← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λουκής Λουκαϊδης, Υπόθεση. Αρ.21995/11, 15/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λουκής Λουκαϊδης, Υπόθεση. Αρ.21995/11, 15/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.21995/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Λουκής Λουκαϊδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Μαίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Μιχαήλ (Για να ακούσει την απόφαση: κα. Φρ. Κακούρη) Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση [τη χειρίζεται αυτοπροσώπως] Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή[1] στην ακόλουθη κατηγορία: «Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20 Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(14)της ΚΔΠ 189/2008, τους Νόμους 166/87, 8(Ι)/2000, 243(Ι)/2004, 270(Ι)/2004 και την ΚΔΠ 312/2007.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως εκτίθενται επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 21.9.2010, στην δρόμο Χείλωνος στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KWT313, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια του πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι. Τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου[2] στις 30.1.2012 είναι ως εξής: «Τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Η ώρα ήταν 11:
  1. Ο κατηγορούμενος αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Σιγά το πράμα, εννα κανονίσω όπως εκανόνισα και τα άλλα εξώδικα και δεν θα πκιερώσω». Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής.». Ο Κατηγορούμενος διαφώνησε με την πιο πάνω παράθεση των γεγονότων λέγοντας ότι η απάντησή του, όταν επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ήταν «Κάνετε επιλεκτική δικαιοσύνη, έχει τόσους άλλους που δεν τους καταγγέλλετε» και ότι ο αστυνομικός τότε αποκρίθηκε λέγοντας «Εγώ τους καταγγέλλω». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δέχθηκε ότι έγινε μετά αυτή η συζήτηση μεταξύ Κατηγορουμένου και αστυνομικού. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε κατά την ίδια δικάσιμη προσθέτοντας στην πιο πάνω εκδοχή του για τα γεγονότα τα εξής: ««Εγώ είπα «Θα πάω στο δικαστήριο και θα αμφισβητήσω το θέμα και δεν θα πετύχετε!» και ο αστυνομικός μου είπε «Βάζεις στοίχημα;» και του είπα «Γράψε το αυτό που είπες»». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αντέταξε ότι ο μάρτυρας της είπε ότι εκείνος ήταν που ρωτήθηκε από τον κατηγορούμενο «Πάς στοίχημα;». Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση σε νέα ημερομηνία για να αγορεύσουν οι συνήγοροι ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να διεξαχθεί newton hearing και ποια θα είναι τα θέματα σε τέτοια ακροαματική διαδικασία. Ορίστηκε αρχικά στις 29.2.
  2. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν παρών και η υπόθεση επαναορίστηκε στις 29.03.
  3. Τότε ήταν που ήχθη η υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου λόγω αλλαγής του διοικητικού προγράμματος του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στις 29.3.2012, γι' αυτό και το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης ορίζοντας την υπόθεση στις 26.4.2012 διατηρώντας τις ίδιες οδηγίες με εκείνες που είχαν δοθεί στις 30.1.2012 από την αδελφή Δικαστή. Ο Κατηγορούμενος πράγματι εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26.4.
  4. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και ο Κατηγορούμενος συμφώνησαν ότι τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Σε ό,τι αφορά τη συνομιλία που είχε ο Κατηγορούμενος με τον αστυνομικό όταν επίστησε την προσοχή του στο Νόμο, συμφώνησαν οι δύο πλευρές ότι δεν ήταν αναγκαίο να διεξαχθεί newton hearing. Υιοθετήθηκε ως αληθής η εκδοχή του Κατηγορουμένου, ο οποίος τόνισε εκ νέου στο Δικαστήριο ότι δεν αμφισβητεί ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της χρήσης κινητού τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση αλλά αυτό που ήθελε να εγείρει μέσα από την απάντηση που έδωσε προς τον αστυνομικό ήταν ότι το Κράτος δεν μπορεί να εφαρμόζει τον Νόμο επιλεκτικά. Η άποψη του Κατηγορουμένου είναι ότι υπάρχει έκδηλη παράβαση του συγκεκριμένου κανόνα. Είναι η θέση του ότι μέσα στη Λευκωσία, στη διαδρομή του από το γραφείο του μέχρι το Δικαστήριο βλέπει τρείς στους επτά να τηλεφωνούν. Ότι κατά την ουσιώδη ημερομηνία είχε και άλλους, όλοι σχεδόν, που μιλούσαν στο τηλέφωνο, και διερωτήθηκε γιατί να την πληρώσει ο ίδιος. Εισηγήθηκε ότι πρέπει η Αστυνομία να έχει αστυνομικούς μέσα στους δρόμους ώστε οι παραβάτες να μην αποφεύγουν την τιμωρία «αντί να μπαίνει η Αστυνομία μία φορά κάθε τόσο και να πιάνει εμένα τον Λουκή». Πρόσθεσε ο Κατηγορούμενος, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ότι «Ο αστυνομικός είναι ένας θεσμός. Η αρχή ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική είναι κατοχυρωμένη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου σε μια από τις πολλές αποφάσεις που έχει δώσει επί του θέματος, συγκεκριμένα στην υπόθεση Ιάκωβος Χριστοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6493, σελ. 10, και κατέληξε στο ότι το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποινική δίωξη άλλων που είχαν διαπράξει παρόμοια παρανομία, το οδηγούσε στο να μειώσει την ποινή.». Απαντώντας στην επισήμανση του Δικαστηρίου ότι, σε αντίθεση με όσα διαλαμβάνει η Ποινική Έφεση 6493, η αναφορά του Κατηγορουμένου για επιλεκτική δικαιοσύνη, τίθεται γενικά και αόριστα, όχι για συγκεκριμένα άτομα που ενέχονται στο ίδιο αδίκημα, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Όχι, μπορώ να καταθέσω ότι είχε και άλλους που είδα εγώ, και ο αστυνομικός έγραψε εμένα. Αυτό το φαινόμενο με το τηλέφωνο, συνήθως όλοι μέσα στο δρόμο μιλούν και δεν υπήρξε μια εκστρατεία όπως έγινε με τα αμπελοπούλια που επήγε όλη η Αστυνομία και τους επιάσαν.». Σε ό,τι αφορά τη σημασία που θα πρέπει να αποδώσει το Δικαστήριο στο ζήτημα της επιλεκτικής δικαιοσύνης, ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι «πρέπει το Δικαστήριο να στείλει το μήνυμα ότι δεν θα βάλει τώρα ποινή και να δώσει το μήνυμα ότι θα πρέπει να τιμωρούνται όλοι και όχι επιλεκτικά.». Πληροφόρησε, δε, το Δικαστήριο ότι άλλη δικαστής τον απάλλαξε για το ότι υπάρχει αυτό το φαινόμενο, ότι δηλαδή υπάρχουν και άλλοι παραβάτες που δεν προσκομίζονται στα Δικαστήρια. Σημειωτέον ότι η αντίδραση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στα προλεχθέντα ήταν ότι: «Η Αστυνομία γράφει αρκετό κόσμο και για κινητό, έχει και κόσμο που δεν προλαβαίνει να τον γράψει, να τους σταματήσει, γιατί εκείνην την στιγμή γράφει κάποιον άλλο, ή μπορεί να μην τους δουν ή ίσως αν τους σταματήσουν να προκαλέσουν δυστύχημα». Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είπε ότι η δήλωσή της αυτή εκπροσωπεί την Αστυνομία. Επιμέτρηση της ποινής Ο Κανονισμός 58
(5)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84), όπως αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 58
(14)της ΚΔΠ 189/2008, καθορίζει τα ακόλουθα: «Κατά την οδήγηση οι οδηγοί μηχανοκινήτων οχημάτων οφείλουν να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια τους να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα απαγορεύεται η χρήση τηλεφώνου με τα χέρια.» Ο Κανονισμός 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (Ν.86/72)προβλέπει ότι, σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε κανονισμού, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσα το ένα έτος ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα το ποσό των €1708 ή και τις δύο ποινές. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, δύο βαθμούς ποινής. Είναι ξεκάθαρο ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί μετριαστικό στοιχείο το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, καθώς και το ότι δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του, σε συνδυασμό με την ηλικία του ως φαίνεται στο κατηγορητήριο (73 ετών κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος). Αποτελεί, επίσης, μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι από την ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος έχει παρέλθει ήδη αρκετός χρόνος (20 μήνες). Η παραδοχή του αδικήματος από τον Κατηγορούμενο εξοικονομεί χρόνο και χρήμα του Δικαστηρίου, γι' αυτό και δύναται να αποτελέσει και εκείνη μετριαστικό παράγοντα. Έρχομαι τώρα στην εξέταση του ισχυρισμού του Κατηγορουμένου περί επιλεκτικής δικαιοσύνης, τον οποίο ο ίδιος αναλύει κατά τρόπο που εννοεί, γενικότερα, την παράλειψη των διωκτικών αρχών να διώξουν ποινικά όλους τους πολίτες που διαπράττουν κατά τόπο από καιρού εις καιρό το συγκεκριμένο αδίκημα. Κατ' αρχάς, επιθυμώ να σημειώσω ότι, εκεί όπου διαπιστώνεται από ένα Δικαστήριο ως πραγματικό γεγονός ότι υπήρξε επιλεκτική δίωξη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός αυτό κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η ευθύνη των Δικαστηρίων για πάταξη του φαινομένου της επιλεκτικής δικαιοσύνης απορρέει από το Άρθρο 28 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ισονομία και ισοπολιτεία ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου, σε συνδυασμό με το Άρθρο 35 του Συντάγματος δυνάμει του οποίου η δικαστική εξουσία - όπως και η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία - επιφορτίζεται με την ευθύνη διασφάλισης της εφαρμογής του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 4.7.2000, στην Ποινική Έφεση αρ. 6789, Γενικός Εισαγγελέας ν Αίμιλιου Λοϊζου
(2000)2 ΑΑΔ 371, «Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μείνει ουδέτερη μπροστά στη χρήση διάφορου μέτρου στη μεταχείριση των παραβατών. Το Άρθρο 35 δεν το επιτρέπει, όπως δεν το επιτρέπει η φύση της δικαστικής αποστολής συνυφασμένη κατά πάντα χρόνο με την ισότητα.» Συγκεκριμένα, το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος καθορίζει ότι: «Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσι ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.». Έχει νομολογηθεί (σχετική η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.3.1991, στην Ποινική Έφεση Αρ. 5284, Μιχάλης Παναγή ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 115), ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία των συγκατηγορουμένων αλλά επεκτείνεται και σε κάθε γεγονός που έχει σχέση με τη δίωξη τους από τις εισαγγελικές αρχές και η παράλειψη δίωξης ενός των παραβατών πλήττει την αρχή της ισότητας στη μεταχείριση τους. Ποιος ο βαθμός στον οποίο μπορεί να επηρεάσει τυχόν διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι υπήρξε επιλεκτική μεταχείριση των αδικοπραγούντων; Στο ερώτημα αυτό απαντά το Εφετείο στην προμνησθείσα απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 6789, Γενικός Εισαγγελέας ν Αίμιλιου Λοϊζου, όπου επεξηγήθηκαν τα εξής: «Δεν διαγράφει βέβαια το έγκλημα των καταδικασθέντων ούτε αφίσταται του καθήκοντος να τους τιμωρήσει για το αδίκημα το οποίο διέπραξαν. Μπορεί να μειώσει την ποινή των καταδικασθέντων στο βαθμό που να μετριάζει το αίσθημα αδικίας το οποίο προκαλεί η διάφορη μεταχείριση των παραβατών. Με τον τρόπο αυτό μετριάζεται αφενός η ανισότητα στη μεταχείριση των παραβατών και αφετέρου η Δικαιοσύνη εκπληρώνει, στο βαθμό που της παρέχεται η δυνατότητα, το καθήκον το οποίον επιβάλλει το Άρθρο 35 του Συντάγματος [...]». Ωστόσο, καθώς έχει νομολογηθεί, η αρχή της ισότητας δεν έχει ως λόγο την αριθμητική εξίσωση της ποινής η οποία επιβάλλεται (βλ. Ευαγόρου ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593). Ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο Άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων. Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση «πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων» (βλ. Republic v Arakian and Others
(1972)3 CLR 294). Όταν δύο περιπτώσεις δεν τελούν «υπό τας αυτάς συνθήκας» ή όταν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης δεν είναι ομοιογενή επιτρέπεται η διαφοροποίηση στην αντιμετώπισή τους και δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ισότητας (βλ. Ποινική Έφεση αρ. 6734, Χριστάκης Παναγιώτου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 24.6.1999,
(1999)2 ΑΑΔ 354, και απόφαση ημερομηνίας 5.9.2011 στην Προσφυγή αρ. 340/2010, Αδάμος Γερμανού ν Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Συμβουλίου Εφέσεων της Αστυνομίας). Στην προμνησθείσα Προσφυγή αρ. 340/2010, ο αιτητής προσέφυγε κατά της νομιμότητας της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων της Αστυνομίας, το οποίο είχε επικυρώσει την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής για επιβολή στον αιτητή της ποινής εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Ο αιτητής αμφισβητούσε τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης, εγείροντας τον ισχυρισμό ότι έτυχε άνισης μεταχείρισης, εφόσον σε άλλα μέλη της Αστυνομίας, τα οποία διέπραξαν παρόμοια αδικήματα, επιβλήθηκαν επιεικέστερες ποινές. Ήταν ο ισχυρισμός του συνηγόρου του αιτητή ότι υπήρξε επιλεκτική δικαιοσύνη. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο εξήγησε ότι το Άρθρο 28 του Συντάγματος συναρτά την ισότητα με ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγματικών καταστάσεων σε αντίθεση με τη φαινομενική ή αριμητική εξίσωσή τους. Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι η έννοια της ισότητας δεν είναι αφηρημένη. Προϋποθέτει συγκρίσιμες καταστάσεις, συγκρίσιμα υποκείμενα τα οποία μπορούν σαφώς να προσδιοριστούν. Δεν είναι άσχετο ή τυχαίο, το ότι οι υποθέσεις στις οποίες υπήρξε εύρημα του Ανωτάτου για επιλεκτική δικαιοσύνη ήταν υποθέσεις όπου συγκατηγορούμενος έτυχε αναστολής ποινικής δίωξης ή συγκαταδικασθέντας έτυχε προεδρικής χάρης ή συγκαταδικασθής έτυχε επιεικέστερης ποινής (βλ. την Ποινική Έφεση Αρ. 6195, Γεώργιος Ιωάννου ν Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 267, Κάττου & άλλος ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 498, Ποινική Έφεση αρ. 6789, Γ.Ε. ν Αιμίλιου Λοϊζου
(2000)2 ΑΑΔ 371). Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο στοιχειοθετείται στην παρούσα υπόθεση περίπτωση επιλεκτικής δίωξης του Κατηγορουμένου η οποία να απολήγει σε παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος που του παρέχει το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος. Κατ' αρχάς, κρίνω επιβεβλημένο να αναφέρω ότι από τον τεράστιο αριθμό υποθέσεων που άγονται σε μηνιαία βάση ενώπιόν μου για πάταξη του φαινομένου της χρήσης κινητού τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, αντλώ δικαστική γνώση για το ότι η Αστυνομία προχωρεί συστηματικά σε ποινική δίωξη εναντίον προσώπων που διαπράττουν το συγκεκριμένο αδίκημα. Περαιτέρω, κατά τη δική μου εκτίμηση, στην παρούσα υπόθεση, τα όσα δήλωσε ενώπιόν μου η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής προκειμένου να επεξηγήσει ότι δεν είναι αυθαίρετα που συμβαίνει να μην διώκεται ο κάθε οδηγός που τυγχάνει να διαπράττει το συγκεκριμένο αδίκημα, αποτυπώνουν με ειλικρινή τρόπο ότι δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται ότι η Αστυνομία θα εντοπίζει σε μια δεδομένη στιγμή όλους ανεξαίρετα τους οδηγούς που διαπράττουν το ίδιο αδίκημα. Αυτή η παραδοχή αντικατοπτρίζει κατά τη δική μου εκτίμηση και την ιδέα ότι δεν μπορεί η ισότιμη / ισόνομη μεταχείριση να εκλαμβάνεται ως αριθμητική ισότητα και δη να εκφράζεται με μαθηματικά απόλυτους αριθμούς. Δηλαδή το αν ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση έτυχε ισότιμης και ισόνομης μεταχείρισης ως παραβάτης δεν μπορεί να κριθεί σε συνάρτηση με το αν διώχθηκαν συγχρόνως με αυτόν άλλος 1, ή 2 ή 10 ή 50 ή 100 παραβάτες. Συνεπώς, τα επιχειρήματα του Κατηγορουμένου περί παράλειψης διεξαγωγής εκστρατείας για πάταξη του συγκεκριμένου αδικήματος, της χρήσης κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, πέραν του ότι δεν ευσταθούν, αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Αστυνομία εξήγγειλε τη διεξαγωγή τέτοιας εκστρατείας αρκετά πρόφατα (το Φθινόπωρο του 2011), δεν αποδεικνύουν αφ' εαυτών την ύπαρξη άνισης μεταχείρισης του συγκεκριμένου παραβάτη έναντι άλλων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης συντρέχει περίπτωση επιλεκτικής δίωξης του Κατηγορουμένου και κατ'επέκταση επιλεκτικής δικαιοσύνης, με την έννοια που νομολογιακά έχει αποδοθεί στον όρο αυτό. Γι' αυτό και δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο συγκεκριμένο επιχείρημα του Κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Θα αναγνωρίσω, όμως, στον Κατηγορούμενο το ότι η πεποίθησή του ότι πλήττετο ένα θεμελιώδες δικαίωμά του ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν πλήρωσε το εξώδικο πρόστιμο που του εκδόθηκε, παρά την παραδοχή του για το αδίκημα. Ότι αυτός ήταν και ο μόνος λόγος που έφθασε μέχρι το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, θα περιορίσω τη χρηματική ποινή που θα επιβάλω σε ισόποση με το εξώδικο πρόστιμο που του είχε τότε εκδοθεί, δηλαδή €85.43 πλέον τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παρούσα δικαστική διαδικασία και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €45. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Κατηγορούμενος απάντησε αρχικά (στις 15.11.2011)μη παραδοχή και κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου προχώρησε στις 30.1.2012 σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή. [2] Κατ' εκείνον τον χρόνο, της υπόθεσης επιλαμβανόταν η αδελφή Δικαστής Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.