← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτης ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ, Υπόθεση. Αρ.31001/12, 25/5/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτης ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ, Υπόθεση. Αρ.31001/12, 25/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.31001/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Παναγιώτης ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Μαΐου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή στις ακόλουθες δύο κατηγορίες: 1η κατηγορία׃ Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 33(Ι)/2000, 24(Ι)/2006, τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 305/2006, ΚΔΠ 312/2007 και το άρθρο 20Α του Ν. 86/72 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 80(Ι)/

  1. 1η κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189∕2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως η κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 12.11.2010, στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Κοκκινοτριμιθιάς στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΒΗ945 αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 119 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως η κατηγορία αρ. 2 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 30.6.
  3. Τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής είναι ως εξής. Στις 12.11.2010 και περί ώρα 12:30, ο ΜΚ1 ανέκοψε για έλεγχο το επίδικο όχημα. Διενεργήθηκε εξέταση άλκοτεστ, με ένδειξη κατά την τελική εξέταση 119 mg αντί 22 mg. Επεστήθηκε η προσοχή του Κατηγορουμένου στο Νόμο και απάντησε «Παραδέχομαι. Είμαι αλκοολικός». Κατά τον έλεγχο των στοιχείων του οχήματος, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε άδεια κυκλοφορίας από 30.6.
  4. Όπως επίσης δήλωσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Η άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου βαρύνεται με 2 βαθμούς ποινής. Δεδομένης της σοβαρότητας του αδικήματος ως η κατηγορία αρ. 1 στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Παραθέτω συνοπτικά τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση που ετοιμάστηκε: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 54 ετών. Διαμένει μόνος του σε προσφυγική κατοικία ενός υπονοδωματίου και λοιπών βοηθητικών χώρων στις Κόκκινες. Είναι άνεργος λόγω προβλήματος αλκοολισμού. Λαμβάνει δημόσιο βοήθημα μηνιαίως ύψους €
  5. Είναι διαζευγμένος. Εργάστηκε ως οικοδόμος στο παρελθόν, όμως μετά το χωρισμό με τη σύζυγό του άρχισε να επιβλέπεται από ψυχίατρο λόγω της εξάρτησης του στο αλκοόλ. Λόγω της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια, αδυνατεί να καταβάλει τις μηνιαίες διατροφές που οφείλει για το μικρότερο υιο του, ο οποίος είναι ηλικίας 19 ετών, άγαμος, οικοδόμος στο επάγγελμα. Τα άλλα δύο παιδιά του, ηλικιών 37 ετών και 34 ετών, είναι έγγαμα. Όπως αναφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο, αυτός οφείλει στην πρώην σύζυγό του ποσό ύψους 4000 ευρώ. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του αδικήματος και εκφράζει την ειλικρινή του μεταμέλεια για το αδίκημα προς το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, επεσήμανε στο Δικαστήριο τα εξής: «Έχω άδεια οδηγού από το
  6. 38 χρόνια πείρα στην οδήγηση. 14 με 15 χρόνια ήμουν επαγγελματίας οδηγός σε τουριστικά λεωφορεία. Την προηγουμένη του αδικήματος ήμουν στις Κεντρικές Φυλακές για διατροφές. Την επομένη που απολύθηκα από τις Φυλακές είπα να ευχαριστήσω το φίλο μου που επλήρωσε για να βγω από τη φυλακή. Ήπιαμε μαζί 2 - 3 ουίσκι. Ήμουν νηστικός. Από τη μέρα της καταγγελίας μου δεν ξανάπιασα τιμόνι. Με οδηγά ο αδερφός μου. Έχω μέσο όπου θέλω να πάω.». Ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο Βεβαίωση, ημερομηνίας 12.01.2012, υπογραμμένη από τον Δρ Κυριάκο Βερεσιέ με την οποία βεβαιούται ότι ο Κατηγορούμενος είναι άτομο με χρόνιο πρόβλημα εξάρτησης από το αλκοόλ και παρακολουθείται τακτικά στο ιατρείο του. Παρουσίασε επίσης Ιατρική Βεβαίωση, ημερομηνίας 21.2.2012, υπογραμμένη από τον Δρ. Κυριάκο Κυριακίδη, με την οποία βεβαιούται ότι ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε στις 21.2.2012 το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας με διάγνωση «Αλκοολισμός». Ποινή για το πρώτο αδίκημα Το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρό. Οδηγούσε με αναλογία αλκοόλης 119 αντί 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. ΄Εχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν κατά την επιβολή της ποινής (Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο αδίκημα εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν.174/1986, η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.174/1986, το οποίο καθορίζει ότι׃׃ «Πας όστις διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου

(1)του άρθρου 5 [...] εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις φυλάκισιν δια χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσα τα €1708 ή εις στέρησιν της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως δια χρονικήν περίοδον μη υπερβαίνουσαν τους δώδεκα μήνας ή εις όλα ή οιασδήποτε εκ των ανωτέρω ποινών.» Όπως υποδεικνύεται και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλης μειώνει την ικανότητα του οδηγού να οδηγήσει με ασφάλεια μέσα στο δρόμο. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη την μεγάλη υπέρβαση της επιτρεπόμενης αναλογίας αλκοόλης, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ως εγωιστική, αντικοινωνική και επικίνδυνη. Ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα τροχαία ατυχήματα που έχουν ως αφετηρία ή αιτία τέτοια συμπεριφορά, το Δικαστήριο οφείλει να στείλει το μήνυμα μέσω της ποινής που θα επιβάλει ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η νομολογία επιβάλλει όπως επιβληθεί αυστηρή, αποτρεπτική ποινή. Η επιβολή ποινής αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και, από την άλλη, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η εξατομίκευση, όμως, της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Ποινική Έφεση αρ.5959, Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι η ποινή φυλάκισης. Για σκοπούς επιμέτρησης του εύρους της ποινής αυτής, λαμβάνω υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. καταλήγω στην επιβολή ποινής φυλάκισης για περίοδο 19 ημερών μόνο. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Το ότι το αδίκημα είναι σοβαρό είναι αναμφίβολο. Η σοβαρότητά του έχει αναλυθεί πιο πάνω. Επαναλαμβάνω ότι συνδέεται με το μέγεθος της παράβασης, με τις συνέπειες του και με το γεγονός ότι δεν προέκυψε σαν θέμα στιγμιαίας αβλεψίας του οδηγού, αλλά λόγω της εγωιστικής και αντικοινωνικής του απόφασης να αναλάβει να οδηγήσει ενόσω ήταν σε κατάσταση μέθης τέτοιου βαθμού η ώρα 12:30 το μεσημέρι. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης του Κατηγορουμένου. Να αρχίσει από σήμερα να εκτίει την ποινή. Στη βάση του άρθρου 11 του Ν.174/1986, κρίνω επίσης ορθό να επιβάλω στέρηση της άδειας οδηγού του Κατηγορουμένου για περίοδο 3 μηνών από σήμερα. Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, όπως έχει τροποποιηθεί, Δικαστήριο το οποίο καταδικάζει πρόσωπο για αδίκημα βάσει του άρθρου 5 του Νόμου 174/86 δύναται να επιβάλει 3 - 6 βαθμούς ποινής ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ορθό και δίκαιο να επιβάλω 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου. Ποινή για το αδίκημα ως η κατηγορία αρ. 2 Σε (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.