← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρία Λοΐζου Αγαπίου, Υπόθεση. Αρ.:40080/11, 28/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρία Λοΐζου Αγαπίου, Υπόθεση. Αρ.:40080/11, 28/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.:40080/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Μαρία Λοΐζου Αγαπίου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 28 Μαΐου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για την Κατηγορούμενη: κα. Ε. Ευθυμίου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία: «Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως η κατηγορία αρ. 1 πιο πάνω επί του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη την 10.11.2010, στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους παρά το Ακάκι της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΜ326, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, τον κ. Χριστάκη Ρουσιά (στο εξής «ο ΜΚ1»), τον κ. Χαρίλαο Κυριάκου (στο εξής «ο ΜΚ2»), τον κ. Τάσο Ιωάννου Ελευθεριάδη που είναι ο παραπονούμενος πεζός (στο εξής «ο ΜΚ3» ή «ο πεζός»), και τον Αστ. 3072 Μ. Φιλίππου (στο εξής «ο ΜΚ4»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 στην Αστυνομία (στο εξής «το Τεκμήριο 1»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 στην Αστυνομία (στο εξής «το Τεκμήριο 2»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ3 - πεζού στην Αστυνομία (στο εξής «το Τεκμήριο 3»), η γραπτή κατάθεση του αστυνομικού - ΜΚ4 (στο εξής «το Τεκμήριο 4»), το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (στο εξής «το Τεκμήριο 5»), το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής (στο εξής «το Τεκμήριο 6»), η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης (στο εξής «το Τεκμήριο 7») και η γραπτή κατηγορία της Κατηγορουμένης (στο εξής « το Τεκμήριο 8»)., Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ

  1. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Σε αυτήν ο ΜΚ1 δήλωσε μεταξύ άλλων ότι «Στις 10/11/2010 είχα πάει με το αυτοκίνητο μου στον Αστρομερίτη για να δω έναν φίλο μου. Στον Αστρομερίτη βρήκα και τον φίλο μου τον Τάσσο Ιωάννου και μου ζήτησε να τον πάρω στο Ακάκι. Φύγαμε από τον Αστρομερίτη γύρω στις 2000 και γύρω στις 20:15 ήμασταν στο Ακάκι. Τον Τάσσο τον άφησα αριστερά του δρόμου Αστρομερίτη - Λευκωσίας κοντά στο ζαχαροπλαστείο LA - KIWI. Αφού κατέβηκε, εγώ προχώρησα για το σπίτι μου και ο Τάσσος ήταν κοντά στην άκρια του δρόμου για να διασταυρώσει τον κύριο δρόμο για να πάει στο σπίτι του. Για το τί έπαθε ο φίλος μου ο Τάσσος εγώ το έμαθα τη νύχτα στην εκκλησία όταν πήγα για αγρυπνία.». Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ1 δήλωσε ότι ο ίδιος δεν αναγνώριζε την Κατηγορούμενη, αφού πρώτη φορά την έβλεπε στο Δικαστήριο. Είπε επίσης ότι δεν του έδειξε κανείς το σχέδιο της σκηνής. Διευκρίνισε, όμως, ότι κάνει συχνά το δρομολόγιο που έκαμε κατά την ουσιώδη ημερομηνία και γνωρίζει ότι το ζαχαροπλαστείο LA - KIWI ήταν στα αριστερά του δρόμου ως η πορεία του εκείνην την ημερομηνία.Σταμάτησε το αυτοκίνητό του ακριβώς έξω από το ζαχαροπλαστείο για να κατεβεί ο ΜΚ
  2. Όχι μέσα στο δρόμο. Ο ΜΚ1 επανέλαβε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ίδιος δεν είδε πώς έγινε το δυστύχημα. Τον κατέβασε εκεί που εξήγησε και έφυγε. Μετά έμαθε για το δυστύχημα που είχε ο φίλος του και πήγε στο νοσοκομείο να τον δει. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΚ1 δήλωσε ότι ο ΜΚ3 δεν οδηγά και αυτός ήταν και ο λόγος που του ζήτησε να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητό του. Διευκρίνισε ότι ο ΜΚ3 δεν οδηγά γιατί δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να βγάλει άδεια οδηγού. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  3. Η μαρτυρία που δόθηκε από το ΜΚ
  4. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Στην εν λόγω κατάθεση του δήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής. «Την 10.11.2010 και περί ώρα 20:00 μετέβηκα στο περίπτερο του Κωνσταντίνου στο Ακάκι δίπλα από το ζαχαροπλαστείο La KIWI για να του πωλήσω λαχεία και [...] έκατσα στο τραπέζι έξω από το περίπτερο [...]. Περίπου κατά η ώρα 20:25 ενώ έπινα τον καφέ μου άκουσα δυνατά στόπερ και είδα στον κύριο δρόμο ακριβώς μπροστά μου, σε απόσταση περί τα τριάντα μέτρα, έναν άνθρωπο στον αέρα και να πέφτει στο έδαφος. Τον είχε κτυπήσει ένα διπλοκάμπινο ISUZU άσπρο, το οποίο σταμάτησε περί τα τρία με τέσσερα μέτρα από το σημείο που έπεσε στο έδαφος ο άνθρωπος. Εγώ αμέσως μετέβηκα κοντά του και προσπάθησα να βοηθήσω όπως μπορούσα. Παρέμεινα στο μέρος μέχρις ότου ήρθε η Αστυνομία και τους είπα τί είχα δει. Εγώ δεν είδα από ποιο σημείο ή από ποια μεριά είχε προσπαθήσει να διασταυρώσει ο πεζός, παρά μόνο τον είδα στον αέρα, αφού άκουσα τα στόπερ και το κτύπημα. Ότι είδα σας το είπα και είμαι πρόθυμος να βοηθήσω την Αστυνομία όπως μπορώ.». Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν του έδειξε κανείς το σχέδιο της σκηνής, ούτε καταλάβει από σχέδια. Διευκρίνισε όμως ότι το περίπτερο όπου καθόταν ήταν περί τα 30 πόδια από το δρόμο. Διευκρίνισε, επίσης, ότι αυτός δεν είδε την πορεία του αυτοκινήτου. Δήλωσε επί λέξει τα εξής: «Όταν άκουσα τα στόπερ, δίκλυσα, ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο και είδα τον άνθρωπο στον αέρα που έπεφτε. Ενόμισα ότι έπεφτε δεμάτι. Έτρεξα κοντά του.». Πρόσθεσε ο ΜΚ2 ότι το σημείο όπου έπεσε ο πεζός ήταν τέτοιο που «ο μισός περίπου ήταν μέσα στο παγκέτο και ο μισός στο δρόμο». Το αυτοκίνητο έμεινε στο δρόμο. Μπροστά ο κτυπημένος και πίσω το αυτοκίνητο. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε ότι αυτός που οδηγούσε το αυτοκίνητο ήταν η Κατηγορούμενη. Δεν την ήξερε πριν από το δυστύχημα, αλλά την αναγνώρισε επειδή την είδε τη μέρα του δυστυχήματος που «έβαλλε το σταυρό της συνέχεια και έλεγε «Παναγία μου»». Ο ΜΚ2 άκουσε στόπερ για ένα δευτερόλεπτο περίπου αφού μέχρι να κοιτάξει πάνω έγινε το κακό. Δήλωσε ότι δεν παρατήρησε πόση ήταν η τροχαία κίνηση εκείνη τη μέρα στο δρόμο. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΚ2 είπε ότι αυτός βρισκόταν σε απόσταση 30 ποδών από το δρόμο και από τη σκηνή του δυστυχήματος απείχε περίπου 10 με 15 πόδια ακόμη, δηλαδή συνολικά περί τα 40 με 45 πόδια. Όταν άκουσε το δυνατό φρενάρισμα, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο που να πάτησε φρένα. Το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης παρέμεινε σε ευθεία θέση μέσα στο δρόμο. Δεν ζάβωσε αριστερά ή δεξιά. Ο λόγος που ο ΜΚ2 νόμισε ότι «έπεφτε δεμάτι» ήταν γιατί είχε απόσταση από εκεί που είδε τον πεζό να πέφτει στον αέρα και την ώρα εκείνη ήταν προς το βούττημα του ήλιου. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Η μαρτυρία που δόθηκε από τον παραπονούμενο πεζό (ΜΚ3). Ο ΜΚ3 αναγνώρισε, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Στην εν λόγω κατάθεση του δήλωσε μεταξύ άλλων τα εξής. «Την 10.11.2010 μετέβηκα στο χωριό Αστρομερίτη μαζί με τον χωριανό μου Χριστάκη Ρουσιά για να δούμε έναν φίλο μας. Εγώ ήμουν συνοδηγός στο αυτοκίνητο του Χριστάκη και περί ώρα 20:15 ξεκινήσαμε για να έρθουμε πίσω στο Ακάκι. Περίπου η ώρα 20:25, ο Χριστάκης με κατέβασε έξω από το περίπτερο του Νίκου στο Ακάκι δίπλα από το ζαχαροπλαστείο La KIWI για να πάω περπατητός στο σπίτι μου και αυτός έφυγε προς Λευκωσία. Ο Χριστάκης με κατέβασε στην αριστερή μεριά του δρόμου όπως ερκούμαστε που τον Αστρομερίτη, στο χώρο στάθμευσης του περιπτέρου. Όπως κατέβηκα από το αυτοκίνητο, ξεκίνησα για να πάω στο σπίτι μου. Αφού στάθηκα στην άκρια του κύριου δρόμου, είχα πρόθεση να διασταυρώσω το δρόμο και να κατευθυνθώ απέναντι προς το κέντρο του χωριού. Κοίταξα δεξιά μου και ο δρόμος ήταν άδειος, δηλαδή από Περιστερώνα προς Λευκωσία δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο και αμέσως κοίταξα αριστερά μου, δηλαδή στην πορεία από Λευκωσία προς Ακάκι και είδα ότι ερχόταν ένα αυτοκίνητο, αλλά βρισκόταν πολύ μακριά. Δεν γνωρίζω πόση απόσταση βρισκόταν αλλά είμαι σίγουρος ότι βρισκόταν μακριά, γιατί ο δρόμος είναι ίσιος και βλέπεις μακριά και ήμουν σίγουρος ότι μπορούσα να διασταυρώσω με ασφάλεια. Εγώ τότε αφού το αυτοκίνητο που ερχόταν από τα αριστερά μου ήταν μακριά, άρχισα να διασταυρώνω το δρόμο προς το κέντρο του χωριού και συγκεκριμένα προς την οδό Μιχαλάκη Σάββα. Ενώ σχεδόν είχα βγει από το δρόμο και έμεναν μερικά βήματα ακόμα, ξαφνικά κτυπήθηκα από ένα αυτοκίνητο προερχόμενο από τα αριστερά μου. Δεν είδα το αυτοκίνητο που με πλησίασε παρά μόνο το κατάλαβα όταν με κτύπησε. Από εκείνο το σημείο και μετά δεν γνωρίζω τί έγινε, γιατί δεν θυμάμαι τίποτα, ούτε ξέρω τί ακολούθησε, αφού ήμουν στο έδαφος αναίσθητος. Τη συγκεκριμένη μέρα φορούσα αθασιά φανέλλα και γκρίζο παντελόνι, αλλά δεν πιστεύω να έχει κάποια σημασία εάν τα ρούχα μου ήταν σκούρα γιατί ο φωτισμός που υπήρχε στο μέρος ήταν πάρα πολύ καλός. Δεν άκουσα στόπερ πριν μου κτυπήσει το αυτοκίνητο και είμαι σίγουρος γι' αυτό, γιατί εάν αντιλαμβανόμουν ότι ερχόταν αυτοκίνητο θα έβγαινα αμέσως από το δρόμο τρέχοντας αφού ήμουν πολύ κοντά στην άκρια του δρόμου. Εγώ το δρόμο τον διασταύρωσα με γοργό βηματισμό και ήμουν σίγουρος ότι θα περνούσα απέναντι αφού το αυτοκίνητο ερχόταν από πολύ μακριά. Από το δυστύχημα εγώ τραυματίστηκα πολύ σοβαρά και έμεινα στο νοσοκομείο για αρκετό καιρό.». Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ3 αναγνώρισε την υπογραφή του επί του σχεδίου της σκηνής. Δεν είχε πρόβλημα όρασης ή ακοής πριν το δυστύχημα. Διευκρίνισε ότι κατά την ουσιώδη ημερομηνία, αυτός δεν κρατούσε μπαστούνι, αφού η ανάγκη να κρατά μπαστούνι προέκυψε μετά από το δυστύχημα και αυτός αισθάνεται ότι είναι χάλια. Όταν λέει στη γραπτή κατάθεσή του ότι ο βηματισμός του ήταν γοργός, εννοεί ότι ήταν τρεχτός. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ3 δήλωσε ότι πριν το δυστύχημα, είχε ζάχαρο, αλλά κανένα άλλο πρόβλημα υγείας. Ήταν 76 ετών τότε. Το επάγγελμα του προτού συνταξιοδοτηθεί ήταν κουρέας. Έκλεισε το κουρείο του στο Ακάκι και άρχισε να δουλεύει στη Λευκωσία στα παπούτσια. Επειδή δεν είχε αυτοκίνητο, μετέβαινε στη Λευκωσία με το λεωφορείο. Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 αν μπορούσε στην ηλικία των 76 ετών να τρέχει όπως είπε κατά την κυρίως εξέτασή του και απάντησε «Εννοούσα πιο γρήγορο βηματισμό. Δεν έτρεχα για σιλουέτα.». Επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν άκουσε στόπερ πριν το δυστύχημα. Δεν είχε διάβαση πεζών. Όταν ρωτήθηκε αν «έτρεχε» το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ3 απάντησε «Δεν μπορούσα να ξέρω, αφού ήταν μακριά.». Ρωτήθηκε, επίσης, αν φθάνοντας στο μέσο του δρόμου που ήθελε να διασταυρώσει, ξανακοίταξε να δει αν έρχετουν λίγο πιο κοντά του εκείνο το αυτοκίνητο που είχε δει από μακριά. Απάντησε «Όχι». Ρωτήθηκε μέχρι ποια απόσταση μπορούσε ο ίδιος να δει προς το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και απάντησε «Δεν μπορώ να υπολογίσω. Ήταν μακριά για μένα. Πρέπει να ήμουν τρελός τέλεια να δώσω μες το αυτοκίνητο.». Δεν υπήρξε επανεξέταση. Η μαρτυρία που δόθηκε από τον εξεταστή (ΜΚ4). Ο Αστ. 3072 (ΜΚ4) αναγνώρισε, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι αυτός μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος την 10.11.2010 και περί ώρα 20:
  5. Ότι το δυστύχημα συνέβηκε περί ώρα 20:25 στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους παρά τη συμβολή των οδών Μιχαλάκη Σάββα και Κωστή Παλαμά στο Ακάκι με ενεχόμενους το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΜ326 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και τον πεζό - ΜΚ
  6. Βρήκε το όχημα της Κατηγορούμενης στην τελική του θέση και την ίδια εκεί στη σκηνή, ενώ ο πεζός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Έκανε τις μετρήσεις στη σκηνή και ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής, (Τεκμήριο 5) σημειώνοντας σε αυτό το σημείο σύγκρουσης Χ με το οποίο συμφώνησε η Κατηγορούμενη και το υπέγραψε ως ορθό. Στη βάση του πρόχειρου σχεδίου, ο ίδιος ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 6). Ο ίδιος έλαβε και την ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 7) και της προσήψε τη γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 8). Η απάντηση της Κατηγορουμένης ήταν «Είδα τον την τελευταία στιγμή και δεν πρόλαβα να σταματήσω για να μην τον κτυπήσω». Στη γραπτή κατάθεση του, ο ΜΚ4 περιγράφει τις καιρικές συνθήκες, το φωτισμό, τον επίδικο δρόμο, την οδική σήμανση και την ορατότητα. Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ4 έδειξε τις υπογραφές και των δύο ενεχομένων επί του Τεκμηρίου 5 προς απόδειξη του ότι έδειξε και στους δύο το σχέδιο της σκηνής και τους το επεξήγησε. Ο ΜΚ4 εξήγησε ότι ο επίδικος δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με μονή λωρίδα κυκλοφορίας προς κάθε κατεύθυνση. Το πλάτος της κάθε λωρίδας είναι 3 μέτρα. Η πορεία της Κατηγορούμενης σημειώθηκε στο σχέδιο ως πορεία Α βάσει της δικής της μαρτυρίας και του πεζού ως πορεία Β βάσει της δικής του μαρτυρίας. Συμφώνησε και η Κατηγορούμενη με την πορεία Β. Ο πεζός διένυσε 5,80 μέτρα απόσταση. Του απέμεναν 0,20μ μέχρι το ασφάλτινο παγκέτο και 1 μέτρο το πλάτος του ασφάλτινου παγκέτου, δηλαδή του έμενε συνολική απόσταση 1,20 μ για να βγει εντελώς εκτός δρόμου. Η ζημιά του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν στο μπροστινό καπό. Ως σημείο Δ, ο ΜΚ4 τοποθέτησε το σημείο πτώσης του πεζού. Απέχει 5,30μ από το σημείο σύγκρουσης Χ. Τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στη σκηνή ισούνται με 12,80 μ. Η απόσταση σκέψης που διένυσε η Κατηγορούμενη σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε στη σκηνή υπολογίζεται από το ΜΚ4 περίπου 25 με 30 μέτρα. Ο ΜΚ4 διευκρίνισε σε σχέση με τον υπολογισμό αυτό τα εξής. «Δεν είμαι ειδικός. Αλλά σε κάθε αστυνομικό σταθμό (τουλάχιστον στο δικό μας) υπάρχει πίνακας που ανάλογα με τα ίχνη τροχοπέδησης είναι υπολογισμένη και η απόσταση σκέψης. Δεν είμαι αυτός που έκανε αυτόν τον πίνακα. Σύμφωνα με αυτόν τον πίνακα είναι που έδωσα αυτήν την μέτρηση της απόστασης σκέψης. Η ταχύτητά της ήταν χαμηλή.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ4 είπε ότι το σημείο σύγκρουσης Χ είναι πάνω στο καπό του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης διότι εκεί ήταν που κτύπησε πρώτα ο πεζός και μετά πετάχτηκε στο δρόμο. Βρήκε τον πεζό ο ίδιος στη σκηνή αφού μετά την άφιξη του στη σκηνή ήταν που μεταφέρθηκε ο πεζός με το ασθενοφόρο. Δεν υπήρχε καθόλου φως του ήλιου εκείνη την ώρα. Ήταν μόνο το φως από τους λαμπτήρες. Αλλά ήταν πολύ καλός οδικός φωτισμός. Ο ΜΚ4 είπε ότι με βάση την ορατότητα, η οποία υπερέβαινε τα 100 μέτρα, τα αυτοκίνητα μπορούσαν να δουν πέραν της εμβέλειας των φώτων τους. Ο ΜΚ4 θυμάται ότι όταν αυτός έφτασε στη σκηνή, τα φώτα του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν αναμμένα, αλλά δεν θυμάται αν ήταν στην ψηλή τάση ή στη χαμηλή. Η Κατηγορούμενη του είπε ότι δεν είδε τον πεζό από μακρινή απόσταση. Δεν του έδωσε κάποια άλλη εξήγηση. Για την απόσταση σκέψης, την οποία ανέφερε κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ4 διευκρίνισε ότι δεν την είχε αναφέρει στην κατάθεσή του, αφού δεν είναι ειδικός και δεν χρειάστηκε να την υπολογίσει προηγουμένως. Διευκρίνισε επίσης ότι πρώτα χτυπήθηκε ο πεζός και μετά σταμάτησε η Κατηγορούμενη. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης μετά τη σύγκρουση. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έκλεισε την υπόθεσή της στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Η συνήγορος Υπεράσπισης δεν ήγειρε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτςη όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως το ζήτημα αυτό και κατέληξε σε ex tempore απόφαση ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Αφού επεξήγησε τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της ανακριτικής της κατάθεσης (Τεκμήριο 7). Δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα Υπεράσπισης. Στην ανακριτική της κατάθεση, η οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, η Κατηγορούμενη δήλωσε τα εξής. «Την 10.11.2010 και περί ώρα 20:25 οδηγούσα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΖΜ326 του οποίου είμαι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στο Ακάκι με κατεύθυνση από το Ακάκι προς Περιστερώνα. Στο αυτοκίνητο ήμουν μόνη μου και φορούσα τη ζώνη ασφαλείας μου. Η ταχύτητα μου ήταν περίπου 50 ΧΑΩ και οδηγούσα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Μπροστά μου δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά το ζαχαροπλαστείο Λα Κκίγουι στο Ακάκι ξαφνικά είδα μπροστά μου στο δρόμο ένα άτομο σε απόσταση πολύ μικρή μερικά μέτρα μόνο και αμέσως τον κτύπησα και κύλησε στο καπό του αυτοκινήτου μου. Εγώ μόλις αντιλήφθηκα ότι κάποιος ήταν στο δρόμο πάτησα στόπερ και σταμάτησα στο αυτοκίνητο. Πρόλαβα και πάτησα τα στόπερ πριν τον κτυπήσω και αυτός κτύπησε στο καπό μου και κύλισε πίσω και έπεσε στο δρόμο. [...] Παρέμεινα στη σκηνή μέχρι που έφθασε η Αστυνομία όπου και εξήγησα στον Αστ. 3072 πως έγινε το δυστύχημα. Στην παρουσία μου ο Αστ. 3072 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο που εκτύπησα του πλασμάτου με το οποίο συμφωνώ. Από το δυστύχημα το αυτοκίνητο μου έπαθε υλικές ζημιές για τις οποίες δεν έχω κανένα παράπονο.». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Παρακολούθησα τους ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ4 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, περιλαμβανομένου του παραπονούμενου ΜΚ3, κρίνω ότι ήταν ειλικρινείς. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της από την Υπεράσπιση, γι' αυτό και την αποδέχομαι στην ολότητά της ως αληθή και αξιόπιστη. Η σημασία της μαρτυρίας του ΜΚ1 έγκειται στο ότι δηλώνει το χρόνο και τόπο απ' όπου ο ΜΚ3 είχε πρόθεση να διασταυρώσει, στοιχείο που συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ3. Η σημασία της μαρτυρίας του ΜΚ2 έγκειται στο ότι αυτός αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως την οδηγό του επίδικου οχήματος, καθώς και ότι ήταν σε θέση να περιγράψει το συγκεκριμένο όχημα. Αν και ο ΜΚ2 δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τη θέση ή την πορεία ή το βηματισμό του ΜΚ3 ενόσω διασταύρωνε το δρόμο, εντούτοις η μαρτυρία του είναι επίσης πειστική σε ό,τι αφορά την αναφορά του ότι άκουσε δυνατά στόπερ και αμέσως μετά το κτύπημα, την εκτίναξη του πεζού και το σταμάτημα του επίδικου οχήματος 3 με 4 μέτρα πιο κάτω. Η μαρτυρία αυτή συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή με το σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 5), σύμφωνα με το οποίο το όχημα της Κατηγορούμενης σταμάτησε 4,20 μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης Χ και ότι προηγήθηκαν της σύγκρουσης ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,80 μ. Ο ίδιος ο πεζός (ΜΚ3) μαρτυρεί τη θέση από την οποία ξεκίνησε, ότι ήταν σε θέση να δει προτού αρχίσει να διασταυρώνει ότι υπήρχε όχημα στο δρόμο το οποίο ερχόταν προς το μέρος του, και ότι κατά τη δική του εκτίμηση το όχημα εκείνο ήταν τόσο μακριά από αυτόν που προλάμβαινε να διασταυρώσει με ασφάλεια. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, αυτός κτυπήθηκε ξαφνικά, δηλαδή δεν άκουσε στόπερ αυτοκινήτου πριν το κτύπημα. Αυτή η δήλωση του Κατηγορουμένου έγινε για να δηλώσει ότι αν του παρείχετο οποιαδήποτε προειδοποίηση για την έλευση του οχήματος, αυτός θα προλάβαινε να προβεί σε κάποια αποφευκτική ενέργεια για να βγει από το δρόμο. Αποδέχομαι ως αληθή τη δήλωση του αυτή, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την πραγματική μαρτυρία, του απέμενε ελάχιστη απόσταση για να βγει εντελώς από το δρόμο (1,20μ εκ των οποίων το 1 μέτρο ήταν το πλάτος του ασφάλτινου παγκέτου παράλληλα προς το πεζοδρόμιο) και κρίνω ως ορθή και ειλικρινή τη δήλωσή του ότι, αν είχε κατάλληλη προειδοποίηση, θα προλάβαινε να κάνει ένα γρηγορότερο διασκελισμό για να βγει από το δρόμο. Το ότι της σύγκρουσης προηγήθηκε το άκουσμα φρεναρίσματος όπως δήλωσε ο ΜΚ2 και στο οποίο δίδει έμφαση η Υπεράσπιση σε συνδυασμό με το ότι πράγματι υπήρχαν στη σκηνή ίχνη τροχοπέδησης μήκους 12,80μ πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως της ταχύτητας με την οποία οδηγούσε η Κατηγορούμενη. Για την ταχύτητα με την οποία αυτή, ο ΜΚ3 δεν έδωσε κάποιο υπολογισμό. Ο ΜΚ4 την περιέγραψε ως χαμηλή. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να δώσουν οποιαδήποτε μαρτυρία αφού δεν είχαν δει το όχημα πριν ή και κατά τη σύγκρουση. Επομένως, απομένει ως μοναδικό στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που η ίδια η Κατηγορούμενη κατέθεσε στην Αστυνομία στο πλαίσιο της ανακριτικής της κατάθεσης, εν προκειμένω της ανώμοτης της δήλωσης, ότι δηλαδή οδηγούσε με 50 ΧΑΩ. Με τέτοια ταχύτητα ήταν κλάσμα δευτερολέπτου να διανυθούν τα 12,80 μέτρα που είναι η απόσταση ιχνών τροχοπέδησης. Συνεπώς, καταλήγει να είναι ειλικρινής και αληθής η δήλωση του ΜΚ3 ότι δεν πρόλαβε να νιώσει την παρουσία του οχήματος προτού κτυπηθεί. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή και ειλικρινή τη δήλωσή του ότι ο οδικός φωτισμός ήταν πολύ καλός και ότι ως εκ τούτου τα σκούρα ρούχα του δεν εμπόδιζαν το να είναι αυτός ορατός. Σημειώνω εξάλλου ότι ούτε η ίδια η Κατηγορούμενη προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό στην ανακριτική της κατάθεση περί του ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ορατός είτε λόγω σκότους είτε λόγω σκούρων ρούχων. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψιν του την ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Anastassiades v The Republic
(1977)2 CLR 97). Ό,τι επιτυγχάνει είναι την επεξήγηση τέτοιων αποδεδειγμένων γεγονότων. Σημειώνω περαιτέρω ότι από την επιλογή της Κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, δεν πρέπει εξάγονται οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να σχολιάσει το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης που άσκησε η Κατηγορούμενη, παρά μόνο αν από τα περιστατικά της υπόθεσης συνάγεται ότι θα έπρεπε αυτή να αποδείξει με μαρτυρία τη θέση της σε σχέση με τα επίδικα θέματα (δηλαδή, εκεί και όποτε το βάρος της απόδειξης μετατίθεται στον Κατηγορούμενο). Στην παρούσα υπόθεση, επισημαίνω ότι η Κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωση της είπε ότι είδε τον Κατηγορούμενο από πολύ κοντά, μερικά μέτρα μόνο. Δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γι'αυτό, δηλαδή για το πώς γίνεται σε ευθύ και επίπεδο δρόμο, με ορατότητα πέραν των 100 μέτρων, να τον είδε σε απόσταση μερικών μέτρων μόνο. Αυτή η δήλωση δεν έχει πειστική αξία, αφού συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΚ4 ότι με έναν πρόχειρο υπολογισμό, η Κατηγορούμενη διένυσε απόσταση σκέψης 25 με 30 μέτρων προτού αρχίσει το φρενάρισμα. Ο ΜΚ4, ως ανεξάρτητος μάρτυρας και εξεταστής της υπόθεσης, κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και διαφωτιστικός προς το Δικαστήριο. Το σχέδιο της σκηνής, το οποίο αυτός ετοίμασε, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και συνεπώς παραμένει ως ακλόνητη η πραγματική μαρτυρία που περιέχεται σε αυτό (τελική θέση οχήματος, τελική θέση πεζού, ίχνη τροχοπέδησης, σημείο σύγκρουσης Χ). Σημαντική και αδιάσειστη παρέμεινε και η μαρτυρία του ότι με βάση την ορατότητα, η οποία υπερέβαινε τα 100 μέτρα, τα αυτοκίνητα μπορούσαν να δουν πέραν της εμβέλειας των φώτων τους και ότι τα φώτα του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν αναμμένα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Το επίδικο δυστύχημα συνέβηκε την 10.11.2010 και περί ώρα 2025 στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους παρά τη συμβολή των οδών Μιχαλάκη Σάββα και Κωστή Παλαμά στο Ακάκι με ενεχόμενους το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΜ326, ένα άσπρο διπλοκάμπινο μάρκας ISUZU που οδηγούσε η Κατηγορούμενη και τον πεζό - ΜΚ3, με τον οποίο συγκρούστηκε το εν λόγω όχημα ενόσω αυτός διασταύρωνε τον εν λόγω δρόμο με πορεία από την λωρίδα του δρόμου που έχει κατεύθυνση προς Λευκωσία προς τη λωρίδα του δρόμου που έχει κατεύθυνση προς Περιστερώνα, δηλαδή από δεξιά προς αριστερά ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο καιρός ήταν αίθριος. Ο δρόμος φωτιζόταν από ηλεκτρικούς λαμπτήρες υψηλής τάσεως. Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος και η άσφαλτος ήταν στεγνή. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης ως η πορεία του πεζού - ΜΚ3 ήταν πέραν των 100 μέτρων και δεν καλυπτόταν από τεχνητό ή φυσικό εμπόδιο. Το όχημα της Κατηγορούμενης ήταν το μόνο που κινείτο στο δρόμο ως η πορεία της εν σχέση προς τον πεζό. Τα αυτοκίνητα μπορούσαν να δουν πέραν της εμβέλειας των φώτων τους και τα φώτα του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν αναμμένα. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Η κατηγορούμενη οδηγούσε με ταχύτητα 50 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος είχε διανύσει 5,80 μέτρα μέσα στο δρόμο από δεξιά προς αριστερά όταν συνέβηκε η σύγκρουση. Δηλαδή είχε καλύψει ολόκληρη την δεξιά λωρίδα και 1,80 μέτρα μέσα στην αριστερή λωρίδα ως η πορεία της Κατηγορούμενης. Απέμεναν 0,20 εκατοστά μέχρι το ασφάλτινο παγκέτο και 1 μέτρο το ασφάλτινο παγκέτο για να βγει εντελώς έξω από το δρόμο. Η Κατηγορούμενη είδε τον Κατηγορούμενο σε απόσταση 40 περίπου μέτρων. Αφού διένυσε απόσταση σκέψης περί τα 25 με 30 μέτρα, πάτησε τα φρένα του οχήματός της όταν η απόσταση που την χώριζε από τον Κατηγορούμενο ήταν 12,80 μέτρα. Τόσα ήταν τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε. Ευθύς έγινε η σύγκρουση. Ο πεζός κτυπήθηκε με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της και κύλησε πάνω στο καπό. Το όχημα της Κατηγορούμενης σταμάτησε 4,20 μέτρα μετά τη σύγκρουση. Ο πεζός εκτινάχθηκε στον αέρα και έπεσε στο σημείο Δ (Τεκμηρίου 5), δηλαδή σε περαιτέρω απόσταση 1,10 μέτρων από την τελική θέση του οχήματος. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας της Κατηγορουμένης, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει έγκαιρα κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει τις δέουσες ενέργειες προφύλαξης και αποφυγής της σύγκρουσης με τον πεζό. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. την Ποινική Έφεση 6614,Χρίστος Ιωάννου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 19.3.1999, με αναφορά στη Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Παρενθετικά αναφέρω ότι, όπως η νομολογία έχει επεξηγήσει (βλ. Πολιτική έφεση αρ. 10664, απόφαση ημερομηνίας 14.1.2002), το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον πεζό συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Στην παρούσα υπόθεση, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου καταλήγω στην εκτίμηση ότι την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρει η Κατηγορούμενη. Δεν ήταν αρκούντως προσεκτική και επιμελής κατά την οδήγηση της. Εφόσον η ορατότητα στο συγκεκριμένο δρόμο ήταν πέραν των 100 μέτρων και μάλιστα υπερέβαινε την εμβέλεια των φώτων πορεία της, όντας το μόνο όχημα στο δρόμο χωρίς κανένα άλλο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο μπροστά της ως η πορεία του πεζού, όφειλε να είχε αντιληφθεί τον πεζό έγκαιρα και να είχε προλάβει ή και αποφύγει τη σύγκρουση. Ενώ ο πεζός βρισκόταν ήδη στο δρόμο, η Κατηγορούμενη παρέλειψε να κορνάρει για να προειδοποιήσει τον ΜΚ3 για την έλευση του οχήματός της, άργησε να προβεί σε φρενάρισμα και απέτυχε να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό προς τα δεξιά προς αποφυγή της σύγκρουσης με αυτόν. Αυτοί είναι οι λόγοι που δεν κατέστη δυνατόν να τον αποφύγει. Ο ίδιος ήταν απλά ορατός μέσα στο δρόμο και είχε ήδη καλύψει ολόκληρη την έκταση της εξ αντιθέτου λωρίδας κυκλοφορίας καθώς και πέραν της μισής λωρίδας ως η πορεία της Κατηγορουμένης όταν συνέβη η σύγκρουση. Δεν συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρει ο πεζός ο οποίος παρέλειψε να σταματήσει στη μέση των δύο λωρίδων κυκλοφορίας για να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του. Ακόμη και με αυτό το δεδομένο, η Κατηγορούμενη όφειλε να είχε αντιληφθεί ότι ο πεζός συνέχιζε την πορεία του χωρίς να κοιτάζει προς το μέρος της και όφειλε να προσαρμόσει τη δική της πορεία προς αποφυγή του κινδύνου σύγκρουσης. Η Ποινική Έφεση 101/2007, Ευάγγελος Ιωνά
(2008)2 ΑΑΔ 147, στην οποία με παρέπεμψε, διαφοροποιείται σε ότι αφορά τα γεγονότα της από την παρούσα. Εκεί ο πεζός αντιλήφθηκε το διερχόμενο όχημα, είδε τον οδηγό του αυτοκινήτου ότι τον αντιλήφθηκε, άφησε το όχημα να προχωρήσει και εσφαλμένα θεώρησε ότι πέρασε ο κίνδυνος, αφού προχώρησε ο ίδιος ο πεζός μέσα στον δρόμο προτούν τον προσπεράσει πλήρως το αυτοκίνητο γι' αυτό και κτύπησε στο πισινό αριστερό φτερό του αυτοκινήτου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούμενη είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ένοχη για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 1. (Υπ.) ................... Άννη Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.