Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Alaa EDDIN HLAL κ.α., Υπόθεση. Αρ.13764/12, 24/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.13764/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Alaa EDDIN HLAL Walid Al CHTIWI Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χαραλάμπους, κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καρεκλάς (Διορισμένος στη βάση πιστοποιητικού παροχής δωρεάν νομικής αρωγής) Κατηγορούμενος παρών. Παρών ο El Dalak Tarik, μεταφραστής για Αραβικά. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία׃ Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (αυτοκίνητο, μοτοποδήλατο, μοτοσυκλέτα, τρίκυκλο, τετράτροχο), χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(α), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)∕2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.60(Ι)∕2004 και τις ΚΔΠ 359∕04 και 312∕
- 2η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, 96(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/
- 8η κατηγορία׃ Απείθεια κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την ΚΔΠ 312/
- Ενόψει της παραδοχής του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες αρ. 1 και 2, η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε τις κατηγορίες αρ. 3 και 4 στις 4.10.
- O Κατηγορούμενος απαλλάγηκε στις εν λόγω κατηγορίες. Ενόψει της παραδοχής του Κατηγορουμένου στην κατηγορία αρ. 8, η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε στις 22.10.2012 την κατηγορία αρ. 5, γι' αυτό και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά απάντησε παραδοχή σε αυτήν, αθωώθηκε και απαλλάγηκε ως προς αυτήν.[1] Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως οι πιο πάνω κατηγορίες αρ. 1, 2 και 8 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 1.11.2011, στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής AAV349 - · Χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης (κατηγορία αρ. 1), · χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που αφορά την ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου (κατηγορία αρ. 2), · κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 16210∕2011 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 6 μηνών από 27.10.2011 - 26.4.2012 (κατηγορία αρ. 8). Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Τα αδικήματα διαπιστώθηκαν κατόπιν ανακοπής του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη καταδίκη. Στην υπόθεση 16210/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λ/σιας. Με την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27.10.2011, επιβλήθηκε στέρηση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο 6 μηνών από 27.10.2011 μέχρι 26.4.
- H στέρηση της άδειας επιβλήθηκε λόγω του αδικήματος της οδήγησης χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης του οδηγού έναντι τρίτου προσώπου. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διέταξε όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση από 4.10.2012 μέχρι 8.10.2012 με σκοπό να ετοιμασθεί άμεσα έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου εντός των Κεντρικών Φυλακών. Η έκθεση δεν κατέστη εφικτό να ετοιμαστεί μέσα στο προαναφερθέν διάστημα και ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τις 10.10.2012 και ώρα 4 μ.μ. για τον ίδιο σκοπό. Σημειωτέον ότι η έκθεση αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες κατέστη αναγκαία και για το λόγο ότι, όπως ο Κατηγορούμενος ενημέρωσε το Δικαστήριο στις 8.10.2012, αυτός υπέβαλε αίτηση για νομική αρωγή. Ληφθείσας της έκθεσης στις 10.10.2012, εξετάστηκε και εγκρίθηκε το αίτημα για νομική αρωγή. Διορίσθηκε αυθημερόν ο κ. Καρεκλάς ως συνήγορος Υπεράσπισης για παροχή υπηρεσιών δωρεάν νομικής αρωγής. Τροποποιήθηκε το Κατηγορητήριο δυνάμει του άρθρου 83 του Κεφ. 155, χωρίς ένσταση από την Υπεράσπιση, με την προσθήκη της κατηγορίας αρ. 8 και ακολούθως ο κ. Καρεκλάς ζήτησε όπως αναβληθεί η δίκη για να έχει χρόνο να συμβουλεύσει τον Κατηγορούμενο προτού αυτός απαντήσει. Έθεσε επίσης αίτημα όπως ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, σε σχέση με το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε ένσταση. Την ίδια ημέρα, 10.10.2012, διατάχθηκε από το Δικαστήριο όπως ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος υπό συγκεκριμένους όρους. Παραθέτω, συνοπτικά, τα εξής αναφερόμενα στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας: «Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, έγγαμος. Διέμενε με τη σύζυγό του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στη Λευκωσία, καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
- Οι συνθήκες διαβίωσης περιγράφονται ως ικανοποιητικές. Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία. Ο πατέρας του τέλεσε τρεις θρησκευτικούς γάμους και συμβίωνε με όλες τις συζύγους του και τα 20 παιδιά του. Ήταν στρατιωτικός και σκοτώθηκε πριν από 10 χρόνια σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Κατηγορούμενος είναι αναλφάβητο άτομο το οποίο δεν έτυχε της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Δεν ανέλαβε οποιαδήποτε εργασία στην πατρίδα του. Μετέβηκε στην Κύπρο το 2006, μέσω των μη ελεγχόμενων από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Για την κάλυψη των βασικών του αναγκών απασχολείτο ως ελαιοχρωματιστής. Κατά την παραμονή του στην Κύπρο, το 2008, τέλεσε πολιτικό γάμο με Βουλγαρικής καταγωγής άτομο, ηλικίας 25 ετών. Οι σχέσεις του με τη σύζυγό του περιγράφονται ως αρμονικές. Δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Αναφέρθηκε ότι υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στον αριστερό οφθαλμό και του τοποθετήθηκε εμφύτευμα. Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής του υπόθεσης επιθυμεί να παραμείνει να εργάζεται στην Κύπρο και να συντηρεί την οικογένεια του.». Ο Συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης και συμπληρωματικά αγόρευσε για μετριασμό. Τα όσα ανέφερε καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται αναγκαίο να τα επαναλάβω στην ολότητά τους. Σημειώνω μόνο ότι, με όση πληροφόρηση διαθέτει ο συνήγορος, το εισόδημα του Κατηγορουμένου, όταν και εφόσον έχει εργασία, ανέρχεται περίπου στα €
- Περαιτέρω, σε ο,τι αφορά τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 8 σημειώνω ότι ο συνήγορος εξήγησε πώς ο Κατηγορούμενος έπρεπε να οδηγήσει για να μεταφέρει σκάλες και τριστέλια στο πλαίσιο της εργασίας του και δεν κατέστη δυνατό να βρει οποιονδήποτε άλλο να του τα μεταφέρει. Ποινή για την κατηγορία αρ.1 Το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1 συνδέεται με τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.
- Ο Κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα να λάβει ή να κατέχει άδεια οδήγησης κατά την ουσιώδη ημερομηνία 1.11.
- Συνεπώς, το ότι οδηγούσε χωρίς άδεια οδήγησης συνδέεται με την 8η κατηγορία που είναι πιο σοβαρή και στην οποία θα επιβάλω ποινή ως επεξηγώ πιο κάτω, γι' αυτό και δεν θα επιβάλω οποιαδήποτε ποινή σε σχέση με το πρώτο αδίκημα. Ποινή για την κατηγορία αρ. 8 Η 8η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρή. Η σοβαρότητά της αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος παράκουσε στο Διάταγμα στέρησης της άδειας την 1.11.2011, δηλαδή 5 ημέρες αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος του. Υπενθυμίζω ότι το Διάταγμα ήταν εξάμηνης διάρκειας, συνεπώς η παραγνώριση και παρακοή του Διατάγματος του Δικαστηρίου είναι έκδηλη. Έχω ακούσει το λόγο που επικαλείται η Υπεράσπιση για το ότι οδήγησε ο Κατηγορούμενος. Δεν αφορά σε κάποιο περιστατικό που να μπορεί να θεωρηθεί ότι άπτεται εξαιρετικών ή επειγουσών συνθηκών, παρά μόνο αφορά στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος να εργαστεί ως ελαιοχρωματιστής αν δεν μπορούσε να μεταφέρει τα σύνεργά του με το όχημά του. Ωστόσο, οι λόγοι που άπτονται της αναγκαιότητας της άδειας οδηγού ενός Κατηγορούμενου είναι λόγοι που αξιολογούνται από το Δικαστήριο προτού καταλήξει στον καθορισμό του εύρους της περιόδου στέρησης που θα επιβάλει. Εφόσον το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης 16210∕11 έκρινε κατάλληλο να επιβάλει 6μηνη περίοδο στέρησης, η στέρηση αυτή έπρεπε να γίνει σεβαστή από τον Κατηγορούμενο. Οφείλω να σημειώσω ότι η συχνότητα με την οποία άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις παρακοής διατάγματος είναι δυστυχώς αρκετά μεγάλη, στοιχείο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστηρίο κατά την επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί. Η επικρατούσα κατάσταση και συνακόλουθα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής είναι πάντοτε στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Ποινική Έφεση αρ.5959, Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Ενόψει τούτων και δεδομένης της σοβαρότητας του συγκεκριμένου αδικήματος καθώς και του ότι δεν έχει δοθεί κάποιος ικανοποιητικός λόγος για την παρακοή στην παρούσα υπόθεση, συνυπολογίζοντας και τους κινδύνους που δημιουργούνται για τους άλλους οδηγούς όταν πρόσωπο οδηγεί στο δρόμο με στερημένη την άδεια οδήγησης και συνεπακόλουθα με ανασταλείσα την ισχύ οποιουδήποτε πιστοποιητικού ασφάλισης ευθύνης για την κάλυψη ευθύνης έναντι τρίτου, κρίνω ότι είναι πρέπον να επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο. Κατά την επιμέτρηση του εύρους της ποινής, λαμβάνω υπόψη ως ελαφρυντικό παράγοντα την άμεση παραδοχή του αδικήματος στο Δικαστήριο, η οποία εξοικονόμησε πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Ως εκ τούτου, αποφασίζω όπως επιβάλω ποινή φυλάκισης 14 ημερών. Να υπολογισθεί ως ήδη εκτιθείσα η περίοδος των 6 ημερών, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση ενόσω εκκρεμούσε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (δηλαδή η περίοδος από 4.10.2012 μέχρι 10.10.2012). Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Έχοντας κατά νου τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για αναστολή ποινής φυλάκισης όπως έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση δεν είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου, δεν έχει δείξει έμπρακτη μεταμέλεια και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό του Κατηγορουμένου που να επενεργεί υπέρ της αναστολής, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση είναι κατάλληλο όπως η ποινή φυλάκισης εκτιθεί άμεσα. Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2 Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται, σε περίπτωση 2ης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €3417 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(6)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι, η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των 12 μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Αυτό επειδή είναι η 2η φορά καταδίκης για το ίδιο αδίκημα. Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής και λαμβάνοντας υπόψη ότι η τέλεση του αδικήματος αυτήν τη φορά αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι, ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω ποινή φυλάκισης για την ίδια διάρκεια χρόνου που έχω καθορίσει στην κατηγορία αρ. 8, η οποία να συντρέχει. Επιπρόσθετα, επιβάλλω στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 6 μηνών, αρχίζοντας από σήμερα (δηλαδή από 24.10.2012), το εύρος της οποίας έχω καθορίσει λαμβάνοντας υπόψη τις επαγγελματικές του συνθήκες. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 3η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65(Ι)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72, όπως τροποποιήθηκαν από τις ΚΔΠ 109⁄01, 72⁄04, Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄07. 4η κατηγορία: Αλλαγή ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 14
(1)(α) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 1984 (ΚΔΠ 66⁄84) όπως θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86⁄72, το Νόμο 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄07. 5η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86⁄72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 109⁄01, 72⁄04, Νόμος 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄07.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο