← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Υπόθ. Αρ. 8279/10, 03/8/2012

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Υπόθ. Αρ. 8279/10, 03/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2012:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Υπόθ. Αρ. 8279/10 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ν - ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Κατηγορούμενου ........... Hμερομηνία: 03.08.2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα αρχή: κ. Ν. Κέκκος. Για Κατηγορούμενο: κα Σιώμου. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος της παρούσας υπόθεσης κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε (α) 5 κατηγορίες απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Π.Κ. (κατηγορίες 1, 3, 5, 15 και 17), (β) 5 κατηγορίες απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Π.Κ. (κατηγορίες 2, 4, 6, 16 και 18) και (γ) σε 1 κατηγορία (την 19η) νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 4

(1)(iii) και 5(α) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188
(1)/2007). Τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση εκτίθενται λεπτομερώς στην καταδικαστική μας απόφαση και δεν θα τα επαναλάβουμε, παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς ποινής. Έχουν ως ακολούθως:- Ο 37χρονος κατηγορούμενος - χαμηλόβαθμος υπάλληλος ελεγκτικού οίκου της Λευκωσίας - επινόησε ή αντέγραψε ένα απλοϊκό σχέδιο εξαπάτησης συνανθρώπων μας, το οποίο όταν έθεσε σε εφαρμογή αποδείχτηκε αποδοτικό πέραν από κάθε προσδοκία. Όπως σημειώσαμε και στην (καταδικαστική) μας απόφαση, σε πρώτο στάδιο παρουσιαζόταν στα υποψήφια θύματά του είτε ως διευθυντικό στέλεχος του οίκου όπου εργαζόταν είτε ως διευθυντικό στέλεχος της υπεράκτιας τράπεζας FBME και τα έπειθε πως από τη θέση που κατείχε είχε τη δυνατότητα να επενδύσει χρήματα τους με απόδοση της τάξεως του 9-10% μηνιαίως. Μάλιστα για να είναι πιο πειστικός προσφερόταν να τους υπογράφει - και τους υπέγραφε - μέσω δικηγόρου γραμμάτια, διαβεβαιώνοντας τους ότι με τα γραμμάτια θα ήταν εν πάση περιπτώσει εξασφαλισμένοι. Με τον πιο πάνω τρόπο έπεισε κάποιους υποψήφιους «επενδυτές» να του εμπιστευθούν αρχικά σχετικά μικρά ποσά και όταν το πέτυχε αυτό έβαλε σε εφαρμογή το πιο «έξυπνο» μέρος του σχεδίου. Δηλαδή, για κάποιο διάστημα 2-4 μηνών τους επέστρεφε ένα μικρό μέρος από τα χρήματα τους ως δήθεν απόδοση της επένδυσης τους, ενώ βεβαίως καμιά επένδυση δεν έγινε. Η επιστροφή, όπως γίνεται αντιληπτό, ήταν το δόλωμα για περαιτέρω «επενδύσεις», με αποτέλεσμα μέσα σε διάστημα 2 χρόνων περίπου να αποσπάσει από διάφορα πρόσωπα τεράστιο ποσό χρημάτων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η άκρως αποκαλυπτική μαρτυρία του δικηγόρου μέσω του οποίου συντάσσονταν τα γραμμάτια, τον οποίο επίσης εξαπάτησε. Θύματα του πιο πάνω σχεδίου ήταν και οι παραπονούμενοι της υπόθεσης. Πρόκειται για 1 καθηγητή σωματικής αγωγής (τον ΜΚ.1), 1 Κολομβιανό επιχειρηματία (τον ΜΚ.3) και 2 πωλητές αυτοκινήτων (τους ΜΚ.5 και 6), καθώς επίσης και τον αδελφό του ΜΚ.6 ο οποίος «επένδυσε» μέσω του αδελφού του. Απ΄ αυτούς ο κατηγορούμενος μέσα σε διάστημα ολίγων μηνών απόσπασε σε μετρητά, άλλοτε στον χώρο στάθμευσης του ελεγκτικού οίκου όπου εργαζόταν και άλλοτε σε καφετέριες, το συνολικό ποσό του €1.710.000,00, φροντίζοντας κάθε φορά να τους πείθει ότι οι «επενδύσεις» τους έπρεπε να κρατηθούν μυστικές διότι αν μάθαιναν στην εταιρεία του ότι τα χρήματα που επένδυε δεν ήταν δικά του αλλά τρίτων, θα έχανε αυτός τη δουλειά του και αυτοί τα χρήματα τους. Αναλυτικά, στη βάση του πιο πάνω σχεδίου ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να αποσπάσει:-
  1. Μεταξύ Δεκεμβρίου του 2007 και Απριλίου του 2008 από τον ΜΚ.1 το συνολικό ποσό των €224.000, (κατηγορίες 1 και 2), αφού του επέστρεψε μέχρι τον Μάρτιο το συνολικό ποσό των €16.200 ως δήθεν απόδοση των μέχρι τότε επενδύσεων του ενώ όπως επισημάνθηκε αυτό αποτελούσε το δόλωμα για περαιτέρω επενδύσεις. Έκτοτε, μέχρι τον Αύγουστο του 2008 που ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την Κύπρο για τον Καναδά, ουδέν ποσό του κατέβαλε με τη δικαιολογία ότι η Κεντρική Τράπεζα διενεργούσε έλεγχο και θα έπρεπε να κάνει υπομονή μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος, αλλά να μην ανησυχεί διότι τα χρήματα του ήταν εξασφαλισμένα και οι «επενδύσεις» πήγαιναν πολύ καλά. Την ίδια δικαιολογία πρόβαλλε και στους άλλους παραπονούμενους όταν σταμάτησε να τους επιστρέφει την δήθεν απόδοση των «επενδύσεων» τους, τους οποίους επίσης διαβεβαίωνε ότι οι «επενδύσεις τους πήγαιναν πολύ καλά».
  2. Τον Σεπτέμβριο του 2006 από τον ΜΚ.3 το ποσό των £10.000 (€17.100) και μέσα στον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου άλλες £20.000 (€34.200), (κατηγορίες 3 και 4) αφού ο κατηγορούμενος στο μεταξύ του επέστρεψε £3.000 ως δήθεν απόδοση της πρώτης του επένδυσης. Μεταγενέστερα ωστόσο, μέχρι τον Ιούλιο του 2008, ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να του επιστρέψει και άλλα χρήματα, και αυτό μετά από τη δυναμική επέμβαση της συζύγου του (ΜΚ.2) η οποία τον έφερε σε δύσκολη θέση, με αποτέλεσμα τη μείωση της ζημιάς του στις €26.
  3. Μεταξύ Ιουνίου του 2007 και Μαρτίου του 2008 από τον MK.5 το συνολικό ποσό των €1.104.700,00 (κατηγορίες 3 και 4), αφού μέχρι τον Νοέμβριο του 2007 του επέστρεφε για τις μέχρι τότε «επενδύσεις» την δήθεν απόδοση του 10%. Πρόκειται, όπως γίνεται αντιληπτό, για ένα τεράστιο ποσό το οποίο ο ΜΚ.5 ως υπάλληλος εταιρείας που εμπορεύεται αυτοκίνητα δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συγκεντρώσει από μόνος του και για τη συγκέντρωση του επιστράτευσε συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, τα οποία πείσθηκαν ότι δεν θα έπρεπε να αφήσουν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία που τους δινόταν μέσω του κατηγορούμενου για τόσο αποδοτικές επενδύσεις. Επιπρόσθετα του πιο πάνω ποσού από τον ίδιο μάρτυρα απέσπασε ακόμη €1.030.000, το οποίο για σκοπούς ποινής δεν θα λάβουμε υπόψη γιατί το ποσό αυτό αποτελεί το αντικείμενο κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος αθωώθηκε.
  4. Τον Ιούλιο του 2007 από τον ΜΚ.7 £5.000 (€8.550), ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος του επέστρεψε τον Σεπτέμβριο αφού στο μεταξύ του κατέβαλλε και την δήθεν απόδοση του 10%. Η επιστροφή όμως - όπως και στις άλλες περιπτώσεις - τον δελέασε, με αποτέλεσμα να κάνει δάνεια για περαιτέρω «επενδύσεις» και στη συνέχεια να εμπλέξει στο σχέδιο του κατηγορούμενου και ένα φίλο του καθώς επίσης και τον αδελφό του. Έτσι μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου του 2008 κατέβαλε στον κατηγορούμενο σε 4 περιπτώσεις €330.000 από τις οποίες οι €60.000 προήλθαν από τον αδελφό του Μάριο Πέτσα (κατηγορίες 15, 16, 17 και 18). Και αυτό αφού μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2008 ο κατηγορούμενος του επέστρεψε το συνολικό ποσό των €17.000 ως δήθεν απόδοση των μέχρι τότε επενδύσεων του. Έκτοτε όμως, με τη δικαιολογία του ελέγχου από την Κεντρική Τράπεζα, σταμάτησαν οι οποιεσδήποτε επιστροφές. Τέλος, σημειώνεται ότι το καλοκαίρι του 2008 οι παραπονούμενοι άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τις «επενδύσεις» τους και όταν άρχισαν να πιέζουν τον κατηγορούμενο να τους επιστρέψει τα χρήματα τους, αυτός - τον Αύγουστο του 2008 - εγκατέλειψε την Κύπρο και επέστρεψε 1 χρόνο αργότερα αφού στο μεταξύ εκδόθηκε εναντίον του ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Όμως, όπως σημειώνεται και στην απόφασή μας, η τύχη των εκατομμυρίων που πέρασαν από τα χέρια του αγνοείται και σοβαρές είναι οι υπόνοιες ότι τουλάχιστο ένα μέρος κατέληξε στη μαύρη τρύπα του ηλεκτρονικού τζόγου. Με το βέβαιο ότι οι παραπονούμενοι δεν έχουν καμία προοπτική αποζημίωσης και σε σχέση με αυτό είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι, παρόλα τα εκατομμύρια που περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορούμενου, τα δικηγορικά έξοδα της Υπεράσπισης του θα πληρωθούν από τα δημόσια ταμεία με τον θεσμό της νομικής αρωγής. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας για τον πελάτη της, το οποίο έχει ως ακολούθως: Είναι ηλικίας 37 χρονών και κατάγεται από ολιγομελή οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας μετέβηκε στις Η.Π.Α όπου απέκτησε το πτυχίο του M.I.S and Finance, με την επισήμανση ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργαζόταν για κάλυψη των βασικών του εξόδων. Επέστρεψε στην Κύπρο το 2003 και περιστασιακά εργαζόταν ως μάγειρας σε ξενοδοχείο μέχρι το 2005, οπόταν εργοδοτήθηκε από τον ελεγκτικό οίκο που αναφέρουμε στην απόφαση μας. Έχασε όμως την εργασία του το 2008 λόγω της παρούσας υπόθεσης και εγκατέλειψε την Κύπρο γιατί διέτρεχε κίνδυνο η σωματική του ακεραιότητα. Επέστρεψε όμως το 2010 και έκτοτε είναι άνεργος και συντηρείται από τους γονείς του, στην οικία των οποίων και διαμένει. Σε ότι δε αφορά τα αδικήματα που κρίθηκε ένοχος "δηλώνει παραδοχή και εκφράζει την ειλικρινή του μεταμέλεια στο δικαστήριο". Η πιο πάνω έκθεση αποτέλεσε και τη βάση των εισηγήσεων της συνηγόρου του ότι πρόκειται για ένα φιλήσυχο άτομο με ευαισθησίες, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να κλονιστεί ο ψυχικός του κόσμος λόγω της υπόθεσης. Τονίστηκε περαιτέρω ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και επαναλήφθηκε η ειλικρινής του μεταμέλεια για ό,τι έπραξε, και αυτό για να γίνει εισήγηση όπως το δικαστήριο δεχθεί την υπόσχεση του ότι δεν θα υποπέσει ξανά σε οποιοδήποτε αδίκημα και να τον κρίνει με επιείκεια. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο και σταθμίζεται στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Τα αδικήματα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απάτης των άρ. 298 και 300 του Π.Κ. χαρακτηρίζονται από το νόμο ως κακουργήματα, με προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής τα 5 χρόνια φυλάκισης το οποίο αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Evans
(2005)2 Α.Α.Δ.639). Σε ότι δε αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το ανώτατο όριο ποινής είναι φυλάκιση 14 χρόνων, αλλά δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αδίκημα αυτό προϋποθέτει τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων και κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου πρέπει να στρέφεται πρωτίστως στα γενεσιουργά αδικήματα και δευτερευόντως σ΄ότι έπεται. Η νομολογία σε ότι αφορά την ποινική μεταχείριση δραστών απάτης και ομοειδών αδικημάτων είναι πλούσια, στοιχείο που αποκαλύπτει και τη συχνότητα διάπραξης τους. Παραπέμπουμε σχετικά στις υποθέσεις Μουσικός v Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.286, Παπαδόπουλος v Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.179, Περικλέους v Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397, Δημητρίου v Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.46, Σοφοκλέους v Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 154/2009 ημερομηνίας 22.11.2011 - ως και άλλες - από τις οποίες προκύπτει ότι οι παράγοντες που έχουν βαρύνουσα σημασία σε ότι αφορά την επιλογή της αρμόζουσας ποινής είναι οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η έκταση της απάτης, ο τρόπος με τον οποίο εξαπατήθηκαν τα θύματα, καθώς επίσης και οι συνέπειες για τα θύματα και την κοινωνία γενικότερα. Με την επισήμανση ότι οι απάτες και τα ομοειδή προς αυτή αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση και γι' αυτά πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές ποινές με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι δε νομολογημένο ότι όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα η εξατομίκευση δεν πρέπει να αφήνεται να υπονομεύει ή εξουδετερώνει τον χαρακτήρα αυτό. Το κυρίαρχο στοιχείο της υπόθεσης είναι η κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση εξαπάτηση από τον κατηγορούμενο συνανθρώπων μας, η φύση, έκταση και διάρκεια της οποίας εντυπωσιάζει και ταυτόχρονα προβληματίζει. Εντυπωσιάζει διότι επρόκειτο για ένα απλοϊκό σχέδιο που είχε στον πυρήνα του απατηλές υποσχέσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μας πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν πιστευτές από το μέσο λογικό άνθρωπο και προβληματίζει διότι τα πρόσωπα που παγιδεύτηκαν στο σχέδιο, το οποίο ήταν σε πλήρη εξέλιξη για δύο περίπου χρόνια, λόγω μόρφωσης και επαγγέλματος δεν θα μπορούσε κάποιος υπο κανονικές συνθήκες να χαρακτηρίσει αφελή. Και όμως έπεσαν στην παγίδα του κατηγορούμενου ο οποίος, με το προσωπείο "του καλού και χρυσού παιδιού" και με συμμάχους την ικανότητα της πειθούς και της ανάλγητης αδιαφορίας για τις συνέπειες των πράξεων του, κυριολεκτικά τους αφαίμαξε οικονομικά. Κυρίως σε ότι αφορά την περίπτωση των ΜΚ1, 5 και 6 οι οποίοι, δίδοντας πίστη στις υποσχέσεις του, έφτασαν στο σημείο να κάνουν και δάνεια ή να εμπλέξουν και άλλους στην πρωτοφανή για τα κυπριακά δεδομένα απάτη τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος. Δεν ήταν όμως μόνο αυτοί, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του δικηγόρου του - τον οποίο επίσης αφαίμαξε οικονομικά - ο κατάλογος των θυμάτων φαίνεται να υπερβαίνει κατά πολύ τους παραπονούμενους της υπόθεσης, παρόλο που για σκοπούς ποινής θα περιοριστούμε μόνο σε αυτούς από τους οποίους απόσπασε συνολικά το απίστευτο ποσό των €1.710.000,00 και το οποίο χρησιμοποίησε παράνομα για δικούς του σκοπούς, χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα αποζημίωσης των παραπονουμένων. Όλα αυτά κατατάσσουν την υπόθεση στις σοβαρότερες υποθέσεις απάτης που απασχόλησαν ποτέ την κυπριακή δικαιοσύνη, επισήμανση που προδιαγράφει τόσο το είδος όσο και το ύψος της ποινής, η οποία αφενός θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα και αφετέρου να είναι ανάλογη με την φύση και την έκταση των εξαιρετικά επιζήμιων για τους παραπονούμενους, τις οικογένειες τους και την κοινωνία έκνομων πράξεων του κατηγορουμένου. Από την άλλη έχουμε εξετάσει τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου έχει επικαλεστεί για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Ό,τι ουσιαστικά προωθήθηκε ως εκπτωτικός παράγοντας είναι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το οποίο βεβαίως θα του πιστώσουμε. Δεν μπορούμε όμως να δεχθούμε την εκφρασθείσα "ειλικρινή μεταμέλεια του" αφού αυτή εκφράστηκε αφενός μετά από ακροαματική διαδικασία και ως τέτοια είναι μάλλον λεκτική (βλ. Σάββα v Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.369, Τραλαλάς v Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.323) και αφετέρου, όχι μόνο απουσιάζει παντελώς η προοπτική αποζημίωσης των θυμάτων του, αλλά ούτε πού κατέληξαν τα εκατομμύρια πού του εμπιστεύτηκαν δεν αποκάλυψε. Σε ότι δε αφορά τις προσωπικές του συνθήκες ναι μεν θα ληφθούν υπόψη, αλλά θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σ' αυτές δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το σημαντικό ή ιδιαίτερο που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο είδος και το ύψος της ποινής. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο σε κάθε μια από τις κατηγορίες: •1 και 2 ποινή φυλακίσεως 2½ χρόνων •3 και 4 ποινή φυλακίσεως 4 χρόνων • 5 και 6 ποινή φυλακίσεως 1 χρόνου •15 και 16 ποινή φυλακίσεως 1 χρόνου και •17 και 18 ποινή φυλακίσεως 2½ χρόνων Σε ότι δε αφορά την 19η κατηγορία δηλαδή την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κρίνουμε ότι δεν θα πρέπει να επιβάλουμε οποιαδήποτε ποινή καθ' ότι τα γεγονότα που την συνθέτουν εμπεριέχονται στις προηγούμενες κατηγορίες. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο τις πιο πάνω ποινές μας απασχόλησε το θέμα αν αυτές, ή κάποιες από αυτές, πρέπει να είναι συντρέχουσες ή διαδοχικές. Ανατρέξαμε σχετικά για καθοδήγηση στις υποθέσεις Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.123, Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 και Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ. 183 που πραγματεύονται τις νομικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που έχει επί του θέματος και για τους σκοπούς της παρούσας παραθέτουμε αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου (ανωτέρω): «Στη Χριστοφόρου (ανωτέρω) έγινε αναφορά στο γενικό κανόνα ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές όταν τα αδικήματα συσχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας. Στο Principles of Sentencing, 2η έκδ., του D.A. Thomas εξηγείται η έννοια της ενιαίας ενέργειας (single transaction) ως εξής:- "The concept of 'single transaction' may be held to cover a sequence of offences involving a repetition of the same behavior towards the same victim, such as a series of sexual offences with the same partner, a number of frauds on the same victim or several perjured statements made in the course of the same trial, provided the offences are committed within a relatively short space of time." Στο Sentencing and Penal Policy του Andrew Ashworth αναφέρονται τα εξής:- "It is very difficult to construct a workable definition of a 'single transaction', but it may be said that the Court of Appeal has extended the concept of considerably beyond what might be expected. Thus a series of offences of the same or similar type, committed against the same victim, may properly be regarded as parts of the same transaction unless they were committed over a fairly lengthy period of time." Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία επί του θέματος εξετάσαμε κάθε σχετικό παράγοντα και καταλήξαμε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα ήταν λάθος να εντάξουμε τις έκνομες πράξεις του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της ενιαίας ενέργειας. Και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος, τα αδικήματα διαπράχθηκαν συστηματικά βάσει σχεδίου μέσα σε μια περίοδο 2 χρόνων περίπου και, ο δεύτερος, στρέφονταν εναντίον των 5 διαφορετικών παραπονούμενων της υπόθεσης, χωρίς όμως να παραβλέπεται ότι τους 2 παραπονούμενους των κατηγοριών 15, 16, 17 και 18 θα πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε ως ένα. Τα δύο αυτά στοιχεία αφεαυτών είναι κατά την άποψη μας βαρύνουσας σημασίας για να ασκήσουμε το καθήκον του δικαστηρίου υπέρ της επιβολής διαδοχικών ποινών ώστε η τιμωρία να βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς όμως η αθροιστική ποινή να είναι υπερβολική. Κρίνουμε επομένως ότι μια σωρευτική ποινή ύψους 10 χρόνων αποτελεί την αρμόζουσα ποινή για τιμωρία του κατηγορουμένου για ό,τι αυτός διέπραξε σε βάρος των 5 παραπονούμενων της υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω: Οι επιβληθείσες ποινές σε σχέση με τα ζεύγη των αδικημάτων που διέπραξε σε βάρος του κάθε παραπονούμενου χωριστά θα είναι συντρέχουσες, με τη διευκρίνιση ότι συντρέχουσες θα είναι και οι ποινές για τα δύο ζεύγη αδικημάτων των κατηγοριών 15, 16, 17 και 18. Όμως οι συντρέχουσες ποινές που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 3 και 4 ύψους 4 χρόνων θα είναι διαδοχικές με τις συντρέχουσες ποινές των 2½ χρόνων φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 1 και 2 και ακολούθως διαδοχικές θα είναι οι συντρέχουσες ποινές του 1 χρόνου φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 5 και 6 ως επίσης διαδοχικές θα είναι και οι συντρέχουσες ποινές του 1 και 2½ χρόνων που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες 15, 16, 17 και 18. Η έκτιση της σωρευτικής ποινής των 10 χρόνων θα αρχίζει από 25.07.2012 ημέρα που απαγγέλθηκε η καταδικαστική απόφαση και διατάχθηκε η κράτηση του κατηγορουμένου. Τα δημιουργηθέντα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τέλος, δεν θα ήταν χωρίς σημασία να εκφράσουμε την υποψία ότι όταν το 2006 ο Νομοθέτης "αναβάθμισε" τα αδικήματα των άρ. 298 και 300 του Π.Κ. σε κακουργήματα (Ν.18(1/2006) - με αύξηση του ανώτατου ορίου ποινής από τα 3 στα 5 χρόνια φυλάκισης - δεν φαντάστηκε ότι ήταν δυνατό να διαπραχθούν στην Κύπρο απάτες της φύσης και της έκτασης όπως η παρούσα. Διαφορετικά, κατά την άποψη μας, θα φρόντιζε να προβλέψει ποινή που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους επίδοξους εκμεταλλευτές ανυποψίαστων συνανθρώπων μας, με όλες τις αρνητικές συνέπειες για τους ιδίους, τις οικογένειες τους και την κοινωνία γενικότερα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ (Υπ.) Στ. Σταύρου. Ε.Δ Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ε.χ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.