Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστάκης ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ κ.α., Υπόθεση. Αρ.44184/11, 11 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.44184/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Χριστάκης ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ Γεώργιος ΦΡΑΓΚΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπανικολάου (Για να ακούσει την απόφαση: κα. Κακούρη) Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση [τη χειρίζεται αυτοπροσώπως] Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 1 Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία׃ Απείθεια κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την ΚΔΠ 312/07. 2η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, 96(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/07. 3η κατηγορία: Υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(2)
(3), 19 και 20(Α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
- 4η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2, 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 24.3.2011, στο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους παρά τον Κουτραφά της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KΤΑ418- · κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 19909/2010, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 5 μηνών από 2/12/2010 - 1/5/2011 (κατηγορία αρ. 1), · χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που αφορά την ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου (κατηγορία αρ. 2), · με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου, δηλαδή 105 ΧΑΩ αντί 80 ΧΑΩ (κατηγορία αρ.3), · για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από 31/12/2010 (κατηγορία αρ. 4). Τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο είναι ως εξής: Στις 24/3/2011 και ώρα 13:04, ο ΜΚ1 είχε ανακόψει το όχημα ΚΑΤ418 στο δρόμο Αστρομερίτη - Τροόδους, το οποίο οδηγείτο με ταχύτητα 105 ΧΑΩ αντί 80 ΧΑΩ και οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Όταν πληροφορήθηκε για την τροχαία παράβαση και το όριο ταχύτητας είχε απαντήσει «Μεν με γράψεις φίλε μου διότι η άδεια μου είναι στερημένη». Από περαιτέρω εξετάσεις που είχε διενεργήσει, διαπιστώθηκε ότι πράγματι η άδεια του Κατηγορουμένου ήταν στερημένη ως η κατηγορία αρ.
- Όπως επίσης δήλωσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 19909/2010, απόφαση ημερομηνίας 11.5.2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 22 ετών. Αρραβωνιασμένος, άνεργος διαμένει με την οικογένειά του σε κατοικία στο όνομα της μητέρας του στην περιοχή της Μαλούντας. Έχει 4 αδέρφια ηλικίας 20, 18, 17 και 15 ετών. Ο Κατηγορούμενος τελείωσε την Τεχνική σχολή, ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια εργάστηκε ως οικοδόμος καθώς και στην υπεραγορά ΦΡΑΓΚΗΣ. Όπως ανέφερε, τον Οκτώβριο του 2011 αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία του γιατί ο μισθός του ήταν πολύ χαμηλός ενώ έπρεπε να δουλεύει αρκετές ώρες. Πριν από ένα χρόνο περίπου είχε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και εγκατέλειψε τη σκηνή. Για το συγκεκριμένο αδίκημα κατηγορήθηκε και τιμωρήθηκε με στέρηση άδειας 5 μηνών και €700 πρόστιμο. Όσον αφορά το αδίκημα της παρακοής στο εν λόγω διάταγμα, ο Κατηγορούμενος απολογείται. Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1 Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρή. Η σοβαρότητά της αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος παράκουσε στο Διάταγμα στέρησης χωρίς να δώσει οποιοδήποτε ισχυρό λόγο για αυτήν την έκνομη ενέργειά του. Όχι μόνον αυτό, αλλά συνέχισε να επικεικνύει παραβατική οδηγική συμπεριφορά αφού, όπως προαναφέρθηκε υπερέβη το ισχύον ανώτατο όριο ταχύτητας, παραγνωρίζοντας και τους κινδύνους που δημιουργούσε στο δρόμο από την ανασφάλιστη οδήγηση συνεπεία της οδήγησης χωρίς άδεια οδηγού. Οδηγούσε όχημα για το οποίο δεν υπήρχε άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ. Όλα αυτά αποδεικνύουν την έλλειψη έμπρακτης μεταμέλειας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 28 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είμαι μόλις 22 ετών και ότι το νεαρό της ηλικίας του χρήζει ιδιαίτερα προσεκτικής μεταχείρισης. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι είναι αρραβωνιασμένος. Σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια του. Ότι από την ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν έχει αναφερθεί να έχει διαπράξει άλλο αδίκημα. Υπό το φως αυτών των συνθηκών, κρίνω σκόπιμο να δώσω μία νέα ευκαιρία στον Κατηγορούμενο για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς. Αναστέλλω, λοιπόν, την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το 1ο αδίκημα για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2. Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης,[...]». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Αναφορικά με το 2ο αδίκημα, το οποίο αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω πρέπον να επιβάλω στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο πέντε μηνών αρχίζοντας από αύριο. Δεν θα επιβάλω χρηματική ποινή. Ποινή για το τρίτο αδίκημα Το άρθρο 6
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν86/72) προβλέπει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €1708 ή και τις δύο ποινές. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 2 μέχρι 6 βαθμούς ποινής, αναλόγως των γεγονότων της υπόθεσης, ενώ το άρθρο 19 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο στέρησης της άδειας οδηγήσεως του καταδικασθέντα για οποιοδήποτε αδίκημα ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις. Υπό το φως του μεγέθους της υπέρβασης του ανωτάτου ορίου ταχύτητας στην παρούσα υπόθεση (105ΧΑΩ αντί 80 ΧΑΩ) σε συνδυασμό με το επιβαρυντικό στοιχείο ότι το αδίκημα αυτό διαπράχθηκε ενόσω ο Κατηγορούμενος στερείτο του δικαιώματος να οδηγεί, στοιχείο που αναδεικνύει την εγωιστική και αντικοινωνική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, πέραν από τον κίνδυνο που δημιουργούσε στο δρόμο από την υπερβολική ταχύτητα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €220 και 2 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Ποινή για το τέταρτο αδίκημα Ο Κανονισμός 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (ΚΔΠ 66/84) προβλέπει ότι, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε κανονισμού, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €1708 ή και τις δύο ποινές. Για το τέταρτο αδίκημα, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €80. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο