Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΙΝΝΑ CHRISTODOULOU κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 825/10, 9/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 825/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -εναντίον- 1. ΙΝΝΑ CHRISTODOULOU 2. ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΑΛ ΜΠΑΝΑ Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο
(1): κ. Ευσταθίου μαζί με κ. Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο
(2): κ. Παφίτης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 15 κατηγορίες στρεφόμενες εναντίον και των δύο κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, με την 1η κατηγορία τους καταλογίζεται το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος ενώ με τη 2η κατηγορία το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος. Με τις κατηγορίες 3 - 11, τους καταλογίζονται τα αδικήματα της εκμετάλλευσης πόρνης (κατηγορίες 3, 6 και 9), της μαστροπείας (κατηγορίες 4, 7 και 10) και του αδικήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων (κατηγορίες 5, 8 και 11). Ως θύμα των αδικημάτων 3, 6 και 9 που αφορούν τις πιο πάνω κατηγορίες κατονομάζεται η HAIDAMAC DOINA CRISTINA από τη Ρουμανία. Με τις κατηγορίες 4, 7 και 10 καταλογίζονται στους κατηγορούμενους τα ίδια αδικήματα, με κατονομαζόμενο θύμα σ' αυτή την περίπτωση την VINICHUL OLENA από την Ουκρανία. Με τις κατηγορίες 5, 8 και 11 καταλογίζονται στους κατηγορούμενους τα ίδια αδικήματα με θύμα την JULIA SEMENOVICH επίσης από την Ουκρανία, ενώ με τις κατηγορίες 12, 13 και 14 τους καταλογίζονται τα αδικήματα της διατήρησης Οίκου Ανοχής. Τέλος, με την 15η κατηγορία τους καταλογίζεται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι οι HAIDAMAC DOINA CRISTINA, VINICHUL OLENA και JULIA SEMENOVICH, λόγω οικονομικών προβλημάτων που είχαν στη χώρα τους, ήθελαν να πάνε στο εξωτερικό για εργασία και μέσω κάποιων φίλων τους ήρθαν σε επαφή με την 1η Κατηγορούμενη, η οποία με διάφορες υποσχέσεις τις έπεισε και ήρθαν στη Κύπρο, όπου και άρχισε να τις μεταφέρει σε συγκεκριμένα διαμερίσματα στη Λευκωσία και Λάρνακα, όπου με διάφορες απειλές τους διευθετούσε ραντεβού με άνδρες πελάτες και τις ανάγκαζε να τους κάνουν μασάζ με εκτόνωση. Επίσης, τις μετέφερε κατόπιν οδηγιών της 1ης Κατηγορουμένης και ο 2ος Κατηγορούμενος. Κάθε πελάτης πλήρωνε διάφορα χρηματικά ποσά ανάλογα με το πρόγραμμα που προτιμούσε (ποσό €50 για κανονικό μασάζ, ποσό των €60 για μασάζ με εκτόνωση και €85 αν ήταν μασάζ με εκτόνωση από δύο κοπέλες), όπου οι παραπονούμενες έπαιρναν τα €20 ενώ η 1η Κατηγορουμένη τα υπόλοιπα €40 και όταν έλειπε η 1η Κατηγορούμενη τις εισπράξεις έπαιρνε ο 2ος Κατηγορούμενος. Στις 2.3.2010, μετά από πληροφορίες ότι στο υποστατικό που αναφέρεται στη 13η κατηγορία διεξάγεται πορνεία, εξασφαλίσθηκε ένταλμα έρευνας και η Αστυνομία διοργάνωσε επιχείρηση, όπου δόθηκε σε πληροφοριοδότη της Αστυνομίας χρηματικό ποσό το οποίο φωτοτυπήθηκε και μετά από ραντεβού αφού έδωσε €90 σε δύο κοπέλες, του έκαναν μασάζ με εκτόνωση μέχρι που εκσπερμάτωσε. Αμέσως μετά, η Αστυνομία διενήργησε έρευνα στο εν λόγω υποστατικό όπου ανευρέθηκε το εν λόγω ποσό και άλλα Τεκμήρια. Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των ΜΚ4 και ΜΚ5 οι ενέργειες των κατηγορούμενων 1 και 2 είχαν ως αποτέλεσμα την εκπόρνευση και εκμετάλλευση τους από μέρους των κατηγορουμένων, οι οποίοι συνωμότησαν μεταξύ τους για να πετύχουν τον πιο πάνω σκοπό. Η προσαχθείσα μαρτυρία Για να δώσει μαρτυρική και αποδεικτική υπόσταση στα προαναφερθέντα και κατ' επέκταση για να τεκμηριώσει τις κατηγορίες, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δέκα μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο καταθέσεων μαρτύρων και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Ως κύριοι μάρτυρες κλήθηκαν και κατέθεσαν οι τρεις κοπέλες η OLENA VINCHUK (MK4), η JULIA SEMENOVICH (MK5) και η DOINA CRISTINA HAIDAMAC (MK6) και ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας Κωνσταντίνος Χριστοδούλου (MK9). Επιπλέον κατέθεσαν έξι πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης. Πρόκειται για τους Αστ. 2867 Κ. Σοφοκλέους (ΜΚ1), ο Αστ.1798 Δ. Χρίστου (ΜΚ2), ο Αστ. 1352 Μ. Ανδρονίκου (ΜΚ3), η κα Δώρα Παναγίδου (ΜΚ7), ο Λευτέρης Λοίζου (ΜΚ8) και η Αστ. 2332 Ε. Κουντουρή (ΜΚ10), Αναφορά σε πτυχές της μαρτυρίας θα γίνει στη συνέχεια όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η εκ πρώτης όψεως εισήγηση Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι συνήγοροι Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η εισήγηση ήταν δίπτυχη, εδραζόμενη τόσο ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όσο και στην κατ' ισχυρισμό αντιφατική υφή της όλης μαρτυρίας. Κατά την ανάπτυξη της εισήγησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αναφέρθηκαν σε επιμέρους πτυχές της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ζήτησαν, στη βάση των πιο πάνω, τη διακοπή της δίκης και την απαλλαγή και αθώωση των κατηγορουμένων. Απαντώντας στην εισήγηση, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτησε την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία παραπέμποντας στη μαρτυρία των παραπονούμενων. Οι εφαρμοστέες αρχές Προτού προχωρήσω στην ουσία, θα πρέπει να σημειώσω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα δοθεί ή όχι συνέχεια στη δίκη. Το πράττει στη βάση του άρθρου 74
(1)(β) και (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, είτε αυτεπάγγελτα είτε, όπως εδώ, κατόπιν εισήγησης της Υπεράσπισης. Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη διακόπτεται και οι κατηγορούμενοι, αθωώνονται και απαλλάσσονται. Από την άλλη αν καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη συνεχίζεται και οι κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία. Για να καταλήξει σε συμπέρασμα το Δικαστήριο αποτιμά κατά τρόπο αντικειμενικό την προσαχθείσα μαρτυρία στον μέγιστο της βαθμό. Αν από αυτή την αποτίμηση διαφανεί (α) πως δεν στοιχειοθετείται ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) πως έχει κλονισθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, τότε δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 ΑΑΔ 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου,
(2001)1 ΑΑΔ 456, Αποστόλου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 614 και Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 ΑΑΔ 271). Αναφορικά για την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και της 2ης κατηγορίας που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος όπου με βάση τη νομική πτυχή του θέματος η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R.3 H.L 306 που μνημονεύει στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, ΄Εκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R
(1957)Α.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L., η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων επισήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ενός ή περισσοτέρων των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. Walker
(1962)Crim.L.R.458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice, ΄Εκδοση
(2003), παρ.Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί (''wheel'' και ''chain'' conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Βarratt
(1996)Crim. L.R. 495). Mε αυτά κατά νου επιστρέφω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας τα αδικήματα που φέρονται να συνωμότησαν να διαπράξουν οι κατηγορούμενοι είναι αυτά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενήλικων προσώπων και να διατηρούν οίκο ανοχής. Επίσης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας τους καταλογίζεται ότι συνωμότησαν να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή να προάγουν γυναίκες σε κοινή πορνεία και να αποζούν μερικώς από κέρδη πορνείας. Καμία απολύτως μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι είτε συλλογικά είτε ξέχωρα συμφώνησαν οποτεδήποτε, πόσο μάλλον μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου 2009 ως κατηγορούνται, να διαπράξουν τέτοια αδικήματα. Δεν προκύπτει τέτοιο συμπέρασμα από τα λεγόμενα των ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6 που ήταν οι άμεσα εμπλεκόμενες ούτε από τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων. Ενόψει των προαναφερθέντων κρίνω πως οι 1η και 2η κατηγορίες δεν μπορούν να προχωρήσουν. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 6 και 9, αυτές αφορούν το αδίκημα της εκμετάλλευσης πόρνης (3η κατηγορία) της, μαστροπείας (6η κατηγορία) και το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης πόρνης (9η κατηγορία) με θύμα τη DOINA CRISTINA (ΜΚ6). Η δια ζώσης μαρτυρία της και οι αναφορές της ότι η ίδια προέβαινε σε κανονικό μασάζ μόνο χωρίς ερωτικό περιεχόμενο δεν μπορούν να δώσουν υπόσταση και περιεχόμενο στις κατηγορίες. Ούτε και υπάρχει άλλη συγκροτημένη και στοχευμένη μαρτυρία που να το πράττει αφού ο ΜΚ9 πληροφοριοδότης της Αστυνομίας δεν εμπλέκει στο μασάζ που είχε στο επίδικο υπόστατικό τη ΜΚ6 αλλά μόνο τις ΜΚ4 και ΜΚ5. Υπάρχουν απλώς κάποιες σκόρπιες μαρτυρικές αναφορές στο όνομα της, χωρίς όμως να δίνεται από οποιαδήποτε άλλη κοπέλα κάποιο ερωτικό περιεχόμενο στο μασάζ που η ίδια έκανε. Επομένως αυτές οι κατηγορίες δηλαδή οι κατηγορίες 3, 6 και 9 απορρίπτονται ελλείψει μαρτυρίας σε ό,τι αφορά τα συστατικά στοιχεία των πιο πάνω αδικημάτων και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από αυτές. Έρχομαι στο αδίκημα της μαστροπείας, αντικείμενο της 7ης και 8ης κατηγοριών. Το αδίκημα της μαστροπείας προκύπτει από το άρθρο 157(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο στον βαθμό που ενδιαφέρει προνοεί ως ακολούθως: ''΄Οποιος - (α) .......................................................................................... (β) προάγει γυναίκα σε κοινή πορνεία, είτε στη Δημοκρατία είτε αλλού (γ)........................................................................................... (δ)............................................................................................ Είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Νοείται ότι κανένας δεν καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου αυτού βάσει της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα, εκτός αν τέτοια μαρτυρία ενισχύεται σε ουσιώδες σημείο της από άλλο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο.'' Ο όρος ''προάγω'' ως έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία περιέχει το στοιχείο της πειθούς ή της πρόκλησης για την τέλεση της συγκεκριμένης πράξης (βλ. R v. Christian
(1913)23 Cox. 541 και R v. Boadfoot
(1976)3 Αll E.R. 735). Στην υπόθεση Attorney's General Reference (No.1) of
(1975)61 Cr. App. R. 119, 121 o όρος ''προάγω'' ερμηνεύθηκε ως εξής: ''Το procure means to produce endeavour. You procure a thing by setting out to see that it happens and taking the appropriate steps to produce that happening''. Στην υπόθεση Boadfoot (ανωτέρω) το Δικαστήριο πρόσθεσε την εισήγηση ότι ο όρος ''procuring'' θα μπορούσε να θεωρείται ότι αφορά σε ενέργειες στις οποίες η γυναίκα, φερόμενη ως πόρνη, δεν θα προέβαινε αυθόρμητα ή σαν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης της. Η ''κοινή πορνεία'' που είναι το δεύτερο προαπαιτούμενο του αδικήματος έχει στενότερη έννοια της ''πορνείας'' που συναντάται σε άλλα άρθρα και νομοθετήματα. Αναφέρεται στην περίπτωση γυναίκας που είναι πόρνη και συμπλέκεται επ' αμοιβή σε πράξεις λαγνείας με άλλα πρόσωπα (βλ. Morris-Lowe
(1985)1 WLR 29. Για να συντελεστεί το αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ''προαγωγής'' και της ''κοινής πορνείας''. Εάν το γεγονός της κοινής πορνείας, ασχέτως συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, επέλθει με την ελεύθερη βούληση της γυναίκας ή αν κατά το χρόνο της κατ' ισχυρισμό μεμπτής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, η γυναίκα ήταν ήδη πόρνη δεν τίθεται θέμα προαγωγής της υπό την έννοια του άρθρου 157 (βλ. R v. Gold and Cohen
(1907)71 J.P.360). Τέλος, ως προκύπτει από την επιφύλαξη του άρθρου 157, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα, δεν αρκεί για καταδίκη η μαρτυρία ενός μόνο μάρτυρα. Χρειάζεται επιπρόσθετη μαρτυρία που να την ενισχύει σε ουσιώδες σημείο. Η φιλοσοφία πίσω από αυτή την επιφύλαξη είναι προφανώς ότι η μαστροπεία από τη φύση της είναι εύκολο να προβληθεί αλλά δύσκολο να αντιμετωπισθεί. Ενισχυτική μαρτυρία αναζητείται όταν ο μάρτυρας που χρήζει ενίσχυσης κρίνεται κατά βάση αξιόπιστος. Δεν μπορεί η ενισχυτική μαρτυρία να προσδώσει αξιοπιστία και βαρύτητα στα λεγόμενα αναξιόπιστου μάρτυρα (βλ. D.PP. v. Kilbourne
(1973)1 Αll E.R.440, Xριστοδούλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 449 και Μεϊτανής ν. Αστυνομίας,
(2002)- Α.Α.Δ. 177). Με αυτά κατά νου επιστρέφω στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Από τους μάρτυρες που κατέθεσαν διαφάνηκε πως μόνο η Μ.Κ.4 ως μια εκ των άμεσα εμπλεκόμενων, ήταν σε θέση να παραθέσει στοιχεία για την τεκμηρίωση της κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 2 ως προς τη γνώση του για τα τεκταινόμενα. Χωρίς να αγγίζω την ποιότητα της μαρτυρίας της σ΄ αυτό το στάδιο, βρίσκω πως δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να ενισχύει τα όσα ανέφερε για τον Κατηγορούμενο 2 και ως εκ τούτου και αυτές οι κατηγορίες υπόκεινται σε απόρριψη σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ενώ η Κατηγορουμένη 1 με την υπάρχουσα μαρτυρία τόσο των ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6 καλείται σε απολογία. Έρχομαι τώρα στα αδικήματα του αποζείν από κέρδη πορνείας, αντικείμενο των κατηγοριών 4 και
- Το αδίκημα θεμελιώνεται στο άρθρο 164
(1)(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που διαλαμβάνει ως εξής: ''΄Οποιος
(1)(α) γνωρίζει ότι ζει εξ ολοκλήρου ή μερικώς από τα κέρδη πορνείας (β) ....................................................................................... είναι ένοχος πλημμελήματος.
(3)Εφόσον ήθελε αποδειχτεί ότι κάποιο πρόσωπο συζούσε με πόρνη ή ότι συστηματικά συναναστρέφεται με πόρνη ή ότι ασκούσε έλεγχο στις κινήσεις ή καθοδηγούσε ή επηρέαζε τις κινήσεις πόρνης με τέτοιο τρόπο που φανερώνει ότι το πρόσωπο αυτό, άντρας ή γυναίκα, παρέχει συνδρομή, παρακινεί ή εξαναγκάζει την άσκηση πορνείας από πόρνη με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή γενικά αυτός ή αυτή θεωρείται ότι γνωρίζει ότι ζει από τα κέρδη πορνείας εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο''. Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου πως είναι τρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, πρώτον, η πορνεία, δεύτερον, η πράξη του αποζείν εν μέρει ή εν όλω από τα κέρδη της και τρίτον η γνώση των πιο πάνω γεγονότων. Διευκρινίζω πως δεν είναι η πορνεία που είναι ποινικά κολάσιμη αλλά η ζήση από τα κέρδη πορνείας (βλ. Kasapoglou v. Aστυνομίας, Ποινική ΄Εφεση 7760, ημερ. 16.5.2005). Στο Νόμο δεν απαντάται ο ορισμός της λέξης ''πορνεία''. Από τη Νομολογία προκύπτει πως η ''πορνεία'' καλύπτει ποικίλες πράξεις και ενέργειες. Δεν προαπαιτεί πλήρη σεξουαλική επαφή. Ο αυνανισμός πελατών, για παράδειγμα εμπίπτει στον ορισμό της πορνείας. Ομοίως η πορνεία δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το άτομο προσφέρει το σώμα του παθητικά (βλ. Morris-Lowe (ανωτέρω), Webb
(1963)2 All E.R. 177 και De Munk
(1918)1 K.B. 635). O ορισμός καλύπτει και τα ινστιτούτα Μασάζ όπου ασκούνται σεξουαλικές ανηθικότητες (βλ. Βlackstones Criminal Practice, ΄Εκδοση
(2003), παρ. Β3.89, σελ. 234). Για απόδειξη πορνείας δεν χρειάζεται η γυναίκα (ή ο άντρας στην ανάλογη περίπτωση) να ήταν διατεθειμένη να τηρήσει το δικό της μέρος της συμφωνίας. Είναι αυτή καθαυτή η πρόταση που είναι επιλήψιμη (βλ. McFarlane
(1994)Q.B 419). To δεύτερο στοιχείο, του πότε πρόσωπο αποζεί από τα κέρδη πορνείας έχει αποτελέσει το αντικείμενο ευρείας εξέτασης από την Αγγλική Νομολογία. Στην υπόθεση Shaw v. D.P.P.
(1961)Cr. App. Rep. 113 (που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Mavrides v. Police
(1987)2 C.L.R. 63) o Λόρδος Reid, θέλοντας να δώσει το στίγμα των προσώπων που καλύπτει το άρθρο, υπογράμμισε ότι αφορά αυτούς που ζουν παρασιτικά (parasitically) από τις πόρνες και τα έσοδα τους, π.χ. προαγωγοί και προστάτες. Βέβαια είναι πιθανόν να περιπλεχθούν στο αδίκημα και άλλες κατηγορίες προσώπων (βλ. Stewart
(1986)83 Cr.App R 327). Πρέπει να ενυπάρχει όμως το στοιχείο της εκμετάλλευσης του σώματος γυναικών προς ίδιον οικονομικό όφελος (βλ. Kasapoglou (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Calvert v. Mayes
(1954)1 Q.B. 342, αποφασίστηκε ότι πρόσωπο μπορεί να αποζεί από τα κέρδη πορνείας έστω και αν εισπράττει τα χρήματα μέσω τρίτου προσώπου βάσει σχεδίου, και όχι απευθείας από την πόρνη. Το ίδιο ισχύει αν εισπράττει απευθείας από τους πελάτες. (βλ. Anseil
(1974)3 All E.R. 568 και Farrugia
(1979)69 Cr. App.R 108). Aπό την άλλη, δεν είναι όλα τα χρήματα που εισπράττει κανείς από πόρνη επιλήψιμα. Θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτά τα χρήματα είναι το προϊόν πορνείας. Για να συντελεσθεί το αδίκημα, χρειάζεται και το τρίτο στοιχείο, δηλαδή η γνώση. Δεν έχει σημασία αν οι πραγματικές εισπράξεις από την πορνεία αναμιγνύονται με το εισόδημα άλλων καθαρών πηγών, όπως για παράδειγμα από την πώληση οινοπνευματωδών ποτών σε μπαρ (βλ. Petrides v. The Police
(1969)2 C.L.R. 114 και Αυξεντίου άλλως ΜΠΙΛΛΥΣ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 5. Κλείνοντας με τα συστατικά στοιχεία υπενθυμίζω ότι τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο τεκμαίρονται, όταν ισχύουν οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου
(3)του άρθρου 164 που παρέθεσα πιο πάνω. Επιστρέφοντας στα γεγονότα της υπόθεσης μας. Σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4 που αφορούν τις ΜΚ4 και ΜΚ5, εκείνο που παρατηρώ είναι πως επιμέρους αναφορές των εν λόγω μαρτύρων μπορούν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για έστω τεκμηρίωση της κατηγορίας, εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2. Αναφορικά με το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκου, αντικείμενο της 10ης και 11ης κατηγορίας, το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 9(α), και (β) του Νόμου 87
(1)/2007 που στο βαθμό που ενδιαφέρει προβλέπει τα ακόλουθα: ''9.
(1)΄Οποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω - (α) απειλών, (β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ............................................................................. είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη''. Επίσης, σημαντικοί για την ερμηνεία του εν λόγω αδικήματος είναι και οι ακόλουθοι όροι από το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 87(Ι)/2007: ''Εκμετάλλευση περιλαμβάνει την .................. εκπόρνευση ή άλλης μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση .......................'' ''σεξουαλική εκμετάλλευση'' περιλαμβάνει:- (α) τον εξαναγκασμό προσώπου σε πορνεία ................... (β) την εισαγωγή ή εξώθηση ή παρότρυνση ή στρατολόγηση ή οργάνωση ή κατεύθυνση προσώπου στην πορνεία...............'' Τέλος κρίνεται σημαντικό να παρατεθούν και οι πρόνοιες του άρθρου 4 του εν λόγω Νόμου στο οποίο καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του ενώ πρόσθετα ρυθμίζονται με αυτό και θέματα αφορώντα σε συναυτουργούς και στην απόδειξη των αδικημάτων που προβλέπει ο εν λόγω Νόμος. Προβλέπει τα εξής: ''4. -
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται για την πρόληψη, έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ αυτού, καθώς επίσης και για την προστασία των θυμάτων τέτοιων αδικημάτων, όπου - (α) Τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά στη φύση τους και στα οποία υπάρχει ανάμειξη εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα. (β) τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά στη φύση τους χωρίς να υπάρχει ανάμειξη εγκληματικής οργάνωσης κατά την πιο πάνω έννοια, ή (γ) τέτοια αδικήματα δεν είναι διεθνικά στη φύση τους και ανεξάρτητα από το κατά πόσο υπάρχει ή όχι ανάμειξη εγκληματικής οργάνωσης.
(2)Για την τιμωρία της απόπειρας, συνδρομής ή υποκίνησης για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο θα εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 20 μέχρι 25 του Ποινικού Κώδικα.
(3)Για τους σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.'' Αναφορικά με τα πιο πάνω αδικήματα και τις απειλές που περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν εμπλέκεται από τις ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6 ούτε από άλλη μαρτυρία ο Κατηγορούμενος 2 σε αυτό. Ως εκ τούτου ελλείψει μαρτυρίας οι εν λόγω κατηγορίες δεν μπορούν να προχωρήσουν εναντίον του Κατηγορούμενου 2, ενώ η Κατηγορουμένη 1 πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αναφορικά με τα αδικήματα της διατήρησης οίκου ανοχής 12η, 13η και 14η κατηγορίες δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 για αυτά. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί από τις εν λόγω κατηγορίες ενώ η Κατηγορουμένη 1 με την υπάρχουσα μαρτυρία καλείται σε απολογία σ΄ αυτές. Αναφορικά με το αδίκημα συγκάλυψης, αντικείμενο της 15ης κατηγορίας, το αδίκημα αυτό διέπεται από το άρθρο 4
(1)(ιιι) του περί Συγκάλυψης, ΄Ερευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο 61
(1)/1996. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής: 4
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (ii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, ή με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)γενεσιουργά αδικήματα είναι, ''τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης κατ' ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4''. Πρόκειται για αδίκημα πολλαπλής εφαρμογής που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εγκληματικής δραστηριότητας. Η χρησιμότητα του προκύπτει κυρίως σε πολύπλοκες υποθέσεις ''ξεπλύματος βρώμικου χρήματος'' όπου τα έσοδα εγκλημάτων διοχετεύονται μέσω διαφόρων οδών, καναλιών και/ή προσώπων, πολλές φορές πέραν των συνόρων μιας χώρας, με σκοπό να αποσυνδεθούν από το αρχικό έγκλημα και να εμφανισθούν νόμιμα. ΄Ολοι όσοι εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με τέτοια δραστηριότητα εμπίπτουν στην ακτίνα δράσης του αδικήματος. Επί της ουσίας των κατηγοριών και ενόψει του ότι τα γενεσιουργά αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 4 και 5 έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως εναντίον των δύο Κατηγορουμένων, συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι καλούνται σε απολογία και στη 15η κατηγορία. Ως κατάληξη όλων των πιο πάνω βρίσκω πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 1, 2, 3, 6 και 9 εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων και οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από αυτές. Επιπρόσθετα, στις κατηγορίες 7, 8, 10, 12, 13 και 14 δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. Σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 15 καλούνται σε απολογία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ενώ η Κατηγορουμένη 1 καλείται σε απολογία επιπρόσθετα στις κατηγορίες 7, 8, 10, 11, 12, 13 και 14. (Υπ.)................................................ Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΚ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο