Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Τσιελέπας, Υπόθεση. Αρ.:24302/11, 22/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.:24302/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Νίκος Τσιελέπας Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ.Χ. Μπρούντζος με κα. Ζ. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες δύο κατηγορίες׃ 1η κατηγορία׃ Αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7
(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 και τις ΚΔΠ 51/90 και 312/
- 2η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πρώτου αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 19.9.10, στο δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου, παρά την Ανθούπολη της Επαρχίας Λ/σιας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΧ121 και του ζητήθηκε από τον Αστ.3656 Κ. Καυκαλιά να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσον βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο Κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31.12.
- Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 3656, Κ. Καυκαλιά (στο εξής «ο ΜΚ1») και τον Αστ. 3703 Χ. Καουρμά (στο εξής «ο ΜΚ2»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 (στο εξής «το Τεκμήριο 1»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (στο εξής «το Τεκμήριο 2»), η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον Κατηγορούμενο (στο εξής «το Τεκμήριο 3»), και έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με τα στοιχεία του επίδικου οχήματος και του ιδιοκτήτη του (στο εξής «το Τεκμήριο 4»). Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Συνοψίζω ακολούθως την ανάλυση της εισήγησής του: «Απουσία συστατικών στοιχείων του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.
- Το άρθρο 6 του Ν.174/86 παραθέτει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του αδικήματος. Το άρθρο 6(α) αναφέρεται σε πρόσωπο που οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει επί τινός οδού ή δημόσιου χώρου. Πρώτον, διαφέρει το σημείο του τόπου του αδικήματος. Αστυνομικός σταθμός και όχι ο δρόμος που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Δεύτερον, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου και ο ίδιος βρίσκονταν εκτός του δρόμου. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει δρόμο ή δημόσιο χώρο. Το επίδικο όχημα βρισκόταν στο παγκέτο εκτός κίτρινης γραμμής. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν επί της οδού. Δεν το απέσεισε. Ήταν έξω από μάντρα αυτοκινήτων. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να υποθέσει ότι ήταν δημόσιος χώρος. Τρίτον, είναι επίσης, σοβαρότερο το πρόβλημα σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της οδήγησης. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι ήταν σταθμευμένο το όχημα. Ήταν πάνω στο τιμόνι ο οδηγός και κοιμόταν. Ξύπνησε από κτύπημα του ΜΚ1 πάνω στον ώμο του, γεγονός που καταδεικνύει όχι μόνο ότι δεν οδηγούσε αλλά και ότι δεν αποπειράθηκε καν να οδηγήσει. Το κατά πόσο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο αποτελεί ζωτικό, ίσως το ζωτικότερο συστατικό στοιχείο των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Θα ήταν λοιπόν ανεπίτρεπτο να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία με δεδομένη την παντελή έλλειψη ίχνους μαρτυρίας επι του στοιχείου αυτού. Τέταρτον, Νομικό σημείο. Σοβαρό σφάλμα. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε στο δρόμο όπου εντοπίστηκε παρά το δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου. Μπορούσε να συλληφθεί; Όχι. Διότι δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα προκαταρκτικής εξέτασης και το όχημα του δεν ευρίσκονταν επί οδού, το όχημα δεν ήταν εν κινήσει και ο Κατηγορούμενος κοιμόταν. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(6), για να συλληφθεί έπρεπε να αρνείται ή να αποφεύγει να δώσει δείγμα και έπρεπε να υπάρχει υποψία ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Παράνομα συνελήφθη ο Κατηγορούμενος και έπεται ότι η μετέπειτα διαδικασία ήταν επιμολυσμένη με αυτήν την παράβαση. Πέμπτον, ο Μ.Κ.2 προσήψε στον Κατηγορούμενο κατηγορίες και αν και επεσήμανε ότι τις κατηγορίες τις έκανε με βάσει την κατάθεση του ΜΚ1, οι κατηγορίες διαθέτουν στοιχεία τα οποία ουδέποτε είπε σε αυτόν ο Μ.Κ.
- Σε κάθε περίπτωση και άνευ περιορισμού των ανωτέρω, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι τυχόν απόρριψη υπο του Σεβαστού Δικαστηρίου της πρώτης κατηγορίας οδηγεί συνεπακόλουθα και στην απόρριψη της δεύτερης κατηγορίας στην οποία βάσει και του Τεκμηρίου 4 δεν φαίνεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος ο Κατηγορούμενος και ως εκ τούτου δεν προσδιορίζεται με ποια ιδιότητα κατηγορείται.». Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ανέλυσε τη θέση της ως εξής׃ «Ο ΜΚ1 δεν αντεξετάσθηκε στη βάση που αναφέρει στην αγόρευσή του ο Συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνελήφθη σε οδό ή δημόσιο χώρο. Δεν αμφισβητήθηκε, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθη σε χώρο που δεν ήταν προσιτός προς το κοινό. Για το τί συνιστά οδό ή δημόσιο χώρο, παραπέμπω στον ορισμό του όρου «οδός». Ποτέ δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση ότι δεν ήταν κλειστός ή περιφραγμένος χώρος. Η έννοια του όρου «οδηγός» καθορίζεται, επίσης, στο άρθρο 5 του Ν.174/
- Σημαίνει αυτόν που οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει. Ο αστυνομικός είχε καθήκον να εξετάσει τί συνέβαινε με τον Κατηγορούμενο, εφόσον καθόταν στη θέση του οδηγού, με το κεφάλι του γυρμένο στο τιμόνι. Το ότι κοιμόταν δεν σημαίνει ότι μπορεί να αθωωθεί.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Συνεπώς, το πρώτο που επιθυμώ να διευκρινίσω είναι ότι εκείνο το οποίο θα κριθεί στην παρούσα υπόθεση είναι η μαρτυρία που υπάρχει σε συσχετισμό με τις κατηγορίες που φαίνονται στο κατηγορητήριο και όχι η μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με τη γραπτή κατηγορία που προσήψε ο ΜΚ2 στον Κατηγορούμενο. Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Θα παραθέσω τις ουσιαστικές διατάξεις του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Το άρθρο 5 του Ν.174/86 καθορίζει ότι «Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχων καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υφ' οποιανδήποτε μορφήν, ώστε η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοήν ή το αίμα αυτού να υπερβαίνει το καθορισθέν όριο, είναι ένοχος αδικήματος.». Βάσει του άρθρου 6
(1)(α) του Ν. 174/86, «6
(1)Εις περίπτωση καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπο το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδήγηση οιονδήποτε όχημα επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει, ή (β) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτον πρόσωπον εξακολουθεί να έχει εις το σώμα αυτού αλκοόλην, ή [...] δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής δια προκαταρκτικήν εξέτασιν.» Η εξουσία ενός αστυνομικού να ζητήσει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις του άρθρου 6
(1). Το εδάφιο
(2)του άρθρου 6, διευρύνει την εξουσία του αστυνομικού καθορίζοντας ότι: «Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιο
(1)ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήσει οιονδήποτε όχημα επί τινός οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής δια προκαταρκτικήν εξέτασιν τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9». Το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι: «
(1)Προς το σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγμα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγματα εκπνοής δια τελικήν εξέτασιν μετά παρέλευσιν δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγμής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγμα εκπνοής δια την προκαταρκτικίν εξέτασιν: [...].
(2)Η παραχώρησις δείγματος εκπνοής, συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου
(1), δέον όπως γίνεται εις τον πλησιέστερον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. [.]
(4)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθεί πα' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(5)Εις περίπτωσιν καθ'ην αστυνομικός ζητεί παρ' οιουδήποτε προσώπου όπως παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ούτος υποχρεούται όπως επιστήση την προσοχήν του τοιούτου προσώπου ότι η άρνησις ή αποφυγή παραχωρήσεως του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικόν αδίκημα.». Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1), για τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία δια την οποία πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιούμενη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. [...]. Σε ό,τι αφορά το τι σημαίνει «οδό», σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ο όρος «οδός» περιλαμβάνει οποιοδήποτε δρόμο, μονοπάτι διέλευσης ζώων, μονοπάτι, αδιέξοδο δρόμου, δίοδο, πεζόδρομο, πεζοδρόμιο ή δημόσια πλατεία: [.]». Το τι σημαίνει «δημόσιος χώρος», απαντάται από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία σημαίνει χώρο στον οποίο το ευρύ κοινό έχει πρόσβαση. Θα πρέπει δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι πρώτον το ευρύ κοινό και όχι μόνο μια ειδική τάξη ανθρώπων έχουν πρόσβαση εκεί, και δεύτερον ότι το ευρύ κοινό έχει πρόσβαση τουλάχιστον με την ανοχή του ιδιοκτήτη του υπό εξέταση χώρου. Αντλώντας καθοδήγηση από το Σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Halnan and Spencer, 10th Edition, στη σελίδα 32, κάθε χώρος μπορεί να θεωρηθεί ως χώρος στον οποίο το ευρύ κοινό έχει πρόσβαση, αν διαπιστωθεί ότι το ευρύ κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση στον εν λόγω χώρο χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει ένα φυσικό εμπόδιο ή να παραβιάσει μια απαγόρευση ρητή ή εξυπακουόμενη ("Any road may be regarded as a road to which the public have access upon which members of the public are to be found who have not obtained access either by overcoming a physical obstruction or in defiance of prohibition express or implied"). Αντλώντας επίσης καθοδήγηση από το Σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Halnan and Spencer, 10th Edition, στη σελίδα 139 και 154, το κατά πόσον ένα πρόσωπο «οδηγά» ή «πειράται να οδηγήσει» είναι ζήτημα γεγονότων, όχι νομικό ζήτημα (R v Guttridge [1973] RTR135). Ο όρος οδήγηση ή απόπειρα οδήγησης δεν εξυπακούει απαραιτήτως ότι το όχημα πρέπει να βρίσκεται σε κίνηση επί της οδού ή του δημόσιου χώρου (Driving or attempting to drive does not mean that the vehicle has to be necessarily in motion on the road or other public place.). Πρώτιστο είναι να εξεταστεί, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, ο βαθμός και η έκταση στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο της κατεύθυνσης και της κίνησης του οχήματος (A person cannot be said to be ´driving´ unless he satisfies the test of whether he was in substantial sense controlling the movement and direction of the car.) Αλλά είναι δυνατόν να συντρέχει η περίπτωση της οδήγησης ακόμη και όταν ο οδηγός κάθεται στο κάθισμα του οδηγού στάσιμος (περιμένοντας σε φώτα τροχαίας ή λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης, κλπ). Είναι πιο πιθανόν να κριθεί ότι οδηγά αν βρίσκεται στο τιμόνι, παρά αν έχει κατεβεί από το αυτοκίνητο, αλλά δεν αποκλείεται να θεωρηθεί ότι οδηγά το όχημα, για το μόνο λόγο ότι αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητο ή έσβησε τη μηχανή. Εξαρτάται κάθε φορά από το αν η ενέργεια του αυτή συνδέεται με την συνήθη οδήγηση. Υπό το φως των πιο πάνω, το Σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Halnan and Spencer, 10th Edition, στη σελίδα 156 παρέχει τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές.
(1)Το όχημα δεν χρειάζεται να βρίσκεται σε κίνηση για να θεωρηθεί ότι συντρέχει η περίπτωση της οδήγησης. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αν η στασιμότητα του οχήματος συνδυάζεται με το ότι ο οδηγός ολοκλήρωσε τις συνδεόμενες με την οδήγησή του ενέργειές, όπως για παράδειγμα, αν τράβηξε χειρόφρενο, αν έσβησε τους δείχτες και τη μηχανή του οχήματος.
(2)Θα πρέπει να εξεταστεί ποιοι ήταν οι λόγοι στασιμότητας του οχήματος. Αν το ότι σταμάτησε το όχημα συνδέεται με την οδήγηση παρά με κάποια άλλη ενέργεια άσχετη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει η περίπτωση της οδήγησης. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί για πόσο χρόνο έμεινε στάσιμο το όχημα. Όσο πιο μεγάλο ήταν το χρονικό διάστημα για το οποίο έμεινε σταματημένο το όχημα, τόσο πιο δύσκολο είναι να κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση οδήγησης. Θα πρέπει τέλος να εξεταστεί αν ο οδηγός παρέμεινε στη θέση του ενόσω το όχημα ήταν σταματημένο ή αν κατέβηκε από αυτό. Αν έμεινε μέσα στο όχημα, αυτό είναι μια ένδειξη, αν και όχι αποφασιστική, για το ότι συντρέχει η περίπτωση οδήγησης. Αντλώντας περαιτέρω καθοδήγηση από το Σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Halnan and Spencer, 10th Edition, στη σελίδα 158, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αποκλείει το να εγερθεί η υποψία του αστυνομικού περί κατανάλωσης αλκοόλης πριν την έναρξη της πράξης της οδήγησης παρά μετά την έναρξη ή την απόπειρα οδήγησης (βλ. την R v Furness [1973] Crim LR 759). Στο Σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, Halnan and Spencer, 10th Edition, στη σελίδα 177 καθίσταται σαφές ότι αν ο αστυνομικός δεν τηρήσει ορθά τα διαδικαστικά στάδια ή αν δεν προχωρήσει σε νόμιμη σύλληψη, τότε και τα αποτελέσματα της εξέτασης της αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή είναι άκυρα (Spicer v Holt [1976] RTR 389). Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο θα συνοψίσει τη μαρτυρία που δόθηκε σε ό,τι αφορά τα συστατικά στοιχεία του πρώτου αδικήματος. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι υπάρχει μαρτυρία, η οποία δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που καθόταν στη θέση του οδηγού στο επίδικο όχημα κατά την επίδικη ημερομηνία. Υπάρχει μαρτυρία ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν «στην αριστερή πλευρά του δρόμου [Ανθούπολης - Παλαιχωρίου, παρά τα φώτα Αγίου Γεωργίου στη Λακατάμεια]», και ότι ειδικότερα «οι δύο τροχοί οι αριστεροί ήταν στο χωμάτινο παγκέτο και οι δύο δεξιοί τροχοί πάνω στην άσφαλτο, αλλά μέσα από την κίτρινη γραμμή». Συμφωνώ με την Κατηγορούσα Αρχή ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 δεν ακούσθηκε καμία υποβολή από την Υπεράσπιση περί του ότι το συγκεκριμένο σημείο δεν αποτελούσε δημόσιο χώρο, δηλαδή χώρο στον οποίο να μπορεί να έχει πρόσβαση το ευρύ κοινό. Η αντεξέταση εστιάστηκε πάνω στο ότι το όχημα ήταν δεν σταθμευμένο μέσα σε δρόμο. Αλλά ήταν δεκτό ότι ο χώρος αυτός ήταν εν μέρει χωμάτινος και εν μέρει ασφαλτοστρωμένος αφού εφάπτετο δρόμου σηματοδοτημένου μάλιστα με κίτρινη γραμμή. Δεν βρισκόταν μπροστά από οικία ή άλλο ιδιωτικό χώρο. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι ήταν χώρος μάντρας αυτοκινήτων. Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτή η θέση της Υπεράσπισης ότι ο εν λόγω χώρος δεν αποτελούσε μέρος του δρόμου, εκ πρώτης όψεως καλύπτεται από την ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος» που επίσης καλύπτεται από το σχετικό άρθρο της Νομοθεσίας. Υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του Κατηγορητηρίου, το όχημα ήταν στάσιμο, δηλαδή όχι εν κινήσει, η οποία μαρτυρία επίσης δεν αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή. Για τους λόγους όμως που επεξηγούνται ανωτέρω, το ότι ένα όχημα δεν βρίσκεται εν κινήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν αποκλείει αφ' εαυτού την τέλεση του συστατικού στοιχείου είτε της οδήγησης είτε της απόπειρας οδήγησης. Υπάρχει μαρτυρία ότι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, η μηχανή του επίδικου οχήματος ήταν ξεκινημένη. Αυτό δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, παρά μόνο επεξηγείται από αυτήν κατά τρόπο διαφορετικό απ' ότι το επεξηγεί η Κατηγορούσα Αρχή. Η Υπεράσπιση εισηγείται ότι εξυπηρετούσε στο να έχει κλιματισμό ο Κατηγορούμενος, ενώ η Κατηγορούσα Αρχή το συνδέει με την τέλεση του συστατικού στοιχείου της «οδήγησης» ή «απόπειρας οδήγησης». Είναι ζήτημα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών στο τελικό στάδιο της δίκης. Σε σχέση με το ίδιο συστατικό στοιχείο της οδήγησης υπάρχει μαρτυρία ότι ο μοχλός των ταχυτήτων του επίδικου οχήματος βρισκόταν στη θέση "D - drive" ενώ η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι ήταν στη θέση "P - Parking". Και αυτό θα εξεταστεί ως ζήτημα αξιοπιστίας. Υπάρχει η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος κοιμόταν με το κεφάλι του ακουμπημένο επί του τιμονιού, κάτι που δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, όπως επίσης δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι πρόθεση και επιθυμία του άπαξ και ξύπνησε ήταν να τον αφήσει ο Αστυνομικός να οδηγήσει μέχρι το σπίτι του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος εκδήλωσε αυτήν την πρόθεση και επιθυμία ακόμη και μετά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης της εκπνοής του με αποτέλεσμα ότι είχε 72 αντί 22 mg αλκοόλης. Υπάρχει η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι προχώρησε σε σύλληψη του Κατηγορούμενου αμέσως μετά την προκαταρκτική εξέταση για να τον οδηγήσει για τελική εξέταση. Ότι δηλαδή η σύλληψη του Κατηγορουμένου δεν προηγήθηκε της προκαταρκτικής εξέτασης, έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η σύλληψη συσχετίζεται με την προκαταρκτική εξέταση όπως εισηγείται η Υπεράσπιση. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εκδήλωσε την πρόθεση να οδηγήσει μέχρι το σπίτι του, λέγοντας 'Άτε ρε φίλε δαμέ παρακάτω εν τω σπίτι μου» όταν του λέχθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και ότι έπρεπε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση. Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Το ό,τι πράγματι ο Κατηγορούμενος μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό και, αφού πέρασαν τουλάχιστον 10 λεπτά από την προκαταρκτικήν εξέτασιν, αρνήθηκε να δώσει δείγμα λέγοντας «Εν φυσώ πάνω σε τούτην» δεν αντιλήφθηκα να αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή. Σε ό,τι αφορά την κατηγορία αρ. 2, υπάρχει η μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 4, το έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, στο οποίο αναφέρεται ως ημερομηνία λήξης της άδειας κυκλοφορίας του επίδικου οχήματος η 31.12.2008. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Υπό το φως της προπαρατεθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου σε ό,τι αφορά την κατηγορία αρ. 1 και την κατηγορία αρ. 2 γι' αυτό και τον καλώ σε απολογία. [Το Δικαστήριο εξηγεί τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου]. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο