η πόρτα τώρα, ότι δεν θα εμφανισθεί η Xia Dong. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Xia Dong πέθανε. Νόμιμη μαρτυρία ότι η κοπέλα που πέθανε, η Xia Dong, δεν υπάρχει. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να ικανοποιήσει το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, για να την παρουσιάσει προς αντεξέταση. Παραπέπω στις σελ. 173 με 178 του Συγγράμματος για το Δίκαιο της Απόδειξης, του Κακογιάννη. Περιγράφεται εκεί η αξία της αντεξέτασης ως μέσου για να καταλήξει το Δικαστήριο στην αλήθεια. Το δικαίωμα αντεξέτασης είναι απόλυτο. Καμία μαρτυρία δεν θεωρείται δεκτή, εκτός εάν έχει την ευκαιρία να αναδείξει το αξιόπιστο μέσω της αντεξέτασης. Δεν έχει εξασθενίσει αυτή η αρχή. Σχετική η Υπόθεση Φούρναρης, σελ. 20, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε καταδίκη, διότι έλειπε η μαρτυρία που ήταν αναγκαία για να αποδείξει ενοχή. Εδώ ελλείπει μαρτυρία αναγκαία για να αποδείξει ενοχή σε σχέση με το θάνατο του συγκεκριμένου προσώπου. Το μη αποδεκτό της εξ΄ ακοής μαρτυρίας είναι η απόφαση που προανέφερα, Κώστας και Τάσος Κατασκευαί Λτδ ν Ανδρέα Ιακώβου
(2000)1 ΑΑΔ 1828. Το δεύτερο θέμα είναι ότι δεν ικανοποιούνται τα συστατικά του αδικήματος ούτε σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο όπως περιγράφεται στο κατηγορητήριο. Δεν απεδείχθη με καμία μαρτυρία ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη. Μόνο αν ικανοποιεί αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να τον καταδικάσει, ακόμη και αν είχε μαρτυρία για το πρόσωπο αυτού που πέθανε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας δεν δίδεται περιγραφή τέτοιας συμπεριφοράς. Ο αυτόπτης μάρτυρας είπε ότι ο Κατηγορούμενος πήγε δεξιότερα για να αποφύγει κάποια ποδηλάτρια. Η ταχύτητα εντός του ορίου ταχύτητας. Επομένως, ενώπιόν σας έχετε κάποια υπόθεση όπου μια κοπέλα έχασε τη ζωή της, καταγωγής από μία χώρα πληθυσμού δισεκατομμυρίων, θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε αλλά εν πάση περιπτώσει δεν έχετε καμία μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία της οδήγησης. Κλασσική περίπτωση μη ικανοποίησης των συστατικών του αδικήματος. Και αν ο Κατηγορούμενος κληθεί να δώσει μαρτυρία, ενδεχόμενα θα είναι για να καλύψει κενά του δεύτερου σκέλους (δηλαδή της οδήγησης), αφού για την ταυτότητα του θύματος δεν γνωρίζει ο ίδιος.». Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ανέφερε τα εξής: «Ότι επιχειρήθηκε να προσφερθεί ως εξ´ακοής μαρτυρία έτεινε μόνο να αποδείξει την ταυτότητα του θύματος. Θα μπορούσε πράγματι το θύμα να ανοίξει τώρα την πόρτα. Θα μπορούσε να μην ήταν τούτο το πραγματικό όνομα του θύματος, αλλά να ήταν άλλο πρόσωπο με αυτό το όνομα που παράνομα διέμενε στη Δημοκρατία. Θα έπρεπε, δηλαδή, η Δημοκρατία να αφήσει ανεξιχνίαστο το αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο της ενέργειας του Κατηγορουμένου, επειδή δεν ανευρίσκετο η ταυτότητα του θύματος; Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι δεν αποτελεί κώλυμμα στο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία, αφού η μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα, κ. Σκοτεινού, περιέχει όλα τα στοιχεία που επεξηγούσαν το αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο της οδήγησης του Κατηγορουμένου. Διαφωνώ με τη θέση της Υπεράσπισης. Πραγματικά δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του κ. Σκοτεινού. Ο Νομοθέτης προσδίδει το διαζευκτικό και όχι το σωρευτικό. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θα πρέπει να υπεισέλθει στην υποκειμενική εξέταση αυτής της πτυχής των θεμάτων, αλλά δεν είναι έργο του σε αυτό το στάδιο. Οι αρχές είναι γνωστές. Εισηγούμαι να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία.». ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Για την παρούσα ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από τις γενικές αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει και τις οποίες παραθέτω πιο κάτω. Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι «όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος». Η ποινική αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια του άρθρου 205, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Η απλή ή αστική αμέλεια υπάρχει όπου υπάρχει παράβαση καθήκοντος ευθύνης. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της ευθύνης του Κατηγορουμένου για την πρόκληση του θανάτου στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη αμέλειας μεγαλύτερου βαθμού, από εκείνην που περιγράφεται πιο πάνω. Δεν αρκεί να αποδειχθεί η οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή ή η παράλειψη αποφυγής κινδύνου ή λήψης των απαραίτητων προφυλάξεων. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά ανάγεται σε αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη. Έχει νομολογηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» ή «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Χρυσόστομος Κ. Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΔΔ 300 διευκρινίστηκε ότι: «.. απερίσκεπτη οδήγηση σημαίνει να παίρνει ένα αδικαιολόγητο κίνδυνο για τον οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε..». Στη βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στη R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκε και η ακόλουθη παράμετρος του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, χωρίς ο Κατηγορούμενος να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Το άρθρο 210 δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά και επαφίεται στο Δικαστήριο να διακρίνει αν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης καταδεικνύουν ή όχι μια τέτοια συμπεριφορά (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Η διαφορά ανάμεσα στο αδίκημα της αμέλειας και στο αδίκημα της επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς δεν αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Ούτε και δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μία περίπτωση αυτό που αναζητείται είναι αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117). Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας αντικειμενικά ιδωμένης επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄αυτό. Η λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Το δε «σφάλμα» δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Αυτό προκύπτει από την Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 117, και την R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R.
- Η ΠΡΟΣΦΕΡΘΕΙΣΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να υπεισέρχομαι σε έλεγχο του αποδεκτού ή της αξιοπιστίας της προσφερθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι υπάρχει η μαρτυρία του ανεξάρτητου, αυτόπτη μάρτυρα (ΜΚ3), που συνδέει το όχημα του Κατηγορούμενου με τη σκηνή του δυστυχήματος. Στην αρχική κατάθεση του (Τεκμήριο 9), ο ΜΚ3 περιέγραψε τα εξής. «Την 18/6/2008 και περί ώρα 13:50 οδηγούσα το αυτοκίνητο ΚΡΜ518 στη Λεωφ. Στροβόλου με κατεύθυνση από τα Φώτα Αθηνάς προς Λακατάμεια. Στο αυτοκίνητο ήμουν μόνος και φορούσα τη ζώνη μου. Υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση και εκινούμουν με χαμηλή ταχύτητα. Εγώ κρατούσα τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στα αριστερά λίγο πιο μπροστά από εμένα πήγαινε ένα φορτηγό όχημα. Αφού περάσαμε τα φώτα της Alpha Bank το φορτηγό κινήθηκε προς το μέρος μου πέρνοντας μέρος και των δύο λωρίδων. Εγώ ελάττωσα για να προχωρήσει και ξαφνικά είδα από τους αριστερούς πισινούς τροχούς του φορτηγού να βγαίνει ένα ανθρώπινο σώμα, πολτοποιημένο το κεφάλι. Εγώ σιοκαρίστηκα και είδα ένα ποδήλατο δίπλα.». Υπάρχει, επίσης, πραγματική μαρτυρία που τείνει να συνδέσει το όχημα του Κατηγορούμενου με το ποδήλατο και το θύμα σε ό,τι αφορά την ύπαρξη μεταξύ τους επαφής. Υπάρχει η ίδια η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου όπου αυτός δηλώνει ότι είχε αντιληφθεί την πορεία του ποδηλάτου στα αριστερά ως η πορεία του, κοντά στο πεζοδρόμιο. Υπάρχει στην ίδια ανακριτική κατάθεση η δήλωσή του ότι σε κάποιο σημείο κινήθηκε λίγο δεξιότερα για να την προσπεράσει. Υπάρχει η μαρτυρία του ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα (ΜΚ3) ότι το μόνο σημείο που αυτός είδε το όχημα του Κατηγορουμένου να κινείται δεξιότερα ήταν στο σημείο του δυστυχήματος. Ότι κινήθηκε δεξιότερα περίπου μισό μέτρο. Το σημείο σύγκρουσης (Χ) με βάση τα σχέδια της σκηνής (Τεκμήρια 3 και 4) τοποθετείται στα 0,50 μ από το πεζοδρόμιο. Κρίνω ότι, ενόψει των πιο πάνω, υπάρχει επαρκής μαρτυρία, η οποία δεν είναι αντινομική, προς αξιολόγηση στο τελικό στάδιο της δίκης, σε ό,τι αφορά το αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο της οδήγησης από μέρους του Κατηγορουμένου. Υπάρχει η μαρτυρία της ιατροδικαστού Ελένης Αντωνίου (ΜΚ6) που λέει ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θύματος το καθιστούσαν αναγνωρίσιμο και υπάρχει, επίσης, εξ' ακοής μαρτυρία, σε ό,τι αφορά το ότι το θύμα έτυχε αναγνώρισης από τρίτο πρόσωπο, ειδικότερα από τη ΜΚ9 επί του κατηγορητηρίου, ως του προσώπου που φέρει το όνομα το οποίο αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.
- Κρίνω ότι η νομολογία επιβάλλει να αξιολογήσω στο τελικό στάδιο της δίκης την αξιοπιστία ή και το αποδεκτό μη αποκλεισθήσας μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο παρόν στάδιο της δίκης. Υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1, τον οποίο και καλώ σε απολογία. [Επεξηγούνται τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου]. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο