Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Υπόθεση. Αρ.28473/11, 10/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.28473/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Κωνσταντίνος ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Μαΐου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ηλίας Στεφάνου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία׃ Απείθεια κατά νόμιμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την ΚΔΠ 312/07. 2η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου, 96(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/07. 3η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15
(1), 17
(2)και 18 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 108(Ι)/2001, 61(Ι)/05, 5(Ι)/2007, τις ΚΔΠ 449/01, 482/01, 312/07 και του Κανονισμού 13 (15ου Παραρτήματος) της ΚΔΠ 285/2005 και του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως οι κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 25.10.2010, στον δρόμο Λευκωσίας - Παλαιχωρίου παρά τη Μαλούντα της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής CAX076 - · κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση με αριθμό 17334/2010 το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 45 ημερών από 15/10/2010 - 28/11/2010 (κατηγορία αρ. 1), · χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που αφορά την ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου (κατηγορία αρ. 2), · χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας (κατηγορία αρ. 3). Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Έχει 8 βαθμούς ποινής συσσωρευμένους στην άδεια οδηγού του. Διευκρινίστηκε ότι μόνο 2 από τους βαθμούς αυτούς επιβλήθηκαν μετά την ημερομηνία τέλεσης του υπό εκδίκαση αδικήματος. Οι υπόλοιποι προϋπήρχαν. Δεδομένης της σοβαρότητας των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα εξής. Ο Κατηγορούμενος είναι 32 ετών. Είναι άγαμος και διαμένει μαζί με τους γονείς του σε ιδιόκτητη κατοικία στη Λακατάμεια, όπου οι συνθήκες διαβίωσης κρίνονται ως πολύ ικανοποιητικές. Οι γονείς του είναι και οι δύο συνταξιούχοι. Ο πατέρας του είναι 73 ετών και λαμβάνει σύνταξη €1000 μηνιαίως, ενώ η μητέρα του είναι 65 ετών και λαμβάνει σύνταξη €
- Έχει ακόμη 2 αδερφούς που είναι και οι δύο έγγαμοι και επαγγελματικά αποκατεστημένοι ο ένας ως τραπεζικός υπάλληλος και ο άλλος ως δικηγόρος. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είναι απόφοιτος της ιδιωτικής σχολής GCSchool, έχει ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία και έχει πάρει πτυχίο στα χρηματοοικονομικά από το Πανεπιστήμιο Sheffield. Επέστρεψε στην Κύπρο το 2008 και εργάστηκε για 2 χρόνια σχεδόν σε εταιρεία ανάπτυξης γης, η οποία διέκοψε τις εργασίες της και έκλεισε. Το 2010 αποφάσισε μαζί με κάποιο φίλο του να ασχοληθεί με την εκτροφή σαλιγκαριών και έτσι υπέγραψε συμβόλαιο με άλλη εταιρεία η οποία αγοράζει την εκτροφή. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος του εκτροφείου σαλιγκαριών. Μέχρι στιγμής, δηλώνει ότι δεν έχει εισοδήματα αφού η εταιρεία του για την εκτροφή των σαλιγκαριών λειτουργεί για πρώτη χρονιά με δάνειο και δεν έχει κάνει ακόμη κέρδη. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος συντηρείται από τους γονείς του. Το δάνειο που συνήψε ο Κ/μενος για επαγγελματικούς σκοπούς ανέρχεται στο ποσό των €70,
- Ζητήθηκε επίσης, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου Υπεράσπισης, συμπληρωματική έκθεση αναφορικά με την καταλληλότητα του Κατηγορουμένου να υποβληθεί σε ποινή περιοδικής φυλάκισης. Οφείλω, όμως, να σημειώσω ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στη συνέντευξή του με το Γραφείο Ευημερίας δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να του επιβληθεί ποινή περιοδικής φυλάκισης, αλλά διάταγμα κηδεμονίας με όρους κοινοτικής εργασίας. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, ο Συνήγορος Υπεράσπισης εφοδίασε το Δικαστήριο με γραπτό περίγραμμα αγόρευσης, το περιεχόμενο του οποίου θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς να είναι αναγκαίο να παρατεθεί στην παρούσα απόφαση. Επισημαίνω ότι, για σκοπούς τεκμηρίωσης των όσων περαιτέρω ανέφερε προφορικά ο συνήγορος Υπεράσπισης, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, η Συμφωνία για την κατασκευή εκτροφείου σαλιγκαριών, ως Τεκμήριο 2, η Σύμβαση που υπογράφηκε σε σχέση με την ίδια επιχειρηματική συμφωνία και, ως Τεκμήριο 3, ιατρική βεβαίωση, ημερομηνίας 28.11.2011 του Δρ. Μιχ. Πρωτοπαπά, Ειδικού Νευρολόγου, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος έχει διαγνωστεί ότι υποφέρει από ημικρανίες και του συνεστήθη η αποφυγή έντονου στρες. Ποινή για το πρώτο αδίκημα Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρή. Η σοβαρότητά της αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος παράκουσε στο Διάταγμα στέρησης και μάλιστα πολύ νωρίς (παρακοή στις 25.10.2010, έναρξη στέρησης στις 15.10.2010). Όχι μόνον αυτό, αλλά συνέχισε να επικεικνύει παραβατική οδηγική συμπεριφορά αφού οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Όλα αυτά αποδεικνύουν την έλλειψη έμπρακτης μεταμέλειας. Δεν έχω ικανοποιηθεί για τη σοβαρότητα του λόγου που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος προκειμένου να οδηγήσει κατά την επίδικη ημερομηνία. Θα έπρεπε να είχε προβεί σε κατάλληλες διευθετήσεις για τη μεταφορά του από και προς το χώρο εργασίας του προκειμένου να επιδείξει σεβασμό προς τη Δικαστική διαταγή. Οφείλω να σημειώσω ότι η συχνότητα με την οποία άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις παρακοής διατάγματος είναι δυστυχώς αρκετά μεγάλη, στοιχείο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστηρίο κατά την επιλογή της ποινής που θα επιβάλει. Η επικρατούσα κατάσταση και συνακόλουθα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής είναι πάντοτε στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης. Δεν θα υιοθετήσω την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης για επιβολή ποινής περιοδικής φυλάκισης. Θα εξηγήσω το λόγο ακολούθως. Η επιβολή του συγκεκριμένου είδους ποινής ρυθμίζεται νομοθετικά με τον περί Επιβολής και Έκτισης Περιοδικής Ποινής Φυλάκισης Νόμο του 2006 (Ν.94(Ι)/2006). Πρόκειται για είδος ποινής που το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει σε περίπτωση που καταδικάζει πρόσωπο για οποιοδήποτε αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Το Δικαστήριο καθορίζει τον αριθμό εβδομαδιαίων περιόδων φυλάκισης και δύναται κατ' ανώτατο όριο να επιβάλει 52 εβδομαδιαίες περιόδους φυλάκισης. Κάθε εβδομαδιαία περίοδος φυλάκισης αρχίζει από τις 8μ.μ. της Παρασκευής μέχρι τις 5 π.μ. της Δευτέρας που ακολουθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.94(Ι)/2006, το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην επιβολή περιοδικής ποινής φυλάκισης, εκτός αν ικανοποιηθεί, αφού λάβει υπόψη τη φύση του αδικήματος και το χαρακτήρα του καταδικασθέντος, καθώς και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας για τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες, ότι ο καταδικασθής είναι πρόσωπο κατάλληλο για έκτιση ποινής περιοδικής φυλάκισης. Έχει τεθεί ενώπιόν μου η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία όπως προανέφερα καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο κατάλληλο για να του επιβληθεί τέτοια ποινή, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος δήλωσε στη Λειτουργό ότι δεν επιθυμεί τέτοια ποινή. Είναι νομολογημένο ότι δεν επιλέγεται η ποινή με αναφορά στην επιθυμία ή και ικανότητα ενός Κατηγορουμένου να ανταποκριθεί ευχερώς στην ποινή αυτή. Πέραν τούτου, ελλείψει εξαιρετικών ή ιδιάζουσων συνθηκών, κρίνω ότι - δεδομένης της σοβαρότητας του συγκεκριμένου αδικήματος - είναι πρέπον να επιβληθεί σύντομη αλλά συνεχής περίοδος ποινής φυλάκισης. Ως εκ τούτου, αποφασίζω όπως επιβάλω ποινή φυλάκισης 18 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, πέραν της καταδίκης στην υπόθεση 17334/10. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος συγκέντρωσε μόνο 2 βαθμούς ποινής στην άδεια του μετά από την ημερομηνία διάπραξης του υπό εκδίκαση στην παρούσα αδικήματος. Αυτό αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας. Αποτελεί ένδειξη ότι υπήρξε προσεκτικός κατά την οδήγηση του στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τις 25.10.2010 μέχρι σήμερα. Σημειώνω ότι πρόκειται για χρονικό διάστημα 19 μηνών. Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι μορφωμένο πρόσωπο το οποίο είναι στο ξεκίνημα της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, στο πλαίσιο της οποίας έχει αναλάβει υποχρεώσεις, η μη εκπλήρωση των οποίων θα ζημιώσει όχι μόνον τον ίδιο αλλά και τους συνεργάτες του. Σημειώνω και το περιεχόμενο της ιατρικής βεβαίωσης (Τεκμήριο 3) για την κατάσταση υγείας του κατηγορουμένου. Υπό το φως όλων των προαναφερθεισών συνθηκών, κρίνω σκόπιμο να δώσω μία νέα ευκαιρία στον Κατηγορούμενο για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς. Αναστέλλω, λοιπόν, την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το 1ο αδίκημα για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2 Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, (β) [...]». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής και λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα και, αφετέρου, το γεγονός ότι η τέλεση του αδικήματος αυτήν τη φορά αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι, ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μην επιβάλω χρηματική ποινή αλλά επιβάλω στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 45 ημερών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή από 11.5.2012 μέχρι 25.6.2012). Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 3. Σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, κάθε πρόσωπο που οδηγεί όχημα της κατηγορίας Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3 σε οποιαδήποτε οδό ή άλλο δημόσιο χώρο υποχρεούται να χρησιμοποιεί τα συστήματα οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών. Σύμφωνα δε με το άρθρο 17
(2)του ιδίου Νόμου, πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου 15
(1)είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ΛΚ500 (€854) ή σε αμφότερες τις ποινές, της χρηματικής ποινής και της ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει εξουσία, δυνάμει του άρθρου 18 του Ν. 174/86 να επιβάλει στέρηση άδειας οδηγού για μέγιστη περίοδο 3 μηνών. Έτι περαιτέρω, εφόσον το αδίκημα διαπραχθεί σε μη κατοικημένη περιοχή, επισύρει, δυνάμει του άρθρου 20Α του Ν.86/72, δύο βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Ενόψει των πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση κρίνω ορθό και δίκαιο να επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €180 και 2 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο