← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Κουκκίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7705/12, 26/9/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνος Κουκκίδης, Αρ. Υπόθεσης: 7705/12, 26/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7705/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν -

  1. Κωνσταντίνος Κουκκίδης
  2. Άννα Προκοπίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Άδωνης Πετρίδης Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 παρών. ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 1 Η διαδικασία σε ό,τι αφορά την Κατηγορούμενη αρ. 2 διεκπεραιώθηκε στις 3.4.
  3. Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο αρ. 1 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος») αυτός κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή[1] στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 επί του κατηγορητηρίου και οι οποίες αφορούν στα εξής αδικήματα: Κατηγορία αρ. 1: «Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 181(Ι)/2000 και άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/2000 και ΚΔΠ 312/07.» Κατηγορία αρ. 2 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65

(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν.86⁄72, όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 109⁄01, 72⁄04, Νόμος 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄07. Κατηγορία αρ. 3 Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 65
(1)
(5)
(9)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Ν. 86⁄72, όπως τροποποιήθηκαν από τις ΚΔΠ 109⁄01, 72⁄04, Νόμος 166⁄87 και την ΚΔΠ 312⁄
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 17/5/2011 στη συμβολή του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Κοκκινοτριμιθιάς με πλαγιόδρομο του κυκλικού κόμβου Αρχαγγέλου της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΗΕ693 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Komal Hemrajani, τέως από την Ινδία.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας από 17.3.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 3 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη παρουσίασης του οχήματος για επιθεώρηση. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13.9.2012, με αναφορά στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης και είναι τα εξής: «Το θύμα ήταν τέως από την Ινδία, φοιτήτρια 24 ετών. Στις 17.5.2011 και περί ώρα 15:00 ο 1ος κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ΚΗΕ693 στην έξοδο Κυκλικού Κόμβου Αρχαγγέλου παρά το ΑΠΟΕΛ προς τον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας, κατευθυνόμενος από Κοκκινοτριμιθιά προς Λευκωσία. Εισερχόμενος στην 1η λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, κτύπησε στο πίσω μέρος του μοτοποδηλάτου ΕΤΤ206 το οποίο οδηγούσε το θύμα και κινήτο εντός του αυτοκινητόδρομου προς Λευκωσία. Κατά τη σύγκρουση το μοτοποδήλατο σφήνωσε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να το παρασύρει για απόσταση 59,50 μέτρα μέχρι που ακινητοποιήθηκε. Το θύμα εκτινάχθηκε αρχικά στον ανεμοθώρακα του οχήματος, στη συνέχεια στην άσφαλτο σε απόσταση 35,90 μέτρα από το σημείο επαφής. Το θύμα τραυματίστηκε κρίσιμα, μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λ./σιας με ασθενοφόρο, εισήχθηκε στο χειρουργείο, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου στις 18.5.2011 και περί ώρα 01:30 υπέκυψε στα τραύματά του. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια μέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Ο αυτοκινητόδρομος Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας που κινήτο το θύμα ήταν διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με κτιστή νησίδα. Η έξοδος του Κυκλικού Κόμβου Αρχαγγέλου στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας όπου κινήτο ο Κατηγορούμενος είναι μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας. Περιοχή κατοικημένη, όριο ταχύτητας στην έξοδο του κυκλικού κόμβου 50 ΧΑΩ, στον αυτοκινητόδρομο 65 ΧΑΩ. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου που αρχίζει από την έξοδο του Κυκλικού Κόμβου είναι 300 μέτρα. Η ορατότητα δεν περιορίζεται από οποιοδήποτε εμπόδιο. Τα οχήματα υπέστησαν ζημιές. Το μοτοποδήλατο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη μηδέν. Τα οχήματα μεταφέρθηκαν στην Τροχαία Λ/σιας όπου ελέχθηκαν μηχανικά από το Λοχ. 4721 στις 19.5.2011 όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε σε αυτά οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Στις 19.5.2011 και περί ώρα 11 π.μ. στο Νεκροτομείο του Ν.Γ. Λ/σιας ο ιατροδικαστής Σοφοκλέους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σωρό του θύματος όπου απεφάνθη ότι ο θάνατος προήλθε από βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος.». Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, δίχως ένσταση από το συνήγορο Υπεράσπισης, οι φωτογραφίες της σκηνής και οι φωτογραφίες της νεκροψίας, ως Τεκμήρια 2 και 3, αντίστοιχα. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου, ότι έχει 5 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού και ότι, συνεπεία της αρχικής του δήλωσης περί μη παραδοχής και της κλήτευσης μαρτύρων, δημιουργήθηκαν έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των €75 ευρώ. Λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος για το οποίο ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως ετοιμασθεί και τεθεί ενώπιόν του έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, η οποία να εκθέτει τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Η εν λόγω έκθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13.9.
  3. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 38 χρονών. Διαμένει με τη σύζυγό του, η οποία είναι επίσης ηλικίας 38 χρονών και την κόρη του, ηλικίας 8 χρονών, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στον Άγιο Δομέτιο. Ο Κατηγορούμενος είναι απόφοιτος πανεπιστημίου. Για χρόνια, μέχρι το 2004 που τερματίστηκε η λειτουργία της, ο Κατηγορούμενος εργαζόταν σε οικογενειακή επιχείρηση (χυτήριο) που διατηρούσαν στα Λατσιά. Ακολούθως ασχολήθηκε με την τοποθέτηση μεταλλικών κατασκευών σε οικίες. Στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου συνεργάζεται με εταιρεία στη Σαουδική Αραβία με σκοπό την εκεί δημιουργία χυτηρίων. Το μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται σε 2000 ευρώ περίπου μηνιαίως. Η σύζυγός του, η οποία είναι επίσης απόφοιτος πανεπιστημίου εργάζεται τα τελευταία δύο χρόνια ως καθηγήτρια με μερική απασχόληση σε ιδιωτικό σχολείο στη Λευκωσία. Το εισόδημά της ανέρχεται σε 990 ευρώ μηνιαίως. Η κόρη τους είναι μαθήτρια στην τρίτη τάξη δημοτικού σχολείου. Σε σχέση με το αδίκημα, ο Κατηγορούμενος δήλωσε στην Κοινωνική Λειτουργό ότι πρόκειται καθαρά για ατύχημα, το οποίο έχει συγκλονίσει και επηρεάσει τη ζωή του ιδίου και της οικογένειάς του. Με σκοπό τον καλύτερο χειρισμό των συναισθημάτων που τον καταβάλλουν, λαμβάνει βοήθεια από ειδικό ψυχολόγο. Ανησυχεί για τον αντίκτυπο που θα έχει η απόφαση του Δικαστηρίου στην κόρη του και στη σύζυγό του. Στην έκθεση καταγράφονται λεπτομέρειες χρεών, με το συνολικό ποσό αυτών να ανέρχεται στα 188,000 ευρώ και η συνολική μηνιαία δόση να ανέρχεται στα 1450 ευρώ. Αποταμιεύσεις αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 13.9.2012, ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι έλαβε αντίγραφο της έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενό της. Συμπληρωματικά προς τα αναφερόμενα στην εν λόγω έκθεση, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε στο Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του τα εξής, τα οποία και εξέθεσε σε κείμενο γραπτής αγόρευσης, το οποίο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε προς το Δικαστήριο τη θέση του, ότι, με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος ΚΗΕ693, κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο, δεν μπορεί να ενταχθεί ούτε στον όρο αλόγιστη, ούτε στον όρο απερίσκεπτη. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, διότι και ο ίδιος αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται, ότι, ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε το όχημα του στις 17/5/2011, συνιστούσε, με τα δεδομένα που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο, «επικίνδυνη» οδήγηση. Τα δεδομένα αυτά, κατά την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, είναι ότι: «Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει από την έξοδο του κυκλικού κυκλοφοριακού κόμβου Αρχαγγέλου στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας, με πορεία προς τη Λευκωσία. Στο σημείο του δρόμου που η δική του λωρίδα ξεκινούσε να σβήνει και να ενώνεται με την αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου και αφού κοίταξε από το δεξί του καθρεφτάκι, εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο, όμως δεν πρόσεξε το μοτοποδήλατο του θύματος, το οποίο βρισκόταν ήδη και καταλάμβανε την αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, στο σημείο που οι λωρίδες είχαν ήδη μετατραπεί από τρεις σε δύο.» Είναι η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η πιο πάνω περιγραφείσα συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, αν και επικίνδυνη, μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις, ως στιγμιαία αβλεψία, διότι δεν πρόσεξε το θύμα και τη θέση που αυτό ευρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο, αλλά αυτή η συμπεριφορά του ως οδηγού, δεν εμπίπτει στη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής ή εγωιστικής παραγνώρισης του κινδύνου ή συνειδητής αδιαφορίας. Ουσιαστικά το ατύχημα οφείλεται στον κακό υπολογισμό και την αβλεψία του Κατηγορουμένου, ο οποίος, σε μια στιγμή αφαιρέθηκε. Η οδήγηση του δεν εμπεριέχει το στοιχείο της συνεχούς και εκτεταμένης αδιαφορίας και παράλειψης. Επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης προς το Δικαστήριο την απουσία άλλων επιβαρυντικών στοιχείων, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε αναφορά από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπτού ορίου ή ότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή απαγορευμένων ουσιών. Το δε όχημά του δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα και ο ίδιος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η Υπεράσπιση κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικούς παράγοντες το ότι ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα του και κρατούσε το θύμα στα χέρια του, το οποίο, αν και δεν είχε τις αισθήσεις του, εν τούτοις ευρισκόταν στη ζωή, μέχρι να παραληφθεί από ασθενοφόρο, ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παρακάλεσε την οδηγό του οχήματος που τον ακολουθούσε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία και στο Νοσοκομείο, καθώς και ότι αυτός συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία, δίδοντας θεληματική κατάθεση στις 17/5/2011 και από μόνος του μετέβη στο Σταθμό στις 4/6/2011, μετά από επαγγελματικό ταξίδι του στο εξωτερικό, για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, όπως του ζητήθηκε από την Αστυνομία. Επίσης, στις 17/5/2011, συνεργαζόμενος πλήρως με τον Αστυφύλακα, αποδέχθηκε και υπέγραψε το πρόχειρο χειρόγραφο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Όλα αυτά δείχνουν, εισηγείται ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο που αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Ενημέρωσε, συναφώς, το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη αποζημιώσει πλήρως την οικογένεια του θύματος, μέσω της Ασφαλιστικής Εταιρείας PRIME INSURANCE. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση της οικογένειας του θύματος από τον Κατηγορούμενο και τη σύζυγο του, Κατηγορουμένη αρ. 2 και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος. Κατατέθηκαν, ως Τεκμήρια 4Α και 4Β, η απόδειξη πληρωμής της αποζημίωσης και η απαλλαγή από οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από μέρους της οικογένειας του θύματος. Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει την παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου ως άμεση, αφού κατά τις πρώτες δύο εμφανίσεις του, δεν είχε ακόμη μελετηθεί όλο το μαρτυρικό υλικό. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Οι προβλεπόμενες στη νομοθεσία ποινές και σχετική νομολογία Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €
  4. Με βάση δε τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/72, Δικαστήριο που καταδικάζει πρόσωπο για το υπό αναφορά αδίκημα, δύναται να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και να επιβάλει 5-10 βαθμούς ποινής. Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ενδεικτικό της σοβαρότητας που προσδίδεται από τον Νομοθέτη στο αδίκημα αυτό, είναι το γεγονός ότι η μέγιστη περίοδος φυλάκισης που μπορεί να επιβληθεί, αυτή, δηλαδή, των τεσσάρων χρόνων αυξήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 181(Ι)/00, ενώ προηγουμένως η μέγιστη ποινή ήταν 2 έτη. Η σοβαρότητα όμως του αδικήματος αυτού διαφαίνεται και από την ανησυχητική συχνότητα με την οποία δυστυχώς τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται. Σε σχέση με το θέμα αυτό χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα στην Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 232 τα οποία υιοθετήθηκαν και στην Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Στις ίδιες επισημάνσεις προέβηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην πρόσφατη απόφαση, ημερομηνίας 28 Δεκεμβρίου, 2011 στην Ποινική Έφεση Αρ. 54/2011, Κυριάκος Παντέλα v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ. Αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής׃ «Τα θανατηφόρα ατυχήματα έχουν καταστεί κοινωνική μάστιγα, γεγονός που έχει επανειλημμένα επισημανθεί από τα δικαστήρια. Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και το ύψος της (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, 238). Τα δικαστήρια ασφαλώς και δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο φαινόμενο αυτό. Ατυχήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης μπορούν εύκολα να αποφεύγονται αν επιδεικνύεται η ελάχιστη σωφροσύνη και επιμέλεια.». Η επιβολή ποινής απαιτεί την εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Σε τέτοιες περιπτώσεις όπως έχει λεχθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331, στην σελίδα 333, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ, 57, 62). Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, ιδιαίτερα σε νεαρά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τους δρόμους, ότι τέτοιες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου, ανωτέρω). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπ΄όψιν το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Όπως προκύπτει από την Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 290, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής σε τέτοια κατηγορία, σχετίζονται μεταξύ άλλων με την υφή και έκταση της αμέλειας η οποία προκάλεσε τον θάνατο, τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου υπό το φώς πάντοτε της αναγκαιότητας για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, το αδίκημα έγινε γύρω στις 23.45 το βράδυ όταν ο εφεσίβλητος με 18 χρονη συνεπιβάτιδα οδηγούσε τη μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτα του κατά μήκος της οδού 28ης Οκτωβρίου, στη Λεμεσό. Ο δρόμος ήταν ευθύς, επίπεδος, διπλής κατεύθυνσης τεσσάρων λωρίδων κυκλοφορίας, με απεριόριστη ορατότητα και χωρίς παρεμβολή οποιωνδήποτε φυσικών ή τεχνητών εμποδίων. Υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός από λαμπτήρες ισχυρής τάσης και το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Καθώς η κίνηση πύκνωνε και ενώ πλησίαζε σε προπορευόμενο όχημα, έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί και στη συνέχεια να συγκρουστεί βίαια με αυτοκίνητο. Σε κατάθεσή του ο εφεσίβλητος παραδέκτηκε ότι οδηγούσε με ταχύτητα 80 χ.α.ω. Ενώ προσήγγιζε το προπορευόμενο όχημα εφάρμοσε τα φρένα του, αλλά έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του που ανατράπηκε. Κατ' έφεση, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Εφεσίβλητο αυξήθηκε από 4 μήνες σε 6 μήνες και 12 μήνες στέρηση του δικαιώματος να αποκτήσει ή να κατέχει άδεια οδηγού, η οποία άρχιζε να μετρά από την ημερομηνία αποφυλάκισής του. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 460, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 123 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λεμεσού και συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του προπορευόμενού του φορτηγού και το οποίο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με αναμμένα φώτα, ορατό από απόσταση 150 μ. Οι συνθήκες του δρόμου όπου συνέβηκε το δυστύχημα δεν ήταν καλές. Ήταν νύχτα, έβρεχε και ο οδικός φωτισμός ήταν ανύπαρκτος ή μηδαμινός με μορφολογία του οδοστρώματος όχι πάντα επίπεδη και ευθεία. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Το Εφετείο μείωσε την ποινή φυλάκισης 3 ετών σε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Όπως επισημαίνεται στην Κωνσταντίνου (πιο πάνω) με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353 και στην R v. Guilfoyle
(1973)2 ALL E.R. 844, η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ενώ το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινή φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο. (Βλ και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Mohamed El Sayed Awad v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 290). Στην Ποινική Έφεση Αρ. 54/2011, Κυριάκος Παντέλα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε μνεία στην υπόθεση R. v. Boswell
(1984)3 All E.R. 353, όπου παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψιν κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, επικίνδυνης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. ΄Αλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Το μέγιστο της ποινής μειώνεται ανάλογα με τους θεσμοθετημένους ή νομολογιακά καθιερωμένους μετριαστικούς παράγοντες στην υπόθεση. Ως τέτοιοι θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση και ειλικρινής παραδοχή και μεταμέλεια του παραβάτη, καθώς και η προσφορά γνήσιας απολογίας στα θύματα της παρανομίας του Κατηγορουμένου, και όπου τούτο ισχύει, και χρηματικής αποζημίωσης (βλ., μεταξύ άλλων, την Ποινική Έφεση Αρ. 183/2007 ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 242). Η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό. Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι - (α) Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει από πλαγιόδρομο σε αυτοκινητόδρομο ο οποίο, εν προκειμένω, νοείται ως κύριος δρόμος αν και οφείλω να παρατηρήσω ότι στη συμβολή των δύο δεν υφίσταται σήμα άλτ το οποίο να καθορίζει προτεραιότητα, παρά μόνο διακεκομμένη γραμμή. Το καθήκον επιμέλειας οδηγών που προσεγγίζουν κύριο δρόμο από παρόδους για την ασφάλεια των διακινούμενων στον κύριο δρόμο είναι όχι μόνο νομοθετικά αλλά και νομολογιακά καθιερωμένο (βλ. μεταξύ άλλων, την Ποινική έφεση 6701/1999, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 391). (β) Εδώ το σφάλμα του Κατηγορουμένου δεν εκδηλώθηκε υπό τη μορφή απόφραξης πορείας οχήματος που κινήτο στον κύριο δρόμο, αλλά υπό τη μορφή της βίαιης πρόσκρουσης του Κατηγορουμένου σε προπορευθέν όχημα ευθύς μετά την είσοδό του στον κύριο δρόμο. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος διέπραξε σφάλμα καθ' ότι παρέλειψε ή και απέτυχε εντελώς να αντιληφθεί το θύμα το οποίο οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο το μοτοποδήλατό του στον κύριο δρόμο μπροστά στον Κατηγορούμενο από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του. Η παράλειψη αυτή προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι πριν τη σύγκρουση δεν υπήρξε καμία αποφευκτική ενέργεια, ελιγμού ή φρεναρίσματος, όπως αποδεικνύει η απουσία οποιωνδήποτε ιχνών τριβής ή τροχοπέδησης στο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 1). (γ) Η θέση του θύματος μέσα στο δρόμο αμέσως πριν τη σύγκρουση προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 1). Το θύμα οδηγούσε στο αριστερότερο άκρο της αριστερής λωρίδας, η οποία είχε πλάτος 3,3 μέτρα, αφού στο σχέδιο το σημείο σύγκρουσης Χ τοποθετείται 40 εκατοστά από αριστερά προς δεξιά της εν λόγω λωρίδας. Περαιτέρω, η σύγκρουση σημειώθηκε σε μετρημένη απόσταση 9,9 μέτρων από το σημείο που σβήνει εντελώς η λωρίδας κυκλοφορίας του πλαγιόδρομου και παραμένει, εκ δεξιών αυτής, μόνο η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου. Ωστόσο, ως υποδηλοί η πορεία Α του Κατηγορουμένου στο σχέδιο και ως είναι λογικό, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη εισέλθει σε ευθεία πορεία εντός του αυτοκινητόδρομου, πίσω από το θύμα το οποίο σημειώνεται στο σχέδιο με πορεία Β, σε κάποια απόσταση πριν από το σημείο που σβήνει εντελώς η λωρίδα κυκλοφορίας του πλαγιόδρομου. Συνεπακόλουθα, αυτός βρέθηκε για 1η φορά πίσω από το θύμα σε απόσταση σίγουρα μεγαλύτερη των 9,9 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης Χ. (δ) Ενόψει της πιο πάνω πραγματικής μαρτυρίας, ως είναι το σχέδιο της σκηνής, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος έσφαλε σε δύο χρονικά στάδια. Αφενός, προτού εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο, διότι δεν άσκησε τη δέουσα επιμέλεια για να αντιληφθεί όλη την τροχαία κίνηση από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία του από τον πλαγιόδρομο και αφετέρου, όταν εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο δεν άσκησε τη δέουσα επιμέλεια για να προσαρμόσει κατάλληλα την ταχύτητά του προς την τροχαία κίνηση και να τηρήσει απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενό του πλέον όχημα του θύματος. (ε) Το ότι παρέλειψε να προσαρμόσει την ταχύτητά του και την απόσταση του από το προπορευόμενο όχημα προκύπτουν δίχως λογική αμφιβολία από τη θέση της σύγκρουσης, των ζημιών στα οχήματα, αλλά και από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία αποτιμάται μέσα από το γεγονός ότι το μοτοποδήλατο του θύματος δεν μετατοπίστηκε απλά, αλλά σφινώθηκε μέσα στο μπροστινό μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου, καθώς και από την απόσταση 35,90 μέτρων που κάλυψε εκσφενδονιζόμενο το θύμα, αλλά και από την απόσταση των 59,50 μέτρων που διένυσε ο Κατηγορούμενος μετά τη σύγκρουση μέχρις ότου αντιληφθεί ότι υπήρξε σύγκρουση και ακινητοποιήσει το όχημά του. Ελλείψει ιχνών, δεν μετρήθηκε η ταχύτητα του Κατηγορουμένου από τον εξεταστή της υπόθεσης, αλλά, ως θέμα κοινής λογικής, κρίνω ότι αυτή πρέπει να ήταν έκδηλα μεγαλύτερη της ταχύτητας του οχήματος του θύματος. Σημειώνω ότι, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (βλ. μεταξύ άλλων την Ποινική Έφεση 161/05, Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, απόφαση ημερ. 3.3.2006, καθώς και την Γεώργιου Κ. Σπύρου ν. Σπύρου Χριστοδούλου
(1996)1Β Α.Α.Δ 1193 με παραπομπή στην Shacolas v. Agathangelou and Another
(1983)1 C.L.R. 1007). (στ) Κατά την κρίση μου, το σφάλμα στην οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου σημειώθηκε σε χρόνο και τόπο που δεν δικαιολογείτο από τις επικρατούσες στη σκηνή συνθήκες. Επικρατούσαν, ως αναφέρθηκε, συνθήκες ανεμπόδιστης ορατότητας 300 μέτρων ως η πορεία του Κατηγορουμένου από την έξοδο του κυκλικού κόμβου προς τη λωρίδα κυκλοφορίας που προτίθετο να εισέλθει. Ήταν μια απογευματινή ώρα (3 μ.μ.) του Μάη με αίθριο καιρό και άσφαλτο στεγνή. (ζ) Από τα γεγονότα δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δικαιολογεί εύρημα συντρέχουσας ευθύνης από μέρους του θύματος. Δεν υπάρχει ένδειξη να οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και σίγουρα φορούσε προστατευτικό κράνος όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες στης σκηνής (Τεκμήριο 2Α). Αποκλειστική γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος καταλήγει ότι ήταν το σφάλμα στην οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Διαφοροποιείται, συνεπώς, η παρούσα υπόθεση, από άλλες υποθέσεις, όπου το Δικαστήριο, δύνατο να λάβει υπόψη κατά την επιλογή και επιμέτρηση της ποινής, ότι υπήρχε συντρέχουσα αμέλεια του θύματος το οποίο είτε οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα είτε χωρίς φώτα σε συνθήκες σκότους ή βροχερού καιρού ή χωρίς προστατευτικό κράνος (βλ. την Ποινική Έφεση 117/2006 Ελένη Παπαδοπούλου ν Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 173 και Ποινική Έφεση Αρ. 6837, Γ. Ε. ν Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48). Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι ήταν αλόγιστη η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Εάν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με λελογισμένη επιμέλεια και προσοχή και με λελογισμένη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα θα αντιλαμβανόταν έγκαιρα την παρουσία του θύματος αφού ήταν μπροστά του και θα προλάμβανε να το αποφύγει με ένα μικρό ελιγμό. Σημειώνω ότι στην Ποινική Έφεση Αρ. 6550, ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 232 το Εφετείο παρατήρησε τα εξής. «Πώς εισήλθε, πώς εκινείτο και τι έκαμνε στο δρόμο ο Smyth, κατά το χρόνο της μοιραίας σύγκρουσης, δεν ήταν σε θέση να πει ο εφεσείων. Πρόσεξε για πρώτη φορά την παρουσία του πεζού, όταν συγκρούστηκε με αυτό. Η παράλειψη του εφεσείοντα να προσέξει την παρουσία του πεζού πριν τη σύγκρουση, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ορατότητα που είχε και τον καλό φωτισμό του δρόμου, αποκαλύπτει και το μέγεθος της αμέλειάς του. Ο αλόγιστος τρόπος, με τον οποίο οδηγούσε, του αποστέρησε, αναμφίβολα, τη δυνατότητα λήψης αποτρεπτικών μέτρων για την αποφυγή της σύγκρουσης.». Ενόψει και της παρατήρησής μου στην παράγραφο (δ) πιο πάνω για τη χρονική διάσταση του σφάλματος του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι η οδηγική συμπεριφορά του δεν μπορεί να αποδοθεί σε καθαρή περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας όπου παντελώς απουσιάζει το στοιχείο της αδιαφορίας για τον κίνδυνο, ως εισηγείται ο συνήγορος Υπεράσπισης. Ως θέμα κοινής λογικής, η στιγμιαία αβλεψία πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα μεμονωμένο σφάλμα το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό διάστημα χρόνου, το οποίο δηλαδή να οφείλεται σε μια μόνο λάθος κίνηση της στιγμής. Έστω ότι ο Κατηγορούμενος κοίταξε στιγμιαία πίσω δεξιά προτού εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο. Μετά από τη στιγμή αυτή, ο Κατηγορούμενος μπήκε στον αυτοκινητόδρομο μπροστά από το όχημα Γ και φαίνεται από το σχέδιο να διένυσε απόσταση πέραν των 9,9 μέτρων έως διπλάσια αυτής πίσω από θύμα μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ. Είναι γι' αυτό το λόγο, που κατά την κρίση μου, η οδήγηση του Κατηγορουμένου ήταν με βεβαιότητα αλόγιστη, τείνει, δε, να αγγίξει στα όρια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης, (αναφορικά με τη νομική ερμηνεία του όρου αυτού, βλ., μεταξύ άλλων, την Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 233). Έρχομαι τώρα στο να εξετάσω κατά πόσον, η αλόγιστη οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου συνδυάζεται με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες. Αναγνωρίζω ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιόν μου που να αποδεικνύει επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης ή για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών. Το ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας δεν θεωρώ ότι αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα καθ' ότι, αφενός, όπως διαφάνηκε από τον τεχνικό έλεγχο, το όχημά του δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα και, αφετέρου, η οδήγηση υπό τις εν λόγω συνθήκες αν και συνιστά αδίκημα, εντούτοις πρόκειται για αδίκημα τυπικής υφής που κατά κανόνα τιμωρείται με μικρή χρηματική ποινή. Συνεπώς, δεν συντρέχουν σοβαροί επιβαρυντικοί παράγοντες. Υπάρχουν σημαντικοί ελαφρυντικοί παράγοντες. Πρώτιστα και κύρια, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου. Έπειτα, η άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία και η παραδοχή του σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας στο Δικαστήριο, η οποία εξοικονόμησε πολύτιμο Δικαστικό χρόνο. Το ότι ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στη σκηνή του δυστυχήματος μέχρις ότου έλθει η Αστυνομία και το ασθενοφόρο ασφαλώς και αποτιμάται θετικά. Επιπλέον, η μεταμέλειά του όπως εκδηλώνεται μέσα από την προσφορά αποζημίωσης στην οικογένεια του θύματος (Τεκμήρια 4Α και 4Β). Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη ότι αυτός είναι οικογενειάρχης, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 8 ετών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δικαιολογούν μετριασμό του είδους και του εύρους της ποινής. Συνεκτιμώντας την απουσία επιβαρυντικών παραγόντων και την ύπαρξη μετριαστικών παραγόντων, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση κυμαίνεται οριακά ανάμεσα στις περιπτώσεις όπου χρήζουν επιβολής ποινής φυλάκισης και εκείνες όπου ενδείκνυται η επιβολή χρηματικής ποινής (βλ. την Γ.Ε. ν Άννας Μαρκίδου Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48). Καταλήγω όμως ότι, ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα θανατηφόρα δυστυχήματα το τελευταίο διάστημα, είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της επιβολής ποινής φυλάκισης 6 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Όπως έχει σημειωθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του Κατηγορούμενου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Ο Κατηγορούμενος είναι πρώτη φορά παραβάτης. Έχει δείξει σημάδια έμπρακτης μεταμέλειας. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται η σημασία της αναστολής]. Πέραν της πιο πάνω ποινής για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1, δεν έχω εντοπίσει οποιουσδήποτε λόγους για τη μη αποστέρηση της άδειας οδηγού του Κατηγορουμένου, ούτε άλλωστε υποβλήθηκε τέτοια εισήγηση από το συνήγορο Υπεράσπισης. Διατάσσεται, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.86/72, η στέρηση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα και επιβάλλονται επίσης 6 βαθμοί ποινής στην άδεια του. Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες αρ. 2 και 3, ο Κατηγορούμενος να υπογράψει Εγγύηση για το ποσό των 1000 ευρώ ότι θα τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς για περίοδο 1 έτους από σήμερα. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος να καταβάλει άμεσα το ποσό των €75 για τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από την παρούσα δικαστική διαδικασία. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Κατά την 1η εμφάνισή του στο Δικαστήριο στις 6.6.2012, ο Κατηγορούμενος είχε δηλώσει μη παραδοχή. Κατά την αμέσως επόμενη δικάσιμη, στις 26.6.2012, αυτός ζήτησε άδεια για αλλαγή απάντησης, επανακατηγορήθηκε και παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.