← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Ελευθερίου, Υπόθεση. Αρ.: 24021/10, 3/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Ελευθερίου, Υπόθεση. Αρ.: 24021/10, 3/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 24021/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ανδρέας Ελευθερίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.5.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ροτσίδης Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο μια κατηγορία, η οποία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/

  1. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία άρχισε στις 14.9.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 7.8.2008, στη λεωφόρο Προδρόμου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΖ437, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Α/Αστ. 1629 Λ. Λάμπρου που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος (στο εξής, «ο ΜΚ1»), τον παραπονούμενο, κ. Σταύρο Παπαλεξάνδρου (στο εξής «ο ΜΚ2») και τον κ. Παναγιώτη Βούρκα (στο εξής, «ο ΜΚ3»). Ο Κατηγορούμενος έδωσε τη μαρτυρία του ενόρκως και παρουσίασε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα Υπεράσπισης τον κ. Κυριάκο Κουλουμή (στο εξής «ο ΜΥ1»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 (στο εξής «το Τεκμήριο 1»), η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου (στο εξής «το Τεκμήριο 2»), η γραπτή κατηγορία του Κατηγορουμένου (στο εξής «το Τεκμήριο 3»), το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 4»), το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το Τεκμήριο 5»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (στο εξής «το Τεκμήριο 6»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ3 (στο εξής «το Τεκμήριο 7») και η γραπτή κατάθεση του ΜΥ1 (στο εξής «το Τεκμήριο 8»). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ1 Πρώτος κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Αστ. 1629, Λάμπρος Λάμπρου (ΜΚ1) που ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΚ1 υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας, στο τμήμα διερεύνησης ατυχημάτων. Αναγνώρισε και υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση και ακολούθως κατέθεσε αντίγραφο αυτής στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, καθ' ότι το πρωτότυπό της είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο στην υπόθεση 24022/
  3. Αυτός έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο της γραπτής κατηγορίας που αυτός προσήψε κατά του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης αντίγραφο πρόχειρου σχεδίου, ως Τεκμήριο 4, και αντίγραφο συμμετρικού σχεδίου ως Τεκμήριο
  5. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ1 ρωτήθηκε αν υπήρχαν μάρτυρες όταν αυτός πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος. Απάντησε «Σημείωσα κάποια ονόματα, μάλιστα.».Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι πήρε κατάθεση από τον κ. Κυριάκο Κουλουμή και κ. Παναγιώτη Βούρκα. Την πορεία Α που είναι η πορεία της μοτοσικλέτας KBZ 437, του Κατηγορούμενου, την ο ΜΚ1 είπε ότι τα τοποθέτησε με βάση τα ευρήματά του στην σκηνή και με κάποια βοηθήματα κάποιων μαρτύρων. Στην ίδια βάση τοποθέτησε και την πορεία Β, δηλαδή την πορεία της άλλης μοτοσικλέτας. Ως σημείο Α1 τοποθέτησε τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου τα οποία είναι 7μ. Το Α1 απέχει κατά 1.60μ έως 1.70 μ. από την συνεχόμενη γραμμή που χωρίζει τις 2 λωρίδες.Το Α2 είναι γδάρσιμο από την πτώση της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου. Αυτό απέχει από το κέντρο του δρόμου κατά 60εκ, με δεδομένο ότι το σημείο μέχρι την άκρια του δρόμου είναι 4.60μ. Α2 είναι η απόσταση των γδαρσιμάτων, η οποία ισούται με 2.50μ. και είναι δίπλα από το σημείο Χ. Πιο κάτω υπάρχει πάλι σημείο Α2, που είναι πάλι πτώση της μοτοσικλέτας και ισούται με 74,3μ. Ως σημείο Χ1 είναι σημειωμένο το σημείο ανατροπής της μοτοσικλέτας ΗΖΑ 106, που απέχει 2,20μ από την άσπρη συνεχή διαχωριστική γραμμή. Β2 είναι η πτώση της μοτοσικλέτας ΗΖΑ
  6. Στην οδό Προδρόμου, σύμφωνα με την πορεία της μοτοσικλέτας ΚΖΗ437, υπάρχουν δυο λωρίδες κατευθύνσεως, ενώ στην κατεύθυνση της άλλης μοτοσικλέτας, της πορείας Β, μια λωρίδα. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ο συνήγορος Υπεράσπισης προχώρησε ευθύς εξ' αρχής στην υποβολή ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος χτύπησε είναι διότι ο Σταύρος, ο οδηγός της άλλης μοτοσικλέτας, ερχόμενος με μεγάλη ταχύτητα από την Γρίβα Διγενή, στην προσπάθεια του να μπει αριστερά στην Λεωφόρο Προδρόμου, κάνοντας την στροφή και επειδή είναι στενή η λωρίδα της Προδρόμου που πάει προς τον Στρόβολο, επέρασε στην αντίθετα λωρίδα, του κατηγορούμενου, και για αυτό το λόγο ο κατηγορούμενος φρέναρε απότομα με αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Εν σχέση προς την υποβολή αυτή, ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε το ΜΚ1 «Μπορείτε πέραν πάσης αμφιβολίας να αποκλείσετε αυτό το ενδεχόμενο;». Ο ΜΚ1 απάντησε «Μπορεί να είναι και έτσι, δεν είμαι απόλυτος.». Συνέχισε ο συνήγορος Υπεράσπισης με την εξής υποβολή «Επίσης θέλω να σας πω ότι ο κατηγορούμενος εκείνη την νύχτα του δυστυχήματος, δεν ήταν αμελής, δεν οδηγούσε την μοτοσικλέτα με οποιονδήποτε τρόπο ο οποίος να δείχνει ότι ήταν αμελής. Με βάση την μαρτυρία που εξέτασες και ότι ευρήματα είχατε βρει, μπορείτε πέραν πάσης αμφιβολίας να μας πείτε ότι ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ ήταν αμελής ενώ οδηγούσε την μοτοσικλέτα;». Η απάντηση του ΜΚ1 ήταν «Δεν είδα το δυστύχημα. Δεν μπορώ να είμαι απόλυτος.». Και ακολούθησε η ερώτηση «Δηλαδή, εάν σας έλεγα ότι ο λόγος που έπεσε ο κατηγορούμενος κάτω από την μοτοσικλέτα, ήταν διότι κάτι συνέβη στην μηχανή της μοτοσικλέτας με αποτέλεσμα να κλειδώσουν οι τροχοί της και για αυτό έπεσε κάτω, μπορείτε να αποκλείσετε αυτό το ενδεχόμενο;», για να δώσει τελικά ο ΜΚ1 την απάντηση «Μπορεί να συνέβη και αυτό.». Ρωτήθηκε ο ΜΚ1 αν είναι συνήθης πρακτική του να γράφει στην κατάθεση που λαμβάνει από τους ενεχόμενους σε δυστύχημα επιλεκτικά αυτά που ο ίδιος νομίζει ορθά ή αν γράφει σε αυτήν ότι του αναφέρει αυτός που καταθέτει. Ο ΜΚ1 δήλωσε ότι, όταν είναι ανακριτική κατάθεση, ερωτά ορισμένα πράγματα τον ύποπτο και βέβαια καταγράφει ότι του απαντά ο ύποπτος που έχει σχέση με το ατύχημα. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΚ1 απάντησε ότι αν αυτός κρίνει ότι κάτι δεν έχει σχέση με το ατύχημα που εξετάζει τότε δεν το καταγράφει. Ζητήθηκε από το ΜΚ1 να θυμηθεί αν ο κατηγορούμενος του ανάφερε, κατά την διάρκεια της ανακριτικής κατάθεσής του, ότι το κράνος του είχε σημάδι από λάστιχο πάνω και ότι θεωρούσε ότι αυτά τα σημάδια πρέπει να ήταν της άλλης ενεχόμενης μοτοσικλέτας. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν θυμόταν. Ρωτήθηκε επίσης ο ΜΚ1 αν θυμάται να του είπε ο Κατηγορούμενος κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης ή αν του έδειξε ότι είχε στο αριστερό του πόδι χτύπημα που προκλήθηκε από αιχμηρό αντικείμενο το οποίο πρέπει να προκλήθηκε από τη μοτοσικλέτα του άλλου ενεχόμενου οδηγού. Δεν θυμόταν ο ΜΚ
  7. Ακολούθησε η υποβολή από πλευράς Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει αυτά τα δύο πράγματα στον ΜΚ1 κατά το χρόνο λήψης της ανακριτικής του κατάθεσης, ερωτώντας μάλιστα το ΜΚ1 «καλά πώς προκλήθηκε αυτό το χτύπημα πάνω μου;» και ότι ο ΜΚ1 του απάντησε «Δεν ξέρω εγώ. Μόνο εσύ και εκείνος ξέρετε!». Η αντίδραση του ΜΚ1 στην υποβολή αυτή ήταν «Μπορεί και να είναι και έτσι, αλλά εγώ δεν θυμούμαι.».Δέχτηκε επίσης ο ΜΚ1 ότι δεν έγινε διερεύνηση επί τούτου, αφού αυτός δεν σημείωσε κάτι σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό. Παραδέχθηκε, επίσης, ο ΜΚ1 ότι, αρχικά, κατά την διερεύνηση αυτού του ατυχήματος, θεώρησε ότι αυτό ήταν δυο δυστυχήματα ξεχωριστά, αλλά δεν ήταν απολύτως σίγουρος αφού έπρεπε πρώτα να πάρει καταθέσεις. Η πρώτη κατάθεση λήφθηκε τρείς μέρες μετά το δυστύχημα, δηλαδή στις 10/8/
  8. Υποβλήθηκε ακολούθως στον ΜΚ1 ότι από τις καταθέσεις υπάρχει δυσκολία να αντιληφθεί κάποιος για την μαρτυρία που υπάρχει σήμερα, πώς προκλήθηκε το δυστύχημα. Ο ΜΚ1 συμφώνησε. Για την πορεία Β ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι την τοποθέτησε με βάση τους ισχυρισμούς του οδηγού της. Ρώτησε επίσης τον κ. Κουλουμή αλλά εκείνος δεν ήταν απόλυτος και δεν ήξερε με σιγουριά. Αν ήταν σίγουρος θα το έγραφε στην κατάθεση του. Ο ΜΚ1 είπε, κατόπιν σχετικής ερώτησης του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι αυτός ρώτησε τον κ. Κουλουμή αν ήταν και άλλοι μαζί του στη στάση όπου αυτός καθόταν όταν είδε να συμβαίνει το επίδικο συμβάν, κατέγραψε κάποια τηλέφωνα, αλλά ήταν νεαροί 16 - 17 χρονών, απέφευγαν να του δώσουν κατάθεση ή δεν ήθελαν και από την άλλη δεν γνώριζαν Στη σκηνή τους ρωτούσε ο ΜΚ1, δεν ήταν κανένας σίγουρος για το ποια μοτοσικλέτα κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα, τους επήρε και τηλέφωνο όταν ήταν καθήκον κατά τη διάρκεια της ημέρας και επειδή δεν ήταν ξεκάθαρο, δεν ήθελαν ούτε να δώσουν κατάθεση. Δεν υπήρχε κανείς που ήταν τελείως ξεκάθαρος και να ήθελε να δώσει και κατάθεση. Σε αυτό το σημείο, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον ΜΚ1 να παρουσιάσει τα τηλέφωνα των άλλων που ήταν παρόντες και τα ονόματα τους, καθ' ότι πρόκειται για μια πάρα πολύ σοβαρή υπόθεση και λόγω της ανεπαρκούς διερεύνησης, δεν μπορει η Υπεράσπιση να βρει μαρτυρία για το τί έγινε. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν έχει τα στοιχεία τους και πιστεύει ότι δεν μπορεί να τα βρει. Υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι ο πατέρας και ο αδερφός του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση (ΜΚ2) πήγαν αμέσως μετά το δυστύχημα εκεί στη σκηνή και είπαν σε όλους τους μάρτυρες να μην πουν τίποτε! Ο ΜΚ1 απάντησε «Δεν μπορώ να πω». Ήταν σίγουρος ο ΜΚ1 ότι αν ο μάρτυρας κατηγορίας Παναγιώτης Βούρκας (ΜΚ3) γνώριζε και άλλα πρόσωπα που θα μπορούσαν να δώσουν κατάθεση για να βγει συμπέρασμα για την υπόθεση, θα το έλεγε. Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης «γιατί να φρενάρει τόσο απότομα ο κατηγορούμενος πάνω σ΄ανεμο, και να πέσει κάτω;» και ρώτησε το ΜΚ1 «Δεν συμφωνείτε ότι αυτή είναι μια λογική εξήγηση, ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η μοτοσικλέτα ΗΖΑ να ήταν πιο δεξιά;». Ο ΜΚ1 απάντησε «Δεν μπορώ να είμαι απολύτως σίγουρος, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, είναι κάποια πιθανότητα.». Ακολούθησε λεπτομερής αντεξέταση του ΜΚ1 αναφορικά με τα ίχνη γδαρσίματος Α1 και Α2 και την απόσταση 8 μέτρων που μεσολαβούσε. Υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι δεν έκαμε καλά τη δουλειά του, επειδή δεν έδωσε καμιά λογική εξήγηση για τα 8m. Του υποβλήθηκε, ειδικότερα, ότι θα έπρεπε τουλάχιστο να φωτογραφήσει τα γδαρσίματα, για να μπορεί να εξακριβωθεί κατά τη δικαστική διαδικασία αν πράγματι προκλήθηκαν από την ίδια μοτοσικλέτα. Ο ΜΚ1 απάντησε «Εγώ έβαλα στο σχέδιο ότι εντόπισα στην σκηνή». Υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι, με βάση τα δικά του ευρήματα, «το μόνο που προκύπτει με σιγουριά είναι ότι δεν υπάρχει ένδειξη που να λέει ότι η μοτοσικλέτα η κόκκινη πέρασε στο αντίθετο ρεύμα» και ο ΜΚ1 συμφώνησε με τη θέση αυτή. Υποβλήθηκε επίσης στο ΜΚ2 ότι η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου δεν ανέκοψε την πορεία της μαύρης της μοτοσικλέτας του ΜΚ
  9. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν ήταν αυτός που μίλησε για απόφραξη της πορείας του ΜΚ2 αλλά ο ίδιος ο ΜΚ
  10. Υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος του είχε δηλώσει εξ υπαρχής, όταν έδωσε κατάθεση την 1/10/08, σχεδόν 2 ½ - 3 μήνες μετά το δυστύχημα, ότι « το μόνο που θυμούμαι είναι ότι μου έκοψε την πορεία μου η μαύρη μοτοσικλέτα»! Ο ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε προβάλει αυτόν τον ισχυρισμό στην κατάθεσή του. Τον διερεύνησε μέσω του σχεδίου της σκηνής και των καταθέσεων που έλαβε από τους άλλους μάρτυρες. Υποβλήθηκε στο ΜΚ1 ότι δεν έγινε σωστή δουλειά από την Αστυνομία και ότι με σωστή διερεύνηση θα μπορούσαν να βρεθούν και άλλα γεγονότα. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι πιστεύει ότι έκαμε τη δουλειά του όσο μπορούσε σωστά. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ2 Ο Σταύρος Παπαλεξάνδρου (ΜΚ2) είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την ανακριτική κατάθεση που του έλαβε ο ΜΚ1 στις 12/08/
  11. Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο της εν λόγω κατάθεσης, λόγω του ότι το πρωτότυπο αυτής είναι κατατεθημένο ως Τεκμήριο στην υπόθεση 24022/
  12. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το εξής απόσπασμα στο οποίο επικεντρώθηκε η εξέταση και αντεξέτασή του. «Την 7/8/08 περί ώρα 0400 οδηγούσα τη μοτοσικλέτα ΗΖΑ106 στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο με κατεύθυνση από Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς οδό Βυζαντίου. [...] φορούσα προστατευτικό κράνος [...] Κινούμουν κανονικά στη λωρίδα μου. Σε ένα σημείο του δρόμου είδα από την αντίθετη κατεύθυνση να πέφτει μια μοτοσικλέτα που κατευθυνόταν στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή και ακολούθως να σύρεται με ταχύτητα προς το μέρος μου. Όταν έπεσε η μοτοσικλέτα αυτή ήμουν σε κοντινή απόσταση την οποία δεν μπορώ να πω με ακρίβεια. Και ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφυγε από τη μοτοσικλέτα του. Ενώ βρισκόμουν σε πολύ κοντινή απόσταση σκέφτηκα πώς θα ξεφύγω τον κίνδυνο, δηλαδή να μην μου κτυπήσει η μοτοσικλέτα που συρόταν ανεξέλεγκτη και να μην κτυπήσω τον οδηγό της. Έστριψα το τιμόνι αριστερά. Μπορεί και να πάτησα και στόπερ. Τότε έχασα τον έλεγχο και έπεσα στην άσφαλτο. Μετά από περίπου 2 λεπτά σηκώστηκα πάνω και πλησίασα τον άλλο οδηγό. Φορούσε το κράνος του ακόμα. Τον ρώτησα αν είναι καλά. [....] Για τον τραυματισμό μου έχω παράπονο. Θέλω να διευκρινίσω ότι ο άλλος μοτοσικλετιστής κατέληξε στη λωρίδα μου περίπου τέσσερα μέτρα απ' εκεί που έπεσα εγώ. [...]». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εξετάζοντας τον ΜΚ2, του υπέβαλε μόνο τις ακόλουθες δύο ερωτήσεις. Ποιος ήταν ο λόγος που σε έκανε να στρίψεις το τιμόνι στα αριστερά και να χάσεις τον έλεγχο; Απάντησε ο ΜΚ2 «Για να μην συγκρουστώ με τη μοτοσικλέτα που ερχόταν κατά πάνω μου». Βγήκες καθόλου από τη λωρίδα σου; Απάντησε ο ΜΚ2 «Όχι». Με το πιο πάνω υπόβαθρο άρχισε η αντεξέταση του ΜΚ
  13. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε το ΜΚ2 αν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι η μοτοσικλέτα του Κ/μενου ερχόταν προς το μέρος του. Ο ΜΚ2 απάντησε «Σίγουρος. Απόλυτα, όχι». Ακολούθησε η εξής υποβολή από το συνήγορο Υπεράσπισης «Σου υποβάλλω ότι εκεί που δεν λες την αλήθεια είναι ότι δεν ήσουν στη λωρίδα σου!». Απάντησε ο ΜΚ2 λέγοντας «Ήμουν στη λωρίδα μου.». Ακολούθως, υποβλήθηκε στο ΜΚ2 ότι η μοτοσικλέτα του Κ/μενου κινήθηκε αριστερότερα, από το σημείο Α1 στο σχέδιο της σκηνής προς το σημείο Α2 στο ίδιο σχέδιο, δηλαδή πιο μακριά από τον ΜΚ2 και ότι δεν μπορεί παρά να ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ο ΜΚ2 για να προκύψει σύγκρουση με τον Κ/μενο! Τότε αυτός πρόσθεσε «Οδηγούσα στη λωρίδα μου. Είμαι ειλικρινής. Δεν έχω λόγο να πω ψέματα.» Του υπενθύμισε τότε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι στην υπόθεση 24022/10 στην οποία ήταν ο ίδιος ο ΜΚ2 Κατηγορούμενος εν σχέση προς το ίδιο επίδικο συμβάν, ο ΜΚ2 αθωώθηκε και τον συμβούλευσαν να μην πει κάτι διαφορετικό, αλλιώς θα κηρυχθεί σε εχθρικό μάρτυρα! Αρνήθηκε ότι τέθηκε στον ίδιο κάτι τέτοιο. Σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε, ο ΜΚ2 δήλωσε ότι αυτή ανερχόταν το πολύ σε 50 ΧΑΩ. Στο τέλος της αντεξέτασής του, ο ΜΚ2 συνόψισε τη θέση του ως εξής «Δεν είπα ότι ανέκοψε την πορεία μου ο Ανδρέας (Κ/μενος). Τον είδα όμως να σύρεται, φοβήθηκα και έπεσα!». Ρωτήθηκε, επίσης, ο ΜΚ2 ποιο ήταν το πρώτο πρόσωπο στο οποίο αυτός τηλεφώνησε μετά το επίδικο συμβάν. Είπε ότι πήρε τον πατέρα του. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι ο ίδιος φώναζε και έλεγε «Εσκότωσά τον, εσκότωσά τον!». Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι είπε ποτέ τέτοιο πράγμα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι κατ' ισχυρισμό έλεγε σε όλους όσους ήταν στη σκηνή του δυστυχήματος να μην πουν τίποτα. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  14. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ3 Ο κ. Παναγιώτης Βούρκας (ΜΚ3) προσήλθε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας μέρους του όλου συμβάντος. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ακολούθως ως Τεκμήριο 7, καθ' ότι το πρωτότυπο κατατέθηκε στην υπόθεση 24022/
  15. Στη γραπτή κατάθεση, ο ΜΚ3 είχε δηλώσει τα εξής. «Την 7/8/08 περί ώρα 0400 καθόμουν έξω από το περίπτερο που βρίσκεται στην οδό Προδρόμου στο Στρόβολο απέναντι από το κατάστημα Telemarketing. Μια κόκκινη μοτοσικλέτα πέρασε από το περίπτερο με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Εκείνη τη στιγμή, εγώ καθόμουν με μέτωπο προς το περίπτερο και είχα την πλάτη γυρισμένη στον δρόμο στην οδό Προδρόμου. Ξαφνικά άκουσα παράξενο θόρυβο. Γύρισα αριστερά και είδα την κόκκινη μοτοσικλέτα να μπλοκκάρει τα φρένα, ολίσθησε και έπεσε με το πλευρό στην άσφαλτο, αφού πρώτα γύρισε το πισινό της μέρος αριστερά. Η κόκκινη μοτοσικλέτα σύρθηκε σε μακρινή απόσταση στην άσφλατο με τροχιά προς τα αριστερά. Ο οδηγός της φορούσε κράνος. Έφυγα από το περίπτερο και πλησίασα τη σκηνή του δυστυχήματος. Εκεί κοντά πρόσεξα ότι είχε ακόμη μια μαύρη μοτοσικλέτα πεσμένη στην άσφαλτο στην οδό Προδρόμου στην αντίθετη λωρίδα όσον αφορά την πορεία της κόκκινης μοτοσικλεττας. Μετά πήγα κοντά στην κόκκινη μοτοσικλέτα και αφού έκλεισα το διακόπτη, αφαίρεσα το κλειδί. Ύστερα, πήγα κοντά στη μαύρη μοτοσικλετα και τη στήσαμε γιατί έχανε λάδι από τη μηχανή. Τον οδηγό της κόκκινης μοτοσικλέτας τον γνωρίζω γιατί βρεθόμασταν στο περίπτερο που βρισκόμουν και συζητούμεν.». Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 πότε είδε για πρώτη φορά τη μαύρη μοτοσικλετα. Απάντησε λέγοντας «Την ώρα που ήμουν κοντά στον οδηγό της κόκκινης μοτοσικλετας και αφού άκουσα τις συζητήσεις που είχαν εκεί οι υπόλοιποι, είδα τη μαύρη μοτοσικλέτα κάτω». Διευκρίνισε ο ΜΚ3 ότι αυτός δεν είδε την πορεία της μαύρης μοτοσικλετας (δηλ. του ΜΚ2). Όταν ζητήθηκε από το ΜΚ3 να προσδιορίσει πάνω στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 5) ποια ήταν η θέση του αμέσως πριν από το δυστύχημα, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι το περίπτερο όπου αυτός στεκόταν δεν έχει αποτυπωθεί στο Τεκμήριο
  16. Είναι εκτός του σχεδιαγραφήματος της σκηνής, «νοτιοδυτικά, κάτω από το ευρετήριο» περίπου. Με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο, άρχισε η αντεξέταση του ΜΚ
  17. Ρωτήθηκε αν συχνάζει στο συγκεκριμένο περίπτερο. Απάντησε καταφατικά σημειώνοντας «Σχεδόν κάθε νύχτα». Τη νύχτα που έγινε το δυστύχημα υπήρχαν στο περίπτερο μαζεμένα γύρω στα 20 - 25 άτομα. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει αν πράγματι αυτός είδε μόνο τη μοτόρα του Κ/μενου και όχι του παραπονούμενου, ο ΜΚ3 εξήγησε τα εξής «Προσηλώθηκα πάνω στη μοτοσικλέτα του Ανδρέα. Δεν έτρεχε ο Ανδρέας. Ξεκίνησε από το περίπτερο. Δεν πρόλαβε να αναπτύξει.». Ρωτήθηκε ακολούθως ο ΜΚ3 αν είναι αλήθεια ότι όταν αυτός επισκέφθηκε τον Κ/μενο στο νοσοκομείο, είπε στον Κ/μενο ότι «είδε την άλλη μοτοσικλέτα που του έκοψε το δρόμο»! Η απάντηση του ΜΚ3 ήταν ως εξής «Όι, δεν την είδα, είπα του όμως ότι εκατάλαβα ένα περίπου πώς έγινε. Ότι δηλαδή δεν ήταν που μόνος του που μπλόκκαρε και έπεσε». Υποβλήθηκε στο ΜΚ3 ότι αυτός είπε στον Κ/μενο ότι είχε δει τον άλλο μοτοσικλετιστή! Το αρνήθηκε ο ΜΚ3, λέγοντας «Όχι. Αφού δεν ήξερα καν ότι ήταν ο άλλος». Υποβλήθηκε στο ΜΚ3 ότι την επόμενη φορά που αυτός πήγε στο νοσοκομείο, είπε στον Κ/μενο «ήντα που να βουρούμεν στο Δικαστήριο!». Το αρνήθηκε, λέγοντας «Δεν ήξερα καν ότι θα πήγαινε Δικαστήριο τούτη η κουβέντα». Ρωτήθηκε ακολούθως ο ΜΚ3 αν αληθεύει ότι όταν αυτός επισκέφθηκε τον Κ/μενο στο νοσοκομείο, του είπε ότι του τηλεφώνησε ο παπάς και ο αδερφός του ΜΚ2 και του είπαν να μην πει τίποτα για το συμβάν! Η αντίδραση του ΜΚ3 ήταν «Όχι. Ούτε έδωσα το τηλέφωνό μου». Και πρόσθεσε «Είχεν πολύ κόσμο. Δεν τους ήξερα. Ακούστηκεν η κουβέντα ότι κάποιοι είπαν τους να μεν μιλήσουν, αλλά όι εμένα». Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 αν ήρθε η Αστυνομία στη σκηνή και αν τον ρώτησε οτιδήποτε. Επιβεβαίωσε ότι ήρθε Αστυνομικός, τον οποίο ο ΜΚ3 βοήθησε να βγάλει το σχέδιο της σκηνής με βάση τα σημάδια κάτω στην άσφαλτο. Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 αν η κόκκινη μοτοσικλετα του Κ/μενου άφησε κόκκινα ίχνη και ο ΜΚ3 απάντησε αρνητικά. Ρωτήθηκε πού βρήκε τις δύο μοτόρες ο ίδιος και τότε υπέδειξε ότι η κόκκινη του Κ/μενου ήταν στο σημείο Ψ και η μαύρη στο σημείο Ε. Για το σημείο Ε, το οποίο φαίνεται να είναι μέσα στον κόλπο λεωφορείων ως η πορεία Β, ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι υπήρχε σταθμευμένο στο δρόμο στην ακρινή διαγώνιο ένα αυτοκίνητο με τα μούτρα του προς τη Γρίβα Διγενή και η μαύρη μοτόρα πήγε και σταμάτησε πάνω στον μπροστινό αριστερό τροχό του, ως το σημείο Η στο σχέδιο. Ρωτήθηκε επίσης, αν ο Αστυνομικός διερεύνησε κατά πόσον υπήρχαν άλλα άτομα που είαν τη σκηνή του δυστυχήματος. Απάντησε «Δεν θυμούμαι, αλλά δεν θα ήμουν στη θέση. Μίλησαν έτσι κι αλλιώς με τον Αστυνομικό άλλοι». Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 αν άκουσε το ΜΚ2 να μιλά στο τηλέφωνο μετά το δυστύχημα. Απάντησε ότι τον άκουσε να λέει ότι «εφάτσισεν», αλλά δεν θυμόταν τί καριβώς ειπώθηκε. Αρνήθηκε ο ΜΚ3 ότι άκουσε το ΜΚ2 να λέει «Εσκότωσά τον, εσκότωσά τον!». Υποβλήθηκε στο ΜΚ3, και συμφώνησε με αυτό, ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος για ποιο λόγο έπεσε κάτω από τη μοτόρα του ο Κ/μενος. Υποβλήθηκε στο ΜΚ3 ότι ο Κ/μενος δεν απέκοψε την πορεία του ΜΚ2 και τότε ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι το σημάδι του τροχού της μοτόρας του Κ/μενου ήταν στην πορεία του στο κέντρο της λωρίδας του. Σίγουρα ήταν στη λωρίδα του και σίγουρα σύρθηκε στα αριστερά. Ρωτήθηκε ο ΜΚ3 αν αποκλείει το ενδεχόμενο να υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο μοτόρων. Απάντησε λέγοντας «Δεν ξέρω αν συγκρούστηκε επειδή δεν είδα τη σύγκρουση, αλλά ούτε και το πιστεύω, εκ πείρας. Μπορεί μια επαφή να υπήρξε. Ήταν σκοτεινά. Είχε φωτισμό. Εγώ είδα την κόκκινη. Μπορεί και να συγκρούστηκαν αλλά δεν το είδα.». Όταν υποβλήθηκε στο ΜΚ3 ότι ο λόγος που φρέναρε ο Κ/μενος ήταν επειδή ο ΜΚ2 πέρασε στη λωρίδα του Κ/μενου ως η πορεία του και μη έχοντας άλλη επιλογή ο Κ/μενος παλλούκωσε τα στόπερ του, η απάντηση του ΜΚ3 ήταν «Δεν το ξέρω». Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΚ
  18. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επεδίωξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τον ΜΚ2 επί του Κατηγορητηρίου, κ. Κουλουμή, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Παρά το ότι του επιδόθηκε η κλήση στις 16.10.2011, εντούτοις δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 19.10.2011, το οποίο δεν εκτελείτο, γι' αυτό και το Δικαστήριο διέταξε στις 26.10.2011 όπως εμφανιστεί ενώπιόν του ο αρμόδιος για την εκτέλεση του εντάλματος αστυνομικός για να δώσει λόγο στο Δικαστήριο. Στις 9.11.2011 ο αρμόδιος αστυνομικός δήλωσε ότι διαπίστωσε ότι ο μάρτυρας έπαυσε να κατοικεί στη δοθείσα διεύθυνση. Συνεπακόλουθα, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε εισήγηση περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορουμένου. Σχετική γραπτή επιχειρηματολογία κατατέθηκε στο Δικαστήριο από το συνήγορο Υπεράσπισης στις 23.11.
  19. Το Δικαστήριο εξέτασε καθηκόντως το ζήτημα αυτό και εξέδωσε στις 2.12.2011 ενδιάμεση απόφαση ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, γι΄αυτό και κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία, επεξηγώντας του τα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από το Δικαστήριο να αναστείλει τη δικαστική διαδικασία επειδή κατ' ισχυρισμό αυτή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Τη θέση αυτή ανέλυσε στη βάση του ισχυρισμού ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη διότι λόγω της αμέλειας των διωκτικών αρχών κατά το στάδιο της διερεύνησης απωλέσθη σημαντική μαρτυρία η οποία ενδεχομένως να αθώωνε τον Κατηγορούμενο. Στήριξε την εισήγησή του στην Αγγλική απόφαση R (Ebrahim) v Feltham Magistrates' Court [2001] 2 Cr App R 23 (DC). Σε ερώτηση του Δικαστηρίου γιατί δεν ηγέρθη αυτός ο ισχυρισμός στο πλαίσιο της εισήγησης περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι είναι αδιάφορο διαδικαστικά πότε εγείρεται η ένσταση ως προς τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και παρέπεμψε στην Αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη για Certiorari και Prohibition
(1999)1Α ΑΑΔ 185, στη σελ. 195 του Πική, Π., όπως ήταν τότε. Ζήτησε χρόνο για να αναπτύξει γραπτώς την επιχειρηματολογία του. Του δόθηκε χρόνος από 2.12.2011, ημερομηνία που απαγγέλθηκε η απόφαση για το εκ πρώτης όψεως, μέχρι τις 3.2.2012, ημερομηνία κατά την οποία αγόρευσε σε σχέση με το αίτημά του για αναστολή της διαδικασίας. Στις 15.2.2012 το Δικαστήριο, με αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου της εν λόγω δικασίμου και η οποία παραπέμπει στα όσα προκύπτουν από την Αστυνομία ν Φάντη
(1994)2 ΑΑΔ 160, απέρριψε το εν λόγω αίτημα αναστολής. Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η τήρηση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης, κρίνεται στο πλαίσιο της δίκης και υπό το φως του αποτελέσματος της και ότι καθοριστική για τα δικαιώματα του διαδίκου, περιλαμβανομένων εκείνων που διασφαλίζονται με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, μπορεί να είναι μόνο τελική απόφαση του Δικαστηρίου, προσδιοριστική της ποινικής ευθύνης. Δεν μπορεί δηλαδή να καταργηθεί η διεξαγωγή της δίκης κατ΄ επίκληση του ότι αυτή δεν διεξάγεται δίκαια, αφού αυτό μπορεί να διαφανεί μόνο με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου που θα είναι υπό προσδιοριστική της ποινικής ευθύνης. Μετά από την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο διέταξε να συνεχίσει η διαδικασία στη βάση της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης για το εκ πρώτης όψεως. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε τότε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, αντίγραφο της οποίας είχε ήδη κατατεθεί από το ΜΚ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  1. Ακολούθως, την ανέγνωσε. Σε αυτήν είχε δηλώσει τα εξής. «Την 7/8/08 περί ώρα 0400 οδηγούσα τη μοτοσικλέτα μου ΚΒΖ437 στη Β΄λωρίδα της οδού Προδρόμου στο Στρόβολο με κατεύθυνση από γαλακτοκομείο «Πίττα» προς Λεωφόρο Γρίβα Διγενή. Ήμουν μόνος στη μοτοσικλέτα και φορούσα προστατευτικό κράνος. Ήταν νύχτα και τα μεγάλα φώτα της μοτοσικλέτας μου ΚΒΖ437 ήταν αναμμένα στη χαμηλή στάση. Μπροστά μου ο δρόμος ήταν καθαρός. Πίσω μου επίσης δεν ερχόταν κανένα όχημα. Η ταχύτητά μου ήταν χαμηλή περίπου 50 ΧΑΩ. Είχα τη 2α. Σε ένα σημείο του δρόμου είδα μια μοτοσικλέτα να έρχεται από αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Λεωφόρο Γρίβα Διγενή προς γαλακτοκομείο «Πίττα» με δεξιά κλίση προς τη λωρίδα τη δική μου. Δεν θυμάμαι πόση απόσταση είχαμε μεταξύ μας εκείνη τη στιγμή. Πάτησα στόπερ μπροστινά μονομιάς. Τότε η μοτοσικλέτα με έσυρε και έπεσα στην άσφαλτο. Η εξ αντιθέτου ερχόμενη μοτοσικλέτα που ερχόταν δεξιά πέρασε και στη δική μου λωρίδα. Με το πέσιμο στην άσφαλτο ένιωσα ένα δυνατό κτύπημα στο κράνος που φορούσα στο κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή δεν θυμάμαι τί συνέβηκε μετά. Ούτε πού έπεσε το σώμα μου ούτε πού κατέληξε η μοτοσικλέτα μου, ούτε η άλλη μοτοσικλέτα. Τραυματίσθηκα και ήρθε ασθενοφόρο στη σκηνή το οποίο μετάφερε εμένα και τον άλλο μοτοσικλεττιστή στο Γ.Ν. Λ/σιας όπου κρατήθηκα λόγω πολλών καταγμάτων. Στις 18/8/08 πήγα σε νοσοκομείο στο Ισραήλ λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων μου και επέστρεψα στην Κύπρο στις 21/9/
  2. Σήμερα 1/10/08 η ώρα 1735, στην οικία μου [...] ο Αστυνομικός 1629 μου υπέδειξε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που έκαμε στη σκηνή του δυστυχήματος και μου επεξήγησε τις διάφορες μετρήσεις που πήρε και το σημείο ανατροπής της μοτοσικλέτας μου ΚΒΖ437 στην άσφαλτο το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ καθώς και το σημείο ανατροπής της άλλης μοτοσικλέτας στην άσφαλτο το οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ1 με το οποίο δεν μπορώ να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω γιατί δεν θυμάμαι. [...] Το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι η μοτοσικλέτα που ερχόταν από αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε δεξιά και μπήκε στη λωρίδα μου. Για τον τραυματισμό μου έχω παράπονο. Επίσης, για τις ζημιές που έπαθε η μοτοσικλέτα μου ΚΒΖ437 έχω παράπονο.». Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να εξηγήσει όσο πιο παραστατικά αυτό που δήλωσε στην ανακριτική του κατάθεση, ότι «Το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι η μοτοσικλέτα που ερχόταν από αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε δεξιά και μπήκε στη λωρίδα μου.». Εξήγησε τα εξής. «Ξεκίνησα από Λεωφ. Προδρόμου να πάω προς Καϊμακλί όπου είναι η οικία μου. Έπιασα τη μεσαία λωρίδα που οδηγεί από τα φώτα να πάει δεξιά. Όπως επήγαινα, είδα μια μοτοσικλέτα να μπαίνει στη λωρίδα μου από αντίθετη κατεύθυνση. Τότε έπιασα τα στόπερ μου, δεν εσταμάταν η μοτοσικλέτα μου και επαλλούκωσα τα μπροστινά στόπερ, διότι αν δεν τα έπιανα θα συγκρουόμουν με τον άλλο μοτοσικλεττιστή που ερχόταν από αντίθετη κατεύθυνση. Η μοτοσικλέτα μου από το φρενάρισμα με έσυρε στην άσφαλτο. Ήταν θέμα δευτερολέπτων. Έπιασα τα μπροστινά και πισινά μαζί. Κλείδωσε ο πισινός τροχός και όταν είδα ότι δεν σταμάτησε η μοτοσικλέτα αναγκάστηκα να πατήσω περισσότερο τα μπροστινά. [...] Ο Αστυνομικός έγραψε μόνο τα μπροστινά που έπιασα για να σταματήσω, που παλλούκωσα». Ακολούθως, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να δηλώσει στο Δικαστήριο ποιοι ήταν οι ισχυρισμοίπου αυτός είχε προβάλει στον ΜΚ1 και δεν τους κατέγραψε στην ανακριτική του κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι, αφενός, υπήρξε ζημιά στο κράνος του, η οποία ήθελε να διερευνηθεί και, αφετέρου, υπήρχε τραύμα πάνω στο αριστερό του πόδι κάτω από τη λεκάνη του. Ρώτησε τον ΜΚ1 κατά το χρόνο λήψης της ανακριτικής του κατάθεσης αν αυτός κτύπησε πάνω σε πεζοδρόμιο και ο ΜΚ1 του απάντησε «όχι». Ρώτησε το ΜΚ1 αν είχε κάτι αιχμηρό μέσα στο δρόμο που θα μπορούσε να του δημιουργήσει αυτό το τραύμα στο αριστερό πόδι και ο ΜΚ1 του απάντησε «όχι». Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε το τραύμα που αυτός είχε στο αριστερό του πόδι ως «τρύπα κάτω από τη λεκάνη». Είπε επίσης ότι το κράνος του είχε πάνω σημάδια από λάστιχο. Επειδή και τα δύο ήταν στην αριστερή πλευρά, ο Κατηγορούμενος υπέθεσε ότι προκλήθηκαν από τη μοτοσικλέτα του ΜΚ
  3. Ο Κατηγορούμενος ρώτησε τον ΜΚ1 γι' αυτά επειδή ήθελε να μάθει πώς προκλήθηκαν, αλλά ο ΜΚ1 του απάντησε «Εγώ δεν γνωρίζω τί έγινε. Μόνο εσύ και ο άλλος ξέρετε!». Ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε τον Κατηγορούμενο για ποιο λόγο αυτός δεν θέλησε να μεταβεί ξανά στη σκηνή του δυστυχήματος με τον εξεταστή. Απάντησε ότι αυτός ήταν πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσής του και αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να πάει στη σκηνή. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αυτή του υπέδειξε ότι η ανακριτική του κατάθεση ήταν αφηγηματική και άρα ο ΜΚ1 έγραφε ότι εκείνος του ανέφερνε! Στην πορεία της αντεξέτασης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφέρει ποτέ στον ΜΚ1 ότι είχε πατήσει και τα πισινά φρένα, αλλά, κατά την έκφρασή του «ήταν λογικό να καταλάβει ότι έπιασα και τα πισινά μαζί». Η συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε τότε από τον Κατηγορούμενο να επιβεβαιώσει ότι αυτός διάβασε την κατάθεσή του και την υπέγραψε καθώς επίσης να επιβεβαιώσει ότι το μόνο που αυτός είχε αναφέρει στον ΜΚ1 ήταν ότι «πάτησα στόπερ μπροστινά μονομιάς». Ο Κατηγορούμενος επιβεβαίωσε την υπογραφή του και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ως αυτό που ο ίδιος είχε δηλώσει. Η αντεξέταση συνέχισε σε ό,τι αφορούσε το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Σημείωσε επί του Τεκμηρίου 5 με το γράμμα «Ζ» τη θέση του ΜΚ2 όταν τον είδε για πρώτη φορά ο Κατηγορούμενος στη λωρίδα του. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόση απόσταση είχαν μεταξύ τους όταν ο Κατηγορούμενος είδε κατ ισχυρισμόν τον ΜΚ2 στο σημείο Ζ. Αλλά επανέλαβε ότι μόλις αυτός είδε τον ΜΚ2 στη θέση Ζ, έπιασε στόπερ μονομιάς. Ο Κατηγορούμενος επανέλαβε ακολούθως ότι και στην ανακριτική του κατάθεση, δηλαδή ότι δεν μπορούσε ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει με τα σημεία που τοποθέτησε ο ΜΚ1 επί του σχεδίου και ειδικότερα με το σημείο Α1 που περιγράφεται ως ίχνη τροχοπέδησης της δικής του μοτοσικλέτας. Του υποβλήθηκε ότι το Α1 ήταν πράγματι δικά του ίχνη τροχοπέδησης και απάντησε «Δεν μπορώ να ξέρω». Είπε ότι δεν ήξερε ούτε αν το σημείο όπου ανατράπηκε η μοτόρα του ήταν όντως στο σημείο Χ όπως σημειώθηκε από το ΜΚ
  4. Δέχθηκε όμως ότι ο ίδιος οδηγούσε στο κέντρο της λωρίδας του περίπου και δέχθηκε ότι αφού η λωρίδα είχε πλάτος 3,50 μ σημαίνει ότι αυτός οδηγούσε στο 1,70μ. Ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν ήξερε ούτε αν το Α2 απεικονίζει ορθά τα ίχνη γδαρσίματός του από τη πτώση του στην άσφαλτο. Δεν μπορούσε ούτε να διαφωνήσει ούτε να συμφωνήσει με την πραγματική μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης στο σχέδιο. Δεν γνώριζε ούτε αν την ώρα που ανατράπηκε η μοτόρα του στο σημείο Χ αυτός εξακολουθούσε να ήταν πάνω στη μοτόρα του ή αν είχε πέσει. Σε αυτό το στάδιο, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να αναφέρει αν θυμάται τη δήλωση που είχε κάνει ως μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση 24022/10 κατά του ΜΚ2 ότι το σημείο ανατροπής της μοτοσικλέτας του δεν ήταν το σημείο Χ αλλά ένα άλλο σημείο που αυτός σημείωσε τότε ενώπιον του άλλου Δικαστηρίου ως σημείο Χ2 στο σχέδιο. Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι αυτά είχαν συμβεί. Ρωτήθηκε τότε πώς είναι δυνατόν στην παρούσα δικαστική διαδικασία να δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ή δεν θυμάται καθόλου πού ανατράπηκε! Υπήρξε ένσταση από το συνήγορο Υπεράσπισης και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχή προσδιόρισε ότι η αντεξέτασή του επί προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων του Κατηγορουμένου ενώπιον Δικαστηρίου σκοπό είχαν να δοκιμάσουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αλλά ζήτησε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να θυμίσει επακριβώς στον Κατηγορούμενο την προηγούμενη του δήλωση με παραπομπή και στο σχέδιο όπου κατ' ισχυρισμόν αυτός είχε σημειώσει το σημείο Χ
  5. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επεσήμανε ότι στην άλλη διαδικασία ο Κατηγορούμενος είχε σημειώσει το σημείο Χ2 πάνω στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο έλαβε αριθμό Τεκμήριο
  6. Αντίγραφο αυτού ακριβώς κατατέθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, συμπτωματικά, με ίδιο αριθμό Τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, η συνήγορος έδειξε στον Κατηγορούμενο το Τεκμήριο 4 της παρούσας διαδικασίας και του θύμισε ότι στην υπόθεση 24022/10 αυτός - απαντώντας σε σχετική ερώτηση του εκεί συνηγόρου Υπεράσπισης - είχε ισχυριστεί ότι θυμόταν ότι το σημείο ανατροπής της μοτόρας του στο σημείο ακριβώς δίπλα από το σημείο Α2 στο σχέδιο, όπου και σημείωσε αυτός το γράμμα Χ
  7. Η αντίδραση του Κατηγορουμένου ήταν η εξής «Στο άλλο Δικαστήριο, μου είπε να υποδείξω πού έπεσα περίπου εγώ, όχι πού έπεσε η μοτόρα μου! Εγώ είπα πού έπεσα.». Του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ο Κατηγορούμενος το αρνήθηκε. Του υποβλήθηκε ακολούθως ότι το σημείο Β1 είναι ίχνη μαυρίσματος από το φρενάρισμα του μπροστινού τροχού της μοτοσικλέτας του ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν μπορώ να γνωρίζω». Το ίδιο απάντησε σχετικά με το σημείο Β2 που αφορά σε ίχνη γδαρσίματος από τη πτώση της μοτοσικλέτας του ΜΚ
  8. Όταν του υπεδείχθη ότι τα σημεία Β1 και Β2 δείχνουν ότι η μοτόρα του ΜΚ2 ήταν καθαρά μέσα στη δική της λωρίδα, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε ότι δεν μπορεί να ξέρει αν είναι ορθό το σχέδιο της σκηνής. Ζητήθηκε ακολούθως από τον Κατηγορούμενο πόση απόσταση είχε αυτός από τον ΜΚ2 όταν τον αντελήφθηκε κατά τον ισχυρισμό του να έρχεται από απέναντι μέσα στη λωρίδα του. Δεν ήξερε ο Κατηγορούμενος. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλε τότε ότι στην υπόθεση 24022/10 αυτός είχε δηλώσει ότι είδε τον ΜΚ2 και πάτησε στόπερ ενόσω τους χώριζε απόσταση 15 μέτρων! Η αντίδραση του Κατηγορούμενου ήταν ότι εκεί απάντησε περίπου. Ότι είπε 15 μέτρα, αλλά όχι με ακρίβεια. Η ερώτηση στην 24022/10 είχε προέλθει από τον εκεί συνήγορο Υπεράσπισης. Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος δικαιολογήθηκε για το ότι δεν προσδιόρισε την απόσταση από την οποία είχε δει τον ΜΚ2 όταν πάτησε τα στόπερ επειδή ακριβώς δεν είναι σίγουρος για την απόσταση αυτή. Ισχυρίστηκε ότι εκεί τον πίεσε η συνήγορος Υπεράσπισης να απαντήσει. Του υποβλήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι τώρα λέει ψέματα και το αρνήθηκε. Ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αν αυτός γνωρίζει πού θα πήγαινε ο ΜΚ
  9. Απάντησε λέγοντας ότι από την κλίση που είχε η μοτόρα του ΜΚ2, αυτός υπέθεσε ότι θα σταματούσε εκεί στη στάση λεωφορείων. Όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει ποια εκ των δύο μοτοσικλέττων ανατράπηκε πρώτη, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο ότι πρώτη ανατράπηκε η δική του μοτόρα. Απάντησε στην υποβολή λέγοντας «Ήταν φυσικό να ανατράπηκε η μοτόρα μου αφού πάτησα στόπερ αλλά δεν ξέρω αν ήταν πρώτη». Του υποβλήθηκε ότι δεν επενέβηκε ποτέ στη δική του λωρίδα η μοτόρα του ΜΚ2! Απάντησε «Για ποιον λόγο τότε να έπιανα στόπερ;». Ακολούθησε αντεξέταση σε σχέση με τις δηλώσεις του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ1 τις οποίες κατ'ισχυρισμό ο ΜΚ1 παρέλειψε να περιλάβει στην ανακριτική κατάθεση του Κατηγοορυμένου. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής τον ρώτησε για ποιο λόγο αυτός δέχθηκε να υπογράψει την κατάθεση του! Η αντίδρασή του ήταν ότι «Υπέγραψα την κατάθεση ως ορθή, όχι ως ελλειπή. Και στην κατάθεση γράφει ότι ένιωσα χτύπημα πάνω στο κεφάλι». Η αντεξέταση του Κατηγορουμένου ολοκληρώθηκε με τις υποβολές ότι αυτός έπεσε στην άσφαλτο και ανατράπηκε όχι λόγω επέμβασης της άλλης μοτόρας στη λωρίδα του, αλλά λόγω του ότι αυτός δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή στο δρόμο και ότι ήταν αμελής στην οδήγηση! Ο Κατηγορούμενος απάντησε λέγοντας «Δεν θα έπεφτα χωρίς λόγο. Είχα την προσοχή μου στο δρόμο και όταν αντελήφθηκα τον άλλο οδηγό, έπιασα στόπερ. Οδηγούσα κανονικά. Ήμουν συνεπής. Είναι η δική σας άποψη αυτή!». Υπήρξε επανεξέταση κατά τη διάρκεια της οποίας ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να εξηγήσει στο Δικαστήριο γιατί δήλωσε επανειλημμένα ότι αυτός δεν μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με το σχέδιο της σκηνής. Η απάντηση του Κατηγορουμένου ήταν «Ότι κτύπησα στο κεφάλι!». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥ1 Δόθηκε χρόνος στην Υπεράσπιση από 15.2.2012 μέχρι 21.3.2012, ως ήταν το αίτημά της, για να προσπαθήσει να επιδώσει στον κ. Κυριάκο Κουλουμή (ΜΚ2 επί του κατηγορητηρίου) με σκοπό να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα Υπεράσπισης. Πράγματι, στις 21.3.2012, παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο το εν λόγω πρόσωπο ως ΜΥ
  10. Ο συνήγορος Υπεράσπισης διευκρίνισε ότι η επίδοση σε αυτόν, μέσω ιδιώτη επιδότη απέτυχε, αλλά κατάφερε να τον εντοπίσει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΥ1 (Κυριάκος Κουλουμή) αναγνώρισε, υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8 τη γραπτή κατάθεσή του προς την Αστυνομία ημερομηνίας 10.8.
  11. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 υιοθέτησε τη δήλωση που είχε κάνει προς την Αστυνομία ότι η κόκκινη μοτοσικλέτα (δηλ. του Κ/μενου) οδηγούσε στη δεύτερη λωρίδα, δεξιά λωρίδα, ως η πορεία της προς Γρίβα Διγενή. Επιβεβαίωσε ότι θυμάται αυτήν την πορεία της. Το αιτιολόγησε λέγοντας «Επειδή έρχετουν από το περίπτερο, η λωρίδα που είναι στην πορεία του είναι η δεξιά.». Επιβεβαιώσε ότι προέβη στην πιο πάνω δήλωση επειδή είδε ο ίδιος προσωπικά την εν λόγω μοτοσικλέτα. Συμφώνησε ακολούθως με την παρατήρηση της συνηγόρου της Κ/Α στον ΜΥ1 ότι για τη μαύρη μοτοσικλέτα, δεν είπε στην κατάθεσή του, σε ποια λωρίδα ήταν. Ο ΜΥ1 προσδιόρισε τη θέση του στη σκηνή λέγοντας ότι καθόταν πάνω στο παγκάκι της στάσης λεωφορείων δίπλα στην πάροδο για οδό Αλκαίου. Έδειξε τη στάση λεωφορείων που εννοούσε επί του Τεκμηρίου
  12. Όταν ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής τί ήταν αυτό που είδε από τη θέση που καθόταν, ο ΜΥ1 είπε τα εξής «Είδα πρώτα τη μαύρη, επειδή η μοτόρα είχεν ήχο. Είδα την που έστριψε και μπήκε μες την ευθεία. Έστριψε και επήγαινε προς τα φώτα του Πίττα. Όπως έβλεπα τη μαύρη που πέρασε από μπροστά μου, ταυτόχρονα έπιανε το οπτικό πεδίο μου την άλλη. Μετά για άγνωστο λόγο, δεν τους είδα να συγκρουστούν ή κάτι, είδα τη μια μοτόρα να πέφτει αριστερά (την κόκκινη) και τη μαύρη να πέφτει που την άλλη πλευρά.». Ζητήθηκε από το ΜΥ1 να προσδιορίσει πάνω στο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 5) πού ήταν η κόκκινη μοτόρα από την ώρα που αυτός ξεκίνησε να τη βλέπει μέχρι τη στιγμή που αυτή έπεσε. Πρώτα, ο ΜΥ1 επιβεβαίωσε ότι είχε ξαναδεί το ίδιο σχέδιο της σκηνής την προηγούμενη φορά που ήρθε ως μάρτυρας σε άλλη υπόθεση για το ίδιο συμβάν [εννοώντας την υπόθεση 24022/10]. Έπειτα αναγνώρισε ως πορεία Β την πορεία της μαύρης μοτόρας και ως πορεία Α την πορεία της κόκκινης μοτόρας. Έδειξε ότι η κόκκινη μοτόρα ανατράπηκε προς τα δεξιά του διαγώνια και τοποθέτησε το σημείο ανατροπής της ως σημείο Θ επί του Τεκμηρίου 5, ενώ σημείωσε ως σημείο Ζ επί του ιδίου Τεκμηρίου το σημείο ανατροπής της μαύρης μοτόρας. Ρωτήθηκε πόση απόσταση είχε η μαύρη μοτοσικλέτα σε σχέση με τη μεσαία λωρίδα του δρόμου που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και απάντησε «Ήταν αρκετά κοντά. Πιστεύω είναι και ο λόγος που εξυπαστήκαν.». Ρωτήθηκε πόση απόσταση είχε η κόκκινη μοτοσικλετα από την ίδια γραμμή, την ώρα που ανατράπηκε. Ο ΜΥ1 απάντησε «Θυμούμαι παραπάνω τη μαύρη, είχα παραπάνω έννια να βλέπω τη μαύρη. Απλά θυμούμαι ότι η κόκκινη ήταν κανονικά στην πορεία του. Δεν θυμούμαι αν ήταν κοντά στη γραμμή.». Ο λόγος που ο ΜΥ1 θυμάται τη μαύρη μοτόρα περισσότερο από την κόκκινη είναι «λόγω του ήχου», επειδή «άκουσε το εξώστ της», «το άνοιγμά της». Εξήγησε ότι «άνοιγμα» κατά τον ίδιο σημαίνει «όταν πάεις κανονικά, αλλά προσπαθείς να επιταχύνεις». Ανοίγοντας τον καράολο, δίνοντας πεζίνα, έτσι προκαλείται ο θόρυβος. Εξήγησε ότι «καράολος» είναι «το χερούλι που κάνει το κάτω και δίνει ταχύτητα στο αυτοκίνητο, όπως είναι το πατίδι στο αυτοκίνητο». Ο ΜΥ1 δεν θυμόταν τί μάρκα ήταν η μαύρη μοτοισκλετα, ούτε τί κυβισμού ακριβώς (δηλαδή πόσα cc) ήταν, αλλά ήταν μεγάλου κυβισμού. Το λέει αυτό επειδή είδε τη μαύρη μοτοισκλέτα και άκουσε τον ήχο της. Ξεχωρίζει μια μεγάλη μοτόρα από μια μικρή. Με βάση τη γενική του ενασχόληση με τις μοτόρες, ο ΜΥ1 μπορούσε να πει ότι με ένα άνοιγμά της μια τέτοια μοτόρα μπορεί να περάσει και τα 100 ΧΑΩ σε ένα δευτερόλεπτο. Ρωτήθηκε ακολούθως ο ΜΥ1 για ποιο λόγο αυτός έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και απάντησε ως εξής «Επειδή κατά την άποψή μου ήταν εντάξει η κόκκινη μοτόρα. Και από ότι άκουσα στους άλλους γυρώ, ηθέλαν να ρίξουν φταίξιμο στην κόκκινη μοτόρα. Εθεώρησα σωστό, από τη στιγμή που τον είδα ότι ήταν στην πορεία του, κανονικά τα χιλιόμετρά του, να έρτω να μαρτυρήσω προς αθωότητά του, χωρίς να θέλω να ρίξω φταίξιμο σε κανένα. Απλά υπερασπίζοντας την αθωότητά του.». Ρωτήθηκε ο ΜΥ1 αν η κόκκινη μοτοσικλέτα μετά την ανατροπή της, σε οποιοδήποτε σημείο, «απογειώθηκε», δηλαδή αν πέτασε από την άσφαλτο. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι απ' ότι θυμάται, «απλά έπεσε και μετά τρίφτηκε λίγο». Ρωτήθηκε ακολούθως ο ΜΥ1 από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής αν έγινε οτιδήποτε άλλο εκεί στο χώρο του δυστυχήματος. Ο ΜΥ1 απάντησε ερωτώντας «Εννοείτε με τον άλλο μοτοσικλετιστή;» και συνέχισε λέγοντας «Να το πω ίσια. Έπεσε τζαι απειλή. Υπήρχε ακόμα ένας μάρτυρας τον οποίο εφωιτζιάσαν τον. Θυμούμαι αρκετά καλά την πρόταση «εν είδες τίποτε!» και ο άλλος μάρτυρας τυγχαίνει να είναι γνωστός μου και θυμούμαι καλά τούτα τα γεγονότα επειδή ενευρίασεν που τον απειλήσαν. Έπιασεν τον ένας γνωστός του οδηγού της μαύρης μοτοσικλέτας που ήρθε στο σκηνικό. Άκουσα από τους δίπλα κάτι για «ο Αντώνης του Φανιέρου». Ήταν ο λόγος που φοβήθηκε.». Διευκρίνισε ακολούθως ο ΜΥ1 ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει το όνομα αυτού που «απείλησε» το γνωστό του και ότι η απειλή δεν αφοορύσε τον ίδιο το ΜΥ1 παρά μόνο το γνωστό του. Ρωτήθηκε τί σχέση είχε ο ΜΥ1 με το λεγόμενο «γνωστό του» και εξήγησε ότι ήταν στο ίδιο σχολείο. Αναφέρθηκε στο μικρό όνομα του εν λόγω γνωστού του και πρόσθεσε «Δεν φοβάμαι κάτι συγκεκριμένο. Φοβάμαι, που αναφέρνω ονόματα που ακουστήκαν!». Ο ΜΥ1 διευκρίνισε ακολούθως ότι αυτός δεν άκουσε τον οδηγό της μαύρης μοτοσικλετας, να λέει οτιδήποτε σε κανένα. Δεν θυμάται να μίλησε με τον ίδιο. Ρωτήθηκε στη συνέχεια ο ΜΥ1 πώς ήταν ο Κατηγορούμενος μετά το δυστύχημα. Τον περιέγραψε ως «ακίνητο, ξαπλωμένο χαμέ». Περιγράφοντας τον οδηγό της μαύρης μοτοσικλέτας κατά τον ίδιο χρόνο, ο ΜΥ1 είπε ότι «ξεσκονίστηκε και περπάτησε λίγο πιο κάτω». Περπάτησε αντίθετα προς τον ΜΥ1, προς την άλλη στάση λεωφορείων, την οποία ο ΜΥ1 έδειξε επί του Τεκμηρίου
  13. Ο ΜΥ1 κάλεσε την Αστυνομία και το Ασθενοφόρο. αλλά θυμούμαι ότι ήταν καλά. Τέλος, ρωτήθηκε ο ΜΥ1 πού διαμένει. Δήλωσε τη διεύθυνση του και είπε ότι μένει εκεί τα τελευταία 20 χρόνια. Είναι πολυκατοικία. Πρόσφατα αυτός μετακόμισε στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Μπροστά μένει μόνο η μητέρα του. Η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας, απαρτίζεται από 3 - 4 άτομα τα οποία τον γνωρίζουν. Όλοι οι διαχειριστές γνωρίζουν ότι μένει εκεί ο ΜΥ
  14. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αυτός επιβεβαίωσε ότι στην υπόθεση 24022/10 αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας κατά του ΜΚ2 της παρούσας υπόθεσης που ήταν ο οδηγός της μαύρης μοτοσικλέτας. Επιβεβαίωσε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε κανέναν από τους δύο ενεχόμενους στο δυστύχημα. Επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος έδωσε την κατάθεσή του στην Αστυνομία χωρίς να απειληθεί από οποιονδήποτε. Επιβεβαίωσε ότι στην κατάθεσή του αυτός είπε μόνο αυτά που είδε. Επανέλαβε τα όσα είδε, λέγοντας τα εξής. Αυτός βρισκόταν στον κόλπο της στάσης λεωφορείου και είδε πρώτα τη μαύρη μοτοσικλέτα να κινείται στη λωρίδα της, με κανονική ταχύτητα. Μετά, γύρισε και είδε συνάμα την κόκκινη να κινείται στη δική της λωρίδα. Στη συνέχεια είδε την κόκκινη μοτοσικλέτα να ανατρέπεται και να κατευθύνεται προς τα αριστερά της πορείας της τριφτή. Δεν θυμάται γαι πόση απόσταση. Είδε τον οδηγό της να πέφτει κάτω. Αμέσως γύρισε στη μαύρη μοτόρα και είδε ταυτόχρονα τον οδηγό εκείνο να παλλουκώνει. Ήρθε προς τα πάνω ο μπροστινός της τροχός. Ήταν κοντά στη γραμμή της λωρίδας της η μοτόρα του. Εκεί που είδε τη μαύρη μοτόρα να παλλουκώνει και να ανατρέπεται ήταν λιγότερο από 1,5 μέτρα από τη γραμμή της λωρίδας της.Ήταν πιο κοντά προς τη μεσαία γραμμή. Δεν είδε σύγκρουση των δύο μοτόρων. Και ο οδηγός της κόκκινης μοτόρας δεν κτύπησε στη μαύρη μοτόρα. Ο λόγος που ήρθε στο Δικαστήριο να μιλήσει για την αθωότητα του Κατηγορούμενου, παρά το ότι είδε και τις δύο μοτόρες στη λωρίδα τους, είναι γιατί «όταν έφυγε, ακούστηκε ότι ήθελαν να του ρίξουν το φταίξιμο και ο ΜΥ1 είπε στην Αστυνομία από τότε ότι «Δεν έφταιγε το κουπελλούι. Ήταν μια χαρά στην πορεία του». Σε αυτό το σημείο, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής προχώρησε στην εξής δήλωση «Δεν το αμφισβητούμαι αυτό. Κανείς δεν λέει ότι δεν ήταν στην πορεία του. Όπως ήταν και η μαύρη στη λωρίδα της.». Ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με το σημείο Χ (σημείο ανατροπής της κόκκινης), το οποίο όπως σημειώθηκε από τον ΜΚ1 στο Τεκμήριο 5 απέχει 60 εκατοστά από τη μεσαία γραμμή. Δεν συμφώνησε με το σημείο Χ1 (σημείο ανατροπής της μαύρης μοτόρας) αφού πιστεύει ότι ήταν πιο κοντά προς τη μεσαία λωρίδα (λιγότερο από 1,5 μέτρο). Συμφώνησε με τα σημεία Α2 και Β
  15. Ρωτήθηκε τότε από τη συνήγορο της Κατηγοορύσας Αρχής «Δηλαδή, αν σου πω ότι η μαύρη μοτοσικλέτα ανατράπηκε στο Χ1 και όχι στο Ζ που έδειξες εσύ, λίγα μέτρα πιο κάτω, θα διαφωνήσεις;». Ο ΜΥ1 απάντησε «Όχι, συμφωνώ μαζί σας, απλά θυμούμαι ότι ήταν δεξιά μου. Με το περίπου τοποθέτησα το Ζ.». Ρωτήθηκε ακολούθως «Το Θ που τοποθέτησες ως το σημείο που ανατράπηκε η κόκκινη, αν σου πω ότι ήταν το Χ και ότι Χ μέχρι Χ1 είναι 15,80μ θα διαφωνήσεις;». Ο ΜΥ1 απάντησε «Εμένα μου φάνηκε πιο κοντά. 15 μέτρα είναι υπερβολικά πιστεύω. Περίπου τόση απόσταση όση η αίθουσα του Δικαστηρίου στο πλάτος της.». Τέλος ρωτήθηκε ο ΜΥ1 «Ότι μας έχεις πει για απειλές, είναι κάτι που σου είπαν οι άλλοι;». Απάντησε «Είδα τη λογομαχία μεταξύ του φίλου μου και κάποιου άλλου, φίλου της μαύρης. Εθύμωσεν ο φίλος μου και ετράβησα τον και είπα του τί έγινε, και είπεν μου «΄Ηντα εν να τον έχω να με απειλά;». Δεν άκουσα εγώ ποια ήταν η απειλή. Είπεν μου ο φίλος μου ύστερα.» Ρωτήθηκε επίσης γιατί δεν ήρθε στο Δικαστήριο αφού παρέλαβε την κλήση που ήταν για να έρθει σε αυτήν την υπόθεση και απάντησε «Είχε πρόβλημα η φίλη μου. Εβούρουν την εκείνη.». Μεταξύ 26.10.2011 και 9.11.2011, ο ΜΥ1 διέμενε στη διεύθυνση της δικαστικής κλήσης. Τώρα, στο νέο του σπίτι, τον εντόπισε ο Κατηγορούμενος αφού μίλησε με τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ
  16. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 καθώς επίσης τον Κατηγορούμενο και το ΜΥ1 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία (Μοssa (Mussa) Mohammed Mustafa v Ανδρέα Κακούρη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ, «Δεν αποκλείεται η θεώρηση μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ως αξιόπιστου και άλλου ως αναξιόπιστου. Η κρίση της αξιοπιστίας μάρτυρος και, συνακόλουθα, του βάσιμου της μαρτυρίας του, ανήκει καθ' ολοκληρίαν στο δικάζον δικαστήριο. Όπως υποδεικνύεται στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65, ακόμα και στην περίπτωση εχθρικού μάρτυρα σε ποινική υπόθεση, παρέχεται η δυνατότητα αποδοχής, ως αξιόπιστου, μέρους της μαρτυρίας του. Η ελευθερία του Δικαστηρίου στην κρίση των γεγονότων είναι αλληλένδετη με την αποστολή του ως κριτή των γεγονότων και, συνακόλουθα, της αλήθειας των πραγμάτων.». Σημειώνω, περαιτέρω, ότι το σχεδιαγράφημα της σκηνής, οι ζημιές των οχημάτων και τα ίχνη τριβής ή και τροχοπέδησης που βρέθηκαν στη σκηνή αποτελούν πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας. Το σχέδιο της σκηνής, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Γενικός Εισαγγελέας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Ο ΜΚ1 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής. Δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τη διερεύνηση που έκανε για το δυστύχημα. Είπε όσα περιήλθαν σε γνώση του μέσω των καταθέσεων που κατάφερε να εξασφαλίσει, αφού ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος για να έχει άμεση προσωπική γνώση. Κρίνω ότι αξιόπιστη τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο ΜΚ2 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής σε ό,τι αφορά την καταληκτική του δήλωση ότι, πρώτον, δεν του απέκοψε την πορεία του ο Κατηγορούμενος και ότι, δεύτερον, οι όποιες δικές του αποφευκτικές ενέργειες άρχισαν όταν αυτός είδε τον Κατηγορούμενο να σύρεται στο δρόμο. Δεν είπε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε προηγουμένως στη δική του πορεία (δηλαδή του ΜΚ2) ή ότι συρόταν σε αυτήν. Αποδέχομαι ως αξιόπιστες και αληθείς τις δηλώσεις αυτές. Συνάδουν και με τις δηλώσεις των ΜΚ3 και ΜΥ1 που ήταν αυτόπτεις μάρτυρες. Για τη δική του πορεία, ο ΜΚ2 δεν έδωσε ιδιαίτερες λεπτομέρειες, αλλά επέμεινε ότι οδηγούσε κατά πάντα χρόνο στην κανονική του λωρίδα. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΥ
  1. Ο ΜΚ3 δεν είδε καθόλου την πορεία της μαύρης μοτόρας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να πει το αντίθετο. Επομένως, με βάση και το σχέδιο της σκηνής, κρίνω ως αληθή και αυτήν τη δήλωση του ΜΚ2 σε ό,τι αφορά την πορεία του εντός της λωρίδας του. Ο ΜΚ3 εξέθεσε αυτά τα οποία λέει ότι είδε. Παρά το ότι γνώριζε από προηγουμένως τον Κατηγορούμενο, δεν έδειξε οποιαδήποτε σημάδια μεροληψίας υπέρ του. Ήρθε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του και παρέμεινε συνεπής με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης προς την Αστυνομία. Λαμβάνω υπόψη ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ετοιμάστηκε και το σχέδιο της σκηνής στο οποίο η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την όλη υπόθεσή της και με το οποίο συμφωνούν οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ο ΜΥ
  2. Η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι όμως περιορισμένης σημασίας σε ό,τι αφορά τη θέση και την απόσταση που είχαν μεταξύ τους οι δύο μοτοσικλέττες τη στιγμή της ανατροπής της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου, αφού - όπως αναφέρει - είδε μόνο τη μια εκ των δύο μοτόρων (εκείνην του Κ/μενου μόνο). Επιβεβαιώνει εν πάση περιπτώσει ότι αυτή η μία ήταν κατά πάντα χρόνο πριν την ανατροπή της κανονικά στην πορεία της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, αφού δεν συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη δοθείσα μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος προσπάθησε με τη μαρτυρία του να αναδείξει ελλειπή διερεύνηση του δυστυχήματος από πλευράς Αστυνομίας. Δεν ήταν όμως κατά την άποψή μου πειστικός ως προς αυτήν τη πτυχή. Σε ό,τι αφορά την καταγραφή των λεχθέντων του από το ΜΚ1, συμμερίζομαι τις απόψεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής στην τελική της αγόρευση, ότι πρώτον κατά την αντεξέτασή του ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι δεν είπε κάτι διαφορετικό ή ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που καταγράφηκε και δεύτερον ότι αν υπήρχαν ουσιώδεις παραλείψεις στα γραφόμενα θα έπρεπε να μην είχε υπογράψει την κατάθεση ο Κατηγορούμενος ή και θα έπρεπε να αμφισβητούσε τη δεκτότητά της στο Δικαστήριο ο συνήγορος Υπεράσπισης. Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Ελλείπει ως εκ τούτου το υπόβαθρο για να στοιχειοθετηθεί πλημμελής λήψη της ανακριτικής κατάθεσης και ελλειπής διερεύνηση ισχυρισμών που προβλήθηκαν και δεν καταγράφηκαν. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά πάντα χρόνο στην πορεία του και ότι ανατράπηκε μετά από φρενάρισμα, αυτός έγινε παραδεκτός από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Εκείνο που αμφισβητείται είναι η θέση του ότι προχώρησε στο φρενάρισμα λόγω του φόβου που του δημιούργησε ο ΜΚ2 με την είσοδό του στην πορεία του. Επ' αυτού του σημείου, συμμερίζομαι τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο εξεταστής της υπόθεσης δεν απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο και ότι ο ΜΥ1 τοποθέτησε τη μοτοσικλέτα του ΜΚ2 πολύ κοντα στη γραμμή που διαχωρίζει τη λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ2 από εκείνην του Κατηγορούμενου, δηλαδή πιο κοντά απ' ότι το σημείο Χ1 εν σχέση προς την εν λόγω γραμμή. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενεδεχόμενο να δημιουργήθηκε στον Κατηγορούμενο ο φόβος ότι υπήρχε ο κίνδυνος απόφραξης της πορείας του από τον ΜΚ2 ή έστω κάποιας επαφής των δύο σε περίπτωση που αυτός δεν λάμβανε αποφευκτικά μέτρα. Ο ΜΥ1 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας. Ο ΜΥ1 έδωσε πραγματικά πολύ παραστατική και λεπτομερή μαρτυρία στο Δικαστήριο. Φαίνεται να είναι αρκετά οξυδερκής, λογικός και πρακτικός. Ήταν έντονος σε ό,τι αφορά την πεποίθησή του ότι ο Κατηγορούμενος δεν έκανε κάποιο σφάλμα κατά την οδήγησή του αμέσως πριν το φρενάρισμά του. Είναι ενδεικτική της αντίληψης του ΜΥ1 για τα όσα συνέβησαν η έκφρασή του ότι επειδή ήταν νύχτα, ο ένας οδηγός «εξυπάστηκε που τον άλλον» και κάθε ένας από αυτούς προσπάθησε να αποφύγει κάποιον κίνδυνο μεταξύ τους επαφής λόγω του ότι βρέθηκαν σε πολύ κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο σε ό,τι αφορά τη διαχωριστική γραμμή.Ο ΜΥ1 ξεκαθάρισε ότι ήρθε για να υποστηρίξει την αθωότητα του Κατηγορουμένου επειδή δεν τον είδε να διαπράττει οποιοδήποτε σφάλμα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ειλικρινή, αξιόπιστη και αληθή. Δεν μπορώ να δώσω όμως βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που αυτός έδωσε σε ό,τι αφορά τις απειλές που εκτοξεύτηκαν εναντίον άλλου προσώπου προς παρεμπόδιση του να δώσει μαρτυρία. Δεν προσήλθε ο συντάκτης των αρχικών δηλώσεων ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντεξετασθεί και να λάμψει η αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει εκείνο που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 έδωσε με ελεύθερη βούληση τη δική του κατάθεση, χωρίς να αισθανθεί πίεση ή απειλή για τον ίδιο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Την 7.8.2008 και περί ώρα 04:00 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΒΖ437 στην οδό Προδρόμου με κατεύθυνση προς τα φώτα τροχαίας επί της συμβολής με Λεωφόρο Γρίβα Διγενή με πρόθεση να πάει προς Καϊμακλί. Κρατούσε τη μεσαία εκ των τριών λωρίδων, δηλαδή τη λωρίδα που επιτρέπει στροφή προς δεξιά στα φώτα τροχαίας. Η πορεία του είναι σημειωμένη ως πορεία Α επί του Τεκμηρίου
  3. Με αντίθετη προς τον ίδιο κατεύθυνση, δηλαδή από Λεωφ. Γρίβα Διγενή προς Γαλακτοκομείο Πίττας, ως η πορεία Β επί του Τεκμηρίου 5, οδηγούσε ο ΜΚ2 τη μοτοσικέττα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ
  4. Δεν υπήρχαν άλλα οχήματα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι ο ΜΚ2 κινείτο με κλίση προς τη δική του λωρίδα.Ως εκ τούτου, προς αποφυγή της όποιας μεταξύ τους επαφής, αφού η απόσταση του Κατηγορουμένου από τη διαχωριστική γραμμή και η απόσταση του ΜΚ2 από την ίδια γραμμή ήταν πολύ κοντινή, ο Κατηγορούμενος πάτησε μονομιάς τα μπροστινά του φρένα για να σταματήσει και έδωσε κλίση στο τιμόνι του προς τα αριστερά προς αποφυγή του ΜΚ
  5. Κλείδωσε ο πισινός και μπροστινός τροχός της μοτοσικλέτας του και ανατράπηκε. Η μοτοσικλέτα του άρχισε να σύρεται στη λωρίδα του ως το σημείο Α1 ευθεία και ακολούθως ως το σημείο Α2 και αριστερά, πιο μακριά δηλαδή από τον ΜΚ
  6. Ο ΜΚ2 φοβούμενος όταν είδε τη μοτόρα να σύρεται ανεξέλεγκτη, φρέναρε απότομα, σηκώθηκε ο μπροστινός του τροχός προς τα πάνω και κινήθηκε αριστερά ως τα σημεία Β1 - Β2, δηλαδή πιο μακριά από τον Κατηγορούμενο. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρξε οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ των δύο, αφού ουδείς είδε τέτοια σύγκρουση. Ο δρόμος στο σημείο του δυστυχήματος είναι ευθύς, επίπεδος και η ορατότητα πέραν των 60 μέτρων. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οποιοσδήποτε εκ των δύο ενεχόμενων οδηγών το ξεπέρασε. Ο δρόμος φωτιζόταν από λαμπτήρες υψηλής τάσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 καθορίζει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί οδού χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσαν επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει το 1 έτος ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708 ήκαι τις δύο ποινές. Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι η πιθανότητα κινδύνου πρόκλησης δυστυχήματος ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Εδώ, ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ήταν ακριβώς επιμελής, ότι αντιλήφθηκε να υπάρχει κίνδυνος δυστυχήματος από ενδεχόμενη απόφραξη της πορείας του από τον ΜΚ2 ή και σύγκρουσης με τον ΜΚ2 λόγω κλίσης αυτού ή και εισόδου του προς τη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και ό,τι όσα επακολούθησαν αφορούν στις ενέργειες του Κατηγορουμένου προς αποφυγή της επέλευσης του εν λόγω κινδύνου. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ορθά επεσήμανε, με παραπομπή στην υπόθεση NAGY v WESTON
(1965)1 ALL ER 78, ότι η ανακοπή πορείας στοιχειοθετείται όχι μόνον όπου υπάρχει η πραγματική απόφραξη της πορείας αλλά και όπου οι ενέργειες κάποιου οδηγού εκλαμβάνονται ως ενδεχόμενη απόφραξη. Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΥ1 που ήταν ανεξάρτητος, αυτόπτης μάρτυρας, τόνισε ότι δεν είχε ξεφύγει κανείς οδηγός από τη λωρίδα του, αλλά, κατά τη δική του υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων, ξαφνιάστηκαν και ένιωσαν κίνδυνο από το πόσο κοντά ήρθαν ο ένας προς τον άλλο σε ό,τι αφορά τη διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας τους. Δε απέκλεισε μάλιστα ο ίδιος να υπήρξε και κάποια επαφή. Έχω αποδεχθεί τη μαρτυρία του ως αληθή, γι' αυτό και κατέληξα στο εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι ενήργησε υπό την αντίληψη ότι δημιουργήθηκε το ενδεχόμενο ανακοπής της πορείας ή και επαφής ή και σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων μοτοσικλεττών λόγω της πολύ κοντινής απόστασης στην οποία βρέθηκαν η μια σε σχέση με την άλλη από τη διαχωριστική γραμμή των λωρίδων τους. Εδώ κρίνω ορθό να σημειώσω ότι τα όσα περιέγραψε ο ΜΥ1 δεν αποκλείεται να τα έζησε ακόμη πιο έντονα ο Κατηγορούμενος προτού αποφασίσει να φρενάρει για να αποφύγει τον κίνδυνο σύγκρουσης με τον ΜΚ2. Επισημαίνω ότι ο ΜΥ1 είχε την άνεση να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από απόσταση 10 μέτρων περίπου μακριά από τη διαχωριστική γραμμή. Το Δικαστήριο είχε επίσης την άνεση να ακούει για τα τεκταινόμενα εντός της ήρεμης ατμόσφαιρας του Δικαστηρίου. Απεναντίας, η νομολογία επιβάλλει όπως οι ενέργειες του Κατηγορουμένου κριθούν υπό το πρίσμα μιας διλημματικής κατάστασης του οδηγού, εάν και εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει να υπήρξε τέτοια κατάσταση. Εφόσον συντρέχει τέτοια κατάσταση, το στοιχείο του πανικού και της αγωνίας ενδέχεται στο να οδηγήσει έναν οδηγό να επιλέξει πορεία που δεν είναι η ενδεδειγμένη υπό τις συνθήκες (βλ. Κωνσταντίνου ν Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110 και Georgiades v HadjiSavva
(1984)1 CLR 597). Χωρίς να αμφισβητώ ότι και οι ενέργειες του ΜΚ2 (δηλαδή το απότομο φρενάρισμα) είχαν αποφευκτικό χαρακτήρα, κρίνω ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αποκλείει το ότι και το φρενάρισμα του Κατηγορουμένου είχε τον ίδιο χαρακτήρα και σκοπό. Εφόσον οδηγούσε κανονικά στην πορεία του και με κανονική ταχύτητα, ο μόνος λόγος που έχει δοθεί για το ότι φρέναρε απότομα ήταν η δική του αντίληψη περί επερχόμενου κινδύνου σύγκρουσης με τον ΜΚ2 και η προσπάθεια αποφυγής του. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα αμελούς από μέρους του οδήγησης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Γι' αυτό και κρίνω ορθό και δίκαιο να τον απαλλάξω και αθωώσω εν σχέση προς την κατηγορία αρ. 1 επί του Κατηγορητηρίου. Έχοντας καταλήξει στην πιο πάνω τελική μου ετυμηγορία, κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω, συναφώς με την παρατήρηση του Κατηγορουμένου ότι παρήλθαν 4 χρόνια από την ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος, ότι ο χρόνος που διήρκησε η εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (από 14.9.2011 μέχρι σήμερα) δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι αποτελούσε εύλογο χρόνο, δεδομένων των δικών του διαβημάτων και αιτημάτων, καθώς επίσης του χρόνου που χρειάστηκε για κλήτευση του ΜΥ1. Πέραν τούτου, με την παρουσία του ΜΥ1 στο Δικαστήριο, ο όποιος κίνδυνος για απώλεια μαρτυρίας που δυνατό να οδηγούσε σε αθώωση του Κατηγορουμένου και κατάληξη σε μη δίκαιη δίκη, ως ήταν η επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης, κατά την κρίση μου εξαλείφθηκε. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.